Αριθμός 1083/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ" (Ε.Τ.Α.Α.), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελευθερία Χριστοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Δ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Παυλάτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1464/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1800/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 30-3-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 30.3.2021 και με αριθμό κατάθεσης 1481/144/2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 1800/1.4.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 25.6.2014 και με αριθμό κατάθεσης 4184/2014 έφεσης του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ)", που ενήργησε ως καθολικός διάδοχος του εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Ε.Τ.Α.Α)". Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την ανωτέρω έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 1464/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε εκδοθεί επίσης αντιμωλία των διαδίκων με την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 23.4.2012 και με γενικό αριθμό κατάθεσης …/2012 αγωγή του ενάγοντος - εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου και είχε: α) αναγνωρισθεί ότι: 1) ο ενάγων -αναιρεσίβλητος συνδέεται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον νπδδ, (που υπεισήλθε στη θέση του αρχικώς εναγομένου ν.π.δ.δ με την επωνυμία "Ε.Τ.Α.Α."), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και 2) η εκ μέρους του εναγομένου - αναιρεσείοντος από 8.2.2012 καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου είναι άκυρη και β) είχε υποχρεωθεί το εναγόμενο - αναιρεσείον να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου υπό καθεστώς σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικου δικαίου αορίστου χρόνου, καταβάλλοντάς του τις νόμιμες μηνιαίες αποδοχές, που αντιστοιχούν στην υπηρεσιακή του ένταξη, με την απειλή χρηματικής ποινής ύψους 100 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής του να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 31.3.2021 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει επίδοση με επιμέλεια οποιουδήποτε από τους διαδίκους, δημοσιεύθηκε την 1.4.2019 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές (ΑΠ 57/2018). Η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διακρίνεται της σύμβασης έργου (άρθρο 681 επ. του ΑΚ), καθότι στην τελευταία οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη περάτωση της μεταξύ αυτών συμβατικής σχέσης (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 2202/2014, ΑΠ 313/2013). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 107/2017). Ο δε χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 18/2006 και ΟλΑΠ 19/2007, η δεύτερη καθόσον αφορά μόνο το μέχρι την 17.4.2001 χρονικό διάστημα και όχι το μεταγενέστερο που άρχισαν να ισχύουν οι προστεθείσες παράγραφοι 7 και 8 του Συντάγματος). Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/ 1937), "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ. 1 εδ. α) και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου" (παρ. 3). Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 107/2017). Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζονται τα εξής: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2 εδ. α, β και γ). Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10ε ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ. και πειθαρχικά. Εξάλλου στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έγινε με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής. Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος (ΑΠ 107/2017, ΑΠ 57/2018). Περαιτέρω στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη-μέλη παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα. Στη ρήτρα 5 της πιο πάνω οδηγίας ορίζεται ότι τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα προεδρικά διατάγματα 81/2003 και 164/2004, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα) και το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα. Το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού προεδρικού διατάγματος ορίζει τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3... 