Αριθμός 424/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.Κ.Δ.) (ΑΦΜ: 090016565, Δ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών), που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, οδός Ακαδημίας, αρ. 40 και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Σ. του Δ., συζύγου Ν. Ρ., 2) Δ. Σ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζαφείριο Τσολακίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Κοινοποιούμενη προς τους: 1) Β. Δ. του Π., κάτοικο ..., 2) Χ. Δ. του Β., συζ. Ι. Κ., κάτοικο ..., 3) Μ. Δ. του Β., συζ. Μ. Κ., κάτοικο ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-10-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 363/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2019 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον, με την από 9-1-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης η έκδοση της προσβαλλόμενης 84/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ενάγοντες, Ε. Σ. και Δ. Σ. άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης την από 3.10.2014 αγωγή τους, κατά των εναγομένων Β. Δ., Χ. Δ., Μ. Δ. και του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων". Με την αγωγή αυτή εξέθεταν, ότι με το .../25.9.2011 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης, Α. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα, κατέστησαν η μεν πρώτη ψιλή κυρία, ο δε δεύτερος επικαρπωτής του περιγραφομένου σε αυτήν ακινήτου που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας Αγίας Μαρίνας Μυτιλήνης της νήσου Λέσβου. Ότι δυνάμει της με αριθμό πρωτοκόλλου .../2006 αίτησης του πρώτου εναγομένου Β. Δ. περί διόρθωσης γεωμετρικών στοιχείων και κατόπιν της .../2006 απόφασης της Προϊσταμένης του Κτηματολογικού Γραφείου Μυτιλήνης, το ακίνητο κυριότητάς του, με ΚΑΕΚ ..., όμορο προς το ακίνητο των εναγόντων, λανθασμένα εμφανίσθηκε μετατοπισμένο από νότο προς βορρά, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, με συνέπεια κατά την απεικόνισή του στο Κτηματολόγιο να διεισδύει στο ακίνητο των εναγόντων, καταλαμβάνοντας από αυτό λωρίδα γης εμβαδού 708,80 τ.μ. Ότι το συνολικό ακίνητο του πρώτου εναγομένου με το με αριθμό .../22.12.2006 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Α. Σ., κατατμήθηκε και μεταβιβάσθηκε στις δεύτερη και τρίτη των εναγομένων και ειδικότερα μεταβιβάσθηκε στη δεύτερη εναγομένη ακίνητο εμβαδού 4.606,68 τ.μ., το οποίο έλαβε αριθμό ΚΑΕΚ ... και στην τρίτη εναγομένη ακίνητο εμβαδού 8.020,91 τ.μ., το οποίο έλαβε αριθμό ΚΑΕΚ .... Επικαλούμενοι δε οι ενάγοντες ότι κατά την κτηματογράφηση της περιοχής και κατά τον κρίσιμο χρόνο των πρώτων εγγραφών για τα ακίνητα, που βρίσκονται στην περιοχή του δημοτικού διαμερίσματος Αγίας Μαρίνας Μυτιλήνης, το εν λόγω ακίνητο καταχωρήθηκε εσφαλμένα στα οικεία Κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Μυτιλήνης ότι ανήκει κατά κυριότητα στους ως άνω όμορους ιδιοκτήτες, και δη ότι το μεν περιγραφόμενο τμήμα αυτού εμβαδού 506,10 τ.μ. στη δεύτερη εναγομένη Χ. Δ., το δε περιγραφόμενο τμήμα, εμβαδού 202,70 τ.μ., στην τρίτη εναγομένη, Μ. Δ., η οποία με βάση την από 13.11.2007 δανειακή σύμβαση, παραχώρησε στο τέταρτο εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" δικαίωμα προς εγγραφή υποθήκης επί του ακινήτου της, ζήτησαν να αναγνωρισθούν η μεν πρώτη ως ψιλή κυρία, ο δε δεύτερος ως επικαρπωτής των ως άνω γεωτεμαχίων εμβαδού 506,10 τ.μ. και 202,70 τ.