Αριθμός 633/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Ε. Χ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κερατσά, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1093/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιουλίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 853/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό και ημερομηνία 165/17.9.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περίπτ. 2, 527 παρ. 1,3 και 528 Κ.Π.Δ., την από 12/7/12 αίτηση του Ε. Δ. Χ., κατοίκου ..., για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθ. 1093/06 αμετακλήτου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους με τριετή αναστολή, για χρήση παρανόμων μαγνητοσκοπήσεων μη δημοσίων πράξεων τρίτων ατόμων (αρ. 26§1, 27§1, 370Α§3 Π.Κ.), εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις, που περιοριστικά αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ' αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, ένα έγγραφα ή άλλα στοιχεία, που διευκρινίζουν αμφίβολα στοιχεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες, που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε τη απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 1021/2007, ΑΠ 824/2007). Στην κρινόμενη υπόθεση η παραπάνω υπ' αριθ. 1093/06 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών είναι αμετάκλητη, αφού η εναντίον της ασκηθείσα από 13/3/2006 αίτηση αναίρεσης του αιτούντος κατηγορουμένου, απορρίφθηκε με την 1607/07 απόφαση του Αρείου Πάγου (βλ. ως άνω αποφάσεις). Με την απόφαση αυτή ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας Ε. Δ. Χ. καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους με τριετή αναστολή για χρήση παρανόμων μαγνητοσκοπήσεων μη δημοσίων πράξεων τρίτων ατόμων που συνίσταται στο ότι: ο αιτών κατηγορούμενος τοποθέτησε στον ηλεκτρονικό διαδικτυακό τόπο (ΙΝΤΕRNET SΙΤΕ), υπό τον τίτλο www.___.gr, παρανόμως μαννητοσκοπηθείσες ερωτικές σκηνές των εκκαλούντων-μηνυτών Δ. Β. και Β. Π. οι οποίες και εμφανίστηκαν στο τηλεοπτικό σταθμό "SΤΑR" (βλ. πρακτικά και απόφαση 1093/06 Τριμ. Εφετείου Πλημ/των Αθηνών). Αξίζει δε να τονιστεί στο σημείο τούτο το γεγονός, ότι η καταδικαστική κρίση στηρίχτηκε και σε επτά πειστήριες φωτογραφίες (που αφορούσαν τις επίμαχες σκηνές) και στις καταθέσεις των παθόντων-εγκαλούντων, καίτοι, με την έναρξη της, ενώπιον του Εφετείου, αποδεικτικής διαδικασίας, είχε ζητήσει τον διορισμό ειδικού πραγματογνώμονος, προκειμένου, αφού μελετήσει το υλικό της δικογραφίας, να αποφανθεί για το εάν υπάρχει δυνατότητα προσδιορισμού της ταυτότητας των εικονιζόμενων στις επίμαχες φωτογραφίες. Το αίτημα απερρίφθη με την αιτιολογία ότι τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία είναι ικανά προς σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως. Ωστόσο, στο διαδικαστικό σημείο όπου εκκρεμούσε προς εκδίκαση η κατά τα ανωτέρω ασκηθείσα αίτηση του κατ/νου για αναίρεση της ως άνω (1093/06) αναφερόμενης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, οι πολιτικώς ενάγοντες Δ. Β. και Β. Π. κατέθεσαν: (α) στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και (β) στον 8° Ανακριτή Αθηνών, τις από 31.01.2007 Δηλώσεις, αντίγραφα των οποίων προσάγει και επικαλείται ο αιτών, με τις οποίες εξέφραζαν τη βεβαιότητα ότι δεν εικονίζονται