Αριθμός 1473/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Δημάδη), Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Νικόλαου Κωνσταντόπουλου), Δήμητρα Μπουρνάκα, Χρυσούλα Παρασκευά - Εισηγήτρια και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Μαΐου 2013 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ε. Α. του Χ., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Χίου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κακόγιαννο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 10077/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιανουαρίου 2013 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 210/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 17 κεφ. 13 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988) όπως ισχύει νυν, μετά τον Ν.4055/2012, σε όσα Εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός (15) τουλάχιστον δικαστών οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση (παρ. 1). Ο Πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το Εφετείο καταρτίζει πίνακα ο οποίος περιλαμβάνει κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα των νεότερων Προέδρων Εφετών και των αρχαιότερων Εφετών από τους οποίους κληρώνονται οι Πρόεδροι των Τριμελών Εφετείων (παρ. 3). Η μη τήρηση της διαδικασίας αυτής συνεπάγεται ακυρότητα που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης (παρ. 11). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι στη σύνθεση του δικάσαντος Δικαστηρίου συμμετείχε ως διευθύνουσα τη συζήτηση η Εφέτης Πηνελόπη Παρτσαλίδου-Κομνηνού με την ιδιότητα της Προεδρεύουσας Εφέτη χωρίς όμως να αναφέρεται ότι κωλυόταν ο Πρόεδρος Εφετών, ή κωλύονταν οι αρχαιότεροι αυτής Εφέτες με αποτέλεσμα η παράλειψη αυτή να δημιουργεί κακή σύνθεση του δικάσαντος Δικαστηρίου και κατά συνέπεια λόγο αναίρεσης εκ των άρθρων 510 §1 στοιχ. Α' και 171 §1 εδ. α' του ΚΠΔ. Όμως, εφόσον Πρόεδρος του άνω Εφετείου ορίσθηκε με κλήρωση (και όχι με πράξη του Δικαστή που διευθύνει το Εφετείο Αθηνών), δεδομένου ότι στο Εφετείο Αθηνών προβλέπεται οργανικός αριθμός μεγαλύτερος των (15) δικαστών, δεν υφίστατο υποχρέωση να αναγράφεται στην απόφαση ότι η συγκεκριμένη Εφέτης ορίσθηκε, επειδή κωλυόταν ο Πρόεδρος Εφετών και οι αρχαιότεροι αυτής Εφέτες. Επομένως ο σχετικός ως άνω λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως, του σκεπτικού της. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται η αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και απάτης κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 18 μηνών ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το δικάσαν Εφετείο μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατ' είδος τους, αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ανελέγκτως κατά λέξη τα εξής: "Σύμφωνα με την από 9-4-2009 γραφολογική έκθεση του Κ. Κ., ειδικού δικαστικού γραφολόγου οι υπογραφές στην υπ' αριθμ. .../26-9-2005 αίτηση-σύμβαση δανείου της Alpha Bank δεν έχουν χαραχθεί δια χειρός του Θ. Κ. και δεν είναι γνήσιες υπογραφές του. Αλλά και η υπογραφή στην από 29-9-2005 αίτηση για χορήγηση πιστωτικής κάρτας της Alpha Bank δεν φέρει τα χαρακτηριστικά της υπογραφής του ιδίου και δεν έχει χαραχθεί από αυτόν, αλλά από τρίτο άγνωστο πρόσωπο. Ο μηνυτής και μάρτυρας Θ. Κ. στο ακροατήριο κατέθεσε τον τρόπο με τον