μ. που εμφανίζονται εσφαλμένα να ανήκουν στις ιδιοκτησίες των δεύτερης και τρίτης των εναγομένων αντίστοιχα και διαταχθεί η διόρθωση των εν λόγω ανακριβών εγγραφών στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Μυτιλήνης, ώστε να αποτυπωθεί το παραπάνω συνολικό τμήμα ακινήτου των 708,80 τ.μ. (506,10 + 202,70), ως αυτοτελές γεωτεμάχιο και να συνενωθεί σε ένα ενιαίο ακίνητο με το ακίνητο τους με ΚΑΕΚ ... έκτασης 2.673 τ.μ. και να αναγραφεί στα βιβλία του ως άνω Κτηματολογικού Γραφείου, το ορθό δηλαδή το σχετικό δικαίωμά τους ψιλής κυριότητας της πρώτης και επικαρπίας του δεύτερου επί του συγκεκριμένου ακινήτου. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης, με την 363/2018 οριστική απόφασή του, δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή, αναγνώρισε ότι η πρώτη ενάγουσα είναι ψιλή κυρία και ο δεύτερος επικαρπωτής του ως άνω γεωτεμαχίου συνολικής έκτασης 708,80 τ.μ., ελευθέρου βαρών, καθόσον έκρινε ότι η υποθήκη που έχει εγγραφεί επί του συνολικού ακινήτου της τρίτης εναγομένης, εκτάσεως 8.020,91 τ.μ., υπέρ του τέταρτου εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. , με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", πρέπει να περιοριστεί κατά το μέρος αυτού των 202,70 τ.μ. και διέταξε τη διόρθωση ώστε αντί των προαναφερόμενων εσφαλμένων καταχωρίσεων, στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Μυτιλήνης, με τις οποίες τμήμα του ακινήτου εμβαδού 506,10 τ.μ. φέρεται να ανήκει στην κυριότητα της δεύτερης εναγομένης και τμήμα του ακινήτου εμβαδού 202,70 τ.μ. φέρεται να ανήκει στην κυριότητα της τρίτης εναγομένης να καταχωριστούν ορθά ως ψιλή κυρία και επικαρπωτής αυτών, η πρώτη ενάγουσα και ο δεύτερος ενάγων αντίστοιχα. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση μόνο από το τέταρτο εναγόμενο, Ν.Π.Δ.Δ., στρεφόμενη κατά των εφεσιβλήτων Ε. Σ. και Δ. Σ., ήδη αναιρεσιβλήτων, κοινοποιούμενη και προς τους λοιπούς αρχικούς εναγομένους, επί αυτής δε εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 84/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου με την οποία αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής στρέφεται η από 9.1.2020 αίτηση αναιρέσεως, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552 Κ. και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). Σημειώνεται ότι, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες .../30.9.2021 και .../30.9.2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Βορείου Αιγαίου με έδρα το Πρωτοδικείο Μυτιλήνης, Π. Κ., και την .../4.10.2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ν. I. Β., για τη συζήτηση της προκειμένης αιτήσεως αναιρέσεως, που επισπεύδεται από τους αναιρεσίβλητους, κλητεύθηκαν να παραστούν και οι αρχικοί ομόδικοι τους ως εναγόμενοι, Β. Δ., Χ. Δ. και Μ. Δ., σύμφωνα με τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 110 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., από τα οποία προκύπτει ότι κάθε διάδικος δικαιούται να παρίσταται στις επισπευδόμενες από άλλο διάδικο δικαστικές πράξεις επί της υπόθεσης του και πρέπει να κλητεύεται προς τούτο υπό την προθεσμία και τις διατυπώσεις που τάσσει ο νόμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.2 εδ. α' και 3, 6 παρ.1, 2 και 3, 7 παρ. 3 και 7α παρ.1 περ. α' εδ. α' και β' ν. 2664/1998, όπως ισχύει, προκύπτει ότι: α) Στο Κτηματολόγιο καταχωρούνται νομικές και τεχνικές πληροφορίες που αποσκοπούν στον ακριβή καθορισμό των ορίων των ακινήτων και στη δημοσιότητα των εγγραπτέων στα κτηματολογικά βιβλία δικαιωμάτων και βαρών, με τρόπο που διασφαλίζει τη δημόσια πίστη, προστατεύοντας κάθε καλόπιστο συναλλασσόμενο που στηρίζεται στις