εκείνοι στις επίμαχες σκηνές. Δήλωναν δε, ότι δεν επιθυμούσαν, πλέον, την τιμωρία του, γιατί πίστευαν ότι δεν διέπραξε, συνειδητά, το έγκλημα που του αποδόθηκε. Για τον ίδιο λόγο, φυσικά, δεν θα συνέχιζαν την δηλωθείσα παράσταση πολιτικής αγωνής. από την οποία παραιτήθηκαν ρητώς, και ανεπιφυλάκτως, (βλ. ως άνω δηλώσεις Δ. Β. και Β. Π.). Παράλληλα, με βάση το διατακτικό της υπ' αριθμόν 17416/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η δικογραφία διαβιβάσθηκε στον αρμόδιο Εισαγγελέα, για την ενδεχόμενη άσκηση ποινικής διώξεως σε βάρος του αιτούντος κατ/νου για παράβαση του άρθρου 22 παρ. 4 και 6 του Ν. 2472/97. Μετά δε, από διαταχθείσα και ενεργηθείσα, Προκαταρκτική Εξέταση, ασκήθηκε, ποινική δίωξη και διατάχθηκε Κυρία Ανάκριση, η οποία ανατέθηκε στον Ανακριτή του 8ου Τμήματος Αθηνών, μετά το πέρας της οποίας ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, εισήγαγε τη σχηματισθείσα δικογραφία στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών και πρότεινε, για τους στην από 23.12.2009 πρόταση του αναφερομένους λόγους, να μην γίνει κατηγορία σε βάρος του, πρόταση την οποία υιοθέτησε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμόν 612/2012 βούλευμα του, αντίγραφο του οποίου προσάγει και επικαλείται ενώπιον Σας, (βλ. προσαγ. έγγραφο 7). Στην ως άνω δικογραφία συσχετίσθηκε η αναφερόμενη Δήλωση των άνω μηνυτών και πολιτικώς εναγόντων. Η απαλλακτική πρόταση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, (η οποία υιοθετήθηκε, από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ' αριθμ. 612/2012 βούλευμα του) βασίστηκε αφενός στο περιεχόμενο της αμέσως ανωτέρω δηλώσεως των μηνυτών και αφετέρου στο ότι όπως επί λέξει αναφέρεται στην Εισαγγελική αυτή πρόταση: "... δεν προέκυψε από κανένα στοιχείο της δικογραφίας ότι ο κατηγορούμενος με πρόθεση, αυθαίρετα και χωρίς δικαίωμα επενέβη σε αρχείο προσωπικών-ευαίσθητων δεδομένων τρίτων συγκεκριμένων προσώπων και χωρίς τη συγκατάθεση τους, ή ότι έκανε χρήση των δεδομένων αυτών, τα οποία είναι κρυφά και δεν έχουν γνωστοποιηθεί ή γίνει καθ' οιοδήποτε τρόπο γνωστά, και μάλιστα με σκοπό προσπορισμού σ' αυτόν παρανόμου περιουσιακού οφέλους ή αντίθετα από μόνος του βρήκε τις επίμαχες ερωτικές σκηνές που προϋπήρχαν στο διαδίκτυο και απλώς τις ανήρτησε στην προσωπική ιστοσελίδα του, όταν πολύ περισσότερο εκφράζονται σοβαρές αμφιβολίες αν πράγματι εικονίζεται σ' αυτές το ζευγάρι των μηνυτών ...". Μάλιστα το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το ως άνω αναφερόμενο βούλευμα του έκρινε, ότι η μήνυση είναι εντελώς ψευδής και έγινε τουλάχιστον από βαριά αμέλεια, γι' αυτό και επέβαλε τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των μηνυτών. Το γεγονός αυτό είναι κατά τον αιτούντα σημαντικό, αφού, με το νέο αυτό στοιχείο, που, μάλιστα, προέρχεται από τους ιδίους τους μηνυτές και πολιτικώς ενάγοντες προκύπτει ότι το "δεδομένο", στο οποίο στηρίχθηκε, σχεδόν αποκλειστικά, η καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου, δηλαδή ότι οι εικονιζόμενοι στις φωτογραφίες είναι οι εγκαλούντες, αποδεικνύεται ως εσφαλμένο. Ειδικότερα: Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών κατέληξε σε καταδικαστική κρίση με το σκεπτικό ότι τοποθέτησε ο αιτών κατ/νος "... παρανόμως μανητοσκοπηθείσες ερωτικές σκηνές του Δ. Β. και Β. Π. εις την ιστοσελίδα του ηλεκτρονικού διαδικτύου ...", ενώ, εξετασθείς ως μάρτυρας στο ακροατήριο, ο Δ. Β., αναγνώρισε με βεβαιότητα τον εαυτό του στις φωτογραφίες που του επιδείχθηκαν. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο πείσθηκε για όσα του καταλόγισαν οι μηνυτές-πολιτικώς ενάγοντες και τον καταδίκασε, επειδή εξέλαβε ως αληθές και πραγματικό δεδομένο, την "παραδοχή" ότι αυτοί ήταν που εικονίζονταν στις επίμαχες σκηνές. Η αλήθεια, όμως, κατά τον αιτούντα είναι ότι οι εικονιζόμενοι δεν είναι οι μηνυτές. Τα όσα εικονίζονταν στην προσωπική ιστοσελίδα του αποτελούσαν αποκλειστικώς προϊόν νομίμων βιντεοσκοπήσεων και δεν έθιγαν τα συγκεκριμένα πρόσωπα. Διατηρούσε την εν λόγω ιστοσελίδα ως "χόμπυ", η δε επίσκεψη σ' αυτήν γινόταν χωρίς οποιοδήποτε οικονομικό ή άλλου είδους αντάλλαγμα. Γι' αυτό, όταν οι μηνυτές, μετά τη δίκη, ξαναείδαν, προσεκτικότερα, τις επίμαχες σκηνές, "πείσθηκαν" ότι δεν εικονίζονταν αυτοί σ' αυτές, παραιτήθηκαν ρητώς και ανεπιφυλάκτως από την σε βάρος τους παράσταση πολιτικής αγωγής και υπέγραψαν τις προαναφερθείσες δηλώσεις στις οποίες "ομολογούν" το σφάλμα τους. Το δικαστήριο στην καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του κατέληξε, στηριζόμενο και στις καταθέσεις των μαρτύρων Δ. Β. και Β. Π., καθώς και στα αναγνωσθέντα έγγραφα, (βλ. πρακτικά της 1093/06 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών. Ως νέο γεγονός προσκομίζει ο αιτών τις από 31/1/2007 δηλώσεις των Δ. Β. και Β. Π. με τις οποίες εξέφραζαν τη βεβαιότητα ότι δεν εικονίζονται εκείνοι στις επίμαχες σκηνές (βλ. συνημμ. δηλώσεις των). Όμως τα ανωτέρω επικαλούμενα από τον αιτούντα ως νέα γεγονότα-αποδείξεις από μόνα τους ή σε συνδυασμό με όλα τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω υπ' αριθ. 1093/2006 καταδικαστική απόφαση, της οποίας ζητείται η ακύρωση με την κρινόμενη αίτηση, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν βάσιμο λόγο που μπορεί να δικαιολογήσει την αιτούμενη επανάληψη της διαδικασίας, καθόσον η ανάκληση καταθέσεως μάρτυρα δεν αποτελεί αμάχητο λογικό τεκμήριο περί του ότι η παλαιά κατάθεση του είναι ψευδής, διότι οι ανακλήσεις αυτές είναι προδήλως αναξιόπιστες και δεν καθιστούν φανερή με βεβαιότητα την αθωότητα του κατ/νου (Α.Π. 408/98, Α.Π. 527/02, Α.Π. 759/03, Α.Π. 1301/2007 κ.α.). Με τα δεδομένα αυτά τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών για τη θεμελίωση της κρινόμενης αιτήσεως του, τόσο από μόνα τους, όσο και συνεκτιμώμενα με όλες τις αποδείξεις που έχουν ήδη προσκομισθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών, που δίκασε την υπόθεση, με βάση τις οποίες αυτό έκρινε ότι εκείνος (αιτών) τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε, δεν καθιστά φανερό, σε σημείο μάλιστα που να εγγίζει τη βεβαιότητα, ότι ο αιτών κατ/νος είναι αθώος των πράξεων αυτών. Κατόπιν των ανωτέρω ο επικαλούμενος ως άνω λόγος της κρινόμενης επαναλήψεως διαδικασίας είναι αβάσιμος και επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (αρ. 583§1 Κ.Π.Δ. ως ισχύει). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η από 12/7/12 αίτηση του Ε. Χ. του Δ., κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 1093/2006 αμετακλήτου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών. Και Β) Να καταδικασθεί ο αιτών στα νόμιμα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περιπτ. 