Απόφαση 134 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 134/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «... ΕΙΔΙΚΑ ΚΑΛΩΔΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Τιμολέοντα Φουντεδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Χ. του Θ., κατοίκου ..., συνδίκου της πτώχευσης της εταιρείας με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ - ΕΜΠΟΡΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ». Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Κώνστα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τη με αριθμό κατάθεσης 116684/19597/2017 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9525/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 534/2020 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας Απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-7-2020 αίτησή της και τους από 5-5-2022 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, υπ' αριθμ. 534/2020 τελεσίδικη Απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 9525/2018 Απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η εκ του άρθρου 92 Ν. 3588/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας) από 4/12/2017 ανακοπή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ. Πολ. Δ.). Παραδεκτά επίσης ασκήθηκαν και οι από 5/5/2022 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 17/5/2022 και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 16/6/2022 (βλ. την .../16-6-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Α. Ν.), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στις 17-10-2022, αφού αφορά στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης Απόφασης, που πλήττονται και με την αναίρεση (άρθρο 569 Κ. Πολ. Δ.). Επομένως η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ, με τη σύμβαση της πώλησης ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή το δικαίωμα, που αποτελούν το αντικείμενο της πώλησης, και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα, που συμφωνήθηκε. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 421 ΑΚ, αν ο οφειλέτης για να ικανοποιήσει το δανειστή αναλάβει απέναντί του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο. Από τον ερμηνευτικό της βουλήσεως των μερών κανόνα, που θεσπίζεται με τη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι, όταν ο οφειλέτης, σε εκπλήρωση της οφειλόμενης παροχής, αναλαμβάνει νέα υποχρέωση για άλλη διαφορετική παροχή, αποτελεί ζήτημα ερμηνείας της βούλησης των μερών, αν αυτοί, την ανάληψη της νέας αυτής υποχρέωσης, ήθελαν "αντί καταβολής», δηλαδή σε αντικατάσταση και απόσβεση της οφειλόμενης ή "χάριν καταβολής" και προς το σκοπό της μελλοντικής εκπλήρωσης της οφειλόμενης. Με την πρώτη έννοια, μόλις γίνει ανάληψη της νέας υποχρέωσης, η αρχική αυτοδικαίως αποσβήνεται, αυτή δε η σύμβαση συμπίπτει με την ανανέωση (άρθρο 436 ΑΚ), για το κύρος της οποίας (σύμβασης ανανέωσης ενοχής) απαραίτητος όρος είναι να υπάρχει σκοπός των συμβαλλομένων μερών για κατάργηση της υφιστάμενης ενοχής με τη σύσταση νέας, ο οποίος (σκοπός) δεν εικάζεται, αλλά πρέπει να γίνεται επίκλησή του και να αποδεικνύεται από τον επικαλούμενο αυτόν. Με τη δεύτερη έννοια αντίθετα, ενώ σώζεται η αρχική υποχρέωση, γεννιέται προσθέτως και νέα, ούτως ώστε ο δανειστής έχει παράλληλα δύο απαιτήσεις. Τέτοια περίπτωση αποτελεί και η έκδοση επιταγής, προς ικανοποίηση του δανειστή, η οποία δεν επιφέρει, πριν από την είσπραξη αυτής, την εξόφληση του χρέους, διότι θεωρείται ότι έγινε χάριν καταβολής και όχι αντί καταβολής, εκτός αν συμφωνήθηκε ή προκύπτει από τις περιστάσεις σαφώς το αντίθετο, δηλαδή ότι έγινε για την απόσβεση της αρχικής οφειλής, με τη σύσταση της νέας. Έτσι, μόνη η παράδοση στον δανειστή από τον οφειλέτη τραπεζικής επιταγής, η οποία αποτελεί όργανο και όχι μέσο πληρωμής, δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται χάριν καταβολής της αρχικής υποχρέωσης. Έτσι δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρέωσης παρά μόνο με την πραγματική πληρωμή (είσπραξη) της επιταγής, είτε αυτή γίνεται με μετρητά είτε με πίστωση του λογαριασμού του κομιστή της (ΑΠ 470/2022, ΑΠ 326/2018, ΑΠ 1285/2017, ΑΠ 840/2015). Ο οφειλέτης, με την έκδοση της επιταγής ή την ανάληψη υποχρέωσης από αυτήν, υπόσχεται στο δανειστή του (λήπτη) ότι θα εκπληρώσει την αρχική (βασική) του υποχρέωση με την εκπλήρωση νέας (ΑΠ 204/2021), ο δε δανειστής υποχρεούται, εφόσον δεν συνάγεται το αντίθετο, να επιδιώξει την ικανοποίησή του από τη νέα ενοχή και, αν δεν ικανοποιηθεί, να ασκήσει την αρχική απαίτηση, πλήρως ή κατά το ελλείπον, διότι, άλλως, αποκρούεται με ένσταση αναβλητική, που προτείνει ο οφειλέτης (ΑΠ 474/2009, ΑΠ 878/2000). Δεν αποκλείεται όμως η παράδοση της επιταγής να συνιστά υπόσχεση αντί καταβολής, κατά τον ερμηνευτικό κανόνα του ανωτέρω άρθρου 421 ΑΚ, όταν εκδηλώνεται σαφής (ρητή ή σιωπηρή) περί τούτου βούληση των μερών, οπότε η απόσβεση της απαίτησης του δανειστή επέρχεται άμεσα ή από τον μεταγενέστερο χρόνο που τα μέρη συμφώνησαν (λ.