κτηματολογικές εγγραφές, β) Από την έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου σε καθεμία από τις κατά το ν. 2308/1995 κτηματογραφούμενες περιοχές αντικαθίσταται το υφιστάμενο έως τότε στις περιοχές αυτές σύστημα μεταγραφών και υποθηκών... γ) Πρώτες εγγραφές είναι εκείνες που καταχωρούνται ως αρχικές εγγραφές στο κτηματολογικό βιβλίο, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες, δ) Οι πρώτες εγγραφές, επί των οποίων στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή, αποτελούν πράξη δημόσιας αρχής με διαπιστωτικό χαρακτήρα των υφισταμένων εμπράγματων δικαιωμάτων, που μετά την οριστικοποίησή τους παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακρίβειας, ε) Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία, αναφορικά με το δικαιούχο κυριότητας ενός ακινήτου, μπορεί, όποιος έχει έννομο συμφέρον (ο πραγματικός κύριος, ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ο δανειστής του κλπ), να ζητήσει με αγωγή, που απευθύνεται ενώπιον του κατά τις γενικές διατάξεις αρμοδίου καθ' ύλην και κατά τόπον Πρωτοδικείου, την αναγνώριση του προσβαλλόμενου με την ανακριβή εγγραφή δικαιώματος και τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής. Η αγωγή αυτή στρέφεται κατά του (ανακριβώς) αναγραφομένου στο κτηματολογικό φύλλο ως δικαιούχου κυριότητας του επιδίκου ακινήτου ή των καθολικών του διαδόχων και σε περίπτωση μεταβίβασης του επιδίκου και κατά του ειδικού διαδόχου... Επίσης, κατά τις παραγράφους 1 περ. 1β' και 5 του άρθρου 12 και 2 εδ. 4 του άρθρου 13 του ίδιου νόμου, σε συνδυασμό με το άρθρο 220 του ΚΠολΔ, η σχετική αγωγή πρέπει να καταχωρείται στο οικείο κτηματολογικό φύλλο μέσα σε προθεσμία, κατ' ανώτατο όριο, τριάντα (30) ημερών από την κατάθεση της, αλλιώς είναι απαράδεκτη η συζήτησή της. στ) ... ζ) Οι πρώτες εγγραφές, των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η ακρίβεια δικαστικά εντός της πιο πάνω αναφερόμενης αποκλειστικής προθεσμίας των 5 ή 7 ετών, καθίστανται άμεσα οριστικές και παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακρίβειας υπέρ των αναγραφομένων ως δικαιούχων κυριότητας, ενώ σε περίπτωση δικαστικής τους αμφισβήτησης, οριστικοποιούνται μόλις καταστεί αμετάκλητη η δικαστική απόφαση που απορρίπτει την αγωγή, ή αν αντίθετα γίνει ολικά ή μερικά δεκτή η ασκηθείσα αγωγή, μόλις καταστεί αμετάκλητη η σχετικώς εκδοθείσα απόφαση, διορθώνονται αντίστοιχα οι πρώτες εγγραφές και έκτοτε παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακρίβειας, η) Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 7α παρ. 1α του ν. 2644/1998, μέχρι την οριστικοποίηση των πρώτων εγγραφών δεν εμποδίζεται η μεταβίβαση των μη καταχωρηθέντων σε αυτές (πρώτες εγγραφές) δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα, ο δικαιούχος μη καταχωρηθέντος στις πρώτες εγγραφές δικαιώματος κυριότητας μπορεί να μεταβιβάσει αυτό, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του Αστικού Κώδικα, χωρίς να απαιτείται και η τήρηση της τυχόν προβλεπομένης στις διατάξεις αυτές προϋπόθεσης της εγγραφής της σχετικής πράξης στο κτηματολόγιο, εφόσον δε ο μεταβιβάζων δεν έχει ασκήσει και καταχωρήσει στο οικείο κτηματολογικό φύλλο την προαναφερόμενη αγωγή του άρθρου 6 παρ. 2 για τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, την πιο πάνω υποχρέωση εγγραφής της μεταβιβαστικής πράξης αναπληρώνει η εκ μέρους του αποκτώντος άσκηση και η με επιμέλεια του καταχώριση της αγωγής αυτής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου. Εωσότου καταστεί αμετάκλητη η σχετικώς εκδοθείσα απόφαση