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου προεδρικού διατάγματος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Όμως, ενόψει του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή. Έτσι με το άρθρο 11 παρ. 1 περ. α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 του πιο πάνω προεδρικού διατάγματος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση" (παρ. 1 περ. α). "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών. Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία" (παρ. 2 εδ. α και β). "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" (παρ. 3). "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδ. α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" (παρ. 5). Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, βάσει των πιο πάνω διατάξεων ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Συνεπώς στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (Ολ. Α.Π. 19 και 20/2007, ΑΠ 107/2017). Αντίθετα η τελευταία αυτή διάταξη μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος. Τούτο διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (Ολ. Α.Π. 7/2011 και 8/2011, ΑΠ 107/2017, ΑΠ 57/2018). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 1800/2019 απόφασή του, μετά την εκτίμηση των με επίκληση προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος προσελήφθη από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Πρόνοιας Δικηγόρων Αθηνών - ΝΠΔΔ", δυνάμει της με αρ. 43/23-10-1995 απόφασης του ΔΣ του νομικού αυτού προσώπου, προκειμένου να απασχοληθεί με την ειδικότητα του ελεγκτή οδοντιάτρου, αρχής γενομένης στις 30-10-1995, έκτοτε δυνάμει αλλεπάλληλων ετήσιας διάρκειας συμβάσεων έργου παρείχε τις υπηρεσίες του στον ως άνω εργοδότη του μέχρι τις 30-4-2008. Εν συνεχεία όπως προκύπτει από την με αρ. πρωτ. 78068/6-7-2012 βεβαίωση του " Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων", που είναι καθολικός διάδοχος του ανωτέρω Ταμείου Πρόνοιας Δικηγόρων Αθηνών κατά τις διατάξεις του Ν.3655/2008, αποφασίστηκε η συνεργασία του Ταμείου με τον ενάγοντα οδοντίατρο, υπό το ίδιο καθεστώς συνεργασίας και ωράριό του μετά των λοιπών μονίμων και επί συμβάσει γιατρών του, με συνεχώς ανανεούμενες (διαδοχικές) συμβάσεις έργου, υπογράφοντας την από 1-5-2008 ετήσιας επίσης διάρκειας σύμβαση έργου, ακολούθως την από 1-8-2009 και την από 9-2-2011, σύμβαση έργου ετήσιας διάρκειας μέχρι τις 8-2-2012. Ο ενάγων συνέχισε να απασχολείται από το εναγόμενο και μετά τη λήξη των ανωτέρω συμβάσεων εργασίας δυνάμει της από 27-3-2012 προσωρινής διαταγής διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία το εναγόμενο υποχρεώθηκε να αποδέχεται προσωρινά τις υπηρεσίες του. Βάσει των προεκτεθέντων είναι προφανές ότι ο εφεσίβλητος κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εκκαλούντος και όχι παροδικές και πρόσκαιρες, γεγονός που υποδηλώνεται από την εξ' αρχής πρόσληψή του με ανανεούμενες συνεχείς ετήσιες συμβάσεις εργασίας από 30-10-1995 και επί σειρά συναπτών ετών μέχρι τις 8-2-2012 ( σχεδόν 17 έτη). Άλλωστε και το εκκαλούν νομικό πρόσωπο συνομολογεί το γεγονός της κάλυψης εκ μέρους του εφεσιβλήτου πάγιων και διαρκών αναγκών , αλλά και το χαρακτηρισμό της σύμβασης εργασίας του ως εξαρτημένης, αφού πράγματι ο ίδιος κατά τη διάρκεια της παροχής της εργασίας του ασκούσε τα καθήκοντά του υπό τις υπηρεσιακές οδηγίες του προϊσταμένου του, με το ίδιο ωράριο και τις ίδιες συνθήκες, όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοί του εκκαλούντος. Συνεπώς, η συνεχής διαδοχική ανανέωση για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα των παραπάνω συμβάσεων εργασίας της εφεσίβλητης (ενν. του εφεσίβλητου) που χαρακτηρίσθηκαν υπό του εκκαλούντος ως συμβάσεις έργου (ετήσιας διάρκειας όλων), δεν δικαιολογείται από τη φύση αυτών , ούτε αποδείχθηκε ότι υπαγορευόνταν από συγκεκριμένο δικαιολογητικό λόγο, αναγόμενο στις ιδιαίτερες συνθήκες του εκκαλούντος, αλλά αντίθετα, έγινε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του Ν.2112/1920. [...]