χ. επί μεταχρονολογημένης επιταγής), τη συμφωνία δε αυτή πρέπει να επικαλείται και να αποδεικνύει αυτός που προβάλλει απόσβεση (εξόφληση) της απαίτησης του δανειστή με την έκδοση ή οπισθογράφηση και παράδοση της επιταγής (ΑΠ 470/2022, ΑΠ 326/2018, ΑΠ 1285/2017, ΑΠ 840/2015). Περαιτέρω στα άρθρα 89 έως 95 του Ν.3588/2007 "Πτωχευτικός Κώδικας" (στο εξής Πτ.Κ), ο οποίος καταργήθηκε μεν από την 1η Μαρτίου 2021 δυνάμει των άρθρων 265 παρ.1 και 308 του Ν.4738/2020, όπως αυτά τροποποιήθηκαν με το άρθρο 38 παρ.5 και 6 αντίστοιχα του Ν.4818/2021, αλλά εξακολουθεί να εφαρμόζεται για τις εκκρεμείς κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος διαδικασίες του Πτωχευτικού Κώδικα, όπως η επίδικη, ρυθμίζεται η τηρητέα διαδικασία για την εξέλεγξη και επαλήθευση των πιστώσεων των πτωχευτικών πιστωτών, προκειμένου αυτοί να μετάσχουν στις συλλογικές διαδικασίες της πτώχευσής και να επιτύχουν, μέσω αυτής και μόνο, την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους με την ρευστοποίηση του ενεργητικού της περιουσίας του οφειλέτη και την εν συνεχεία διανομή του προϊόντος της ρευστοποίησης σε αυτούς, κατά τις προβλεπόμενες στον Πτ.Κ διαδικασίες. Ειδικότερα στα ανωτέρω άρθρα ορίζεται ότι ο οφειλέτης υποχρεούται να παραδώσει στον σύνδικο της πτώχευσης κατάλογο των πιστωτών του και του ύψους των απαιτήσεών τους, ο δε σύνδικος οφείλει αμέσως να ενημερώσει όλους τους γνωστούς πιστωτές, ώστε να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους (άρθρο 89), ότι οι πτωχευτικοί πιστωτές οφείλουν να αναγγείλουν την απαίτησή τους εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση της Απόφασης, που κήρυξε την πτώχευση, στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών, ο δε σύνδικος, μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής, οφείλει να καταρτίσει πίνακα όλων των αναγγελθέντων πιστωτών, με το ύψος της κάθε απαίτησης και σημείωση αν αυτή συνοδεύεται από κάποιο προνόμιο ή εμπράγματη ασφάλεια, τον οποίο καταθέτει στη γραμματέα των πτωχεύσεων και αντίγραφο αυτού παραδίδει στον Εισηγητή της πτώχευσης (άρθρο 90), ότι η επαλήθευση των πιστώσεων διενεργείται από τον σύνδικο παρουσία του Εισηγητή και με δυνατότητα παράστασης και του πιστωτή, ότι για την επαλήθευση αυτή ο εισηγητής συντάσσει έκθεση, που υπογράφεται από αυτόν, από τον σύνδικο και από τον γραμματέα (άρθρο 93) και ότι αντιρρήσεις κατά τη διαδικασία της επαλήθευσης των απαιτήσεων έχουν δικαίωμα να προβάλλουν ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου ο οφειλέτης, ο σύνδικος και οι πιστωτές, των οποίων οι απαιτήσεις έγιναν προσωρινά ή οριστικά δεκτές (άρθρο 95). Εξάλλου, κατά το άρθρο 92 Πτ.Κ. όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της ένδικης ανακοπής, "1. Πιστωτές που δεν ανήγγειλαν την απαίτησή τους μέσα στη νόμιμη προθεσμία, ώστε να μετάσχουν στην επαλήθευση, μπορούν με ανακοπή και δικά τους έξοδα να ζητήσουν την επαλήθευσή της από το πτωχευτικό δικαστήριο, που δικάζει κατά τη διαδικασία του άρθρου 54. 2. Η ανακοπή στρέφεται κατά του συνδίκου. Η ανακοπή μπορεί να ασκηθεί μέχρι και την τελευταία διανομή, σε καμία δε περίπτωση πέραν των έξι (6) μηνών από το πέρας της προθεσμίας αναγγελίας. Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει τις διανομές που έχουν ήδη διαταχθεί από τον εισηγητή. Εάν διαταχθούν νέες διανομές πριν την έκδοση της οριστικής Απόφασης του δικαστηρίου, ο ανακόπτων μετέχει σε αυτές για ορισμένο ποσό που προσδιορίζεται προσωρινά από τον πρόεδρο του πτωχευτικού δικαστηρίου που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Το ποσό αυτό δεν καταβάλλεται στον ανακόπτοντα, αλλά φυλάσσεται μέχρι την έκδοση οριστικής Απόφασης επί της ανακοπής. Μετά την αναγνώριση της απαίτησης, ο ανακόπτων δικαιούται να ζητήσει από τον εισηγητή, να προαφαιρέσει από τα ποσά που δεν έχουν ακόμη διανεμηθεί τα μερίσματα που του αναλογούν από τις προηγηθείσες διανομές». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο Πτ.Κ. προέβλεψε δυνατότητα επαλήθευσης των απαιτήσεων των πτωχευτικών πιστωτών, που δεν ανήγγειλαν εμπρόθεσμα τις απαιτήσεις τους, απευθείας από το πτωχευτικό δικαστήριο, με ανακοπή τους που στρέφεται κατά του συνδίκου, χωρίς δηλαδή να μεσολαβήσει η διαδικασία του άρθρου 93 Πτ.Κ. και τούτο χάριν της ταχύτερης διεκπεραίωσης αυτής. Κατά τη διαδικασία αυτή το πτωχευτικό δικαστήριο, με βάση τα προβαλλόμενα και αποδεικνυόμενα από τον ανακόπτοντα πιστωτή στοιχεία, αφού λάβει υπόψη και τις τυχόν αντιρρήσεις του συνδίκου, θα αποφανθεί για την ύπαρξη και το ύψος της απαίτησης και για το τυχόν προνόμιο ή την εμπράγματη εξασφάλισή της, ώστε ο πιστωτής να μετάσχει στο εξής στις διαδικασίες της πτώχευσης και ιδίως στους πίνακες διανομής του προϊόντος της περιουσίας του πτωχού που ρευστοποιήθηκε, οι οποίοι συντάσσονται από τον σύνδικο της πτώχευσης, με βάση τις κατά του πτωχού επαληθευθείσες απαιτήσεις των πτωχευτικών πιστωτών, όπως ορίζεται στα άρθρα 153 επ. Πτ.