Αριθμός 585/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Θεοδωρακοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. - Κ., θυγ. Κ./νου και Β. Π., 2) Β., θυγ. Α. Φ. και Π. - Κ. Π., κατοίκων ..., οι οποίες παραστάθηκαν μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Μελίνας Γκιουλφέση και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8794/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6640/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-2-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, η οριζόμενη από αυτήν τριακονθήμερη προθεσμία αρχίζει από την επομένη ημέρα της επίδοσης της απόφασης, καθόσον με τη διάταξη αυτή καθορίζεται απλώς η διάρκεια της προθεσμίας και το γεγονός που την κινεί, ενώ ο τρόπος υπολογισμού της προθεσμίας ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 144 παρ.1 του ΚΠολΔ, κατά την οποία οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο αρχίζουν από την επομένη ημέρα μετά την επίδοση του σχετικού εγγράφου (ΑΠ 1301/2022, ΑΠ 951/2019, ΑΠ 124/2013). Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (ΦΕΚ Α' 48/31.03.2021) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν 4792/2021 (ΦΕΚ A' 54/09.04.2021) ορίζεται ότι ''Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6.4.2021.'' Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 09-02-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμ. 6640/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης με αριθμ. 8794/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, αναγνωρίστηκε, κατά το χρόνο των πρώτων κτηματολογικών εγγραφών στο δήμο ..., η πρώτη αναιρεσίβλητη ως δικαιούχος επικαρπίας και η δεύτερη αναιρεσίβλητη ως ψιλή κυρία του αναφερόμενου γεωτεμαχίου και διατάχθηκε η διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου .... Η αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, άρθρο 74 παρ. 1 του ν. 4690/2020), διότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο ήδη αναιρεσείον στις 26-11-2020 και κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 14-04-2021, και η 30η προθεσμία δεν συμπληρώθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ.1 Ν. 4792/2021, σε συνδυασμό με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 Ν. 4790/2021 δέκα (10) ημέρες μετά την 6-4-2021, για το λόγο ότι το χρονικό διάστημα από 7-11-2020 έως 5-4-2021 δεν συνυπολογίζεται στην ανωτέρω προθεσμία άσκησης του ένδικου μέσου (ΑΠ 1130/2022, ΑΠ 987/2022). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο πρωτόκολλο της 21.1/3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" (ιδίως στο άρθρο 5 αυτού) και στα ερμηνευτικά αυτού Πρωτόκολλα της 4/16.6.1830 και της 19.6/1.7.1830 σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κων/λεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και τις διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου της 26.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" προκύπτει, ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Δημοσίου, αλλά στην κυριότητά του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους (αναχωρήσαντες) Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους, έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου, περί διάκρισης κτημάτων, όχι όμως και τα όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και ακολούθως κατέχονταν από 'Ελληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο. Ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31.3.1833, με βάση την από 27.6/9.7.1832 Συνθήκη της Κων/λεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των Ελληνικών και Τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά, τη διάρκεια της τρίτης Τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (δηλαδή από 25.5.1827 έως 31.3.1833) και ειδικότερα κατά το έτος 1829, ο κυρίαρχος Σουλτάνος είχε εκδώσει θέσπισμα με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους (Οθωμανούς και 'Ελληνες) την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, και τα σχετικά ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα αναγνωρίστηκαν ακολούθως με το από 21.1/3.2.1830 Πρωτόκολλο Ανεξαρτησίας της Ελλάδος και με την πιο πάνω Συνθήκη της Κων/λεως (ΑΠ 1132/2020, ΑΠ 1081/2020, ΑΠ 1354/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του Β. Δ/τος 3/15.12.1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 -1834" όλα τα λιβάδια, δηλαδή οι βοσκότοποι, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο "ταπί", εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο. Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσης στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Η έννοια αυτή προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ της 31.1./18.2.1864 "περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδίων άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. ΨΝΖ της 27.3./1.4.1880 "περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδίων" κατά την οποία το Δημόσιο, ως προς τα εθνικά και οι Κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λιβάδια διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων εγένοντο μέχρι το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων (ΑΠ 1187/2022, ΑΠ 1283/2022, ΑΠ 516/2021). Εξάλλου, κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του ΒΔ της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίζεται η κυριότητα του Δημοσίου επί κάθε έκτασης που αποτελεί, πριν την έναρξη της ισχύος του, δάσος, εξαιρέσει μόνον εκείνων των δασικών εκτάσεων για τις οποίες υφίσταται έγγραφη απόδειξη Τουρκικής Αρχής, ότι πριν την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες, όπως και εκείνων οι οποίες ανήκαν σε ιδιωτικά χωρία και, υπό την προϋπόθεση, ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις, υποβλήθηκαν στην επί των Οικονομικών Γραμματεία προς αναγνώριση οι σχετικοί περί ιδιοκτησίας τίτλοι, εντός της από το άρθρο 3 οριζόμενης ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από τη δημοσίευσή του (29.11. 1836). Με τις διατάξεις αυτές, θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τεκμήριο κυριότητας, σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του ως άνω διατάγματος, στα όρια του Ελληνικού Κράτους και δεν αναγνωρίστηκε νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος. Τέλος, στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα λιβάδια, βοσκοτόπια, τα εθνικά δάση, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που έχουν εφαρμογή, κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, για το χρόνο πριν από την έναρξη ισχύος του ΑΚ, δηλαδή μετά από άσκηση νομής πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μίας συνεχούς τριακονταετίας, ενώ δεν απαιτείται ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης για την κτήση κυριότητας επί δημοσίου κτήματος με έκτακτη χρησικτησία η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή στην περίπτωση του δάσους η εκ μέρους αυτού υποβολή τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του από 17-11-1836 ΒΔ/τος "περί ιδιωτικών δασών", και υφίσταται δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιοπαρόχου του, και για την ειδική διαδοχή (ΑΠ 447/2021, ΑΠ 1340/2021) και μάλιστα και για τη μεταβίβαση της νομής του επιδίκου, χρειαζόταν δικαιοπραξία υποβαλλόμενη στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σύμφωνα με το ν. της 26/10-6/11-1856 "περί μεταγραφής κλπ." (ΑΠ 1296/2020, ΑΠ 130/2017, ΑΠ 78/2015), ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" (άρθρο 51 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν, και επί των εθνικών δασών, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επ' αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως τούτο προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν. ΔΞΗ' /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 19-9-1915 μέχρι και της 16ης-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας δημοσίων κτημάτων" (ΑΠ 447/2021, ΑΠ 1340/2021). Με βάση τις διατάξεις αυτές, οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 53 Εισ. Ν.ΑΚ), έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού, άρα και η χρησικτησία πάνω σε αυτά (ΑΠ Ολομ. 75/1987, ΑΠ 1279/2022, ΑΠ 638/2016), προσδιορίζοντας και τους απώτατους δικαιοπαρόχους (ΑΠ 787/2020). Εφόσον, όμως, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915 ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν καμιά έννομη επιρροή σε σχέση με την κυριότητα που αποκτήθηκε με αυτήν οι διατάξεις του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τις διατάξεις των άρθρων 37 του α.ν. 1539/1938 και 16 του α.ν. 192/1946, επαναλήφθηκαν δε σε εκείνη του άρθρου 58 του ν.δ. 86/1969 "περί δασικού κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι νομέας σε δημόσια κτήματα θεωρείται το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε σ` αυτά καμία πράξη νομής και ότι μόνον η βοσκή επί δημόσιων δασών, μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων, λιβαδιών και χορτολιβαδικών εδαφών δεν θεωρείται ποτέ ως πράξη νομής ή οιονεί νομής και ότι η νομή από τρίτους στα ακίνητα αυτά θεωρείται ότι ασκείται μόνο με την υλοτομία ή την εκμετάλλευση αυτών ως ιδιωτικών εκτάσεων με βάση άδεια της δασικής αρχής (ΑΠ 1524/2012). Ούτε ασκεί επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 παρ.1 του ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", με την οποία ορίζεται ότι "σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημόσιου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιαδήποτε δικαιώματα εμπράγματα ή όχι επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κλπ το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματος του" και πολύ περισσότερο η εκδιδομένη με βάση το άρθρο 191 του νδ 86/1969 απόφαση του Νομάρχη, με την οποία κηρύσσεται η επίδικη έκταση δασωτέα ή αναδασωτέα, αφού ο ιδιοκτήτης της συγκεκριμένης έκτασης εξακολουθεί να παραμένει κύριος αυτής και μετά την κήρυξή της ως αναδασωτέας (ΟλΑΠ 21/2005, ΑΠ 1527/2022, ΑΠ 384/2021, ΑΠ 1646/2009). Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 1187/2022, ΑΠ 385/2021, ΑΠ 284/2021). Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1 του Ν. ΑΞΝ/1888 "Περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", που περιελήφθηκε ως άρθρο 57 στον Ν. 3077/1924 "περί Δασικού Κώδικος", στο οποίο διατυπώθηκε για πρώτη φορά ο ορισμός της έννοιας του δάσους στο ελληνικό δίκαιο, "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" και "ως δασική έκταση νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχράς, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως και δυναμένη να εξυπηρετήση μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών". Έκτοτε, ο ορισμός αυτός του δάσους και της δασικής έκτασης επαναλήφθηκε σε όλους τους μεταγενέστερους σχετικούς νόμους, όπως στο άρθρο 57 ν. 3077/1924, στο άρθρο 45 ν. 4173/1929, στο άρθρο 1 ν.δ. 69/1969 και βασικά δεν διαφέρει από τον ορισμό του δάσους με τις διατάξεις του άρθρου 3 παράγραφοι 1 και 2 ν. 998/1979, όπως ίσχυε πριν από τις τροποποιήσεις του με το ν. 3208/24.12.2003 και τους μεταγενέστερους, αλλά ούτε και από τον ορισμό του άρθρου 1 παράγραφοι 1 και 2 του ανωτέρω ν. 3208/2003 που αντικατέστησε, εκτός των άλλων, τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 3 ν. 998/1979 (ΑΠ 202/2016, ΑΠ 712/2015, ΑΠ 1291/2011). Με τις διατάξεις αυτές καθορίστηκε η έννοια του δάσους, όπως ανέκαθεν γινόταν αντιληπτή, δηλαδή, ότι το δάσος είναι κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή σποραδικά από άγρια ξυλώδη φυτά, οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία αποτελούν, με την μεταξύ τους απόσταση και την αμοιβαία αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδρασή τους ιδιαίτερη οργανική ενότητα (βιοκοινότητα-δασοβιοκοινότητα), που μπορεί να προσφέρει προϊόντα εξαγόμενα από τα άνω φυτά και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον. Ως δάσος, άλλωστε, νοείται ανέκαθεν και κάθε έκταση εδάφους, στην οποία η φυόμενη άγρια ξυλώδης βλάστηση οποιασδήποτε διάπλασης, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά ή πενιχρή (δασική έκταση). Κρίσιμη, συνεπώς, για τη συγκρότηση της έννοιας του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει στην έκταση την ιδιαίτερή της ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος. Εφόσον υπάρχει η ενότητα αυτή, υφίσταται η αντικειμενική προϋπόθεση της έννοιας του δάσους ή της δασικής έκτασης, τεκμαίρεται δε ως αυτονόητη και αυταπόδεικτη η συνυπάρχουσα θεμελιώδης λειτουργία κάθε δασικού οικοσυστήματος που συμβάλλει στην ισορροπία του φυσικού περιβάλλοντος (ΣτΕ 1495/2015). Επίσης, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει, ότι στην έννοια του δάσους ή στις δασικές εκτάσεις περιλαμβάνονται και οι, εντός αυτών, οποιασδήποτε ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη βραχώδεις εξάρσεις και γενικώς, ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι, υπεράνω δασών ή δασικών εκτάσεων, ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των ορέων και οι άβατες κλυτίες αυτών. Τα δάση και οι δασικές εκτάσεις δεν μεταβάλλουν τον, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, χαρακτήρα τους και όταν ακόμη εντός αυτών υφίστανται μεμονωμένα ή εγκατασπαρμένα καρποφόρα δένδρα ή συστάδες τέτοιων δένδρων, στο πραγματικό δε γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου, δεν ασκεί επιρροή το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς βλάστηση (ΑΠ 646/2022, ΑΠ 1132/2020, ΑΠ 693/2017, ΑΠ 1330/2015). Άσκηση νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητάς του με έκτακτη χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις του ενάγοντος, καθώς και των δικαιοπαρόχων του, όπου απαιτείται, προς συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσίασής του με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχουν δικό τους, ενώ, όπως συνάγεται από τους ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.3), ν. 25 Πανδ. (24.1), ν. 27 Πανδ. (18.1), ν. 10, 13 παρ. 1, 17, 48 Πανδ. (41.3), ν. 5 Πανδ. (41.7), ν. 3 Πανδ. (41.10), ν. 7 παρ. 6 Πανδ. (41.4), ν. 109 Πανδ. (50.16), καλή πίστη αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα του κυρίου και τη συνδρομή αυτής, ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικά από τα περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα (ΑΠ 1340/2021, ΑΠ 1589/2021, ΑΠ 1495/2021). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 1045 και 1051 ΑΚ προκύπτει ότι υπό την ισχύ του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή, η οποία μπορεί να είναι και άτυπη, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (ΑΠ 764/2022, ΑΠ 304/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς ..., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Α.., στον τόμο…, η πρώτη εφεσίβλητη (και πρώτη ενάγουσα), και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, μεταβίβασε στη δεύτερη εφεσίβλητη (και δεύτερη ενάγουσα), και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, την ψιλή κυριότητα ενός αγροτεμαχίου, εμβαδού 253 τ.μ, το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., εκτός σχεδίου πόλεως, το οποίο συνορεύει βόρεια επί πλευράς μήκους 20,10 μ. με ιδιοκτησία αγνώστου, νότια επί πλευράς μήκους 20,50 μ. με την οδό ..., ανατολικά επί πλευράς 8,30 μ. με ιδιοκτησία αγνώστου και δυτικά επί πλευράς μήκους 12,20 μ. με την οδό ..., παρακρατώντας επ' αυτού το δικαίωμα επικαρπίας εφόρου ζωής. Το προπεριγραφέν ακίνητο περιήλθε στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα της πρώτης εφεσίβλητης με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Α. Π. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, στον τόμο 56 και με αριθμό …, αιτία πώλησης από την Ι. συζ. Α. Α., το γένος Κ. Κ., στην οποία αυτό περιήλθε ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης εμβαδού 46.833 τ.μ. κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα με το ... συμβόλαιο επίσης του ανωτέρω συμβολαιογράφου Α. Π. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία μεταγραφών, στον τόμο 43 και με αριθμό ..., αιτία πώλησης από τη Μ. χήρα Ν. Μ., το γένος Κ. Δ., στην οποία το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει, μεταξύ άλλων ακινήτων, ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης εμβαδού 181.088 τ.μ., με εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή του αποβιώσαντος την 31-3-1952 συζύγου της Ν. Μ. του Γ., την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκε με την ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Β., που μεταγράφηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία μεταγραφών, στον τόμο …και με αριθμό .... Στον ως άνω κληρονομούμενο Ν. Μ. του Γ. η ως άνω μείζονα έκταση των 181.088 τ.μ. είχε περιέλθει κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα με το ... συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Ι., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στον τόμο … και με αριθμό …. Με το συμβόλαιο αυτό διανομής ο Α. Μ. του Γ., ο Ν. Μ. του Γ. και ο Ι. Β. του Δ. διένειμαν μεταξύ τους μείζονα έκταση, συνολικής επιφάνειας 720.000 τ.μ., η οποία είχε περιέλθει στη συγκυριότητα αυτών με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Ι., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στον τόμο ..και με αριθμό …, αιτία πώλησης από τον Ι. Λ. του Α.. Ο τελευταίος (σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο ως άνω υπ' αριθμό ... πωλητήριο συμβόλαιο) είχε αποκτήσει την ως άνω έκταση, ως τμήμα μείζονος επιφάνειας 769.000 τ.μ., που περιήλθε στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητά του εν μέρει δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στον τόμο .. και με αριθμό … του ….. συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, στον τόμο ... και με αριθμό ..., του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Χ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, στον τόμο .. και με αριθμό……… κλπ ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, στον τόμο .. και με αριθμό …. Επίσης, τμήμα της ως άνω ευρύτερης έκτασης περιήλθε στον Ι. Λ. του Α. με κληρονομική διαδοχή του αποβιώσαντος κατά το Δεκέμβριο του έτους 1913 παππού του Α. Π., στην κληρονομιά του οποίου αυτός αναμίχθηκε, την οποία και ακολούθως διένειμε με την έτερη συγκληρονόμο Σ. Χ., με το ... συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στον τόμο … και με αριθμό …. Στο δε δικαιοπάροχο αυτού Α. Π. το κληρονομιαίο ακίνητο περιήλθε εν μέρει αιτία πώλησης δυνάμει των ... συμβολαίων του συμβολαιογράφου Αθηνών Α.. Γ., των ... συμβολαίων αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών …. Κλπ του συμβολαιογράφου Αθηνών Χρ. Χ, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αθηνών, και εν μέρει λόγω διανομής δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Η. Γ., σε συνδυασμό με το ….. κλπ , που έχουν μεταγραφεί νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών. Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων (και εναγουσών), Ι. Λ. του Α., όπως επίσης και οι δικαιοπάροχοι αυτού, με την καλόπιστη κτήση της νομής της ευρύτερης έκτασης επιφάνειας 769.000 τ.μ. και τις διενεργούμενες επ' αυτής υλικές πράξεις της καλλιέργειας, της επόπτευσης και της οριοθέτησής της, που διενήργησαν επ' αυτής, με βάση τους πιο πάνω τίτλους τους, καθ' όλο το χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριάντα ετών προ του έτους 1915, απέκτησαν την κυριότητα της ως άνω ευρύτερης έκτασης και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Μετά τη μεταβίβαση τμήματος της ως άνω έκτασης, επιφάνειας 720.000 τ.μ. που έλαβε χώρα με το με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Ι.. προς τον Α. Μ. του Γ., τον Ν. Μ. του Γ. και τον Ι. Β. του Δ., τις ίδιες πράξεις νομής διενήργησαν επ' αυτής και οι ως άνω απώτεροι δικαιοπάροχοι των εφεσίβλητων και εναγουσών, ιδίως με τις ενέργειες του Ι. Β., ο οποίος καλλιεργούσε το ως άνω ακίνητο, οριοθετούσε και επέβλεπε τα όριά του, τα οποία διατηρούσε σαφή και ορισμένα, προβαίνοντας στην εμβαδομέτρησή του, με ανάθεση σχετικής εντολή στον αρχιτέκτονα Κ. Κ., ο οποίος συνέταξε σχεδιάγραμμα που προσαρτήθηκε στο ... διανεμητήριο συμβόλαιο. Ακολούθως, μετά την κατά την 13-12-1933 διανομή του ανωτέρω ευρύτερου ακινήτου, τις ως άνω εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις νομής διενεργούσε επί τμήματος αυτού επιφάνειας 181.088 τ.μ, εντός του οποίου εμπίπτει και το επίδικο αγροτεμάχιο εμβαδού 253 τ.