Αριθμός 1335/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Μαρί Δεργαζαριάν και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αλεξόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Γ. του Ε., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ελληνικής ασφαλιστικής εταιρίας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "Α. Ε. Ε. Γ. Α. «Η. Ε."", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσικρικά με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1811/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5790/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-10-2016 αίτησή του και τους από 17-1-2023 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρί Δεργαζαριάν, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 17-10-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 681Α', 666, 667, 670-676 ΚΠολΔ), όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) με αριθμό 5790/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν οι εφέσεις που άσκησαν τόσον ο αναιρεσείων, όσο και οι αναιρεσίβλητοι, έγιναν τυπικά δεκτές και κατά ένα μέρος κατ' ουσίαν, εξαφανίσθηκε η υπ' αριθ. 1811/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η αγωγή του αναιρεσείοντος. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρα 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα ήτοι εντός της τριετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από τον ν. 4335/2015 (ΟλΑΠ 10/2018), αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ.α ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004). Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται, όπως προελέχθη, η με αριθμό 5790/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ως ημέρα συζήτησης της ως άνω αίτησης ορίστηκε η δικάσιμος της 17-2-2023, ο δε αιτών άσκησε πρόσθετους λόγους αναίρεσης με το από 17-1-2023 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 17-1-2023. Από τις υπ' αριθ. 2613Β/17-1-2023 και 337Ζ/17-1-2023 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών στη περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών και Πειραιά, αντίστοιχα, (με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών) Δ. Δ. και Ν. Χ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι αντίγραφο του δικογράφου των άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους στις 17-1-2023, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει, συνεκδικαζόμενοι λόγω συναφείας (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ) με την αίτηση αναίρεσης, να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο τούτων, (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β` και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, κατ` άρθρο 330 Α.Κ., υπαιτιότητα με τη μορφή της αμέλειας υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή, που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο, που επιβάλλεται από τις καταστάσεις. Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ` αρχάς, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 502/2020, ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014), αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια. Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1657/2018, ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε, με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 521/2021, ΑΠ 464/2020, ΑΠ 1430/2019, ΑΠ 941/2018). Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/ 1992, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 122/2020, 1373/2019, ΑΠ 918/2019, ΑΠ 564/2018). Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές, όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (ΑΠ 805/2021, ΑΠ 1397/2019, ΑΠ 1653/2018, ΑΠ 1206/2018). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1388/2021, ΑΠ 145/2021, ΑΠ 605/2020, ΑΠ 30/2020). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 317/2021, ΑΠ 586/2020, ΑΠ 228/2020, ΑΠ 22/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Την 3-11-2010 και περί ώρα 17.30 περίπου, ο πρώτος εναγόμενος (πρώτος αναιρεσίβλητος), Α. Γ., οδηγώντας το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες και σωματικές βλάβες στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία (δεύτερη αναιρεσίβλητη), κινείτο στην οδό Δ. Γούναρη του Δήμου Καματερού Αττικής, με κατεύθυνση από την οδό Θεοτόκου προς τη λεωφόρο Δημοκρατίας. Η ως άνω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, χωρίς να υφίσταται επί του οδοστρώματος διαχωριστική γραμμή των αντίθετων κατευθύνσεων, είναι ευθεία και οριζόντια και έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 8,4 μέτρων και το όριο ταχύτητας είναι πενήντα (50) χιλιόμετρα ανά ώρα λόγω κατοικημένης περιοχής. Κατά τον ως άνω χρόνο η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική, ήταν νύχτα, υπήρχε επαρκής δημοτικός ηλεκτροφωτισμός, η ορατότητα ήταν επαρκής, ο καιρός ήταν αίθριος και η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά. Την ίδια στιγμή στην ίδια οδό όπισθεν και ομόρροπα του αυτοκινήτου του πρώτου εναγόμενου κινούνταν ο ενάγων (αναιρεσείων) οδηγώντας την υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του. Όταν ο ενάγων έφθασε κοντά στον αριθμό 60 της ως άνω οδού και λίγα μέτρα μετά την διασταύρωση της εν λόγω οδού Δ. Γούναρη με την οδό Μακρυγιάννη, επιχείρησε υπέρβαση από αριστερά του προπορευόμενου αυτοκινήτου του πρώτου εναγόμενου, αφήνοντας στο όχημα του τελευταίου αρκετό χώρο παραπλεύρως. Κατά την στιγμή όμως που επιχειρούσε ο ενάγων την ως άνω υπέρβαση και τα δύο οχήματα έβαιναν παράλληλα ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος από έλλειψη προσοχής ως προς την οδήγηση, δεν είχε αντιληφθεί την κίνηση της μοτοσικλέτας ενήργησε αιφνίδια ελιγμό προς τα αριστερά με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του ενάγοντος, ο οποίος χάνοντας την ισορροπία του χτύπησε με το δεξί του χέρι τον ουρανό του εν λόγω αυτοκινήτου. Μόλις τότε ο πρώτος εναγόμενος αντιλήφθηκε τον ενάγοντα από τον ως άνω θόρυβο και στρέφοντας το κεφάλι του έστρεψε απότομα κι άλλο το τιμόνι του προς τα αριστερά με αποτέλεσμα να χάσει πλήρως τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, το οποίο εκτράπηκε προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας παρασύροντας την μοτοσικλέτα του ενάγοντος που περιστρεφόμενη χτύπησε στο εμπρόσθιο μεσαίο τμήμα του αυτοκινήτου και στη συνέχεια ανατράπηκε στο οδόστρωμα παρασυρόμενη κατά την φορά του αυτοκινήτου, τα δύο οχήματα δε κατέληξαν στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας της οδού Δ. Γούναρη, ενώ ο ενάγων κατέπεσε επί του πεζοδρομίου σε απόσταση 0,70 μέτρων από το άκρο του, όπου και βρέθηκαν τα ίχνη αίματος αυτού (βλ. την από 3-11- 2010 έκθεση αυτοψίας και πρόχειρο σχεδιάγραμμα των αστυνομικών του Τ.Τ. Περιστερίου). Τα ως άνω οχήματα όπως προκύπτει από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα κατέληξαν στο δεξιό άκρο και δη το όχημα του πρώτου εναγόμενου αφού προσέκρουσε με την εμπρόσθια αριστερή γωνία του (στο ύψος του προφυλακτήρα και εμπρόσθιου αριστερού φλας, που αποκολλήθηκε) στην οπίσθια αριστερή γωνία του υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, που ήταν σταθμευμένο στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας προς την οδό Θεοτόκου ακινητοποιήθηκε εκεί (στο δεξί άκρο του οδοστρώματος), αντίθετα προς την κατεύθυνση του άνω ρεύματος πορείας και σε μικρή απόσταση μπροστά του ακινητοποιήθηκε η μοτοσικλέτα. Αποκλειστικά υπαίτιος της ως άνω σύγκρουσης είναι ο οδηγός του αυτοκινήτου ήτοι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος δεν επέδειξε την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια. Δηλαδή την αντικειμενικώς και αφηρημένως λαμβανόμενη επιμέλεια του συνετού ατόμου (οδηγού), μέσα στον κύκλο της εν λόγω δραστηριότητάς του ... . Από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο πρώτος εναγόμενος κατά την οδήγηση του οχήματός του δεν επέδειξε την προσοχή και επιμέλεια που απαιτείται κατά τη συναλλακτική πίστη στον κύκλο της προεκτιθέμενης δραστηριότητάς του, δηλαδή της οδήγησης, και συμπεριφερόμενος κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον που επιβαλλόταν από τις περιστάσεις (άρθρ. 330 εδ. β' ΑΚ, 12 παρ. 1 ΚΟΚ., ... και από το καθήκον του να αποφεύγει συμπεριφορά που ήταν ενδεχόμενο να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή να προκαλέσει ζημίες σε περιουσίες, δεν οδηγούσε με σύνεση (άρθρ. 12 παρ. 1 Κ.