Κ. Από την ανωτέρω λειτουργία της διαδικασίας εξέλεγξης και επαλήθευσης των απαιτήσεων, που προβάλλονται με την ανωτέρω ανακοπή του άρθρου 92 Πτ.Κ., αυτονοήτως συνάγεται ότι, κατά τη διαδικασία του άρθρου αυτού, δεν είναι δυνατόν να επαληθευθεί και απαίτηση, η οποία έχει υποβληθεί προς επαλήθευση εμπρόθεσμα κατά τα άρθρα 89-91 Πτ.Κ. και έχει επαληθευθεί, είτε κατά τη διαδικασία του άρθρου 93 Πτ.Κ., είτε από το πτωχευτικό δικαστήριο, μετά την εξέταση σχετικών αντιρρήσεων κατά ή υπέρ της επαλήθευσης της κατά το άρθρο 95 Πτ.Κ., τέτοια δε επαλήθευση της απαίτησης υπάρχει και όταν έχει γίνει επαλήθευση του ποσού της απαίτησης με βάση επιταγή, που δόθηκε χάριν καταβολής της απαίτησης αυτής, αφού, όπως προαναφέρθηκε, στην περίπτωση αυτή δημιουργούνται δύο παράλληλες υποχρεώσεις του οφειλέτη, που κατατείνουν όμως στην ικανοποίηση της ίδιας απαίτησης του δανειστή και συνεπώς, όπως η απόσβεση της απαίτησης από την επιταγή, επιφέρει την απόσβεση και της κύριας απαίτησης, χάριν καταβολής της οποίας εκδόθηκε η επιταγή, έτσι και η επαλήθευση της απαίτησης από τη δοθείσα χάριν καταβολής επιταγή, αποκλείει την επαλήθευση της κύριας απαίτησης, αφού έτσι θα γίνει ουσιαστικά διπλή επαλήθευση της ίδιας απαίτησης. Η αντίθετη εκδοχή ότι πρέπει να επαληθευθούν και οι δύο ανωτέρω "εκφάνσεις" της ίδιας απαίτησης και ότι το ζήτημα θα κριθεί κατά τη διανομή του προϊόντος της πτώχευσης με άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα διανομής κατά το άρθρο 161 Πτ.Κ. από τυχόν πληττόμενο πιστωτή, αντίκειται στο ίδιο του χαρακτήρα της πτώχευσης ως συλλογικής διαδικασίας οργάνωσης και ικανοποίησης των πιστωτών στον συντομότερο δυνατόν χρόνο, αλλά και στη γενική αρχή της οικονομίας της δίκης, αφού είναι το ίδιο το πτωχευτικό δικαστήριο, που θα δικάσει την ανακοπή κατά του πίνακα διανομής, με αυτό που δικάζει την ανωτέρω εκ του άρθρου 92 Πτ.Κ ανακοπή. Συνεπώς στην περίπτωση αυτή το πτωχευτικό δικαστήριο, που δικάζει την εκ του άρθρου 92 Πτ.Κ. ανακοπή, δεν έχει τη δυνατότητα να προβεί στην επαλήθευση της κύριας απαίτησης που προβάλλεται με την ανακοπή, αν έχει προηγηθεί εξέλεγξη και επαλήθευση της απαίτησης από την επιταγή, που είχε δοθεί από τον πτωχό - οφειλέτη χάριν καταβολής της κύριας απαίτησης αυτής του ανακόπτοντος δανειστή και γι' αυτό θα πρέπει να απορρίψει την ανακοπή. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος. Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως. Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 862/2020). Διδάγματα της κοινής πείρας, είναι γενικές αρχές που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, της συμμετοχής στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει πλέον κοινό κτήμα. Κατά την έννοια αυτή, χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας και των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίστηκαν. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνον, όμως, αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ` αυτόν από την προσβαλλόμενη Απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων, χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 1011/2018). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η Απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η Απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την Απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων ,που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της Απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η Απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) είναι πτωχευτική πιστώτρια της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ - ΕΜΠΟΡΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ». Η τελευταία, κατόπιν αιτήσεως της αιτούσας, κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης δυνάμει της υπ' αριθ. 21.627/2013 Απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Σύνδικος της πτώχευσης διορίστηκε, μετά την αποποίηση εκ μέρους δύο άλλων διορισθέντων συνδίκων, με την 7.228/2014 Απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η καθ' ης η αίτηση και ήδη εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη), Ε. Χ. του Θ., δικηγόρος Θεσσαλονίκης. Στο πλαίσιο εμπορικής συνεργασίας που είχε, κατά το χρονικό διάστημα από 22-6-2012 έως τις 7-12-2012, η ανακόπτουσα με την ως άνω πτωχή εταιρεία, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων, που καταρτίστηκαν προφορικά, μεταξύ της ίδιας και της μετέπειτα πτωχής, ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύει την τελευταία με διάφορα εμπορεύματα, ηλεκτρολογικά υλικά, το τίμημα των οποίων εξοφλούνταν επί πιστώσει, για τις οποίες είχαν εκδοθεί τα αντίστοιχα παραστατικά (Τιμολόγια Πώλησης - Δελτία Αποστολής). Τα