. Συνεπώς, αφού κρίθηκε ότι ο καθορισμός της διάρκειας των ως άνω αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (έργου) του εφεσιβλήτου δεν δικαιολογούταν από τη φύση, το είδος ή το σκοπό της εργασίας του, ούτε υπαγορεύτηκε από ειδικό λόγο, αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας του εκκαλούντος ΝΠΔΔ, αλλά τέθηκε με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων αορίστου χρόνου (άρθρα 1,2,3 Ν.2112/1920 ή 1,3,5 του ΒΔ της 16/18-7-1920), [...] κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας των εν λόγω συμβάσεων και θεωρείται ότι καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου.[...]. Υπό τα δεδομένα αυτά και οι μεταγενέστερες συμβάσεις εργασίας (έργου) που συνέχισε να συνάπτει το εκκαλούν με τον εφεσίβλητο και μετά την έναρξη ισχύος των [...] παραγράφων 7 και 8 (ενν. του άρθρου 103) του αναθεωρημένου Συντάγματος, χαρακτηρίζοντας αυτές ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (έργου ), παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος (ενν. ο ενάγων - εφεσίβλητος) εξακολουθούσε να καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες τούτου (ενν. του εναγόμενου - εκκαλούντος) στο ίδιο τομέα εργασίας, δεν προσκρούουν ούτε στις συνταγματικές αυτές διατάξεις, ούτε στις προαναφερόμενες διατάξεις της κοινοτικής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ. [...]. Κατόπιν των ανωτέρω οι διαδοχικές συμβάσεις "έργου" ορισμένου χρόνου του ενάγοντα με το εναγόμενο ΝΠΔΔ, που καταρτίσθηκαν από 30.10.1995 και εντεύθεν, δηλαδή πριν την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (έναρξη ισχύος 10.7.2001) και των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (έναρξη ισχύος 18.4.2001) και του π.δ. 164/2004 (έναρξη ισχύος 19-7-2004) και είχαν προσλάβει ήδη πριν την έναρξη ισχύος των Συνταγματικών και άλλων διατάξεων το χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της συνάψεως τέτοιων συμβάσεων (αορίστου χρόνου), τον οποίον και διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων ως ενιαία πλέον σύμβαση αορίστου χρόνου, ενόψει των παραδοχών ότι ο ενάγων προσλήφθηκε με σύμβαση "έργου" ορισμένου χρόνου, η οποία ανανεώθηκε διαδοχικά μέχρι 8.2.2012 και καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και η οποία δεν έληξε αυτοδικαίως στις 8.2.2012 (ημερομηνία λήξης της τελευταίας σύμβασης), αλλά εξακολουθεί να υφίσταται και μετά την εν λόγω ημερομηνία [...]. Περαιτέρω, η από 8.2.2012 καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη, [...], καθόσον δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις του νόμου περί της καταγγελίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (τήρηση έγγραφου τύπου και καταβολή αποζημίωσης) [...]" Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά τις πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ένδικη, από 23.4.2012, αγωγή του ενάγοντος -εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου και είχε αναγνωρισθεί ότι αυτός συνδέεται με το εναγόμενο - εκκαλούν - αναιρεσείον με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με ημερομηνία πρόσληψης την 30.10.1995 και ότι η εκ μέρους του εναγόμενου καταγγελία στις 8-2-2012 της επιδίκου σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ήταν άκυρη, είχε δε υποχρεωθεί το εναγόμενο - αναιρεσείον να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου υπό καθεστώς σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, με απειλή σε βάρος του εναγομένου χρηματικής ποινής ύψους 100 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών του (ενάγοντος), ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης. Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά τα οποία το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠοΛΔ) δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, ότι, δηλαδή, ο αναιρεσίβλητος συνδέεται με το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθότι μετά την αρχική σύμβαση, που είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτού και του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Προνοίας Δικηγόρων Αθηνών" στις 30.10.1995, δηλαδή πριν την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος και του π.