2 ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων, που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ. 1 εδ. α' και 527 παρ. 3 ΚΠοινΔ, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη, καταδικαστική γι' αυτόν για πλημμέλημα, 1093/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, για το λόγο ότι, από τις αναφερόμενες στην αίτηση νέες και άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν αποδείξεις, γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθ. 1093/06 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, δικάζοντος επί εφέσεως κατά της 17416/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο αιτών Ε. Δ. Χ. καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους με τριετή αναστολή για χρήση παρανόμων μαγνητοσκοπήσεων μη δημοσίων πράξεων τρίτων ατόμων, συνισταμένη στο ότι τοποθέτησε παρανόμως μαγνητοσκοπηθείσες ερωτικές σκηνές των Δ. Β. και Β. Π. στον ηλεκτρονικό διαδικτυακό τόπο του (internet site), υπό τον τίτλο www.___.gr, οι οποίες έτσι εκτέθηκαν στη θέα και τη γνώση όλων των χρηστών του διαδικτύου. Η καταδικαστική κρίση στηρίχτηκε στις καταθέσεις των παθόντων, οι οποίοι, εξεταζόμενοι ως μάρτυρες, κατέθεσαν κατηγορηματικά στο ακροατήριο ότι δεν έχουν καμία αμφιβολία και αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους στις επίμαχες ερωτικές σκηνές ("από το σώμα και από τις στάσεις", όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε η Β. Π.) καθώς, πλην άλλων, και σε έγγραφα. Η ανωτέρω υπ' αριθ. 1093/06 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών κατέστη αμετάκλητη, διότι η εναντίον της ασκηθείσα από 13-3-2006 αίτηση αναιρέσεως του αιτούντος κατηγορουμένου, απερρίφθη με την 1607/07 απόφαση του Αρείου Πάγου. Το Τριμελές Πλημελειοδικείο Αθηνών με την προαναφερθείσα πρωτοβάθμια, υπ' αριθμόν 17416/2005, απόφασή του, διέταξε να διαβιβασθεί η δικογραφία στον αρμόδιο Εισαγγελέα, για την ενδεχομένη άσκηση ποινικής διώξεως σε βάρος του αιτούντος κατηγορουμένου και για την, συρρέουσα αληθώς, παράβαση του άρθρου 22 παρ. 4 και 6 του Ν. 2472/97. Μετά δε από διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση ασκήθηκε ποινική δίωξη και διατάχθηκε κυρία ανάκριση, η οποία ανατέθηκε στον Ανακριτή του 8ου Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, μετά το πέρας της οποίας ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών εισήγαγε τη σχηματισθείσα δικογραφία στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με την κατά νόμον πρόταση του. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ' αριθμόν 612/2012 βούλευμα του, διά καθολικής αναφοράς στην εισαγγελική πρόταση, απεφάνθη, να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του κατηγορουμένου για την άνω πράξη. Αποδεικτικό στοιχείο της άνω δικογραφίας απετέλεσε και η από 31-1-2007 κοινή δήλωση των άνω μηνυτών και πολιτικώς εναγόντων, την οποία ενεχείρησε στον Ανακριτή ο κατηγορούμενος και στην οποία οι δηλούντες φέρονται ότι έχουν πεισθεί ότι δεν εικονίζονται αυτοί στις επίμαχες ερωτικές σκηνές. Κατά την απαλλακτική πρόταση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, η οποία έγινε δεκτή με το ανωτέρω βούλευμα και η οποία βασίστηκε και στο περιεχόμενο της αμέσως ανωτέρω δηλώσεως των μηνυτών "...