επιμέρους εμπορεύματα αναγράφονται σε κάθε ένα από τα παραστατικά που εξέδωσε η ανακόπτουσα, πωλήθηκαν δε στην μετέπειτα πτωχή στις έναντι εκάστου είδους αναγραφόμενες τιμές και αξίες, ήταν δε πληρωτέα εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία εκδόσεως κάθε τιμολογίου. Τα εμπορεύματα παραδόθηκαν όπως και όπου ορίζεται σε κάθε τιμολόγιο-Δελτίο αποστολής, κατόπιν εντολής της αγοράστριας εταιρείας. Ειδικότερα από την ανακόπτουσα είχαν εκδοθεί τα ακόλουθα παραστατικά (Τιμολόγια Πώλησης - Δελτία Αποστολής): ΤΙΠ-Α- .../22-06-2012(ακολουθεί η παράθεση σε 48 σελίδες της Απόφασης, κατά χρονολογική σειρά, των επιδίκων Τιμολογίων Πώλησης - Δελτίων Αποστολής, με τελευταίο το .../7-12-2012, ποσού 13.419,06 ευρώ)...Παρά το γεγονός ότι τα εμπορεύματα που πωλήθηκαν από την ανακόπτουσα στην πτωχή εταιρεία παραδόθηκαν και παραλήφθηκαν ανεπιφύλακτα από τα πρόσωπα που υπέδειξε η αγοράστρια, εντούτοις η αγοράστρια δεν κατέβαλε το ανωτέρω συνολικά οφειλόμενο ποσό των 1.918.334,50 €, όπως αυτό προκύπτει από το άθροισμα των ποσών των ανωτέρω Τιμολογίων, που ενσωματώνονται στην καρτέλα πελάτη, που τηρούσε για το έτος 2012 η ανακόπτουσα, με πελάτη την μετέπειτα πτωχή εταιρεία. Στα ανωτέρω αναφερόμενα Τιμολόγια-Δελτία αποστολής δεν συμπεριλαμβάνονται πέντε Τιμολόγια που η ανακόπτουσα συμπεριλαμβάνει στην ανακοπή της, συνολικού ποσού ύψους 20.098,31 €, τα οποία αφορούν σε συναλλαγές της ανακόπτουσας με τρίτους, στους οποίους πώλησε εμπορεύματα, χωρίς να προκύπτει από κανένα στοιχείο η συμμετοχή της ... ΑΕ στις αντίστοιχες συναλλαγές. Στα σώματα των Τιμολογίων- Δελτίων αποστολής δεν γίνεται καμία αναφορά στην μετέπειτα πτωχή, ενώ αυτά έχουν εκδοθεί στο όνομα άλλου αγοραστή και είναι 1) ...Το ανωτέρω συνολικό ποσό των 20.098,31 €, επομένως, δεν δύναται να αναγνωριστεί ως απαίτηση της ανακόπτουσας έναντι της πτωχής. Αντιθέτως, απορριπτομένου ως αβάσιμου του αντίθετου ισχυρισμού της καθ' ης- συνδίκου, ότι οι φερόμενοι ως παραλήπτες των εμπορευμάτων, που ενσωματώνονταν στα ανωτέρω Τιμολόγια δεν ήταν μέλη του δικτύου των μελών της ..., για τα οποία μέλη και μόνο για αυτά η ... προέβαινε στις αγορές εμπορευμάτων, συμπεριλαμβάνονται τα εξής Τιμολόγια: 1) ...Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός της συνδίκου ότι οι αναφερόμενες στα Τιμολόγια αυτά εταιρείες για λογαριασμό των οποίων η ... ΑΕ αγόρασε, με τελικό παραλήπτη τρίτες εταιρείες, τα αναφερόμενα στα εν λόγω Τιμολόγια ηλεκτρολογικά υλικά δεν ήσαν μέλη του δικτύου της ..., όπως, επίσης, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός ότι η ... ΑΕ δεν μπορούσε να προβαίνει σε αγορές προϊόντων και για τρίτους μη μέλη του δικτύου, ενδεχομένως εξυπηρετώντας τα μέλη της, τα οποία έδιναν εντολή και για λογαριασμό των οποίων πραγματοποιούνταν οι αγοροπωλησίες. ..IV. β. Κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα (από 22-6-2012 έως τις 7-12-2012), εκτός από τα ανωτέρω Τιμολόγια εκδόθηκαν από την ανακόπτουσα είκοσι επτά (27) πιστωτικά Τιμολόγια συνολικού ύψους 138.931,79 €. Ειδικότερα: 1) το με αριθμό .../4-7-2012, ύψους 187,88 €, 2) το με αριθμό ...5-7-2012, ύψους 188,19 €, 3) το με αριθμό .../11-7-2012, ύψους 91,32 €, 4) το με αριθμό .../11-7-2012, ύψους 2.060,75 €, 5) το με αριθμό .../12-7- 2012, ύψους 706,02 €, 6) το με αριθμό .../19-7-2012, ύψους 20.284,56 €, 7) το με αριθμό .../24-7-2012, ύψους 1.002,94 €, 8) το με αριθμό .../9-8-2012, ύψους 620,8ι €, 9) το με αριθμό ...21-8-2012, ύψους 228,73 €, 10) το με αριθμό .../21-8-2012, ύψους 34,05 €, 11) το με αριθμό .../29-8- 2012, ύψους 7.025,76 €, 12) το με αριθμό .../30-8-2012, ύψους 49,05 €, 13) το με αριθμό .../18-9-2012, ύψους 20,66 €, 14) το με αριθμό .../25-9-2012, ύψους 1.421,08 €, 15) το με αριθμό .../27-9-2012, ύψους 1.784,48 €, 16) το με αριθμό .../1-10-2012, ύψους 113,40 €, 17) το με αριθμό .../2-10- 2012, ύψους 403,19 €, 18) το με αριθμό .../10-10-2012, ύψους 119,62 €, 19) το με αριθμό ...10-10-2012, ύψους 152,21 €, 20) το με αριθμό .../12-10-2012, ύψους 1.237.25 €, 21) το με αριθμό .../18-10-2012, ύψους 232,10 €, 22) το με αριθμό .../31-10-2012, ύψους 22,84 €, 23) το με αριθμό .../7-11- 2012, ύψους 666,66 €, 24) το με αριθμό .../27-11-2012, ύψους 261,25 €, 25) το με αριθμό .../4-12-2012, ύψους 6Θ,88 €, 26) το με αριθμό ...7-12-2012, ύψους 806,57 € και 27) το με αριθμό .../11-12-2012, ύψους 99.149.54 €. Ήδη από τον τίτλο που η ανακόπτουσα προσδίδει στα ανωτέρω Τιμολόγια "πιστωτικά Τιμολόγια λόγω τζίρου», καθίσταται προφανές ότι οι συναλλαχθέντες (ανακόπτουσα και πτωχή...) για την παροχή εκπτώσεως στην αγοράστρια απέβλεψαν μόνο στον τζίρο (το συνολικό ποσό των πωλήσεων) ανεξαρτήτως της εξέλιξης της ενοχής. Αντίθετη συμφωνία δεν αποδείχθηκε, ούτε άλλωστε η ανακόπτουσα ισχυρίζεται κάποια τέτοια, που να προσδιορίζει την παρεχόμενη με τον τρόπο αυτό έκπτωση στην αγοράστρια επί τη βάσει των εσόδων της