δ. 164/2004, και χαρακτηρίστηκε ως σύμβαση έργου, μέχρι και τις 8.2.2012 επακολούθησαν αλλεπάλληλες, διαδοχικές ετήσιας διάρκειας συμβάσεις, που επίσης χαρακτηρίστηκαν συμβάσεις έργου, ότι κατά τη συνολική δεκαεπταετή σχεδόν διάρκεια των συμβάσεων αυτών, (που ήσαν ενεργές κατά το χρόνο έναρξης ισχύος της ως άνω Οδηγίας, των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος και του π.δ. 164/2004, καθώς και μετά ταύτα), ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε με την ειδικότητα του ελεγκτή οδοντιάτρου υπό τις υπηρεσιακές οδηγίες του προϊσταμένου του, με ωράριο και συνθήκες εργασίας ίδιες με αυτές των μόνιμων και των με σύμβαση εργασίας απασχολούμενων γιατρών κατά τα χρονικά διαστήματα: α) από τις 30.10.1995 μέχρι και τις 30.4.2008 στο ως άνω ΝΠΔΔ "Ταμείο Πρόνοιας Δικηγόρων Αθηνών" και β) από την 1.5.2008 μέχρι τις 8.2.2012 στο νπδδ με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων -ΕΤΑΑ", το οποίο διαδέχθηκε το νπδδ "Ταμείο Πρόνοιας Δικηγόρων Αθηνών" και του οποίου, τελικά, καθολικός διάδοχος είναι το αναιρεσείον νπδδ "ΕΟΠΥΥ" καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς (και όχι παροδικές και πρόσκαιρες) ανάγκες των ως άνω νπδδ, ότι η διαδοχική και εξακολουθηματική ανανέωση για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα των ενδίκων ετήσιων συμβάσεων, που χαρακτηρίσθηκαν από το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον ως συμβάσεις έργου, δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, ούτε υπαγορεύονται από συγκεκριμένο δικαιολογητικό λόγο αναγόμενο στις ιδιαίτερες συνθήκες του ν.π.δ.δ., αλλά έγιναν προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του εφεσίβλητου -αναιρεσίβλητου, καθώς και ότι αυτές αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 649, 669, 672, 681 ΑΚ, 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, η οποία σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, είναι εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση που η μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση είχε αρχίσει ήδη από 30.10.1995 και ήταν ενεργής μέχρι και 8.2.2012 και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και, 5 και 11 του π.δ. 164/2004. Κατά συνέπεια είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι αυτή εσφαλμένα υπήγαγε τα περιστατικά της υπόθεσης που δέχθηκε ως αληθή, στις διατάξεις των άρθρων 648 παρ. 1 ΑΚ, 6 του Ν. 765/1943 και του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, αποκλείοντας την εφαρμογή του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και των άρθρων 5 και 11 του π.δ. 164/2004. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 319/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με το δεύτερο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και ειδικότερα δεν έχει αιτιολογίες, άλλως έχει ανεπαρκείς ή μη νόμιμες αιτιολογίες, επικαλούμενο ότι δεν προκύπτουν επαρκώς τα περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Εφετείου περί της ύπαρξης μεταξύ των διαδίκων διαδοχικών συμβάσεων, της απασχόλησης του αναιρεσίβλητου υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας και κάλυψης εκ μέρους του παγίων και διαρκών αναγκών της "υπηρεσίας" ήδη πριν από τη θέση σε ισχύ της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος και των άρθρων 5 και 11 του π.δ. 164/2004 και της διατήρησης των ως άνω περιστάσεων και μετά την ισχύ των τελευταίων διατάξεων. Πλην, όμως, το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις ήδη παρατεθείσες παραδοχές του, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τη χρονική διάρκεια της απασχόλησης του αναιρεσίβλητου στην υπηρεσία των δικαιοπαρόχων του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ)", αφού παρατίθεται σε αυτή, μεταξύ άλλων, κατά τα προαναφερθέντα, ότι ο ενάγων - εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσίβλητος καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από τις 30.10.1995 μέχρι τις 8.2.2012 απασχολείτο με την ειδικότητα του ελεγκτή οδοντιάτρου, ότι κατά τη διάρκεια της παροχής της εργασίας του ασκούσε τα καθήκοντά του υπό τις υπηρεσιακές οδηγίες του προϊσταμένου του, ότι τηρούσε το ίδιο ωράριο και εργαζόταν με τις ίδιες συνθήκες, όπως οι μόνιμοι και οι με σύμβαση εργασίας γιατροί του αντίστοιχου ν.