επί της παραπάνω αγωγής (άρθρο 7 του ν. 2664/1998), τυχόν μεταβίβαση του ανακριβώς καταχωρηθέντος δικαιώματος τελεί υπό την αναβλητική αίρεση αυτής, δηλαδή της αμετάκλητης απόφασης που δέχεται την αγωγή. Κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη εμπράγματου δικαιώματος, που προσβάλλεται με τις ανακριβείς πρώτες εγγραφές είναι αυτός της έναρξης του Εθνικού Κτηματολογίου σε μία περιοχή όπως καθορίζεται με σχετική απόφαση του ΟΚΧΕ και όχι αυτός της έγερσης της αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2. του ΑΚ και 12 παρ. 1 ζ' του Ν. 2664/1998. (ΑΠ 1412/2021, ΑΠ 239/2021, ΑΠ 582/2018, ΑΠ 148/2016). Περαιτέρω, σύμφωνα με άρθρο 175 εδ. α' του ΑΚ, η διάθεση ενός αντικειμένου είναι άκυρη αν ο νόμος την απαγορεύει. Εξάλλου, με τα άρθρα 1 και 2 παρ. 1 του ν.δ. 3783/1957 "Διευκολύνσεις στέγασης δημοσίων υπαλλήλων" ορίσθηκε ότι σκοπός του ν.δ/τος αυτού είναι η βάσει ενιαίου προγράμματος παροχή διευκολύνσεων προς τους στο άρθρο 2 αναφερομένους για την απόκτηση παρ' αυτών ιδιόκτητης κατοικίας. Στο δε άρθρο 8 παρ. 1, 2, 3 και 4 του ίδιου ν.δ/τος ορίζεται ότι: "Αι κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου αποκτώμενοι κατοικίαι δεν υπόκεινται εις επίταξιν και εν γένει εις οιονδήποτε έτερον περιορισμόν της κυριότητος μέχρι της ολοσχερούς εξοφλήσεως των προς τούτο συνομολογουμένων δανείων. 2. Απαγορεύονται επίσης μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως του δανείου η κατάσχεσις και απαλλοτρίωσις των κατά τας διατάξεις του παρόντος αποκτηθησομένων οικιών, διαμερισμάτων και οικοπέδων των εν άρθρω 2 του παρόντος νόμου προσώπων, δι'οφειλάς αυτών οιασδήποτε φύσεως προς οιονδήποτε, γεγεννημένας προ της ισχύος του παρόντος ν.δ. 3. Απαγορεύονται απολύτως η κατάσχεσις των τοκοχρεωλυτικών δόσεων των οφειλετών προσώπων του άρθρ. 2 του παρόντος ν.δ. ως και προϊόντος των δανείων των προς αυτούς χορηγουμένων δια την απόκτησιν κατοικίας. 4. Εν περιπτώσει εκνικήσεως του εις υποθήκην κατά τας διατάξεις του παρόντος ν.δ. δοθέντος ακινήτου, προς τον δανειστήν, ο αναδειχθείς νέος ιδιοκτήτης υπεισέρχεται αυτοδικαίως , εις τας εκ της δανειακής συμβάσεως υποχρεώσεις, ευθυνόμενος μετά του αρχικού οφειλέτου έναντι του δανειστού". Επίσης, με το άρθρο 9 του ως άνω ν.δ/τος καθορίζονται όροι συνάψεως των δανείων αυτών από τα δικαιούμενα πρόσωπα και ο τρόπος εξασφαλίσεως της αποπληρωμής τους. Επιπροσθέτως, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 4/2018, 1/2013). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020). Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011). Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. (ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 1646/2018). Στην προκειμένη περίπτωση , το Μονομελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 84/2019 αποφάσεώς του, δέχθηκε ανελέγκτως ότι από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως ενώπιον του αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ'αριθμ. .../25.09.2001 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Α. Σ., το οποίο έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μυτιλήνης..., περιήλθε στην πρώτη ενάγουσα κατά ψιλή κυριότητα και στον δεύτερο ενάγοντα κατά επικαρπία, λόγω δωρεάς από την Ε., χήρα Ι. Σ., το γένος Μ. Χ., γιαγιά της πρώτης και μητέρα του δεύτερου των εναγόντων, τμήμα γεωτεμαχίου, εμβαδού 708,80 τ.μ., κείμενο εκτός οικισμού και εκτός σχεδίου πόλης στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας Αγίας Μαρίνας Μυτιλήνης της νήσου Λέσβου. Το εν λόγω ακίνητο αποτελούσε τμήμα ευρύτερης έκτασης 21.712,64τ.