πωλήτριας από τις πωλήσεις. Τούτο καθίσταται σαφές και από το γεγονός ότι, παρά την παύση της αγοράστριας να καταβάλλει το αντίτιμο των πωληθέντων αγαθών, ήδη από το μήνα Αύγουστο 2012 (για τις αγορές που έγιναν εντός του Ιουλίου 2012), κατά την, ανωτέρω αναφερόμενη δήλη ημέρα, η πωλήτρια συνέχισε να εκδίδει πιστωτικά Τιμολόγια επί του τζίρου μέχρι και το μήνα Δεκέμβριο 2012. Ενόψει αυτών δεν υφίσταται αξίωση της ανακόπτουσας, δυνάμενη να επαληθευθεί δυνάμει των ανωτέρω πιστωτικών Τιμολογίων. Με την ανακοπή της η ανακόπτουσα ζήτησε να αναγνωριστεί συνολική απαίτησή της ύψους 1.860.878,87 €, παρά το γεγονός ότι το άθροισμα των ποσών, που συμπεριλαμβάνονται στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα Τιμολόγια (όπως τα ίδια συμπεριλαμβάνονται στην καρτέλα πελάτη) ανέρχεται στο ποσό των 1.938.770.93 € (δεδομένου ότι, συμπεριέλαβε σε αυτά και τα προαναφερθέντα Τιμολόγια τρίτων προσώπων ύψους 20.098,31 €). Επομένως αξιώνει την αναγνώριση της περιγραφείσας στην ανακοπή απαίτησής της μειωμένη κατά (1.938.770,93-1.860.878,87=) 77.892,06 €. Με την προσθήκη επί των προτάσεών της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η ανακόπτουσα ισχυρίστηκε ότι, αφαίρεσε τα ανωτέρω πιστωτικά Τιμολόγια (ισχυρισμός που έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τον κρινόμενο πρώτο λόγο της έφεσης). Ενώ, όμως, όπως προαναφέρθηκε το συνολικό ποσό των πιστωτικών Τιμολογίων ανέρχεται στο ποσό των 138.931,79 €, μειώνει την απαίτησή της μόνο κατά 77.892,06 €. Επομένως, η απαίτησή της πρέπει να μειωθεί επιπλέον κατά το ποσό των (138.931,79 - 77.892,06=) 61.039,73 €, που αποτελεί τη διαφορά μεταξύ των πράγματι εκδοθέντων πιστωτικών Τιμολογίων, όπως αυτά προκύπτουν από την καρτέλα πελάτη της ανακόπτουσας, μείον του ποσού κατά το οποίο εμφανίζεται μειωμένη η απαίτηση της ανακόπτουσας. Το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί από το αιτούμενο ποσό της ανακοπής, το οποίο διαμορφώνεται κατά τον τρόπο αυτό σε (1.860.878,87-61.039,73=) 1.799 839,14 €, από το οποίο στη συνέχεια θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 20.098,31 €, που αφορά σε απαιτήσεις της ανακόπτουσας έναντι τρίτων και όχι έναντι της πτωχής. Η απαίτηση, επομένως, της ανακόπτουσας έναντι της πτωχής από τα επίδικα Τιμολόγια ανέρχεται σε 1.779.740,83 €. Ενόψει αυτών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια, έστω και με συνοπτική αιτιολογία, που παραδεκτά συμπληρώνεται με την παρούσα, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, χωρίς να παραβιάσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα είναι απορριπτέα, όπως και ο σχετικός λόγος της έφεσης της....Από τα ίδια, όπως ανωτέρω, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι χάριν εξόφλησης του τιμήματος των ανωτέρω, υπό το στοιχείο IV πωλήσεων η πτωχή εξέδωσε διά του νομίμου εκπροσώπου της στη Θεσσαλονίκη σε διαταγή της ανακόπτουσας τις παρακάτω μεταχρονολογημένες επιταγές: 1) την με αριθμό ... επιταγή της τράπεζας Πειραιώς με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 31-12-2012 ποσού 500.603,66 € σε χρέωση του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού που διατηρούσε η εταιρία στην ως άνω τράπεζα, 2) τη με αριθμό ... επιταγή της τράπεζας Πειραιώς με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 10-1-2013 ποσού 100.000,00 € σε χρέωση του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού που διατηρούσε η εταιρία στην ως άνω τράπεζα και 3) τη με αριθμό ... επιταγή της τράπεζας Alpha με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 10-1-2013 ποσού 251.550,94 € σε χρέωση του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού που διατηρούσε η εταιρία στην ως άνω τράπεζα. Οι επιταγές αυτές εμφανίστηκαν εμπροθέσμως προς πληρωμή από τη λήπτρια ανώνυμη εταιρία, την 4-1-2013 η πρώτη και την 11-1-2013 οι άλλες δύο, πλην όμως, δεν πληρώθηκαν λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων. Ακολούθως η ανακόπτουσα, με βάση την απαίτησή της από αυτές, πέτυχε την έκδοση της 1436/23-1-2013 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας η πτωχή υποχρεώθηκε να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 852.154,60 €, οφειλόμενο από τις τρεις ακάλυπτες επιταγές εκδόσεώς της, νομιμότοκα για κάθε επιμέρους ποσό από την επομένη της ημεροχρονολογίας εμφάνισης προς πληρωμή της κάθε επιταγής, και μέχρι την εξόφληση πλέον της δικαστικής δαπάνης ποσού 17.043,00 €. Η ανακόπτουσα επέδωσε στην οφειλέτριά της επικυρωμένο αντίγραφο από το πρώτο απόγραφο εκτελεστό της Διαταγής Πληρωμής, επέτασσε δε την καθ' ης η εκτέλεση (... ΑΕ) να της καταβάλει για επιδικασθέν κεφάλαιο το ποσό των 852.154,60 €, για δικαστικά έξοδα το ποσό των 17.043,00 €, για νόμιμους τόκους υπερημερίας επί του ως άνω κεφαλαίου το ποσό των 3.594,31 € υπολογισθέντων από την επομένη εμφάνισης κάθε επιταγής μέχρι και την ημερομηνία σύνταξης της επιταγής