π.δ.δ., ήτοι απασχολείτο με συγκεκριμένο χρόνο και με συγκεκριμένο τρόπο και υπό τον έλεγχο του εκπροσώπου των δικαιοπαρόχων του αναιρεσείοντος, και ότι η εργασία του δεν διέφερε από αυτή των μονίμων ιατρών και των ιατρών που απασχολούντο την ίδια χρονική περίοδο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, ότι μετά τη λήξη της αρχικής από 30.10.1995 σύμβασης και επί δεκαεπτά συναπτά έτη καταρτίζονταν, διαδοχικές ετήσιας διάρκειας συμβάσεις μέχρι και τις 30.4.2008 με το ν.π.δ.δ με την επωνυμία "Ταμείο Προνοίας Δικηγόρων Αθηνών" και από την 1.5.2008 μέχρι και τις 8.2.2012 (που έληξε η τελευταία σύμβαση) με το καθολικό διάδοχο αυτού ν.π.δ.δ. "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Ασφαλισμένων - ΕΤΑΑ", (καθολικός διάδοχος του οποίου, όπως ήδη αναφέρθηκε, είναι το εναγόμενο - αναιρεσείον νπδδ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας -ΕΟΠΥΥ") έτσι δε κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου ν.π.δ.δ. Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης να διαλαμβάνεται συγκεκριμένα ότι η σύμβαση του αναιρεσίβλητου ήταν σε ισχύ ήδη πριν από τη θέση σε ισχύ της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος και των άρθρων 5 και 11 του π.δ. 164/2004 και ότι διατηρήθηκαν οι ως άνω περιγραφόμενες περιστάσεις των συνθηκών απασχόλησής του και μετά την ισχύ των τελευταίων διατάξεων, καθότι αυτό προκύπτει εναργώς από το σύνολο των παραδοχών της. Επομένως, ο δεύτερος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο προβλεπόμενος με τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διάταξης του άρθρου 341 ΚΠολΔ για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής απόφασης και την εφαρμογή του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ 15/2020, ΑΠ 104/2014, ΑΠ 273/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντα μάρτυρα απόδειξης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη με αριθμό 1464/2014 απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του οι διάδικοι, μεταξύ δε των εγγράφων αυτών ειδικότερα μνημονεύει τη με αριθμό πρωτ. 78068/6.7.2012 βεβαίωση του νπδδ "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων", σύμφωνα με την οποία αποφασίσθηκε η συνεργασία του Ταμείου με τον ενάγοντα - οδοντίατρο υπό το ίδιο καθεστώς συνεργασίας και ωράριο μετά των υπολοίπων μονίμων και επί συμβάσει γιατρών του. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε χωρίς απόδειξη τις ημεροχρονολογίες σύναψης των επίδικων συμβάσεων και το περιεχόμενό τους και καθώς και το γεγονός ότι στο πλαίσιο των συμβάσεων αυτών ο αναιρεσίβλητος κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της Υπηρεσίας του ν.π.δ.δ. στην οποία προσέφερε εξαρτημένη εργασία με την ειδικότητα του ελεγκτή οδοντιάτρου. Επομένως, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον τρίτο (και τελευταίο) από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η ένδικη, από 30.3.2021 και με αριθμό κατάθεσης 1481/144/2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 1800/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει να απορριφθεί. Το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων, ως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), καθότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ έχει όλα τα δικαστικά προνόμια του Δημοσίου και εκπροσωπήθηκε από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρ. 1 και 3 του άρθρου 30 του Ν 4038/2012 (ΦΕΚ Α 14) [ΑΠ 1298/2022]. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30.3.2021 και με αριθμό κατάθεσης 1481/144/2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 1800/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει το αναιρεσείον ΝΠΔΔ στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης .Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