μ., η οποία είχε περιέλθει στη δικαιοπάροχο των εναγόντων, κατά μεν ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος το 1928 πατέρα της Μ. Χ., την οποία αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. .../25.05.1971 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Π. Δ. Γ. που μεταγράφηκε νόμιμα... , κατά δε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία εξ αδιαθέτου της αποβιωσάσης το 1959 μητέρας της, Β. χήρας Μ. Χ., το γένος Ν. Κ., την οποία αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. .../25.05.1971 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθμ. .../2006 αίτηση του πρώτου εναγομένου περί διόρθωσης γεωμετρικών στοιχείων και δυνάμει της υπ' αριθμ. .../2006 αποφάσεως της Προϊσταμένης του Κτηματολογικού Γραφείου Μυτιλήνης, το με αριθμό ΚΑΕΚ ... όμορο ακίνητο, ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου, εμφανίσθηκε λανθασμένα μετατοπισμένο από νότο προς βορρά, κατά 6,30 μέτρα κατά μέσο όρο, καθώς και με λάθος διαστασιολόγηση σε σχέση με τις αναγραφόμενες συντεταγμένες επί της βορειοανατολικής του πλευράς, που συνορεύει με δημοτική οδό, με αποτέλεσμα κατά την απεικόνισή του στο Κτηματολόγιο να διεισδύει στο ακίνητο των εναγόντων, κατά εμβαδόν 708,80 τ.μ. , καταλαμβάνοντας καθόλο το πλάτος την ιδιόκτητη λωρίδα γης - δίοδό τους, με πρόσοψη 5,25 μ. επί της δημοτικής οδού, με αποτέλεσμα να καθίσταται το ακίνητο των εναγόντων χωρίς πρόσοψη και άρα μη άρτιο. Το τμήμα του εδάφους, ως προς το οποίο έχει εμφιλοχωρήσει η εσφαλμένη κτηματολογική εγγραφή , απεικονίζεται στο από Μαΐου 2014 διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών του μηχανικού, Α. Φ., με περιμετρικά στοιχεία Ν-ΣΙ-29-22α-26-22-21-Τ-Ν και επιφάνεια 708,80 τμ. Περαιτέρω με το υπ' αριθμ. .../22.12.2006 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης, Α. Σ., που καταχωρήθηκε νόμιμα στα οικεία κτηματολογικά φύλλα με αριθμό 21/5.1.2007, ο πρώτος εναγόμενος προέβη σε κατάτμηση του ακινήτου του, όπως αυτό απεικονιζόταν μετά την ως άνω διόρθωση, και σε μεταβίβαση αυτού, λόγω γονικής παροχής στις δεύτερη και τρίτη των εναγομένων. Συγκεκριμένα, στη δεύτερη εναγομένη μεταβίβασε τμήμα του ακινήτου του, που έλαβε αριθμό ΚΑΕΚ ..., με εμβαδόν 4.606,68 τμ. και στην τρίτη εναγομένη μεταβίβασε τμήμα του ακινήτου που έλαβε αριθμό ΚΑΕΚ ..., με εμβαδόν 8.020,91 τμ. Ωστόσο, τμήμα του ακινήτου των εναγόντων, εμβαδού 506,10 τ.μ., όπως αποτυπώνεται με στοιχεία 22α - 28 -26- 22 - 22 α στο ίδιο ως άνω διάγραμμα, φέρεται καταχωρημένο εσφαλμένα στα κτηματολογικά βιβλία , ως τμήμα του ακινήτου με αριθμό ΚΑΕΚ ..., συνολικού εμβαδού 4.606,68 τ.μ., με δικαιούχο τη δεύτερη εναγομένη. Επίσης, έτερο τμήμα του ακινήτου των εναγόντων, εμβαδού 202,70 τ.μ., όπως αποτυπώνεται με στοιχεία Ν-ΣΙ-29-22 α-22-21-Τ-Ν στο ίδιο ως άνω διάγραμμα, φέρεται καταχωρημένο εσφαλμένα στα κτηματολογικά βιβλία, ως τμήμα του ακινήτου με αριθμό ΚΑΕΚ ..., συνολικού εμβαδού 8.007, 51 τ.μ., με δικαιούχο την τρίτη εναγομένη. Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται αναγκαία η διόρθωση των ως άνω ανακριβών εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Μυτιλήνης, έτσι ώστε τμήμα, εμβαδού 506,10 τ.μ., όπως αποτυπώνεται με στοιχεία 22α - 28 -26- 22 -22 α στο ίδιο ως άνω διάγραμμα, που φέρεται εσφαλμένα ως τμήμα του ακινήτου με αριθμό ΚΑΕΚ ..., συνολικού εμβαδού 4.606,68 τ.μ., με φερόμενη δικαιούχο τη δεύτερη εναγομένη να αποτυπωθεί ως αυτοτελές γεωτεμάχιο, που να ανήκει κατά ψιλή κυριότητα στην πρώτη ενάγουσα και κατά επικαρπία στον δεύτερο ενάγοντα, καθώς και τμήμα εμβαδού 202,70 τ.