μ, ο ορισθείς με το ανωτέρω διανεμητήριο συμβόλαιο ως πλήρης και αποκλειστικός κύριος αυτού Ν. Μ. του Γ. και μετά το θάνατο αυτού (την 31-3-1952), τις ίδιες πράξεις νομής διενήργησε επ' αυτού η μόνη κληρονόμος του Μ. χήρα Ν. Μ., το γένος Κ. Δ. έως την 21-8-1962, οπότε προέβη στην πώληση και μεταβίβασή του προς την άμεση δικαιοπάροχο της πρώτης εφεσίβλητης Ι.. συζ. Α. Α., η οποία εξακολούθησε να επιχειρεί τις ίδιες πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου έως την 16-10-1964, οπότε πώλησε και μεταβίβασε αυτό προς την πρώτη εφεσίβλητη, η οποία έκτοτε επισκέπτεται και εποπτεύει αυτό τακτικά, οριοθετώντας και επιβλέποντας τα όριά του, τα οποία διατηρεί σαφή και ορισμένα. Το εκκαλούν και εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αμφισβητεί την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, ισχυριζόμενο ότι το επίδικο γεωτεμάχιο αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης που ανήκει στην κυριότητά του, καθόσον (πρωτίστως) εμπίπτει εντός ευρύτερης δασικής έκτασης, η οποία εμφαίνεται ως τέτοια στις αεροφωτογραφίες του έτους 1998. Πλην όμως, από το περιεχόμενο της από Δεκεμβρίου 2012 τεχνικής έκθεσης του δασοπόνου Σ. Μ., στην οποία πραγματοποιείται φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών των ετών 1939, 1945, 1960, 1971 και 1988 προκύπτει ότι η επίδικη έκταση δεν παρουσιάζει δασική βλάστηση. Ειδικότερα, το επίδικο ακίνητο εμβαδού 253 τ.μ, το οποίο εντοπίζεται με τον αριθμό 1 εντός του ευρύτερου υπό στοιχείο Μ τετραγώνου συνολικού εμβαδού 1.286,25 τ.μ (που εμπεριέχει τα ακίνητα με αριθμούς 1,4,6,7,8 και 9), εμφανίζεται γεωμορφολογικά ομοιογενές ως χέρσα αγροτική έκταση. Συγκεκριμένα, στις αεροφωτογραφίες των ετών 1939, 1945, 1960, 1971, 1988 το επίδικο ακίνητο εμφανίζεται με χέρσα αγροτική μορφή και ανάπτυξη, ενώ εντός αυτού δεν παρουσιάζονται δένδρα ή άλλου είδους χαμηλή βλάστηση, που να καθιστά δυνατή την παραγωγή δασικών προϊόντων, κατόπιν δασικής εκμετάλλευσης, ούτε αυτό περιβάλλεται, ούτε γειτνιάζει, με δάσος ή με δασική έκταση οποιασδήποτε μορφής. Από την ως άνω τεχνική έκθεση προκύπτει, επίσης, ότι εντός της ευρύτερης έκτασης υπό στοιχείο Μ παρατηρείται αραιά φρυγανώδη βλάστηση και δασική βλάστηση με δέντρα πεύκης σε μικρή επιφάνεια, μεταξύ των ακινήτων 4, 6 και 7 σε ποσοστό μικρότερο του 15%, η οποία ωστόσο δε μπορεί να προσδώσει στον όμορο επίδικο αγρό το χαρακτήρα δάσους ή δασικής έκτασης. Εξάλλου, στην ευρύτερη περιοχή διακρίνεται οικιστική ανάπτυξη, που εμφαίνεται αρχικά στις αεροφωτογραφίες του έτους 1960 και αυξάνει προοδευτικά σε αυτές των ετών 1971 και 1988, ενώ στις αεροφωτογραφίες του έτους 1988 παρατηρείται η διάνοιξη αμαξιτών δρόμων, που διαχωρίζουν την ευρύτερη ως άνω έκταση σε οικοδομικά τετράγωνα. Ήδη, σύμφωνα με το υπ' αριθ. πρωτ. 4877/30-3-2011 έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Αμαρουσίου το επίδικο ακίνητο εμπίπτει σε περιοχή, που χαρακτηρίσθηκε ως ζώνη οικιστικού ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.), σύμφωνα με το από 28-9-1993 προεδρικό διάταγμα (ΦΕΚ 1332Δ/1993). Κατά συνέπεια, η επίδικη εδαφική έκταση δεν μπορεί, ως εκ της φυσιογνωμίας της, να θεωρηθεί ως έχουσα ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές), το οποίο μπορεί να συμβάλλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει τη διαβίωση του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος και, επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δασική ούτε με τις προϊσχύουσες διατάξεις, σύμφωνα με τη μείζονα νομική σκέψη, αλλά ούτε με εκείνες του ν. 998/1979, όπως τροποποιήθηκε από το ν. 3208/2003. Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το περιεχόμενο του με αριθ. πρωτ. 5249/2013 με ημερομηνία 7-4-2017 εγγράφου της Διεύθυνσης Δασών Ανατολικής Αττικής, σύμφωνα με το οποίο το επίδικο ακίνητο εμπίπτει εντός ευρύτερης δασικής έκτασης με κωδικό.., η οποία εμφαίνεται ως δάσος - δασική έκταση στις αεροφωτογραφίες του έτους 1998 και τούτο διότι στο εν λόγω έγγραφο δε γίνεται μνεία σε αεροφωτογραφίες προγενέστερες του έτους 1998, συνοδευόμενες από σχετική έκθεση διαχρονικής φωτοερμηνείας, εκ των οποίων να προκύπτει - αποδεικνύεται ο ισχυρισμός (ένσταση) του εκκαλούντος - εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου ότι η επίδικη έκταση είχε ανέκαθεν δασική μορφή, καθόσον, ..., προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του β.δ της 17/29-11-1836 "Περί ιδιωτικών δασών". Το εκκαλούν - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, καθ' όλο το ως άνω χρονικό διάστημα, δεν προέβαλε δικαιώματα (και δη νομής ή κυριότητας) επί του επίδικου ακινήτου, αντίθετα, πρέπει να επισημανθεί ότι για την πώληση της ευρύτερης έκτασης των 720.000 τ.μ από τον απώτατο δικαιοπάροχο των εφεσίβλητων - εναγουσών Ι. Λ. προς τους Α. Μ., Ν. Μ. και Ι. Β., που έλαβε χώρα δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Ι., εκδόθηκε η με αριθμό ... άδεια της Διεύθυνσης Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας, ενώ επίσης για τη διανομή της ευρύτερης αυτής έκτασης, που πραγματοποιήθηκε με το προαναφερθέν ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Ι., εκδόθηκε η με αριθμό ... άδεια του Υπουργείου Γεωργίας (της οποίας γίνεται μνεία στην προτελευταία σελίδα του ως άνω συμβολαίου), γεγονότα από τα οποία προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο, παρέχοντας τη συναίνεσή του για τις ως άνω εμπράγματες δικαιοπραξίες αναγνώρισε εμμέσως την ανυπαρξία δικαιωμάτων του επί της διανεμηθείσας έκτασης. Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η βασιμότητα της υποβληθείσας ένστασης περί ιδίας κυριότητάς του εκκαλούντος - εναγομένου, που βασίσθηκε στην από 9-7-1832 συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα από 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, καθόσον το Ελληνικό Δημόσιο, που φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης ως ενιστάμενο, δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι το επίδικο γεωτεμάχιο ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο ή σε Τούρκους υπηκόους, που εγκατέλειψαν την επικράτεια κατά την επανάσταση και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, ούτε επανέκαμψαν στην Ελλάδα, ή ότι το επίδικο δημεύτηκε από το Ελληνικό Δημόσιο ή ότι ήταν λιβάδι ή αδέσποτο. Συνεπώς, οι σχετικοί ισχυρισμοί του εναγόμενου, που επαναφέρονται ως λόγοι έφεσης, κρίνονται απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Επίσης, επί της ευρύτερης έκτασης, στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο, δεν απέκτησε ποτέ κυριότητα το Ελληνικό Δημόσιο με το δικαίωμα του πολέμου, όπως αβάσιμα αυτό ισχυρίζεται με τον σχετικό λόγο έφεσης, εφόσον,..., η Αττική δεν κατακτήθηκε από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις με τα όπλα, αλλά περιήλθε στην εδαφική κυριαρχία του ελληνικού κράτους στις 31-3-1833, κατ' εφαρμογή της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και μετά από σχετικές συμφωνίες των ελληνικών και των τουρκικών αρχών. Περαιτέρω, ..., δεν απαιτείται η ύπαρξη "ταπί", "χοτζέτι" ή άλλου οθωμανικού τίτλου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, για εφαρμογή δε στα εδάφη της Αττικής του νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274=1856 "Περί γαιών", ο οποίος κατέστη ημεδαπό δίκαιο με το ν. 147/5-1/1-2-1914, δεν μπορεί να γίνει λόγος, αφού αυτός αφορά τα εδάφη των νέων χωρών, που προσαρτήθηκαν στο ελληνικό κράτος, ύστερα από τους απελευθερωτικούς πολέμους των ετών 1912-1913 και όχι το έδαφος της Αθήνας, που αποτελούσε τμήμα της ελληνικής επικράτειας, όπως προαναφέρθηκε, ήδη από τις 31-3-1833, βάσει της πιο πάνω Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως. Επομένως, όσα αντίθετα διατείνεται το εκκαλούν με τους αντίστοιχους λόγους έφεσης τυγχάνουν αβάσιμα και οι σχετικοί λόγοι απορριπτέοι. Η περιοχή του Δήμου ..., όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση και με την υπ' αριθμό 381/1/28-6-2006 απόφαση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (ΦΕΚ 854/Β/ 10.7.2006) διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρισης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου, ορίστηκε δε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή αυτή η 10-7-2006. Το προπεριγραφόμενο ακίνητο, εμβαδού 253 τ.μ κατά τον τίτλο κτήσης του, καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου ... με τον ΚΑΕΚ γεωτεμαχίου 05 014 04 52 001/0/0, εμβαδού 249 τ.μ, φερόμενο εσφαλμένα ως ανήκον στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα του εναγόμενου και εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, ενώ κατά το χρόνο έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή του Δήμου ... η πρώτη ενάγουσα και πρώτη εφεσίβλητη ήταν δικαιούχος επικαρπίας και η δεύτερη ενάγουσα και δεύτερη εφεσίβλητη ψιλή κυρία σε ποσοστό 100% του επιδίκου γεωτεμαχίου. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση έκανε δεκτή την αγωγή, αναγνώρισε επικαρπώτρια την πρώτη ενάγουσα και ψιλή κυρία την δεύτερη ενάγουσα και διέταξε την διόρθωση της πρώτης εγγραφής, απορρίπτοντας ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς του εναγόμενου - εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, ..., ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις". Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε: 1) Ότι στο επίδικο αγροτεμάχιο, εμβαδού 253 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., εκτός σχεδίου πόλης, εντός ζώνης οικιστικού ελέγχου (π.δ. 28-09-1933 ΦΕΚ 1332Δ/1993) περιήλθε, με το με αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβ/φου Πειραιώς Ε. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω γονικής παροχής, η επικαρπία στην πρώτη αναιρεσίβλητη, παρακρατώντας την ψιλή κυριότητα η δεύτερη αναιρεσίβλητη, και ότι ασκούσαν οι αναιρεσίβλητες τις αναφερόμενες πράξεις νομής διανοία κυρίου. Ότι στη δεύτερη αναιρεσίβλητη η κυριότητα είχε περιέλθει με το με το με αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Π. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω πώλησης, από την Ισμήνη συζ. Α. Α., στην οποία είχε περιέλθει ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, εμβαδού 46.833 τ.μ., με το με αριθμ. ... συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω πώλησης από την Μ. χήρα Ν. Μ., που νεμόταν το επίδικο με εμφανείς πράξεις νομής διανοία κυρίου, στην οποία είχε περιέλθει, ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης εμβαδού 181.088 τ.