Αριθμός 298/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γεωργία Καπόρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/7/2019 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκε η 49/2021 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 3/6/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ100/2019, ΑΠ764/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον υπ'αριθ. 9359β/29-9-2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Π. προκύπτει, ότι η αναιρεσίβλητη κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στην παρούσα συζήτηση, από το επισπεύδον αυτήν αναιρεσείον. Όμως η αναιρεσίβλητη δεν παρέστη κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των μικροδιαφορών υπ'αριθμό 49/2021 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, η οποία δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4, 559 αριθ. 4, 560 αριθ. 3 και 580 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε για υπόθεση, η οποία δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΟλΑΠ293/1981). Περαιτέρω, το άρθρο 24 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 3, ότι, στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Σε εφαρμογή των παραπάνω συνταγματικών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του Ν 1406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, υπάγονται, από 11-6-1985, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ, οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, προκειμένου για έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ως προς την οποία έχει καθιερωθεί, από το νόμο, δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων αποκλείουσα την ανάμειξη των πολιτικών δικαστηρίων, δεν είναι δυνατή η έγερση ενώπιον των τελευταίων αγωγής. Αυτό ισχύει για όλες τις αξιώσεις που πηγάζουν από την έννομη σχέση, ακόμη και για την αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, όταν η υποκείμενη σχέση, η οποία προκάλεσε τον πλουτισμό είναι δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/1993, Ολ ΑΠ 138/1996). Αντίθετα, υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν υπάρχει σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 10/1993), έστω και ως βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΕΔ 2/1993, ΟλΑΠ 5/1995). Με το άρθρο 1 παρ. 2 του ιδίου νόμου (1406/1983) υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, πλην άλλων, και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων, δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπομένη από τη σύμβαση αυτή αξίωση. Είναι δε η σύμβαση διοικητική, αν, αθροιστικώς, α) ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., β) με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό και γ) το Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., είτε με βάση το κανονιστικό καθεστώς που διέπει τη σύμβαση, είτε με βάση ρήτρες που προβλέπονται κανονιστικά και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάριν του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον, με βάση τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (ΑΠ 408/2010). Συμβάσεις, οι οποίες δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 19/2010, ΑΕΔ 28/2011, ΑΕΔ 3/1999, ΟλΑΠ 7/2001, 8/2000, ΑΠ 901/11, 1378/11). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 248/2021, ΑΠ 403/2020, ΑΠ 1187/2019, ΑΠ 1626/2018, ΑΠ 656/2018, ΑΠ 201/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται, για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, από το αναιρεσείον η από το άρθρο 560 αριθ. 3 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί υποθέσεως μη υπαγομένης στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ενόψει του χαρακτήρα της επίδικης διαφοράς ως διοικητικής, καθόσον αυτή συγκεντρώνει και τα τρία, αναγκαία για τον χαρακτηρισμό της ως διοικητικής, χαρακτηριστικά και ειδικότερα ενόψει του ότι α) ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι ΝΠΔΔ, β) το αντικείμενο της καταρτισθείσης συμβάσεως εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό, που συνίσταται στην εύρυθμη λειτουργία της Μονάδας Υγείας Δραπετσώνας και γ) η ένδικη σύμβαση περιέχει ρήτρες (όρους) που δημιουργούν υπέρ του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς, προσδίδουσες υπερέχουσα θέση στο εν λόγω ΝΠΔΔ έναντι της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης). Ο αναιρετικός αυτός λόγος, ο οποίος προτείνεται το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, παρεκτός του ότι είναι απαράδεκτος διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, το αναιρεσείον δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ότι τα προς θεμελίωση αυτού επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά είχαν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε από την παραδεκτή επισκόπηση των κατατεθεισών ενώπιον αυτού (δικαστηρίου της ουσίας) προτάσεών του προκύπτει η προβολή των επικαλούμενων ως άνω πραγματικών περιστατικών από το αναιρεσείον, το οποίο περιορίστηκε μόνο στην προβολή ενστάσεως ελλείψεως της παθητικής νομιμοποιήσεώς του, είναι και αβάσιμος, διότι από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η μεταξύ των διαδίκων ένδικη σύμβαση δεν εξυπηρετούσε δημόσιο σκοπό, διότι οι προσφερόμενες από την αναιρεσίβλητη υπηρεσίες δεν ήταν υγειονομικού χαρακτήρα, αλλά υπηρεσίες καθαριότητας στη Μονάδα Υγείας του αναιρεσείοντος στην Δραπετσώνα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται ελλείψει σχετικού αιτήματος της απούσης αναιρεσίβλητης. Τέλος, δεν γίνεται λόγος περί του κατ'άρθρο 495 αριθ.3 ΚΠολΔ παραβόλου, διότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ απαλλάσσεται από την καταβολή του, κατ' άρθρο 28 παρ.4 εδ.β' του Ν 2579/1998. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3-6-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 49/2021 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πειραιώς. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