Ο.Κ.), ούτε ασκούσε έλεγχο και εποπτεία του οχήματός του, ώστε να είναι σε θέση να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ενήργησε δε αιφνίδιο και απροειδοποίητο ελιγμό προς τα αριστερά, χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώληση των λοιπών χρηστών της οδού, όπως του ενάγοντος, ο οποίος κινείτο παράλληλα με αυτόν και εκτελούσε υπέρβαση του ως άνω αυτοκινήτου (άρθρο 21 παρ.1 και 6 Κ.Ο.Κ.) και έτσι να παρεμβληθεί στην πορεία της μοτοσικλέτας του ενάγοντος με αποτέλεσμα να τραυματιστεί σοβαρά ο τελευταίος και να προκληθούν υλικές ζημίες στην μοτοσικλέτα που οδηγούσε. Από το υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό, προκύπτει ότι οι συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το εν λόγω ατύχημα, είναι αυτές που εκτίθενται παραπάνω και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός των εκκαλούντων- εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος. Ειδικότερα ότι ο πρώτος εναγόμενος είναι αποκλειστικά υπαίτιος επιδεικνύοντας την προαναφερόμενη αμελή συμπεριφορά προκύπτει από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και κυρίως από το ως άνω σχεδιάγραμμα και την οικεία έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, στην οποία αποτυπώνονται τα γυαλιά και θραύσματα που ευρέθησαν στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας του οδού Δ. Γούναρη, τις επιφάνειες των οχημάτων που συγκρούστηκαν και υπέστησαν βλάβες σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα διδάγματα της κοινής πείρας. Εξάλλου, δεν βαρύνει κάποια αμέλεια τον εκκαλούντα- εφεσίβλητο - ενάγοντα σχετικά με την πρόκληση του εν λόγω ατυχήματος, διότι αυτός πραγματοποιούσε υπέρβαση αφήνοντας στο όχημα του πρώτου εναγομένου αρκετό χώρο παραπλεύρως ενώ ο αιφνιδιαστικός ελιγμός του αυτοκινήτου εκκαλούντος - εφεσιβλήτου πρώτου εναγομένου προς τα αριστερά σύμφωνα με όσα προεκτέθησαν είχαν σαν αποτέλεσμα να παρεμβληθεί αυτό (αυτοκίνητο) στην πορεία της μοτοσικλέτας και να χάσει ο οδηγός της την ισορροπία του και τον έλεγχο του οχήματός του. Από κανένα δε αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχτηκε ότι ο ενάγων οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα. Η κρίση ως προς τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά στηρίζεται σε όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του ανωτέρω ατυχήματος τον πρώτο εναγόμενο, ενώ απέρριψε τον ισχυρισμό του τελευταίου για συνυπαιτιότητα του ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος αυτού σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε. Γι' αυτό οι λόγοι έφεσης, των εκκαλούντων - εναγομένων με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Αμέσως μετά το ατύχημα ο ενάγων διακομίστηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής "ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ - ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ" ως πολυτραυματίας, όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη μετατραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία, μικρό υποσκληρίδιο αιμάτωμα δεξιά, διάχυτες εγκεφαλικές θλάσεις και εγκεφαλικό οίδημα. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι επαναφέρουν με την έφεσή τους την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος (αρθρ.300 ΑΚ) του ενάγοντος στην έκταση του τραυματισμού του λόγω του ότι δεν έφερε κράνος. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός (κατά το ποσοστό 30%), διότι πράγματι απεδείχθη από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα σε συνδυασμό με την οικεία έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος ότι ο ανωτέρω παθών δεν έφερε κράνος, οι σωματικές βλάβες του ενάγοντος που επικεντρώνονται στο κεφάλι θα ήταν σαφώς ελαφρότερες με τη χρήση του προστατευτικού κράνους. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχτηκε την ένσταση της εναγομένης κατ'άρθρο 300 ΑΚ για το λόγο ότι ο παθών δεν φορούσε κράνος κρίνοντάς τον συνυπαίτιο στον τραυματισμό του κατά 30% ορθώς εκτίμησε τις προσαχθείσες αποδείξεις και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσης του εκκαλούντος- ενάγοντος περί χρήσεως από αυτόν κράνους, ως ουσία αβάσιμος καθώς επίσης και ο σχετικός λόγος της έφεσης των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του παθόντος στο τραυματισμό του κατά ποσοστό 95%. Αμέσως μετά την εισαγωγή του ο ενάγων ελέγχθηκε σε GCS και βρέθηκε 9/15 ισοκορικός και διασωληνώθηκε. Μεταφέρθηκε στη Μ.Ε.Θ., όπου κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στις 13-11-2011 υποβλήθηκε σε κρανιοεκτομία δεξιάς κροταφικής χώρας λόγω εγκεφαλικού οιδήματος. Στις 5-1-2012 μεταφέρθηκε από τη Μ.Ε.Θ. στη Νευροχειρουργική Κλινική του άνω νοσοκομείου με αριστερή ημιπάρεση, όπου παρουσίασε σηπτικό επεισόδιο, για την αντιμετώπιση του οποίου συνδέθηκε με αναπνευστήρα επί 24ωρο. Καθ' όλη τη διάρκεια της νοσηλείας του ήταν υπό συνεχή αντιβιοτική κάλυψη σύμφωνα με τους λοιμωξιολόγους και απύρετος από 18-2-2011, έφερε τραχειοστομία, περιφερική φλεβική γραμμή, καθετήρα Folley, Levin σίτισης και ακολούθησε πρόγραμμα φυσιοθεραπείας - κινησιοθεραπείας. Είχε κατακλίσεις στην περιοχή του κόκκυγος και του αριστερού γλουτού, για τις οποίες γινόταν τακτικός χειρουργικός καθαρισμός και παρουσίασε βελτίωση. Νοσηλεύτηκε εκεί μέχρι την 2-3-2011 (βλ. την υπ' αριθ. πρωτ. 4822/1-3-2011 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση του άνω νοσοκομείου), οπότε μεταφέρθηκε με ιδιωτικό ασθενοφόρο στο Κέντρο Αποκατάστασης και Αποθεραπείας "Α…." στη Λάρισα, όπου μέχρι την 27-5- 2011 παρακολούθησε εντατικό πρόγραμμα φυσικοθεραπείας με αναπνευστική και παθητική κινητοποίηση, με παράλληλη φαρμακευτική αγωγή, πλην όμως λόγω έλλειψης επικοινωνίας κατά διαστήματα ήταν δύσκολη η εκτέλεση της θεραπείας. Η ισορροπία του στην καθιστή θέση δεν ήταν δυνατή λόγω αστάθειας κορμού αριστερής πλευράς και λόγω πόνου κατά την κάμψη των ισχίων (έκτοπη), ενώ το αριστερό άνω άκρο ήταν υποτονικό με μικρή έως και ελάχιστη κίνηση των δακτύλων. Η μετακίνησή του γινόταν με αμαξίδιο με πολύ βοήθεια και η ορθοστάτισή του επίσης με μεγάλη βοήθεια (βλ. το ενημερωτικό σημείωμα του άνω Κέντρου). Κατά τη διάρκεια της εκεί νοσηλείας του παρουσίασε ουρολοίμωξη και επιδείνωση των κατακλίσεων, καθώς επίσης επιληπτικές κρίσεις και χρειάστηκε να νοσηλευτεί από 10-3-2011 έως 14- 3-2011 και από 20-3-2011 έως 21-3-2011 αντίστοιχα στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας "ΚΟΥΤΛΙΜΠΑΝΕΙΟ & ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΕΙΟ" (βλ. τις από 14-3-2011 και 21-3-2011 ιατρικές βεβαιώσεις του άνω νοσοκομείου). Από το ως άνω κέντρο Αποκατάστασης εξήλθε την 27-5-2011 προκειμένου να συνεχίσει τη νοσηλεία του στο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας - Πειραιά "ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ". Ο ασθενής είχε βελτίωση του επιπέδου συνείδησης, πλην όμως παρουσίαζε ημιπληγία αρ. ημισφαιρίου και μεγάλη δυσχέρεια στην ομιλία και παράλληλα ανέπτυξε υδροκεφαλία, για την οποία στις 28-5-2010 τοποθετήθηκε βαλβίδα υδροκεφάλου. Την 24-6-2011 ακολούθησε πλαστική αρκασύνδεση του ελλείμματος δεξιά με ακρυλικό μόσχευμα τύπου ΡΟRΕΧ και την 29-6-2011 έγινε αντικατάσταση με άλλο πλαστικό μόσχευμα, λόγω φλεγμονής του κρημνού. Αφαιρέθηκε η τραχειοστομία και η γενόμενη στο μεσοδιάστημα γαστροστομία και ο παθών εξήλθε από το νοσοκομείο την 12- 7-2011 με συστάσεις για υποβολή του σε μακρά φυσικοθεραπεία και αποκατάσταση του οστικού ελλείμματος (βλ. το υπ' αριθ. πρωτ. …./18-1-2012 πιστοποιητικό νοσηλείας και το εξιτήριο του άνω νοσοκομείου). Αυθημερόν εισήλθε στο Εθνικό Ίδρυμα Αποκατάστασης Αναπήρων, όπου νοσηλεύτηκε μέχρι την 5-3-2012, υποβαλλόμενος σε πρόγραμμα ιατρικής αποκατάστασης, καθώς έπασχε από παραπάρεση και περιορισμό εύρους κινήσεων (βλ. την υπ' αριθ. πρωτ. 6805/8-12-2011 βεβαίωση). Κατά τη διάρκεια της εκεί παραμονής του χρειάστηκε να μεταφερθεί και να νοσηλευτεί στο νοσοκομείο "ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ" από 18-8-201 έως 23-8-2011 για χειρουργική σύγκλιση τραχειοστομίας, από 4-9-2011 μέχρι 5-9-2011 για υποδόρια συλλογή τραύματος δεξιάς κροταφικής και πλαστική αποκατάσταση του κροταφικού οστού (βλ. τα από 23-8-2011 και 5-9-2011 εξιτήρια), ενώ την 29-12-2011 μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής "Κ.