μ., με τη με αριθμ. ... πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβ/φου Αθηνών Β. Β., που μεταγράφηκε νόμιμα, ως εκ διαθήκης κληρονόμου του αποβιώσαντος, την 31-3-1952, συζύγου της Ν. Μ. του Γ., η οποία ασκούσε τις αναφερόμενες εμφανείς πράξεις νομής διανοία κυρίου, στην κυριότητα του κληρονομουμένου είχε περιέλθει με το ... συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Ι., που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω διανομής μετά των (συγ)κυρίων Α. Μ. του Γ., Ν. Μ. του Γ. και Ι. Β. του Δ., ως τμήμα μείζονος έκτασης, συνολικής επιφάνειας 720.000 τ.μ., κατά ποσοστό 2/5, 2/5 και 1/5, αντίστοιχα, στους οποίους η κυριότητα είχε περιέλθει με το με αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Κ. Ι., που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω πώλησης από τον Ι. Λ. του Α., στον οποίο η κυριότητα είχε περιέλθει ως τμήμα μείζονος έκτασης 769.000 τ.μ.: α) εν μέρει με το με αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Α. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα και των λοιπών παραπάνω συμβολαιογραφικών πράξεων που αναφέρονται παραπάνω, που μεταγράφηκαν νόμιμα, για τα περισσότερα από τα οποία δεν καταγράφεται ημεροχρονολογία κατάρτισης, και αυτά που καταγράφουν έλαβαν χώρα το έτος 1922, 1923, 1924, 1925, και β) εν μέρει λόγω ανάμιξης αυτού και της αδελφής του Σ. Χ., στην κληρονομία του αποβιώσαντος, τον Δεκέμβριο του έτους 1913, πάππου τους Α. Π., και της μεταξύ τους διανομής της κληρονομιαίας περιουσίας, με το με αριθμ. ... συμβόλαιο διανομής του συμβ/φου Αθηνών Α. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ενώ στον απώτατο δικαιοπάροχο των αναιρεσίβλητων, Α. Π., είχε περιέλθει, βα) εν μέρει, λόγω πώλησης, με τα με αριθμ. ... συμβόλαια του συμβ/φου Αθηνών Α.. Γ., των ... συμβολαίων αγοραπωλησίας του συμβ/φου Αθηνών Παν. Π., του ….κλπ, που μεταγράφηκαν νόμιμα, και ββ) εν μέρει λόγω διανομής δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβ/φου Αθηνών Η. Γ., σε συνδυασμό με το ... συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Π. Π. και το …συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Γρ. Μπουρνιά, που μεταγράφηκαν νόμιμα, και ασκούσαν αντίστοιχα μέχρι την 23-2-1946 διανοία κυρίου τις αναφερόμενες πράξεις νομής, και πριν την 23-2-1946 τις αναφερόμενες πράξεις νομής, με εύλογη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσέβαλαν δικαίωμα κυριότητας άλλου και ιδίως του Δημοσίου. 2) Ότι η επίδικη έκταση κατά τον κρίσιμο χρόνο έναρξης ισχύος των άρθρ. 1 του Β.Δ. της 3/15.12.1833, 1 και 3 του β.δ/τος της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" δεν ήταν δημόσια περιουσία ή δάσος, 3) Ότι το επίδικο γεωτεμάχιο δεν ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο ή σε Τούρκους υπηκόους, που εγκατέλειψαν την επικράτεια κατά την επανάσταση και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, ούτε επανέκαμψαν στην Ελλάδα, ούτε δημεύτηκε από το Ελληνικό Δημόσιο ούτε ήταν ή λιβάδι ή αδέσποτο. 4) Ότι το επίδικο, που εντοπίζεται με αριθμό 1, ως τμήμα του τετραγώνου, έκτασης 1.286,25 τ.μ., με στοιχείο "Μ", τα έτη 1939, 1945, 1960, 1971, 1988, ήταν χέρσα αγροτική έκταση και ανάπτυξη, χωρίς δένδρα ή άλλους είδους βλάστηση, που να καθιστά δυνατή την παραγωγή δασικών προϊόντων, κατόπιν δασικής εκμετάλλευσης, ούτε αυτό περιβάλλεται, ούτε γειτνιάζει με δάσος ή δασική έκταση, και ότι εντός του ευρύτερου "Μ" τετραγώνου, στο οποίο ανήκει παρατηρείται αραιά φρυγανώδη βλάστηση και δασική βλάστηση με δένδρα πεύκης σε μικρή επιφάνεια, μεταξύ των ακινήτων 4, 6, και 7 σε ποσοστό μικρότερο του 15%, και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έχουσα ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές), η οποία μπορεί να συμβάλλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει τη διαβίωση του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος, δεν μπορεί δε να θεωρηθεί ως δασική ούτε με τις προϊσχύουσες διατάξεις, αλλά ούτε με εκείνες του ν. 998/1979, όπως τροποποιήθηκε από το ν. 3208/2003. 5) Ότι οι αναιρεσίβλητες απέκτησαν την κυριότητα της επίδικης έκτασης και με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, με τις αναφερόμενες πράξεις τακτικής εποπτείας, με οριοθέτηση, επίβλεψη και διατήρηση των ορίων του σαφή και ορισμένα, προσμετρώντας και τη νομή διανοία κυρίου επί του επιδίκου των αντίστοιχων δικαιοπαρόχων, άμεσων, απώτερων και απώτατων, και, ειδικότερα, της Ι. Α., στο επίδικο, της απώτερης δικαιοπαρόχου ..., ως τμήμα μείζονος έκτασης 181.088, του αποβιώσαντος το έτος 1952 Ν. Μ., και με καλή πίστη πριν την από 23-2-1946 εισαγωγή του Α.Κ. και μετά την, κατά την 13-12-1933, διανομή, και προγενέστερα και με την καλόπιστη νομή των απώτερων δικαιοπορόχων τους, Ν. Μ., Α. Μ. και Ι. Β. από το έτος 1928, επί μείζονος έκτασης 720.000 τ.μ. και του απώτερου δικαιοπαρόχου αυτών Ι. Λ., κυρίου μείζονος έκτασης 769.000 τ.