μ., όπως αποτυπώνεται με στοιχεία Ν-ΣΙ-29-22 α-22-21-Τ-Ν στο ίδιο ως άνω διάγραμμα, φέρεται εσφαλμένα καταχωρημένο ως τμήμα του ακινήτου με αριθμό ΚΑΕΚ ..., συνολικού εμβαδού 8.007, 51 τ.μ., με φερόμενη δικαιούχο την τρίτη εναγομένη, να αποτυπωθεί ως αυτοτελές γεωτεμάχιο, που να ανήκει κατά ψιλή κυριότητα στην πρώτη ενάγουσα και κατά επικαρπία στον δεύτερο ενάγοντα, στη συνέχεια δε να συνενωθούν τα τμήματα αυτά σε ένα ενιαίο ακίνητο, με το επίδικο, με αριθμό ΚΑΕΚ ... εμβαδού 2.637,34 τμ. Το τέταρτο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν, με ισχυρισμό του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που επαναφέρει με σχετικό λόγο εφέσεως, εκθέτει ότι δεν είναι νόμιμη η ως άνω διόρθωση, όσον αφορά το ακίνητο της τρίτης εναγομένης, καθόσον με την από 13.11.2007 δανειακή σύμβαση έχει παραχωρηθεί στο ίδιο δικαίωμα εγγραφής υποθήκης επί του ακινήτου αυτού, για ποσό 165.000 ευρώ (που καταχωρήθηκε στο κτηματολογικό φύλλο με αριθμό 2438/ 26.11.2007) και ότι επομένως η διόρθωση αυτή αποτελεί άκυρη διάθεση , κατά τους όρους του άρθρου 175 ΑΚ. Ως προς τον ισχυρισμό αυτό, λεκτέα τα εξής: Με την υπ'αριθμ. 326/4/21.09.2005 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΚΧΕ (ΦΕΚ 1357/Β/29.09.2005),ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του Κτηματολογίου στο δημοτικό διαμέρισμα Αγίας Μαρίνας Μυτιλήνης η 29.9.2005. Η ως άνω δανειακή σύμβαση, όμως, με την οποία παραχωρήθηκε το δικαίωμα εγγραφής υποθήκης επί του ακινήτου της τρίτης εναγομένης, έγινε την 13.11.2007, ήτοι μετά την ως άνω ημερομηνία έναρξης του Κτηματολογίου στην περιοχή, όπου βρίσκεται το εν λόγω ακίνητο. Ως εκ τούτου - εκτός του ότι η εσφαλμένη κτηματολογική εγγραφή δεν αποτελεί διάθεση αντικειμένου - κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη του εμπραγμάτου δικαιώματος, που προσβάλλεται με τις ανακριβείς πρώτες εγγραφές, είναι εκείνος της έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή, όπου βρίσκεται το ακίνητο, όπως καθορίζεται με σχετική απόφαση του ΟΚΧΕ, που στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι η 29.9.2005 και όχι αυτός της έγερσης της αγωγής του άρθρου 6 & 2 του Ν. 2664/1998, όπως είναι η ένδικη αγωγή... Επομένως κρίνεται αβάσιμος ο ισχυρισμός αυτός...". "Με τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, την οποία αντικατέστησε με την προσβαλλόμενη απόφασή του. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 175 εδ. α'του ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 5 και του άρθρου 9 παρ. 1 του ν.δ/τος 3783/1957 που αφορούν στην υπό προϋποθέσεις, σύναψη δανείων τοκοχρεωλυτικής αποσβέσεως από τα αναφερόμενα στις διατάξεις του ως άνω ν.δ/τος πρόσωπα με το Ν.Π.Δ.Δ. υπό την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, για την απόκτηση κατοικίας, και στην απαγόρευση της οποιασδήποτε μεταβίβασης των αποκτωμένων με βάση τα ανωτέρω δάνεια κατοικιών, διαμερισμάτων ή οικοπέδων μέχρι την ολοσχερή εξόφληση τους, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προκτιθέμενες ουσιαστικές παραδοχές του δεν πληρούσαν το πραγματικό τους και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους. Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Τούτο δε, διότι, κατά τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφέρεται ως προς το ενδιαφέρον στην παρούσα περίπτωση ζήτημα: α) ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα, εμβαδού 202,70 τ.