Α.Τ.", με συμπτώματα πιθανής λοιμώδους μονοπυρήνωσης και αφού υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου, παρά τη σύσταση των ιατρών του για νοσηλεία, επέστρεψε αυθημερόν στο Ε.Ι.Α.Α. Κατά την έξοδο του από το άνω Ίδρυμα την 5-3-2012, παρουσίαζε σαφή βελτίωση, η επικοινωνία του ήταν σε πολύ καλό επίπεδο, με υπολειπόμενες όμως τις λεπτές κινήσεις στο αρ. άνω άκρο και έκτοπες οστεοποιήσεις στα ισχία άμφω, που περιόριζαν τις καθημερινές του δραστηριότητες και αυτό έχρηζε βοήθειας τρίτου προσώπου, του δόθηκαν οδηγίες για περιορισμό των ωρών κίνησης και βάδιση σε μικρές αποστάσεις με χρήση μηροκνημοποδικού κηδεμόνα με ελατήριο και ανύψωση πελματικού τύπου Μetzak υπό την επίβλεψη άλλου ατόμου, συνέχιση της φαρμακευτικής αγωγής του και τακτική ιατρική παρακολούθηση (βλ. το από 5- 3-2012 ενημερωτικό σημείωμα εξόδου του Ιδρύματος). Λόγω της αστάθειας που παρουσίαζε, την 23-3-2012 έπεσε και τραυματίστηκε, καθώς υπέστη θλαστικό τραύμα αριστερού υπερόφριου τόξου, του οποίου έγινε καθαρισμός και περιποίηση στο "ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ - ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ", όπου διακομίστηκε, και μετά τον απαραίτητο νευρολογικό και ακτινολογικό έλεγχο απήλθε αυθημερόν (βλ. τις υπ' αριθ. πρωτ. …/29-3-2012 και ../9-4-2012 ιατρικές βεβαιώσεις - γνωματεύσεις του άνω νοσοκομείου). Σύμφωνα με την από 1629/27-7-2011 γνωμάτευση του Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ ο ενάγων κρίθηκε ότι το ποσοστό της αναπηρίας του ανέρχεται σε ποσοστό άνω των 80% οφειλόμενο στο τραυματισμό του στο ένδικο ατύχημα, κρίθηκε ότι έχει ανάγκη βοήθειας ετέρου προσώπου για το χρονικό διάστημα από 31-5-2011 μέχρι 31-5-2013. Επίσης σύμφωνα με το από 11/10/2013 ιατρικό πιστοποιητικό του νοσοκομείου "ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ" ο ενάγων πάσχει από βαρεία κρανιοεγκεφαλική ημισφαίριο με θλάση δεξιού εγκεφαλικού ημισφαιρίου που έχει ως συνέπεια αριστερή ομώνυμη ημιανοψία, η οποία και θα παραμείνει μόνιμος. Συνεπώς εφόσον το Δικαστήριο τούτο σχηματίζει απ' όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση ως άνω δημόσια έγγραφα πλήρη δικανική πεποίθηση, δεν συντρέχει λόγος διενέργειας πραγματογνωμοσύνης για την ως άνω κατάσταση της υγείας του ενάγοντος και του γεγονότος ότι η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος είναι απότοκος των βλαβών του εγκεφάλου ως εκ του ένδικου ατυχήματος. Το γεγονός δε ότι προ δεκαετίας από το ένδικο ατύχημα είχε υποβληθεί σε αριστερή κρανιοτομία δεν αποδείχθηκε από τα ως άνω έγγραφα ότι συνδέεται με την παρούσα κατάσταση της υγείας του η οποία είναι αποτέλεσμα του τραυματισμού του στο ένδικο ατύχημα. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε τα ίδια και απέρριψε το αίτημα των εναγομένων για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε. Γι' αυτό οι σχετικοί λόγοι έφεσης των εκκαλούντων - εναγόμενων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν. Επίσης ο ενάγων τόσο κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο Νοσοκομείο αφότου εξήλθε από την ΜΕΘ όσο και κατά το διάστημα που, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, παρέμεινε κλινήρης στην οικία του, εξαιτίας της αδυναμίας του να αυτοεξυπηρετηθεί και να φροντίζει για τις ατομικές του ανάγκες, αναγκάστηκε να απασχολήσει επί καθημερινής βάσεως τη μητέρα του, Μ. Λ., η οποία, με εντατικοποίηση των προσπαθειών της και εγκαταλείποντας κάθε άλλη ασχολία της, προσέφερε σ' αυτόν (ενάγοντα) τις σχετικές πρόσθετες υπηρεσίες, αποβλέποντας στην αμοιβή που ο τελευταίος θα εισέπραττε μελλοντικώς ως αποζημίωση από τους υπόχρεους και θα την κατέβαλε στην ίδια έναντι της ως άνω απασχολήσεώς της. Το απαιτούμενο κονδύλιο για τις υπηρεσίες αυτές, που, αν παρέχονταν από άλλο πρόσωπο, θα ήταν αμειβόμενες, ανέρχεται σε εξήντα (60) ευρώ ημερησίως για το διάστημα της νοσηλείας του στο νοσοκομείο, καθώς αυτό είναι το ποσό που θα κατέβαλε σε μία αποκλειστική νοσοκόμο, και εξακόσια (600) ευρώ μηνιαίως για την περίοδο της κατ' οίκον νοσηλείας του, δεδομένου ότι το ποσό αυτό θα αποτελούσε την αμοιβή που θα πλήρωνε σε μία οικιακή βοηθό. Έτσι ο ενάγων θα κατέβαλε για το διάστημα της νοσηλείας του στο νοσοκομείο από 5-1-2011 που εξήλθε από την ΜΕΘ μέχρι τις 5-3-2012 που εξήλθε από το Εθνικό Ίδρυμα Αποκατάστασης Αναπήρων (Ε.ΕΑ.Α) δηλαδή για 14 μήνες το ποσό των 25.200, ευρώ (14 μήνες X 60 ευρώ ημερησίως). Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη έκρινε τα ίδια και επιδίκασε το ως άνω ποσό για πλασματική δαπάνη αποκλειστικής νοσοκόμου ορθώς τις προσαχθείσες αποδείξεις εκτίμησε απορριπτόμενων των σχετικών λόγων εφέσεων των εκκαλούντων. Περαιτέρω δε για δε το διάστημα της κατ' οίκον θεραπείας του από 6-3-2012 που εξήλθε από το Εθνικό Ίδρυμα Αποκατάστασης Αναπήρων (Ε.ΕΑ.Α) έως 30-4-2012 θα κατέβαλε ο ενάγων το ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ μηνιαίως και συνολικά το ποσό των 1.080,00 ευρώ (δηλαδή 600,00 ευρώ X 1 μήνα και 24/30 ημέρες = 600,00 + 480 ευρώ = 1.080,00 ευρώ). Τα ως άνω ποσά αποτελούν και την από την αιτία αυτή θετική του ζημία (βλ. ΑΠ 371/2001 ..) το δε αιτούμενο κονδύλιο, κατά το ύψος που υπερβαίνει το αμέσως προαναφερόμενο ποσό, κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμο. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη έκρινε τα ίδια και επιδίκασε το ως άνω ποσό για πλασματική δαπάνη οικιακής βοηθού ορθώς τις προσαχθείσες αποδείξεις εκτίμησε απορριπτόμενων των σχετικών λόγων εφέσεων του εκκαλούντος - ενάγοντος. Από τα ως άνω ποσά θα επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 18.396 ευρώ [(25.200 + 1.080 =) 26.280 X 70%] σύμφωνα με το ποσοστό συνυπαιτιότητας αυτού στον τραυματισμό του (30%). Περαιτέρω δε ο ενάγων για διάστημα 56 ημερών, από της εξόδου του από το Ε.Ι.Α.Α (5-3-2012 έως 30-4-2012) δαπάνησε αναγκαστικά για λήψη βελτιωμένης διατροφής, (κρέας - ψάρια - φρούτα) προς εμπλουτισμό του διαιτολογίου του με θρεπτικές τροφές, καθημερινά, επιπλέον της συνήθους διατροφής το ποσό των πέντε ευρώ και συνολικά το ποσό των 280 ευρώ (5 ευρώ την ημέρα χ 56 ημέρες). Η λήψη της εν λόγω ειδικής βελτιωμένης τροφής έγινε κατόπιν συστάσεως των θεραπόντων ιατρών και ήταν επιβεβλημένη στην περίπτωση του παθόντος, λόγω της φύσεως των σωματικών κακώσεων που υπέστη (κατάγματα κ.λ.π), προκειμένου να υπάρχει πλήρης και ταχεία ίασή τους αλλά και ως εκ του γεγονότος ότι έχασε πολλά κιλά λόγω μακρόχρονης σίτισης του με levin και της εν γένει σωματικής του ταλαιπωρίας - αλλά και λόγω της συνεχούς λήψης πολλαπλής και βαριάς φαρμακευτικής αγωγής. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη δέχτηκε τα ίδια ορθώς τις προσαχθείσες αποδείξεις εκτίμησε απορριπτόμενου του σχετικού λόγου έφεσης του εκκαλούντος - ενάγοντος. Από το ως άνω ποσό θα επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 196 ευρώ ( 280 X 70%) σύμφωνα με το ποσοστό συνυπαιτιότητας αυτού στον τραυματισμό του (30%). Όπως αποδείχτηκε από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ως εκ του ένδικου τραυματισμού του ο ενάγων δαπάνησε: Α) Για τη μεταφορά του με ιδιωτικό ασθενοφόρο από το νοσοκομείο "ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ - ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ" στο Κέντρο Αποκατάστασης και Αποθεραπείας "Α." στη Λάρισα την 2-3-2011 και από εκεί στο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας - Πειραιά "ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ" την 27-5-2011, το συνολικό ποσό των 1.449,50 ευρώ (βλ. το υπ' αριθ. …./31- 3-2011 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών του άνω Κέντρου, ποσού 799,50 ευρώ και την υπ' αριθ. ../27-5-2011 απόδειξη είσπραξης της "Α….. - Υπηρεσίες Ασθενοφόρων", ποσού 650,00 ευρώ). Β) Για αγορά παραϊατρικών φαρμάκων, όπως αλοιφές για κατακλίσεις, αναπλαστικές, σπρέι, Betadine, γάζες, γάντια, μάσκες χειρουργείου, μωρομάντηλα, αντισηπτικά, πάνες και στρώματα για ακράτεια, επιθέματα κατακλίσεων, καθετήρες κ.λ.π., κατέβαλε το συνολικό ποσό των 496,33 ευρώ (βλ. τις προσκομιζόμενες αποδείξεις φαρμακείων και σούπερ μάρκετ). Δυνάμει της υπ' αριθμό 093/2011/12508 απόφασης του Διευθυντή του Τοπικού Υπ/τος του Ι.Κ.Α. Άνω Λιοσίων - Καματερού περί χορήγησης έκτακτης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, καταβλήθηκε στον παθόντα το ποσό των 477,45 ευρώ για υλικά ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, επιθέματα κατακλίσεων και συνεπώς, για το μέρος αυτό, έχει επέλθει απόσβεση της απαίτησης του απέναντι στους υπόχρεους προς αποζημίωση του, λόγω της εκ του νόμου υποκατάστασης του άνω ασφαλιστικού του φορέα στην ένδικη αξίωση αποζημίωσης του, ... ενώ παραμένει ισχυρή η απαίτησή του για το υπόλοιπο κριθέν ως ουσιαστικά βάσιμο ποσό ύψους 18,88 ευρώ (496,33 - 477,45), που δεν καλύφθηκε με τις ασφαλιστικές παροχές του Ι.Κ.Α., κατά το οποίο η απαίτηση ανήκει μόνο στο δικαιούχο - ζημιωθέντα. Γ) Για ιατρικές εξετάσεις και αμοιβές ιατρών και δη α) για 4 μικροβιολογικές εξετάσεις δαπάνησε το συνολικό ποσό των 95,00 ευρώ (βλ. τις υπ' αριθ. …3/31-3-2011, ..5/5-5-2011, …/10-5-2011 και …/24-5-2011 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών της βιοπαθολόγου μικροβιολόγου Δ. Κ., ποσού 15,00 ευρώ, 20,00 ευρώ, 45.00 ευρώ και 15,00 ευρώ αντίστοιχα), β) για δύο επισκέψεις του χειρουργού Ωτορινολαρυγγολόγου Δ. Κ. στο Κέντρο "Α…" για το νοσοκομείο "ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ - ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ" στο Κέντρο Αποκατάστασης και Αποθεραπείας "Α…." στη Λάρισα την 2-3-2011 και από εκεί στο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας - Πειραιά "ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ" την 27-5-2011, το συνολικό ποσό των 1.449,50 ευρώ (βλ. το υπ' αριθ. …./31-3-2011 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών του άνω Κέντρου, ποσού 799,50 ευρώ και την υπ' αριθ. ../27-5-2011 απόδειξη είσπραξης της "Α… - Υπηρεσίες Ασθενοφόρων", ποσού 650,00 ευρώ), β) για δύο επισκέψεις του χειρουργού Ωτορινολαρυγγολόγου Δ. Κ. στο Κέντρο "Α…" για αλλαγές στην τραχειοστομία και του Levin σίτισης, το συνολικό ποσό των 150.00 ευρώ (βλ. τις υπ' αριθ. 345/13-5-2011 και 4368/6-5-2011 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών του, ποσού 50,00 ευρώ και 100,00 ευρώ αντίστοιχα), γ) για μια επίσκεψη του Διευθυντή της Νευροχειρουργικής Κλινικής στο νοσοκομείο "Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ", Γ. Ο., το ποσό των 75,00 ευρώ (βλ. την υπ' αριθ. …/20-12-2011 απόδειξη είσπραξης επίσκεψης του άνω νοσοκομείου) και δ) για ένα υπερηχογράφημα όσχεου και αξονικές τομογραφίες εγκεφαλικού κρανίου και τρισδιάστατης εγκεφάλου το συνολικό ποσό των 276,11 ευρώ (βλ. τις υπ' αριθ. …./10- 5-2011, …./5-5-2011 και …./10-11-2011 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών της "Διαγνωστικό -Ιατρική Α.Ε." του νοσοκομείου "ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ", της "Διαγνωστικής Τομογραφίας Πειραιάς", ποσού 60,00 ευρώ, 71,11 ευρώ και 145,00 ευρώ αντίστοιχα). Δυνάμει της υπ' αριθμό 093/2011/18760 απόφασης του Διευθυντή του Τοπικού Υπ/τος του Ι.Κ.Α. Άνω Λιοσίων - Καματερού περί χορήγησης έκτακτης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, καταβλήθηκε στον παθόντα το ποσό των 71,11 ευρώ για την τελευταία αξονική τομογραφία (με την υπ' αριθμό 093/2011/19089 απόφαση του ίδιου Διευθυντή η αίτηση του για απόδοση της δαπάνης για την πρώτη αξονική τομογραφία απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη), και ως εκ τούτου παραμένει ισχυρή η απαίτηση του για το υπόλοιπο κριθέν ως ουσιαστικά βάσιμο ποσό ύψους 205,00 ευρώ (276,11 - 71,11). Δηλαδή, ο ενάγων δικαιούται για ιατρικές εξετάσεις και αμοιβές ιατρών το ποσό των 525,00 ευρώ (95,00 + 150,00 + 75,00 + 205,00). Δ) Για αγορά ορθοπεδικών ειδών και δη, α) ενός οξυμέτρου δακτύλου τύπου MEDEC EXI U DO για τη μέτρηση του οξυγόνου προς αποφυγή αναπνευστικού προβλήματος, ενός ζεύγους παπουτσιών τύπου ΚΑΛ UD085 και ενός απλού αναπηρικού αμαξιδίου το συνολικό ποσό των 450,00 ευρώ (βλ. τις υπ' αριθ. …./17-6-2011, …/17-6-2011 και …./20-12-2011 αποδείξεις λιανικής πώλησης της "Θ. ….& ΣΙΑ Ο.Ε.", ποσού 100,00 ευρώ, 60,00 ευρώ και 290,00 ευρώ αντίστοιχα), β) ενός ζεύγους από ορθοπεδικές μπότες με ειδική διαμόρφωση και ενός μηροκνημικού κηδεμόνα από θερμοπλαστικό υλικό, μετά από λήψη γύψινου προπλάσματος, με μεταλλικά αντιστηρίγματα από ντουραλουμίνιο με άρθρωση και ασφάλεια γόνατος και άρθρωση ποδοκνημικής με ελατήριο ανύψωσης πέλματος, συνολικά 1.399,50 ευρώ (βλ. τις υπ' αριθ. 151/12-9-2011 και 148/8-10-2011 αποδείξεις λιανικής πώλησης της "Τ. Δ.. - Κ. Λ.. Ο.Ε.", ποσού 300,00 ευρώ και 1.299,50 ευρώ αντίστοιχα), γ) ενός βάζου με ορθοπεδική πλαστελίνη για εργοθεραπεία, καθώς επίσης για τρεις λαβές ασφαλείας τοίχου και μια ανακλινόμενη, συνολικά 102,50 ευρώ (βλ. την από 12-1-2012 ταμειακή απόδειξη και την υπ' αριθ. 13/13-3-2012 απόδειξη λιανικής πώλησης της "Β. - Δ. Η. & Σ. Ό.Ε." ποσού 8,50 ευρώ και 94,00 ευρώ αντίστοιχα), δηλαδή αθροιστικά 1.952,00 ευρώ (450,00 +1.399,50 + 102,50). Δυνάμει των υπ' αριθμό 093/2011/13911 και 093/2012/542 αποφάσεων του Διευθυντή του Τοπικού Υπ/τος του Ι.Κ.Α. Ανω Λιοσίων - Καματερού περί χορήγησης πρόσθετης περίθαλψης, αποδόθηκε στον παθόντα το ποσό των 217,50 ευρώ για την αγορά του αμαξιδίου και το ποσό των 1.042,12 ευρώ για την αγορά του μηροκνημικού κηδεμόνα (βλ. και την υπ' αριθ. Σ91/533/2013 απόφαση του Διοικητή του Ι.ΚΑ και την από 23-5-2012 βεβαίωση πληρωμής πρόσθετης περίθαλψης του Τμήματος Παροχών Ασθένειας του Ι.ΚΑ Άνω Λιοσίων - Καματερού), δηλαδή συνολικά 1.259,62 ευρώ, και ως εκ τούτου παραμένει ισχυρή η απαίτηση του για το υπόλοιπο κριθέν ως ουσιαστικά βάσιμο ποσό ύψους 692,38 ευρώ (1.952,00 -1.259,62). Όπως αποδείχθηκε από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα τα έξοδα νοσηλείας του ενάγοντος στα νοσοκομεία, το Εθνικό Ίδρυμα Αποκατάστασης Αναπήρων και στο Κέντρο Αποκατάστασης και Αποθεραπείας "Α…" καλύφθηκαν από τον ασφαλιστικό του φορέα (βλ. και την υπ' αριθ. Σ91/533/2013 απόφαση του Διοικητή του Ι.Κ.Α. και την Σ91/1052/2-7-2013 απόφαση του Διοικητή του Ι.Κ.Α.). Ο ίδιος κατέβαλε για τη νοσηλεία του και για μικροβιολογικές εξετάσεις στο Κέντρο Αποκατάστασης και Αποθεραπείας "Α." από 2-3-2011 έως 27-5-2011 το ποσό των 3.043,09 ευρώ το οποίο όμως κάλυψε το ΙΚΑ με την συμπληρωματική Σ91/1052/2-7-2013 απόφαση του Διοικητή του Ι.Κ.Α. όπως προκύπτει από την οικεία προσκομιζόμενη απόφαση). Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη δέχτηκε ότι το ως άνω ποσό των 3.043,09 ευρώ που κατέβαλε δεν καλύφθηκε από το ΙΚΑ έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων γενομένου δεκτού του σχετικού λόγου έφεσης των εκκαλούντων - εναγομένων. Ενώ πρέπει να απορριφθεί ο λόγος έφεσης του εκκαλούντος - ενάγοντος όσον αφορά το κονδύλιο των 496,33 ευρώ για επιθέματα κατακλίσεων αφού σύμφωνα με τα ανωτέρω από το ως άνω ποσό καταβλήθηκε από το ΙΚΑ για την ως άνω αιτία το ποσό των 477,45 ευρώ. Ήτοι συνολικά η ζημία του ενάγοντος για την ως άνω αιτία ανέρχεται στο ποσό των 2.685,7 ευρώ (1.449,50 + 18,88 + 525 + 692,38) από το οποίο δικαιούται το ποσό των 1879,99 (2.685,7 X 70%) ευρώ σύμφωνα με το ποσοστό συνυπαιτιότητας αυτού στον τραυματισμό του (30%). Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη και επιδίκασε το αναφερόμενο σ'αυτή μεγαλύτερο ποσό έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων γενομένου δεκτού του σχετικού λόγου έφεσης των εκκαλούντων- εναγομένων και απορριπτομένου του σχετικού λόγου έφεσης του εκκαλούντος - ενάγοντος ως αβάσιμου κατ'ουσίαν...". Περαιτέρω, το Εφετείο, δέχθηκε και τα ακόλουθα: "Όπως αποδείχτηκε ο ενάγων εργαζόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου από 28-6-2010 έως και την 27-2-2011 ως ταχυδρομικός διανομέας στην εταιρία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ Α.Ε." με μηνιαίες μικτές αποδοχές ύψους 861,49 ευρώ (βλ. την από 28-6-2010 γνωστοποίηση των όρων της ατομικής του σύμβασης εργασίας εποχιακών αναγκών και την αναλυτική εκκαθάριση μισθοδοσίας του των μηνών Αυγούστου - Σεπτεμβρίου 2010). Λόγω του ένδικου τραυματισμού του δεν εργάστηκε από 4/11/2010 έως 27-2-2011 και συνεπώς, απώλεσε το κάτωθι εισόδημα το οποίο θα κέρδιζε από την παραπάνω εργασία σύμφωνα με την πιθανή και συνήθη πορεία των πραγμάτων εφόσον δεν μεσολαβούσε το ένδικο ατύχημα και δη ποσό εκ 3.445,96 ευρώ για τους μηνιαίους μισθούς (δηλαδή μην. μισθός 861,49 X 4 μήνες = 3.445,96 ευρώ), ποσό των 215,36 ευρώ για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2010 [δηλαδή μην. μισθός 861,49 X 0,2400 συντελεστή για 57 ημέρες εργασίας, εντός του χρονικού διαστήματος από 1-5- 2011 έως και 31-5- 2011, κατά το οποίο υπολογίζεται, το δώρο Χριστουγέννων = 206,75 + 8,61 (206,75 X 0,041666 για συντελεστή επιδόματος αδείας) = 215,36 ευρώ]. Ως άμεσα ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α. επιδοτήθηκε λόγω ασθένειας από 7-11-2010 έως 30-11-2010 με το ποσό των 88,35 ευρώ (βλ. την υπ' αριθ. Σ91/533/2013 απόφαση του Διοικητή του Ι.Κ.Α.), ενώ με τις υπ' αριθμό 4251/26-10-2011 και 4252/26-10-2011 αποφάσεις του Διευθυντή του Τοπικού Υπ/τος του Ι.Κ.Α. Αγίων Αναργύρων χορηγήθηκε στον ίδιο κύρια και επικουρική (Ε.Τ.ΑΜ.) σύνταξη λόγω βαριάς αναπηρίας του συνεπεία του ένδικου ατυχήματος, ποσού 495,74 και 85,79 ευρώ μηνιαίως αντίστοιχα για το χρονικό διάστημα από 1-12-2010 μέχρι την 31-5-2012, καθώς επίσης το ποσό των 400,00 ευρώ και 85,79 ευρώ αντίστοιχα για Δώρο Χριστουγέννων 2010. Επομένως, αυτός έλαβε από τον ασφαλιστικό του φορέα κατά το ανωτέρω ένδικο χρονικό διάστημα το ποσό των 1.832,94 ευρώ για σύνταξη αναπηρίας [δηλαδή 88,35 ευρώ από 7-11-2010 έως 30-11-2010 + 1.744,59 ευρώ (δηλαδή 495,74 + 85,79 = 581,53 ευρώ X 3 μήνες και δη, από 1-12-2010 έως 27-2-2011 = 1.744,59 ευρώ) = 1.832,94 ευρώ] και το συνολικό ποσό των 485,79 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων λόγω αναπηρίας (το οποίο καταβάλλεται ολόκληρο στη σύνταξη αναπηρίας, ανεξαρτήτως αν η αναπηρία του δεν κάλυψε όλο το χρονικό διάστημα από 1 Μαΐου έως 31 Δεκεμβρίου εντός του ίδιου έτους). Ως εκ τούτου πρέπει να αφαιρεθεί το ως άνω ποσό των 1.832,94 ευρώ που έλαβε από το ΙΚΑ απομένοντας το ποσό των 1613,02 ευρώ (3.445,96 - 1.832,94). Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη έκρινε τα ίδια για την ως άνω αιτία ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε απορριπτομένου του σχετικού λόγου έφεσης των εκκαλούντων - εναγομένων ... ως νόμου αβάσιμου, κατά τον οποίο ισχυρίζονται ότι δικαιούται ο ενάγων μόνο τις καθαρές αποδοχές και όχι τις μικτές. Από το ως άνω ποσό θα επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 1129,1 ευρώ (1613,02 X 70%) σύμφωνα με το ποσοστό συνυπαιτιότητας αυτού στον τραυματισμό του (30%). Περαιτέρω κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι στο μέλλον θα ξεκινούσε επιχείρηση σχολής οδηγών από την οποία θα ελάμβανε καθαρό μηνιαίο εισόδημα 2.916 ευρώ καθόσον τούτο εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες όπως την επιτυχή συμμετοχή αυτού στις οικείες εξετάσεις για την απόκτηση διπλώματος στις οποίες όμως δεν είχε λάβει μέρος απορριπτόμενου ως εκ τούτου ως ουσιαστικά αβάσιμου του σχετικού κονδυλίου. Άλλωστε όπως αποδείχτηκε ο ενάγων έχοντας αποκτήσει την σχετική από 30-6-2006 βεβαίωση επαγγελματικής κατάρτισης του Ο.Α.Ε.Δ., είχε πετύχει στο θεωρητικό μέρος των εξετάσεων Πιστοποίησης Επαγγελματικής Κατάρτισης της ειδικότητας "Εκπαιδευτής υποψηφίων οδηγών αυτοκινήτων και μοτοσικλετών", από 25η και 26η-11-2006 στη θεωρητική και προφορική εξέταση αντίστοιχα και από 7-7-2010 στα σήματα Κ.Ο.Κ. και όφειλε να μετάσχει στις εξετάσεις του πρακτικού μέρους σε όλες τις κατηγορίες των οχημάτων (βλ. την υπ' αριθ. πρωτ. ΔΒ/4381/28-2-2012 βεβαίωση του Εθνικού Οργανισμού Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού), πλην όμως δεν έλαβε μέρος στις εξετάσεις αυτές για την απόκτηση διπλώματος του άρθρου 6 παρ. δ του Ν. 2009/1992 πριν το χρόνο του ατυχήματος, αλλά αντί αυτού προτίμησε να εργαστεί ως εποχιακός υπάλληλος στα ΕΛ.ΤΑ., όπου εργάστηκε και στο παρελθόν (βλ. την από 4-7-2007 γνωστοποίηση των όρων της ατομικής του σύμβασης εργασίας για το χρονικό διάστημα από 4-7-2007 έως 3-3-2008). Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη τα ίδια ορθώς τις προσαχθείσες αποδείξεις εκτίμησε απορριπτομένου του σχετικού λόγου έφεσης του εκκαλούντος - ενάγοντος. Περαιτέρω δε αποδείχτηκε ότι ο ενάγων ως εκ της αδυναμίας του να χρησιμοποιήσει τα μέσα μαζικής μεταφοράς λόγω της ως άνω καταστάσεως της υγείας δαπάνησε τα εξής ποσά: α) ποσό 20 ευρώ για την επιστροφή του, από το Νοσοκομείο "Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑ" την 20-12-2011, όπου χρησιμοποίησε αγοραίο αυτοκίνητο (ΤΑΞΙ), για επάνοδο στο ΙΔΡΥΜΑ ΑΝΑΠΗΡΩΝ, (στο …), όπου νοσηλευόταν β) Κατά την επιστροφή του, από το Νοσοκομείο "ΚΑΤ" -είχε επισκεφτεί αυτό, τις βράδυνες ώρες της 29-12-2011 προς την 30-12-2011-, χρησιμοποίησε αγοραίο αυτοκίνητο, (ΤΑΞΙ), για επάνοδο στο ΙΔΡΥΜΑ ΑΝΑΠΗΡΩΝ, όπου νοσηλευόταν για το οποίο δαπάνησε το ποσό των (22,24 +2,80 διόδια στην Αττική Οδό) 25,04 ευρώ. γ). Κατά την επιστροφή του, από το Νοσοκομείο "ΕΡΥΘΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ", την 23-3-2012, χρησιμοποίησε αγοραίο αυτοκίνητο (ΤΑΞΙ), για μετάβαση στην κατοικία του, που, είναι στο ….. για το οποίο κατέβαλε το ποσό των 17,96 Ευρώ ήτοι συνολικά το ποσό των 63 ευρώ. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη επιδίκασε το μικρότερο ποσό των 17,96 Ευρώ έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων γενομένου δεκτού ως βάσιμου κατ'ουσίαν του σχετικού λόγου έφεσης του εκκαλούντος - ενάγοντος. Από το ως άνω ποσό θα επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 44,1 ευρώ (63 X 70%) σύμφωνα με το ποσοστό συνυπαιτιότητας αυτού στον τραυματισμό του (30%). Κατά την ένδικη σύγκρουση εφθάρησαν ουσιωδώς, έτσι ώστε να θεωρούνται κατεστραμμένα, υπό την έννοια ότι δεν είναι δυνατή πλέον η χρήση τους στις κοινωνικές και επαγγελματικές της συναλλαγές το παντελόνι (τζην) και το πουκάμισο που φορούσε και τα αθλητικά υποδήματα αξίας κατά το χρόνο της σύγκρουσης ως μεταχειρισμένα 30, 20 και 40 ευρώ αντίστοιχα, καθώς και το δερμάτινο μπουφάν αξίας κατά το χρόνο της σύγκρουσης ως μεταχειρισμένου 120 ευρώ καθώς και το κινητό του τηλέφωνο αξίας επίσης κατά το χρόνο της σύγκρουσης 80 ευρώ ήτοι ζημιώθηκε ο ενάγων συνολικά το ποσό των 290 ευρώ. Όμως δεν αποδείχτηκε ότι απωλέσθηκε το ρολόι που φορούσε ενώ αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν φορούσε κράνος και ως εκ του τούτου τα σχετικά κονδύλια πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ'ουσίαν. Από το ως άνω ποσό θα επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 203 ευρώ (290 X 70%) σύμφωνα με το ποσοστό συνυπαιτιότητας αυτού στον τραυματισμό του (30%). Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απέρριψε ως ουσία αβάσιμο στο σύνολό του το κονδύλιο που αφορούσε την ως άνω καταστροφή των προσωπικών του αντικειμένου έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων γενομένου δεκτού ως βάσιμου κατ' ουσίαν του σχετικού λόγου έφεσης του εκκαλούντος - ενάγοντος. Περαιτέρω δε πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο το αιτούμενο κονδύλιο περί πρόσληψης του πατέρα του ως υποκατάστατη δύναμη για την πραγματοποίηση φυσικοθεραπειών καθόσον ο ενάγων ακολουθούσε εντατικό πρόγραμμα φυσικοθεραπειών στα ως άνω ειδικά κέντρα αποκατάστασης ενώ σε κάθε περίπτωση οι τυχόν παρεχόμενες από τον πατέρα του παθόντος κινησιοθεραπείες - ασκήσεις δεν ήταν τόσο εξειδικευμένες αφού ο τελευταίος δεν είχε ειδικές γνώσεις και εκπαίδευση ώστε να οφείλεται σ'αυτόν αμοιβή. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απέρριψε ως ουσία αβάσιμο το ως άνω κονδύλιο ορθώς τις προσαχθείσες αποδείξεις εκτίμησε απορριπτομένου του σχετικού λόγου έφεσης του εκκαλούντος - ενάγοντος. Το από την παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου εναγόμενου, επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, προξένησε και μη περιουσιακή ζημία στα έννομα αγαθά του ως άνω παθόντος Συγκεκριμένα ο ως άνω σοβαρός τραυματισμός του, η νοσηλεία του επί μακρόν στο νοσοκομείο και δη σε μονάδα εντατικής νοσηλείας, η ανάγκη χειρουργικών επεμβάσεων, η ενασχόλησή του με ιατρούς - νοσοκομεία ιατρικές εξετάσεις και θεραπείες, η ως άνω εξέλιξη της υγείας του, δημιούργησαν στον ψυχικό κόσμο της νεαρής του ηλικίας έντονα συναισθήματα λύπης, φόβου, απαισιοδοξίας και απογοητεύσεως. Για να επέλθει μια εξισορρόπηση στην δημιουργηθείσα εξ αυτού του λόγου δυσμενή κατάσταση και να του δοθεί η ευχέρεια να την ξεπεράσει, πρέπει να του επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση. Το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τον βαθμό πταίσματος του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, το βαθμό συνυπαιτιότητας αυτού στην έκταση του τραυματισμού του, το είδος, την ένταση και την έκταση της σωματικής βλάβης του ενάγοντος, τη διάρκεια της νοσηλείας του, την ως άνω εξέλιξη της υγείας του, την ηλικία του παθόντος (30 ετών), την περιουσιακή κατάσταση των φυσικών προσώπων εκτός της ασφαλιστικής εταιρείας, (της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική) την μεγάλη ένταση του ψυχικού άλγους του παθόντος και τις σοβαρές απώλειες στον συναισθηματικό του κόσμο (...) κρίνει ότι η χρηματική ικανοποίηση που πρέπει να του επιδικασθεί ανέρχεται σε 70.000 ευρώ. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη επιδίκασε το μικρότερο ποσό των 40.000 ευρώ για την ως άνω αιτία εσφαλμένα στάθμισε τα κατά νόμο στοιχεία και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ο σχετικός λόγος της έφεσης του εκκαλούντος - ενάγοντος ως ουσιαστικά βάσιμος, απορριπτομένου του σχετικού λόγου της έφεσης των εκκαλούντων - εναγομένων, ως ουσία αβάσιμων. Ήτοι οφείλουν να καταβάλλουν οι εναγόμενοι έκαστος εις ολόκληρον στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 91.848,19 (18.396 + 196 + 1879,99 + 1129,1 + 44,1 + 203+ 70.000) ευρώ και ως εκ τούτου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη επιδίκασε το ποσό των 64.896,10 ευρώ έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και κατά συνέπεια πρέπει να γίνουν δεκτές εν μέρει η από 2-12-2013 (αριθμ. καταθ. 7113/2013) έφεση του εκκαλούντος - ενάγοντος και η από 20-2-2014 (αρ.καταθ. 1226/2014) έφεση των εκκαλούντων - εναγομένων. Ακολούθως πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη με αριθμό 1811/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο σύνολό της και ως προς το μη ανατρεπόμενο μέρος της για την ενότητα της εκτέλεσης (ΑΠ 748/84). Περαιτέρω αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και δικαστεί κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή πρέπει αυτή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι οφείλουν οι εναγόμενοι έκαστος εις ολόκληρο να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 91.848,19 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δεχόμενο την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, (ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου) οδηγού του …ΙΧΕ αυτοκινήτου στην πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης, έκρινε στη συνέχεια βάσιμη την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) στην έκταση του τραυματισμού του στο κεφάλι και συγκεκριμένα σε ποσοστό 30%, διότι δεν έφερε κατά τη στιγμή του ατυχήματος προστατευτικό κράνος, την οποία (ένσταση) οι εκκαλούντες-εναγόμενοι (ήδη αναιρεσείοντες) παραδεκτά είχαν προτείνει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφεραν με λόγο εφέσεως. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ, και του Ν. 2696/1999, αφού διέλαβε επαρκείς, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, όσον αφορά το ζήτημα του συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσείοντος στην έκταση του πιο πάνω τραυματισμού του, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή ή μη της διατάξεως του άρθρου 300 ΑΚ το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στο κρίσιμο ζήτημα της παράλειψης του αναιρεσείοντος να φέρει κράνος, κατά το χρόνο του ατυχήματος γεγονός το οποίο, συνετέλεσε στην έκταση της προαναφερθείσης σωματικής του βλάβης, ενώ ορθά υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά στην έννοια του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της έλλειψης του κράνους και του επελθόντος αποτελέσματος (εφόσον οι σοβαρότερες των σωματικών βλαβών που προκλήθηκαν διαπιστώθηκαν στην κεφαλή του), ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσείοντος, σε ποσοστό 30% στην έκταση του τραυματισμού του, λόγω ελλείψεως προστατευτικού κράνους (άρθρο 12 παρ.6 ΚΟΚ), αφενός έλαβε υπόψη του το είδος και τη βαρύτητα των λεπτομερώς αναφερομένων τραυμάτων στο κεφάλι του (αναιρεσείοντος), και αφετέρου αιτιολογεί την εν λόγω κρίση του, με την παραδοχή ότι, σε περίπτωση που ο αναιρεσείων έφερε προστατευτικό κράνος θα είχε αποφύγει τον τραυματισμό του στο κεφάλι, σε κάθε δε περίπτωση οι συνέπειες θα ήταν πολύ μικρότερες. Η ειδικότερη αιτίαση που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι αντιφατικά και ενδοιαστικά δέχθηκε ότι αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση του ατυχήματος και, στη συνέχεια, συνυπαιτιότητα, κατά ποσοστό 30%, στην έκταση των σωματικών βλαβών που υπέστη ο τελευταίος, είναι αβάσιμη, διότι το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο είναι σαφές, επαρκώς αιτιολογημένο και στηρίζει την παραδοχή της ενστάσεως συνυπαιτιότητος του αναιρεσείοντος, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της έκτασης των σωματικών βλαβών που προκλήθηκαν στο κεφάλι του οφειλόμενου στην έλλειψη κράνους. 