δεν προέκυψε από κανένα στοιχείο της δικογραφίας ότι ο κατηγορούμενος με πρόθεση, αυθαίρετα και χωρίς δικαίωμα επενέβη σε αρχείο προσωπικών - ευαίσθητων δεδομένων τρίτων συγκεκριμένων προσώπων και χωρίς τη συγκατάθεση τους, ή ότι έκανε χρήση των δεδομένων αυτών, τα οποία είναι κρυφά και δεν έχουν γνωστοποιηθεί ή γίνει καθ' οιοδήποτε τρόπο γνωστά, και μάλιστα με σκοπό προσπορισμού σ' αυτόν παρανόμου περιουσιακού οφέλους ή αντίθετα από μόνος του βρήκε τις επίμαχες ερωτικές σκηνές που προϋπήρχαν στο διαδίκτυο και απλώς τις ανήρτησε στην προσωπική ιστοσελίδα του, όταν πολύ περισσότερο εκφράζονται σοβαρές αμφιβολίες αν πράγματι εικονίζεται σ' αυτές το ζευγάρι των μηνυτών ...". Το Συμβούλιο δε, με το ίδιο βούλευμά του, έκρινε ότι η μήνυση είναι εντελώς ψευδής και έγινε τουλάχιστον από βαριά αμέλεια και επέβαλε σε βάρος των ανωτέρω μηνυτών τα δικαστικά έξοδα. Το γεγονός αυτό, κατά τον αιτούντα, είναι σημαντικό, διότι, από το νέο αυτό στοιχείο, που, μάλιστα, στηρίζεται σε έγγραφα που προέρχονται από τους ιδίους τους μηνυτές και πολιτικώς ενάγοντες, προκύπτει ότι το "δεδομένο", στο οποίο στηρίχθηκε, σχεδόν αποκλειστικά, η καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου, δηλαδή ότι οι εικονιζόμενοι στις επίμαχες ερωτικές σκηνές είναι οι εγκαλούντες, αποδεικνύεται ως εσφαλμένο. Οι επικαλούμενες δύο δηλώσεις ανακλήσεως δεν προσκομίζονται, το περιεχόμενο όμως της ετέρας τούτων προκύπτει επαρκώς από τα αναφερόμενα στο ανωτέρω βούλευμα, το οποίο και αυτό προσκομίζεται ως νέο αποδεικτικό μέσο. Αντ' αυτών προσκομίζεται μία μόνον ανακλητική δήλωση τούτων, απλώς απευθυνομένη προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αλλά μη φέρουσα πράξη καταθέσεως, υπό ημερομηνία 31 Ιανουαρίου 2007, θεωρημένη ως προς το γνήσιον της υπογραφής των από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπαδέλη. Από τις προαναφερθείσες νέες αποδείξεις, εκτιμώμενες καθεαυτές και σε συνδυασμό με εκείνες που έλαβε υπόψη του το Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την ανωτέρω 1093/06 απόφαση, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αιτών κατηγορούμενος, που ήταν κύριος και διαχειριστής της ιστοσελίδας του διαδικτύου www.___.gr, κτά το έτος 2000 ανήρτησε σε αυτήν παρανόμως μαγνητοσκοπηθείσες ερωτικές σκηνές του Δ. Β. και Β. Π., θέτοντας έτσι τις σκηνές αυτές στην κοινή θέα όλων των χρηστών του διαδικτύου. Με αυτόν τον τρόπο προέβη στη χρήση παρανόμου μαγνητοσκοπήσεως των ανωτέρω προσώπων, οι σκηνές δε αυτές παρουσιάσθηκαν και από τον τηλεοπτικό σταθμό STAR. Οι ανωτέρω δύο εξετάσθηκαν ως μάρτυρες στο ακροατήριο του Εφετείου και ο μεν Δ. Β., αναγνώρισε με βεβαιότητα τον εαυτό του και τη γυναίκα του Β. Π. στις φωτογραφίες που του επιδείχθηκαν, η δε Β. Π. κατέθεσε ότι δεν έχει καμία αμφιβολία ότι απεικονίζουν αυτούς οι φωτογραφίες. Ο πρώτος τούτων εξεταζόμενος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατέθεσε ότι οι σκηνές είχαν ληφθεί με κρυφή κάμερα και οι δύο κατέθεσαν ότι είχαν ληφθεί κατά την διάρκεια εκδρομής τους ή στα Τρίκαλα ή στο Καρπενήσι, η δε δεύτερη προσδιόρισε ότι ελήφθη κατά την διάρκεια χειμώνα διότι απεικονίζοντο με πάπλωμα και ότι είδε τις επίμαχες σκηνές κατά την διάρκεια τηλεοπτικής εκπομπής στον άνω τηλεοπτικό σταθμό και ανεγνώρισε τον εαυτό της και τον σύζυγό της σε ερωτικές σκηνές