οποίο ο κατηγορούμενος του πήρε την ταυτότητα από την οποία είχε πρόσβαση στα στοιχεία του. Από το περιστατικό αυτό αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε τα στοιχεία του μηνυτή και προέβη στις ενέργειες λήψεως δανείου και χορήγησης πιστωτικής κάρτας από την Alpha Bank στο όνομά του (μηνυτού) προκειμένου να καρπωθεί το ποσό των 7.000 ως δάνειο και χρησιμοποιώντας την εκδοθείσα πιστωτική κάρτα να ωφεληθεί από τις αγορές πραγμάτων με αυτή αξίας 1.660,82 Ευρώ. Όμως, με αντίστοιχη ζημία του μηνυτή ο οποίος φέρεται να έχει χρέος στην άνω Τράπεζα τα παραπάνω ποσά. Επομένως, ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις που του αποδίδονται της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και της απάτης κατ' εξακολούθηση, εφόσον χρησιμοποιώντας ενώπιον των υπαλλήλων της Τράπεζας τα πλαστά έγγραφα παρέστησε σ' αυτούς ότι ο μηνυτής υπέγραψε στα έγγραφα και αιτήθηκε τα παραπάνω. Στα παραπάνω περιστατικά που αποδείχθηκαν η υπεράσπιση του κατηγορουμένου δεν αντέτεινε κάτι άλλο το οποίο να πείθει και να αποδεικνύεται από στοιχεία. Ο μάρτυρας υπεράσπισης του κατηγορουμένου και πατέρας του αναφέρθηκε στην επιχείρηση που λειτουργούσε ως μπαρ στην οποία οπωσδήποτε συμμετείχε ο κατηγορούμενος ακόμη και αν εργαζόταν παράλληλα με σύμβαση σε νοσοκομείο. Παραδέχθηκε τη σχέση του γιού του με το μηνυτή που δεν αντέκρουσε το γεγονός ότι η ταυτότητα του μηνυτή βρέθηκε στα χέρια του γιού του ο οποίος ενδιαφέρθηκε να συνοδεύσει αυτόν στην Αθήνα για να επισκεφθεί ιατρό λόγω του προβλήματος αλκοολισμού. Συνεπώς ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των παραπάνω πράξεων που κατηγορείται". Με βάση τις παραδοχές αυτές κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: Α) Στην Αθήνα, στους κάτωθι χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος κατήρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες στη συνέχεια δε έκανε χρήση των πλαστών εγγράφων και ειδικότερα: 1) στον παραπάνω τόπο, στις 26-9-2005 έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή και χωρίς την συναίνεση του νυν εγκαλούντος Θ. Κ., στην υπ' αρ. ... από 26-9-2005 αίτηση σύμβασης δανείου προς την τράπεζα ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ και 2) στον παραπάνω τόπο στις 29-9-2005 έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή και χωρίς την συναίνεση του νυν εγκαλούντος Θ. Κ., στην υπ. από 29-9-2005 αίτηση χορήγησης πιστωτικής κάρτας προς την τράπεζα ALΡΗΑ ΒΑΝΚ, με σκοπό να παραπλανήσει τους τρίτους ότι ο νυν εγκαλών Θ. Κ. είναι αντισυμβαλλόμενος με την τράπεζα ALΡΗΑ ΒΑΝΚ και ότι αναλαμβάνει τις απορρέουσες υποχρεώσεις από την ανωτέρω σύμβαση δανειοδότησης και την ανωτέρω σύμβαση παροχής -πιστωτικής κάρτας, τα ανωτέρω δε έγγραφα είναι πλαστά καθόσον έχει τεθεί σε αυτά κατ' απομίμηση υπογραφή του φερόμενου ως υπογράφαντος-αντισυμβαλλόμενου Θ. Κ. και χωρίς την συναίνεση αυτού. Στη συνέχεια δε έκανε χρήση των ανωτέρω πλαστών εγγράφων όταν τα προσεκόμισε στην τράπεζα. ALΡΗΑ ΒΑΝΚ τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005. Β) Κατηγορείται ως υπαίτιος του ότι στην Αθήνα, στους κάτωθι χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ενεργώντας με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και συγκεκριμένα: 1) στον παραπάνω τόπο , από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005 