'Οσον αφορά την κρίση ως προς τον βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αυτή εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, διότι η κρίση αυτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αφορά την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, και, συνεπώς, αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Καθ` ο μέρος όμως, με την κατ` επίφαση επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19, ΚΠολΔ πλήττεται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί την αξιολόγηση των πραγματικών γεγονότων, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Επίσης, απορριπτέος τυγχάνει ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της αυθαίρετης και αναιτιολόγητης απόρριψης του αιτήματος επιδίκασης των διαφυγόντων κερδών, τα οποία θα αποκέρδαινε μετά πιθανότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, από την μελλοντική λειτουργία σχολής οδηγών και την ως εκπαιδευτής υποψηφίων οδηγών, απόληψη κέρδους μηνιαίως ποσού 2.916 ευρώ. Τούτο διότι η κρίση του Εφετείου, όσον αφορά το σχετικό αίτημα, διαλαμβάνει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες. Ειδικότερα το Εφετείο απέρριψε το σχετικό αίτημα με την εξής αιτιολογία: "περαιτέρω κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι στο μέλλον θα ξεκινούσε επιχείρηση σχολής οδηγών από την οποία θα ελάμβανε καθαρό μηνιαίο εισόδημα 2.916 ευρώ καθόσον τούτο εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες όπως την επιτυχή συμμετοχή αυτού στις οικείες εξετάσεις για την απόκτηση διπλώματος στις οποίες όμως δεν είχε λάβει μέρος απορριπτόμενου ως εκ τούτου ως ουσιαστικά αβάσιμου του σχετικού κονδυλίου. Άλλωστε όπως αποδείχτηκε ο ενάγων έχοντας αποκτήσει την σχετική από 30-6-2006 βεβαίωση επαγγελματικής κατάρτισης του Ο.Α.Ε.Δ., είχε πετύχει στο θεωρητικό μέρος των εξετάσεων Πιστοποίησης Επαγγελματικής Κατάρτισης της ειδικότητας "Εκπαιδευτής υποψηφίων οδηγών αυτοκινήτων και μοτοσικλετών", από 25η και 26η-11-2006 στη θεωρητική και προφορική εξέταση αντίστοιχα και από 7-7-2010 στα σήματα Κ.Ο.Κ. και όφειλε να μετάσχει στις εξετάσεις του πρακτικού μέρους σε όλες τις κατηγορίες των οχημάτων ...πλην όμως δεν έλαβε μέρος στις εξετάσεις αυτές για την απόκτηση διπλώματος του άρθρου 6 παρ. δ του Ν. 2009/1992 πριν το χρόνο του ατυχήματος, αλλά αντί αυτού προτίμησε να εργαστεί ως υπάλληλος στα ΕΛΤΑ, όπου εργάστηκε και στο παρελθόν". Συνεπώς, κατά το δεύτερο σκέλος του ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως των εν λόγω ισχυρισμών στο άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον οι αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 932 ΑΚ "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία της αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου - θύματος (τόσο της ηθικής βλάβης όσο και της ψυχικής οδύνης) και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1414/2019, ΑΠ 838/2017). Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα τη κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται στην συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2017, ΑΠ 9/2015). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 34/2022, ΑΠ 170/2020, ΑΠ 642/2020, ΑΠ 1414/2019). Επίσης, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του δικαιούται αποζημίωσης, η οποία περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος . Ειδικότερα στην περίπτωση αυτή (της βλάβης στο σώμα ή στην υγεία) η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει και οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Ως νοσήλια νοούνται οι δαπάνες που είναι αναγκαίες για τη σωτηρία και την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος (φάρμακα, αμοιβή ιατρού, νοσοκομείου κ.ά). και έτσι με κριτήριο την αναγκαιότητα ή όχι πραγματοποίησης της δαπάνης θα υποχρεωθεί ή όχι ο υπόχρεος σε αποζημίωση να καταβάλει τη συγκεκριμένη δαπάνη ως οφειλόμενη ζημία (ΑΠ 2176/2009). Ήτοι η μελλοντική περιουσιακή ζημία, την οποία υφίσταται ο παθών, μπορεί να είναι και μελλοντική θετική ζημία. Αυτό εμφανίζεται στις διάφορες εγχειρήσεις στις οποίες ο παθών πρέπει να υποβάλλεται διαδοχικά μέχρις ότου ολοκληρωθεί η όλη διαδικασία της αποθεραπείας του, ιδιαίτερα στα κατάγματα (ΑΠ 1935/2013, ΑΠ 1379/2010). Σε δύσκολες και λεπτές περιπτώσεις σωματικών κακώσεων ή παθήσεων που δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν στον ελλαδικό χώρο, αλλά η μετάβαση στο εξωτερικό υπόσχεται, βάσιμα, καλύτερα αποτελέσματα το θύμα της αδικοπραξίας μπορεί να απαιτήσει τις δαπάνες νοσηλείας και μεταβάσεως στο εξωτερικό, έστω και αν αυτές είναι υψηλές. Το αν, όμως, επιβάλλεται η μετακίνηση αυτή κρίνεται αντικειμενικά και όχι κατά την προσωπική αντίληψη του θύματος ή του στενού οικογενειακού του περιβάλλοντος. Αν η μετακίνηση δεν επιβάλλεται αντικειμενικά στη συγκεκριμένη περίπτωση, γιατί έγινε από υπερβάλλουσα πρόνοια, δεν μπορεί να ζητηθεί αποζημίωση (ΑΠ 1935/2013). Όσον αφορά τη μελλοντική θετική ζημία δεν απαιτείται γι` αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο. Επίσης αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), γιατί, λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον (ΑΠ 1105/2015). Προκειμένης αξίωσης εκείνου, που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του για τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) κατά τα άρθρα 929 και 298 ΑΚ ο ζημιωθείς πρέπει να εκθέσει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στον δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας. Εφόσον αυτό συμβαίνει, τότε η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη. Αν όμως από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται ως ενδεχόμενη απλά, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης. Είναι διαφορετικό το ζήτημα, ότι στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όμως από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η αγωγή είναι απορριπτέα ως κατ` ουσίαν αβάσιμη. Για να επιδικασθεί αποζημίωση για τη μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά τον χρόνο της απόφασης, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται ως "πρόωρη", και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί. Πάντως, η τελεσίδικη απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα δεν δημιουργεί, ως προς τούτο δεδικασμένο, γιατί δεν πρόκειται για τομή της διαφοράς (ΑΠ 909/2022, ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 2153/2013, ΑΠ 1379/2010). Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή της διατάξεως, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 932 του ΑΚ και της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, αναγνώρισε ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι υπόχρεοι να του καταβάλουν ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το χρηματικό ποσό των 70.000 ευρώ, το οποίο, όπως ισχυρίζεται, είναι καταφανώς χαμηλό σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις. Ωστόσο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής τους κατά τον καθορισμό του ποσού χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης που υπέστη ο αναιρεσείων εξαιτίας της περιγραφόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του πρώτου των αναιρεσιβλήτων. Ειδικότερα δε στην ως κρίση του το Εφετείο κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη ότι "ο ως άνω σοβαρός τραυματισμός του, η νοσηλεία του επί μακρόν στο νοσοκομείο και δη σε μονάδα εντατικής νοσηλείας, η ανάγκη χειρουργικών επεμβάσεων, η ενασχόλησή του με ιατρούς - νοσοκομεία ιατρικές εξετάσεις και θεραπείες, η ως άνω εξέλιξη της υγείας του, δημιούργησαν στον ψυχικό κόσμο της νεαρής του ηλικίας έντονα συναισθήματα λύπης, φόβου, απαισιοδοξίας και απογοητεύσεως. Για να επέλθει μια εξισορρόπηση στην δημιουργηθείσα εξ αυτού του λόγου δυσμενή κατάσταση και να του δοθεί η ευχέρεια να την ξεπεράσει, πρέπει να του επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση. Το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τον βαθμό πταίσματος του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, το βαθμό συνυπαιτιότητας αυτού στην έκταση του τραυματισμού του, το είδος, την ένταση και την έκταση της σωματικής βλάβης του ενάγοντος, τη διάρκεια της νοσηλείας του, την ως άνω εξέλιξη της υγείας του, την ηλικία του