μ., όπως αποτυπώνεται με στοιχεία 1 Ν-ΣΙ-29-22α-22-21-Τ-Ν στο από Μαΐου 2014 διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών του μηχανικού Α. Φ., το οποίο κείται εκτός οικισμού και εκτός σχεδίου πόλης στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας Αγίας Μαρίνας Μυτιλήνης της νήσου Λέσβου, φέρεται εσφαλμένα καταχωρημένο στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Μυτιλήνης, ως τμήμα του όμορου ακινήτου με αριθμό ΚΑΕΚ ..., συνολικού εμβαδού 8.007, 51 τ.μ., λόγω εσφαλμένης αποτύπωσης των γεωμετρικών στοιχείων του, με φερόμενη δικαιούχο την αρχική τρίτη εναγομένη, Μ. Δ., ενώ το επίδικο αυτό εδαφικό τμήμα αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης που ανήκει κατά ψιλή κυριότητα στην πρώτη ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη και κατά επικαρπία στον δεύτερο ενάγοντα-αναιρεσίβλητο, β) ότι η εγγραφή υποθήκης με την από 13.11.2007 δανειακή σύμβαση υπέρ του αναιρεσείοντος επί του ως άνω ακινήτου της οφειλέτριάς του, Μαρίας Δεσποτέλλη, εμβαδού 8.000,51 τ.μ., στο οποίο περιλαμβάνεται κατ' εσφαλμένη γεωμετρική αποτύπωση το επίδικο εδαφικό τμήμα των 202,70 τ.μ., χωρίς να ανήκει στην κυριότητα της ίδιας, αλλά στην κυριότητα (ψιλή κυριότητα και επικαρπία) των πρώτης και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα, έγινε μετά την 29.9.2005, που ορίσθηκε ως ημερομηνία έναρξης του Κτηματολογίου στην περιοχή όπου βρίσκεται αυτό, ήτοι στο δημοτικό διαμέρισμα Αγίας Μαρίνας Μυτιλήνης, με την 326/4/21.09.2005 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΚΧΕ (ΦΕΚ 1357/Β/29.09.2005) και συνεπώς το επικαλούμενο αυτό δικαίωμα του αναιρεσείοντος δεν υφίστατο κατά τον κρίσιμο χρόνο. Επί πλέον το Εφετείο ορθά έκρινε με αυτά που δέχθηκε, αποφαινόμενο εν τέλει ότι, εφόσον το επικαλούμενο εμπράγματο δικαίωμα υποθήκης του αναιρεσείοντος δεν υφίστατο κατά τον κρίσιμο χρόνο της 29ης.9.2005, που είναι ο χρόνος της έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή όπου βρίσκεται το ως άνω ακίνητο, με την αναγνώριση επί του επιδίκου εδαφικού τμήματος αυτού εμβαδού 202,70 τ.μ., των προσβαλλόμενων με την ως άνω ανακριβή πρώτη εγγραφή στα οικεία κτηματολογικά βιβλία εμπραγμάτων δικαιωμάτων (ψιλής κυριότητας και επικαρπίας) των αναιρεσιβλήτων, κατά τον προαναφερόμενο κρίσιμο χρόνο, και την διόρθωσή της, δεν μπορούσε να συντελεσθεί και δεν συντελέσθηκε άκυρη διάθεση (μεταβίβασή) του, κατά παραβίαση των προπαρατιθέμενων διατάξεων του άρθρου 175 εδ. α' του ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 5 και του άρθρου 9 παρ. 1 του ν.δ/τος 3783/1957. Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Τούτο δε, διότι με σαφήνεια και πληρότητα δέχθηκε ότι αντικείμενο της αγωγής για τη διόρθωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία αναφορικά με το δικαιούχο εμπραγμάτου δικαιώματος, είναι η αναγνώριση του προσβαλλόμενου με την ανακριβή εγγραφή δικαιώματος και η διόρθωση της εσφαλμένης αυτής πρώτης εγγραφής και ότι η ύπαρξη του δικαιώματος πρέπει να υφίσταται κατά τον κρίσιμο χρόνο, που είναι εκείνος της έναρξης του Κτηματολογίου στην περιοχή που βρίσκεται το ακίνητο, όπως αυτός καθορίζεται με σχετική απόφαση του ΟΚΧΕ, προϋπόθεση, η οποία δεν συνέτρεξε στην παρούσα υπόθεση για το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., εφόσον, το επικαλούμενο από αυτό δικαίωμα υποθήκης επί του ως άνω συνολικού ακινήτου, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο εδαφικό τμήμα, ήταν ανύπαρκτο κατά τον κρίσιμο χρόνο αυτό, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει λόγος περί άκυρης διάθεσής του και μη νόμιμης