και εντεύθεν ψευδώς παρέστησε (και ενώ τελούσε σε γνώση της αναληθείας ) στους υπαλλήλους της τράπεζας ALPHA BANK, ότι ο παθών Θ. Κ. προέβη στην χρήση της πιστωτικής κάρτας ALPHA BANK VISA με αριθμό ... και συγκεκριμένα ότι προέβη σε αγορές αξίας 1.660,82 ευρώ. Με την παράσταση των παραπάνω ψευδών γεγονότων κατόρθωσε να δημιουργηθεί πλάνη στους υπαλλήλους της τράπεζας ALPHA BANK, ότι ο παθών προέβη στην ανωτέρω αγορά και εξ αιτίας της δημιουργηθείσας από τον κατηγορούμενο πλάνης, πιστώθηκε ως χρέος στον λογαριασμό του εγκαλούντος Θ. Κ. το ποσό των 1.660,82 ευρώ και υπέστη εξ αιτίας της ανωτέρα χρέωσης, περιουσιακή ζημία καθώς κατέστη οφειλέτης της τράπεζας ALPHA BANK για το ανωτέρω ποσό για συναλλαγή που δεν πραγματοποίησε ο ίδιος αλλά ο κατηγορούμενος και αντίστοιχα ο δράστης απεκόμισε παράνομο περιουσιακό όφελος 1.660,82 ευρώ. 2) στον παραπάνω τόπο, στις 26-9-2005 ψευδώς παρέστησε (και ενώ τελούσε σε γνώση της αναληθείας) στους υπαλλήλους της τράπεζας ALPHA BANK, ότι ο παθών Θ. Κ. προέβη στην αίτηση λήψης δανείου ποσού 7.000 ευρώ, με την χρήση του ανωτέρω υπό Α1 πλαστού εγγράφου. Με την παράσταση των παραπάνω ψευδών γεγονότων κατόρθωσε να δημιουργηθεί πλάνη στους υπαλλήλους της τράπεζας ALPHA BANK ότι ο παθών προέβη στην αίτηση χορήγησης δανείου και την λήψη του δανείου ύψους 7.000 ευρώ και εξ αιτίας της δημιουργηθείσας από τον κατηγορούμενο πλάνης, πιστώθηκε ως χρέος στον εγκαλούντα Θ. Κ. το ποσό των 7.000 ευρώ και υπέστη εξ αιτίας της ανωτέρω χρέωσης, περιουσιακή ζημία καθώς κατέστη οφειλέτης της τράπεζας ALPHA BANK για το ανωτέρω ποσό για δανειακή σύμβαση που δεν πραγματοποίησε ο ίδιος αλλά ο κατηγορούμενος και αντίστοιχα ο δράστης απεκόμισε παράνομο περιουσιακό όφελος 7.000 ευρώ, καθώς καρπώθηκε ο ίδιος το ανωτέρω δάνειο των 7.000 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και τα Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέσει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και της απάτης κατ' εξακολούθηση, για τα οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13 περ. γ', 14, 18, 26 §1α, 27 §1, 94 §1, 98, 216 §1 και 386 §1 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλ. ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, το δικάσαν Εφετείο με επαρκή αιτιολογία εξέθεσε τον τρόπο δράσης του αναιρεσείοντος στην τέλεση των παραπάνω πράξεων, για τον οποίο εδέχθη ότι κατείχε τα στοιχεία του μηνυτού τον σκοπό του κατηγορουμένου, το μεν προς παραπλάνηση των τραπεζικών υπαλλήλων, το δε προς επίτευξη περιουσιακού παρανόμου οφέλους του εντεύθεν και δεν υπάρχουν κενά ή ασάφειες ως προς τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επίσης επαρκώς αιτιολογείται η πρόκληση ζημίας του μηνυτού από την παραπάνω εγκληματική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και το αντίστοιχο περιουσιακό όφελος του κατηγορουμένου και η σχετική περί του αντιθέτου αιτίαση είναι αβάσιμη. Επομένως, ο από το άρθρο 510 §1 Κ.Ποιν.Δ. δεύτερος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρ. 583 §1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29-1-2013 επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αίτηση-δήλωση του Ε. Α. του Χ., για αναίρεση της 10.077/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Νοεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