και ότι από τον τηλεοπτικό σταθμό όπου απευθύνθηκε της υπέδειξαν ως πηγή των σκηνών την άνω ιστοσελίδα του αιτούντος. Κατά τον αιτούντα το αληθές είναι ότι οι εικονιζόμενοι δεν είναι οι μηνυτές και ότι όσα εικονίζονταν στην προσωπική ιστοσελίδα του αποτελούσαν αποκλειστικώς προϊόν νομίμων βιντεοσκοπήσεων που απεικόνιζαν άλλα πρόσωπα και όχι τους μηνυτές και ότι όταν οι τελευταίοι, μετά τη δίκη, ξαναείδαν, προσεκτικότερα, τις επίμαχες σκηνές, "πείσθηκαν" ότι δεν εικονίζονταν αυτοί σ' αυτές, λόγος για τον οποίο και παραιτήθηκαν ρητώς και ανεπιφυλάκτως από την σε βάρος τους παράσταση πολιτικής αγωγής και υπέγραψαν τις προαναφερθείσες δηλώσεις στις οποίες αναγνώρισαν το σφάλμα τους. Στην προσκομιζομένη ως άνω ανακλητική δήλωση τούτων, την απλώς απευθυνομένη προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και μη φέρουσα πράξη καταθέσεως, υπό ημερομηνία 31 Ιανουαρίου 2007, θεωρημένη ως προς το γνήσιο της υπογραφής τους από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπαδέλη, αναφέρεται μεν ότι από μεταγενέστερη και πληρέστερη έρευνα της υποθέσεως πείσθηκαν ότι δεν απεικονίζονται αυτοί στο επίμαχο βίντεο, όμως οι δηλούντες εμμένουν στο παράνομο της γενομένης βιντεοσκοπήσεως, δια της αναφοράς ότι πείσθηκαν από την έρευνά τους ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε ότι "οι εικόνες που δημοσίευε στην ιστοσελίδα του αυτή αποτελούσαν προϊόν παράνομης βιντεοσκοπήσεως ...". Όμως η παραπάνω δι' ενυπογράφου εγγράφου "ανάκληση" των καταθέσεων αυτών, δεν αποδεικνύει ότι οι καταθέσεις τους ήταν όντως ψευδείς, στη δε συγκεκριμένη περίπτωση η ανάκληση αυτή, που έγινε μετά αλλεπάλληλες αντιθέτου περιεχομένου καταθέσεις τόσον στην προδικασία, όσον και στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, περί ενός απλού γεγονότος αφορώντος στους ιδίους, δηλαδή περί του εάν οι πειστήριες φωτογραφίες απεικονίζουν ή μη αυτούς τους ιδίους, συνοδευόμενες από τη δήλωση ότι στο στάδιο προ της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως και διαρκούσης της άνω κυρίας ανακρίσεως, οι μάρτυρες για πρώτη φορά μετά την τελεσίδικη απόφαση διεπίστωσαν ότι έσφαλαν ως προς το αν απεικονίζονται στο επίμαχο βίντεο, είναι αναξιόπιστη και δεν καθιστά φανερή με βεβαιότητα την αθωότητα του κατηγορουμένου. Με τα δεδομένα αυτά τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται ο αιτών, δηλαδή η ανακλητική δήλωση όπως αποτυπώνεται στο ανωτέρω βούλευμα και το απαλλακτικό βούλευμα για αληθώς συρρέουσα πράξη, που στηρίχθηκε σ' αυτήν, τόσον από μόνα τους, όσον και συνεκτιμώμενα με όλες τις αποδείξεις που είχαν ήδη προσκομισθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε την υπόθεση, με βάση τις οποίες αυτό έκρινε ότι εκείνος (αιτών) τέλεσε την αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε, δεν καθιστούν φανερό, ότι ο αιτών κατηγορούμενος είναι αθώος της πράξεως αυτής. Κατόπιν των ανωτέρω ο επικαλούμενος ως άνω λόγος της κρινόμενης επαναλήψεως διαδικασίας είναι αβάσιμος και επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12 Ιουλίου 2012 αίτηση του Ε. Χ., περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη 1093/2006 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2013. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2013 Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