παθόντος (30 ετών), την περιουσιακή κατάσταση των φυσικών προσώπων εκτός της ασφαλιστικής εταιρείας, (της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική) την μεγάλη ένταση του ψυχικού άλγους του παθόντος και τις σοβαρές απώλειες στον συναισθηματικό του κόσμο..." Επίσης, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας, ούτε τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας αυτού κατά την εφαρμογή των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 (εδ. δ`) του Συντάγματος και 932 του ΑΚ, καθόσον, υπό τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά, και με βάση τα κριτήρια καθορισμού εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 932 του ΑΚ, σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, το εν λόγω ποσό, κατά τη κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου αντίληψη δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς των συνήθως επιδικαζομένων ποσών σε παρόμοιες περιπτώσεις. Εξάλλου, το Εφετείο, προκειμένου να καθορίσει το ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως του αναιρεσείοντος ορθώς έλαβε υπόψη την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση του ατυχήματος και το συντρέχον πταίσμα αυτού (αναιρεσείοντος) στην έκταση των σωματικών του βλαβών. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, δεύτερος λόγος αναίρεσης και δεύτερος πρόσθετος αυτής από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του δικαιούται αποζημίωσης, η οποία περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Ειδικότερα στην περίπτωση αυτή (της βλάβης στο σώμα ή στην υγεία) η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει και οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Ως νοσήλια νοούνται οι δαπάνες που είναι αναγκαίες για τη σωτηρία και την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος (φάρμακα, αμοιβή ιατρού, νοσοκομείου κ.ά). και έτσι με κριτήριο την αναγκαιότητα ή όχι πραγματοποίησης της δαπάνης θα υποχρεωθεί ή όχι ο υπόχρεος σε αποζημίωση να καταβάλει τη συγκεκριμένη δαπάνη ως οφειλόμενη ζημία (ΑΠ 2176/2009). Ήτοι η μελλοντική περιουσιακή ζημία, την οποία υφίσταται ο παθών, μπορεί να είναι και μελλοντική θετική ζημία. Αυτό εμφανίζεται στις διάφορες εγχειρήσεις στις οποίες ο παθών πρέπει να υποβάλλεται διαδοχικά μέχρις ότου ολοκληρωθεί η όλη διαδικασία της αποθεραπείας του, ιδιαίτερα στα κατάγματα (ΑΠ 1935/2013, ΑΠ 1379/2010). Σε δύσκολες και λεπτές περιπτώσεις σωματικών κακώσεων ή παθήσεων που δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν στον ελλαδικό χώρο, αλλά η μετάβαση στο εξωτερικό υπόσχεται, βάσιμα, καλύτερα αποτελέσματα το θύμα της αδικοπραξίας μπορεί να απαιτήσει τις δαπάνες νοσηλείας και μεταβάσεως στο εξωτερικό, έστω και αν αυτές είναι υψηλές. Το αν, όμως, επιβάλλεται η μετακίνηση αυτή κρίνεται αντικειμενικά και όχι κατά την προσωπική αντίληψη του θύματος ή του στενού οικογενειακού του περιβάλλοντος. Αν η μετακίνηση δεν επιβάλλεται αντικειμενικά στη συγκεκριμένη περίπτωση, γιατί έγινε από υπερβάλλουσα πρόνοια, δεν μπορεί να ζητηθεί αποζημίωση (ΑΠ 1935/2013). Όσον αφορά τη μελλοντική θετική ζημία δεν απαιτείται γι` αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο. Επίσης αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), γιατί, λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον (ΑΠ 1105/2015). Προκειμένης αξίωσης εκείνου, που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του για τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) κατά τα άρθρα 929 και 298 ΑΚ ο ζημιωθείς πρέπει να εκθέσει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στον δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας. Εφόσον αυτό συμβαίνει, τότε η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη. Αν όμως από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται ως ενδεχόμενη απλά, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης. Είναι διαφορετικό το ζήτημα, ότι στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όμως από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η αγωγή είναι απορριπτέα ως κατ` ουσίαν αβάσιμη. Για να επιδικασθεί αποζημίωση για τη μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά τον χρόνο της απόφασης, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται ως "πρόωρη", και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί. Πάντως, η τελεσίδικη απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα δεν δημιουργεί, ως προς τούτο δεδικασμένο, γιατί δεν πρόκειται για τομή της διαφοράς (ΑΠ 909/2022, ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 2153/2013, ΑΠ 1379/2010). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή εννόμου προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης, και ιδίως η αγωγή, η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 917/2020). Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής (του αριθμού 9), για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ` αυτήν λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό (ΑΠ 209/2017). Αντίθετα, ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1586/2008), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα, από το ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν εκ των πραγμάτων την "αίτηση" αυτή, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που την συγκροτούν ή που αποτελούν προϋπόθεση της έρευνας ή βασιμότητάς της (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 81/2022, ΑΠ 448/2018, ΑΠ 296/2018, ΑΠ 761/2017), ή όταν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται "σιγή" απόρριψη αυτού (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 143/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο τον λόγο της έφεσής του, με τον οποίο αιτήθηκε επικουρικά, σε περίπτωση που απορρίπτονταν το αίτημα αυτού περί επιδίκασης διαφυγόντων μελλοντικών του κερδών από τη λειτουργία σχολής εκπαίδευσης υποψηφίων οδηγών, να αναγνωρισθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι όφειλαν να του καταβάλουν τις αποδοχές που θα εισέπραττε από την απασχόληση του στα ΕΛΤΑ για τους επόμενους 13 μήνες, εφόσον, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων η σύμβασή του θα ανανεώνονταν και έτσι αυτός θα ελάμβανε για το εν λόγω χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό των 11.199 ευρώ, άλλως θα ελάμβανε το εν λόγω ποσό από άλλη ισοδύναμη απασχόλησή, από την οποία θα αποκέρδαινε ομοίως το ποσό των 861,49 ευρώ μηνιαίως. Επί του αιτήματος αυτού της αγωγής, που επαναφέρθηκε ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης και αποτελεί αυτοτελή αίτηση του αναιρεσείοντος-ενάγοντος, η προσβαλλομένη ουδόλως απάντησε, υφισταμένης επί του θέματος τούτου παντελούς σιωπής του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου . Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ πρώτος των προσθέτων λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσία. Κατόπιν τούτου, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τον αναφερόμενο ως άνω λόγο που κρίθηκε βάσιμος, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δυνατή. Οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικασθούν λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθ. 178, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, και να διαταχθεί η επιστροφή σε αυτόν του παραβόλου, που κατέθεσε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την αναίρεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους. ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 5790/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ήτοι κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό της παρούσας κεφάλαιο. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.0000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Αυγούστου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