προς πληρωμή, για δαπάνη επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση το ποσό των 51,66 €, ε) για νομική συμβουλή για τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση το ποσό των 1.159,89 €, για δαπάνη απογράφου το ποσό των 73,80 €, για καταβληθέν τέλος απογράφου το ποσό των 81,51 €, για χαρτόσημα απογράφου το ποσό των 3,18 €, για χαρτόσημα αντιγράφου το ποσό των 2,84 € και συνολικά το ποσό των 874.164,79 €, νομιμοτόκως, πλην του κονδυλίου των τόκων από την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση και μέχρι την εξόφληση. Κατά της ως άνω Διαταγής Πληρωμής η οφειλέτριά άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την με αριθμό κατάθεσης 3974/2013 ανακοπή επί της οποίας εκδόθηκε η 25749/16-12- 2013 Απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την ανακοπή κι επιδίκασε σε βάρος της εκεί ανακόπτουσας-ήδη πτωχής τα δικαστικά έξοδα ποσού 260,00 €. Με την από 28-7-2014 αναγγελία της, που κατατέθηκε στη γραμματεία των πτωχεύσεων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την 1-8-2014, η ανακόπτουσα ζήτησε να αναγγελθεί στην ανωτέρω πτώχευση για το συνολικό ποσό των 2.073.949,46 €, στο οποίο συμπεριλαμβανόταν και η απαίτηση, που πήγαζε από την ως άνω διαταγή πληρωμής. Κατά τη διαδικασία των επαληθεύσεων η καθ' ης σύνδικος αμφισβήτησε την αναγγελθείσα απαίτηση της ανακόπτουσας και κατόπιν τούτου η ανακόπτουσα κατέθεσε ενώπιον της Εισηγήτριας της πτώχευσης αντιρρήσεις οι οποίες εισήχθησαν με πράξη της Εισηγήτριας ενώπιον του Πτωχευτικού Δικαστηρίου. Επί των αντιρρήσεων εκδόθηκε η 10427/2015 Απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου και από το ποσό των 2.073.949,46 € για τα οποία αναγγέλθηκε η αιτούσα, η απαίτησή της επαληθεύθηκε εν μέρει για το ποσό των 882.178,60 € εκ του οποίου το ποσό των 874.164,79 € προερχόταν από την ως άνω διαταγή πληρωμής. Κατά της ανωτέρω Απόφασης ασκήθηκαν εκατέρωθεν εφέσεις, οι οποίες απορρίφθηκαν στην ουσία τους με την 157/2018 Απόφαση αυτού του Δικαστηρίου. Η σύνδικος, αρνήθηκε την επαλήθευση των ανωτέρω (ενν. των φερομένων με την ένδικη ανακοπή) αξιώσεων της ανακόπτουσας επικαλούμενη ότι δε δύναται να αιτείται την αναγνώριση της απαίτησής της από τα επίδικα Τιμολόγια, ως προς το ποσό των 874.164,79 €, καθώς οι ανωτέρω επιταγές εκδόθηκαν χάριν καταβολής των Τιμολογίων αυτών και για το μέρος αυτό της απαίτησης η ανακόπτουσα έχει ήδη επαληθεύσει την απαίτησή της τελεσίδικα κατά τα ανωτέρω, ώστε δεσμεύεται από το δεδικασμένο της ανωτέρω τελεσίδικης Απόφασης, ισχυρισμό που επανέλαβε και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, επαναλαμβάνει δε και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ενώ ισχυρίστηκε επιπλέον, ότι αν γίνει δεκτή η ανακοπή κατά το μέρος αυτό η ανακόπτουσα θα ικανοποιηθεί διπλά κατά το στάδιο της πτωχευτικής διανομής. Κατά το σκέλος που ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται ως ένσταση δεδικασμένου είναι νόμω αβάσιμος, δεδομένου ότι το δεδικασμένο αφορά το δικαίωμα, το οποίο είχε ήδη προβληθεί με αγωγή (ή ανακοπή), με βάση την επικληθείσα συγκεκριμένη ιστορική και νομική αιτία, στην προκειμένη δε περίπτωση το από την ανωτέρω δικαστική Απόφαση δεδικασμένο για την απαίτηση της ανακόπτουσας από τις επιταγές δεν καλύπτει και την ένδικη ανακοπή, η οποία στηρίζεται σε διαφορετική ιστορική και νομική αιτία από την προηγούμενη, ήτοι σε αξίωση της ανακόπτουσας από τις, ανωτέρω, διαδοχικές συμβάσεις. Κατά το μέρος, όμως, που ο ισχυρισμός αφορά στη διττή αναγνώριση της ανακόπτουσας ως πτωχευτικής πιστώτριας για την ίδια απαίτηση, έστω και με διαφορετική νομική αιτία, είναι.... νόμω βάσιμος. Πρέπει δε κατά την άποψη της πλειοψηφίας να γίνει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η ανακόπτουσα έχει ήδη επαληθεύσει απαίτηση ύψους (κατά κεφάλαιο) 852.154.60 €, που προερχόταν από τις ανωτέρω επιταγές που εκδόθηκαν χάριν εξόφλησης του τιμήματος των ανωτέρω πωλήσεων, οι επιταγές δε αυτές αφορούν τα επίμαχα Τιμολόγια και όχι άλλα, ενδεχομένως προγενέστερα. Από την καρτέλα πελάτη, που προσκόμισε η ανακόπτουσα, προκύπτει ότι κατά την ημερομηνία λήψης των επιταγών αυτών είχε με την πτωχή αρνητικό υπόλοιπο από τον απλό δοσοληπτικό λογαριασμό, που τηρούνταν μεταξύ τους. Ούτε η ίδια η ανακόπτουσα αμφισβήτησε τα ανωτέρω, ούτε επικαλείται την ύπαρξη προγενεστέρων οφειλών, τις οποίες ενδεχομένως κάλυπταν οι ως άνω επιταγές. Επομένως, δεκτού γενομένου του ισχυρισμού ότι οι ανωτέρω επιταγές εκδόθηκαν χάριν καταβολής του συνόλου των απαιτήσεων, που είχε η ανακόπτουσα έναντι της πτωχής για το επίδικο χρονικό διάστημα και προς αποφυγή διπλής ικανοποίησης της ανακόπτουσας κατά το στάδιο της πτωχευτικής διανομής η ανακοπή είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το σκέλος που αφορά το ποσό των 852.154,60 €. Ενόψει τούτων, η απαίτηση της ανακόπτουσας έναντι της πτωχής διαμορφώνεται σε (1.779.740,83-852.154,60=) 927.586,23 €. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως που δέχθηκε τα ίδια, έστω και με συνοπτική αιτιολογία, η οποία παραδεκτώς συμπληρώνεται με την Απόφαση αυτή, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε αντίθετα, υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, όπως και η έφεση της, που άλλο λόγο προς έρευνα δεν διαθέτει. Κατά τη γνώμη όμως της Προέδρου, ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός....(ακολουθεί το σκεπτικό μειοψηφίας της Προέδρου του δικαστηρίου, σύμφωνα με το οποίο θα έπρεπε να επαληθευθεί η απαίτηση της αναιρεσείουσας και κατά το ποσό των 852.154,60 €)». Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την εκκαλουμένη Απόφαση, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την ανακοπή της και είχε αναγνωρίσει, ότι η αναιρεσείουσα είναι πτωχευτική πιστώτρια της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας, που κηρύχθηκε σε πτώχευση, για το ποσό των 927.586,23 ευρώ, με βάση τα αναφερόμενα στην Απόφαση αυτή Τιμολόγια Πώλησης- Δελτία Αποστολής του χρονικού διαστήματος από 20/9/2012 έως 7/12/2012. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 92 Πτ.Κ., σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 421 ΑΚ, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από εκείνα που η ανωτέρω διάταξη απαιτεί για την εφαρμογή της, καθόσον, υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, αφού η ένδικη απαίτηση της αναιρεσείουσας από το τίμημα επί μέρους πωλήσεων ποσού 852.154,60 ευρώ, για τις οποίες εκδόθηκαν τα επίμαχα Τιμολόγια, με βάση τα οποία ζητεί την επαλήθευση αυτής, έχει ήδη επαληθευθεί από το πτωχευτικό δικαστήριο κατά τα άρθρα 93 και 95 Πτ.Κ, με βάση τις αναφερόμενες τρεις επιταγές, που εκδόθηκαν χάριν εξόφλησης του τιμήματος των ίδιων συμβάσεων πώλησης, και συγκεκριμένα επαληθεύτηκε με την υπ' αριθ. 157/2018 τελεσίδικη Απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε τις αντιρρήσεις της αναιρεσίβλητης συνδίκου της πτώχευσης, που στρέφονταν κατά της από 28/7/2014 εμπρόθεσμης αναγγελίας της αναιρεσείουσας για επαλήθευση ισόποσης απαίτησής της θεμελιούμενης στην 1436/2013 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με βάση τις ανωτέρω τρεις επιταγές, συνολικού ποσού, κατά κεφάλαιο, 852.154,60 ευρώ, με συνέπεια, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, η επαλήθευση της απαίτησης από τις δοθείσες χάριν καταβολής επιταγές να αποκλείει την εκ νέου επαλήθευση της κύριας απαίτησης της αναιρεσείουσας με την ένδικη ανακοπή του άρθρου 92 ΠτΚ, με την οποία αυτή, χωρίς να αμφισβητεί ότι οι επιταγές δόθηκαν χάριν καταβολής του τιμήματος των συμβάσεων πωλήσεως, ζητεί την εκ νέου επαλήθευση της απαίτησης αυτής με βάση και τις συμβάσεις πωλήσεως. Επομένως, ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος του κυρίως δικογράφου και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος , από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος, του κυρίως δικογράφου και τον πρώτο πρόσθετο λόγο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη Απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 πλημμέλεια, με τις αντίστοιχες αιτιάσεις ότι το Εφετείο: α) παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. διότι, αν και διαπίστωσε κενό στη σύμβαση παροχής έκπτωσης λόγω τζίρου, που είχε συνάψει η ίδια με την πτωχεύσασα εταιρεία, δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων αυτών και έτσι απέρριψε τον πρωτοδίκως και κατ' έφεση προβληθέντα ισχυρισμό της, ότι προϋπόθεση για την έκπτωση, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αποτελεί η εκπλήρωση της υποχρέωσης της εταιρείας αυτής να καταβάλει το τίμημα των πωλήσεων και β) παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 92 Πτ.Κ., με το να κρίνει ότι η πτωχεύσασα δικαιούται έκπτωση λόγω τζίρου, αν και δεν πλήρωσε το τίμημα των πωλήσεων στο οποίο αντιστοιχεί ο τζίρος, δεχόμενο έτσι ωφέλεια βάσει σύμβασης, τους όρους της οποίας δεν τήρησε και έτσι λόγω των ανωτέρω υπό στοιχεία α' και β' παραβιάσεων αφαίρεσε από τις επαληθευθείσες απαιτήσεις της το ποσό των 99.149,54 ευρώ που αντιστοιχεί στο 0-00519/11-12-2012 πιστωτικό τιμολόγιο έκπτωσης λόγω τζίρου, που εξέδωσε. Ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, κατά την ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως της αναιρεσείουσας και της πτωχευσάσης εταιρείας κατά τη σύναψη της συμβάσεως για παροχή έκπτωσης στην τελευταία λόγω "τζίρου», δηλαδή λόγω του ύψους των πωλήσεων ηλεκτρολογικού υλικού, δεν διαπίστωσε ούτε και εμμέσως κενό ως προς το εάν η σύμβαση αυτή θα έπαυε ή όχι να ισχύει, εάν η πτωχεύσασα εταιρεία δεν εκπλήρωνε την υποχρέωσή της να καταβάλει το τίμημα των πωλήσεων, ώστε να παραστεί ανάγκη να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., αλλά αντιθέτως, εκτιμώντας το περιεχόμενο της συμφωνίας, δέχθηκε ότι προέκυπτε από αυτήν ότι η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να παρέχει έκπτωση λόγω τζίρου έχει συμφωνηθεί και ισχύει ανεξάρτητα από την εξέλιξη της ενοχής, αναφέροντας απλώς ως επιχείρημα και το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα συνέχισε να εκδίδει πιστωτικά Τιμολόγια λόγω τζίρου μέχρι και τον μήνα Δεκέμβριο του 2012, καίτοι η πτωχεύσασα είχε παύσει να καταβάλει το τίμημα των διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως από τον μήνα Αύγουστο του 2012. Η κρίση δε αυτή δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των δηλώσεων βουλήσεως των συμβληθέντων μερών, αλλά πραγματική διαπίστωση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, γιατί η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά στην ερμηνεία του άρθρου 92 Πτ.Κ. ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτό, αλλά υπό την επίκληση παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, η αναιρεσείουσα πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ., ουσιαστική κρίση του Εφετείου ότι, κατά τη συμφωνία της αναιρεσείουσας και της πτωχευσάσης εταιρείας, η παροχή έκπτωσης λόγω τζίρου (δηλαδή του συνολικού ύψους του τιμήματος των πωλήσεων) ισχύει ανεξαρτήτως της εξέλιξης των πωλήσεων και συνεπώς ανεξαρτήτως του εάν η πτωχεύσασα εταιρεία κατέβαλε το τίμημα αυτών. Κατά τη διάταξη του άρθρου 55 εδ. α' του Πτ.Κ, που ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (όμοια της οποίας είναι και η νυν ισχύουσα διάταξη του άρθρου 131παρ. 1 Ν. 4738/2020), "αν δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα κώδικα οι αποφάσεις του πτωχευτικού δικαστηρίου υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, έφεση και αναίρεση μόνο για τους λόγους του άρθρου 559 αριθμ. 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του Κ.Πολ.Δ». Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προσάπτει στην Απόφαση τις πλημμέλειες ότι το Εφετείο: α) δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. 9283/2018 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρά της Α. Ν. δοθείσα νόμιμα και εμπρόθεσμα ενώπιον συμβολαιογράφου, την οποία είχε επικαλεστεί και προσκομίσει, από την οποία αποδεικνυόταν ότι η παροχή έκπτωσης τελούσε υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι θα τηρούνταν στο ακέραιο οι όροι των πωλήσεων, οι οποίοι δεν τηρήθηκαν και β) εσφαλμένα έκρινε ότι αυτή δεν είχε προτείνει τον ισχυρισμό ότι υπήρχε αντίθετη συμφωνία, σύμφωνα με την οποία η πτωχεύσασα δεν θα δικαιούτο έκπτωση λόγω τζίρου, αν δεν τηρούσε τους όρους των συμβάσεων πωλήσεως, τον οποίο είχε προτείνει με την ανακοπή της και επανέφερε με λόγο έφεσης και έτσι χωρίς αιτιολογία κατέληξε στο ουσιαστικά εσφαλμένο συμπέρασμα ότι δεν δικαιούται να επαληθευθεί η απαίτησή της για ποσό 72.728 ευρώ, που αντιστοιχεί σε μέρος του ποσού των 99.149,54 ευρώ του πιστωτικού τιμολογίου ΠΤ 1-0-00519/7-12-2012. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί με αυτόν η αναιρεσείουσα ουσιαστικά προβάλλει λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 Αριθμός 11γ' (μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν) και 8β' (μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης), οι οποίοι όμως δεν ιδρύονται στην ένδικη υπόθεση, στην οποία προσβάλλεται κατ' έφεση εκδοθείσα Απόφαση πτωχευτικού δικαστηρίου (ΑΠ 528/2022, ΑΠ 6185/2020), ενώ ως λόγος από τον προβαλλόμενο αριθμό 19 του άρθρου 559 είναι επίσης απαράδεκτος, γιατί η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει τις ελλείψεις ή αντιφάσεις στην αιτιολογία του Εφετείου αλλά υπό την επίκληση της πλημμέλειας αυτής πλήττει και πάλι την ανέλεγκτη αναιρετικά, όπως προαναφέρθηκε, ουσιαστική κρίση του Εφετείου για το περιεχόμενο της σύμβασης παροχής έκπτωσης στην πτωχεύσασα εταιρεία λόγω τζίρου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ.) δεδομένου ότι, επειδή στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για μη γνήσια υπόθεση εκουσίας δικαιοδοσίας, όπου υπάρχει αντιδικία, το ζήτημα των δικαστικών εξόδων ρυθμίζεται κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 173-193 Κ. Πολ. Δ. με βάση την αρχή της ήττας και όχι κατά το άρθρο 13 Πτ.Κ, που ορίζει ότι "στις πτωχευτικές δίκες τα έξοδα επιβάλλονται πάντοτε σε βάρος της πτωχευτικής περιουσίας, αν ενεργήθηκαν προς το συμφέρον της», το οποίο προϋποθέτει γνήσια υπόθεση εκουσίας δικαιοδοσίας (ΑΠ 528/2022, ΑΠ 798/2020, ΑΠ 618/2020, ΑΠ 602/2018). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Απορρίπτει την από 12/7/2020 αίτηση και τους από 5/5/2022 πρόσθετους αυτής λόγους της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «... Ειδικά Καλώδια Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 534/2020 Απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. -Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. Και - Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