μ., 1) των μη κατονομαζόμενων δικαιοπαρόχων του τελευταίου από τους οποίους απέκτησε μέρος της μείζονος έκτασης, με τα παραπάνω συμβόλαια, 2) του Ι. Λ., Σ. Χ., και του απώτατου δικαιοπάροχό τους, Α. Π. και των μη κατανομαζόμενων δικαιοπαρόχων του Α. Π., από τους οποίους απέκτησε μέρος της μείζονος έκτασης με συμβόλαια, τα οποία ανάγονται στα έτη, 1877, 1878, 1881, 1886, 1885, 1903, 1892, 1905, και μέρος με συμβόλαιο διανομής του έτους 1888, σε συνδυασμό με εκείνα των ετών 1892, 1884, που μεταγράφηκαν νόμιμα, με καλόπιστη κτήση της ευρύτερης περιοχής, με τις πράξεις της καλλιέργειας, επόπτευσης και της οριοθέτησης, που διενήργησαν, με βάση τους παραπάνω τίτλους τουλάχιστον τριάντα έτη προ του έτους 1915 και την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν τα δικαιώματα άλλου και ιδίως του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, μέχρι την 23-2-1946, και στη συνέχεια με διάνοια νομής κυρίου, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στο ευρύτερο ακίνητο και στο επίδικο τις αναφερόμενες πράξεις νομής, όπως και οι αναιρεσίβλητοι, χωρίς να ενοχληθούν από τρίτο ούτε από το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ουδέποτε άσκησε διακατοχικές πράξεις επ' αυτού. Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία αρκεσθέν σε λιγότερα στοιχεία, Α) τις διατάξεις του οθωμανικού νόμου "περί γαιών", 1 του Β.Δ. της 3/15.12.1833, 1 και 3 του ΒΔ της 17/29.11.1836, 1 του Ν. ΑΞΝ/1888 "Περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", που αναφέρονται στην κτήση κυριότητας, με πρωτότυπο τρόπο, του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου, ενόψει του ισχυρισμού και ταυτόσημου λόγου έφεσής του ότι η μείζονα εδαφική έκταση, τμήμα της οποίας είναι το επίδικο γεωτεμάχιο, είναι δημόσια γαία περιελθούσα σ' αυτό από το Οθωμανικό Κράτος ως δάσος, Β) τις διατάξεις του ΒΡΔ για την κτήση κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, έως τις 11/09/1915 από τους απώτατους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειόντων και τις Γ) διατάξεις των άρθρων 1033, 1045 Α.Κ.. Ειδικότερα, αν και κατά τις παραδοχές το επίδικο γεωτεμάχιο, έκτασης 253 τ.μ., αποτελεί τμήμα διαδοχικά (προς τα πίσω) μείζονος έκτασης 46.833 τ.μ., 181.088 τ.μ., 720.000 τ.μ. και 769.000 τ.μ., οι αναφερόμενοι νόμιμοι τίτλοι νομής (κληρονομίας, ειδικής διαδοχής), της δεκτής γενόμενης, με την προσβαλλόμενη απόφαση, προσμέτρησης καλόπιστης νομής των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων του Ι. Λ. και Α. Π. τριάντα έτη πριν την 11-9-2015, με τους οποίους αυτοί απέκτησαν μέρη της μείζονος δημόσιας έκτασης δάσους, δεν εξικνούνται όλοι τριάντα έτη πριν από την 11-9-1915. Παράλληλα, το Εφετείο παραβίασε, εκ πλαγίου, τις ίδιες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, 1) αν και διαλαμβάνεται ότι η επίδικη έκταση των 263 τμ εμπεριέχεται στη μείζονα έκταση διαδοχικά, όπως ανωτέρω, δεν προσδιορίζεται η επακριβής θέση αυτού, μέσα στη μείζονα έκταση, ούτε οι τίτλοι νομής (κληρονομίας, ειδικής διαδοχής, είδος ειδικής διαδοχής) που αντιστοιχούν στην έκταση αυτή, 2) αν και διαλαμβάνονται ως τίτλοι κτήσης νομής από τον Ι. Λ. (1087, 720, 604, 603, 605, 606, 1879, 1878, 717, 718) δεν διαλαμβάνονται οι ημεροχρονολογίες κατάρτισης αυτών, 3) αν και η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η επίδικη έκταση των 253 τ.μ. κατά τον κρίσιμο χρόνο ισχύος της 3/15.12.1833 και 1 και 3 του ΒΔ της 17/29.11.1836 και της σύστασης του κράτους δεν ήταν δημόσια περιουσία ή δάσος και ότι επ' αυτής ασκούσαν, πλην άλλων, πράξεις καλλιέργειας, δεν διαλαμβάνεται η σύσταση και η μορφή του εδάφους, το είδος της καλλιέργειας, ούτε η σύσταση, η μορφή του εδάφους του τετραγώνου "Μ" έκτασης 1.286,25 τ.μ. ούτε της γειτνιάζουσας το τετράγωνο περιοχής, ούτε της ευρύτερης περιοχής, 4) αν και διαλαμβάνεται ότι το επίδικο δεν περιβάλλεται, ούτε γειτνιάζει με δάσος ή δασική έκταση, παράλληλα διαλαμβάνεται ότι σε τμήμα του ανωτέρω τετραγώνου "Μ", παρατηρείται αραιά φρυγανώδης βλάστηση και δασική βλάστηση με δένδρα πεύκης σε μικρή επιφάνεια, μεταξύ των ακινήτων 4, 6 και 7 σε ποσοστό μικρότερο του 15%, που δεν μπορεί να προσδώσει στον όμορο επίδικο αγρό το χαρακτήρα δάσους ή δασικής έκτασης, ενώ δεν διαλαμβάνεται η απόσταση της ανωτέρω δασικής βλάστησης από την επίδικη έκταση, ούτε αν το τετράγωνο "Μ" γειτνιάζει ή μη, περιβάλλεται ή μη, αποτελεί ή μη μέρος ευρύτερου (ενιαίας ή διακοπτόμενης με ασκεπή σημεία) δάσους και η απόσταση από το τετράγωνο Μ και την επίδικη έκταση, 5) αν και διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ύπαρξη απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων του Ι. Λ. και Α. Π., των οποίων προσμετρήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η καλόπιστη νομή δεν προσδιορίζονται ονομαστικώς όλοι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του Ι. Λ., δεν προσδιορίζονται ονομαστικώς οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της Σ. Χ. και .. με τους αντίστοιχους τίτλους κληρονομίας ή ειδικής διαδοχής, στους οποίους να αντιστοιχεί η επίδικη έκταση, τριάντα έτη πριν την 11-09-2015, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή μη εφαρμογή των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, οι από τους αρ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος, και τρίτος λόγοι αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατ` άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο κατέθεσε προτάσεις κατά παραδοχή του αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσιβλήτους, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την με αριθμό 6640/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, τη 19η Απριλίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