διόρθωσης από την εσφαλμένη αναγραφή του ως ανήκοντος στην κυριότητα της οφειλέτριας του αναιρεσείοντος Μ. Δ., στην ορθή αναγραφή του ως ανήκοντος στην ψιλή κυριότητα της πρώτης αναιρεσίβλητης και την επικαρπία του δεύτερου αναιρεσίβλητου. Συνεπώς είναι αβάσιμοι οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, υπό τα στοιχεία του αναιρετηρίου Α, Β και Δ, με τους οποίους το αναιρεσείον, υπό την επίκληση των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 175 εδ. α'του ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 5 και του άρθρου 9 παρ. 1 του ν.δ/τος 3783/1957 που αφορούν στην υπό προϋποθέσεις, σύναψη δανείων τοκοχρεωλυτικής αποσβέσεως από τα αναφερόμενα στις διατάξεις του ως άνω ν.δ/τος πρόσωπα με το Ν.Π.Δ.Δ. υπό την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, για την απόκτηση κατοικίας, και στην απαγόρευση της οποιασδήποτε μεταβίβασης των αποκτωμένων με βάση τα ανωτέρω δάνεια κατοικιών, διαμερισμάτων ή οικοπέδων μέχρι την ολοσχερή εξόφληση τους. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ' όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίον στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015). Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 579/2022, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 168/2015). Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013), ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 14/2017, ΑΠ 538/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, υπό στοιχείο Γ του αναιρετηρίου, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 1281 ΑΚ ,που ορίζει ότι η υποθήκη είναι δικαίωμα αδιαίρετο, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, με το λόγο αυτό αιτιάται το αναιρεσείον ότι, εφόσον σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, το εμπράγματο βάρος της υποθήκης δεν επηρεάζεται από τη διαίρεση ή την κατάτμηση του βεβαρημένου ακινήτου, αλλά εξακολουθεί αυτή να βαρύνει ακέραια και αυτοτελώς κάθε τμήμα του ακινήτου που προέκυψε από την κατάτμηση ή τη διαίρεσή του για την εξόφληση της απαίτησης, το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του παραδοχές σχετικά με τις συνέπειες της μεταβολής της κυριότητας επί του επίδικου εδαφικού τμήματος, σε σχέση με την υποθήκη που έχει εγγραφεί επί του συνολικού ακινήτου, στο οποίο περιλαμβάνονταν και αυτό. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι, στην προκειμένη περίπτωση που προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το αναιρεσείον, το οποίο ως εκκαλούν ηττήθηκε πρωτοδίκως, δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι ο ως άνω ισχυρισμός περί αδιαιρέτου της υποθήκης στον οποίο ο λόγος αυτός στηρίζεται, είχε προταθεί από το ίδιο στο Εφετείο με λόγο έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Επί πλέον, από την επισκόπηση του δικογράφου της από 10.10.2018 εφέσεως του αναιρεσείοντος, προκύπτει σαφώς, ότι δεν προβλήθηκε με λόγο αυτής τέτοιος ισχυρισμός ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη από 9.1.2020 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" για αναίρεση της 84/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου να καταδικαστεί το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134.423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993), το οποίο ενεργεί υπέρ και κατά του Ελληνικού Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., που εξομοιώνονται με αυτό (ΑΠ 205/2021, ΑΠ 339/2020, ΑΠ 251/2017), όπως είναι και το αναιρεσείον, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9.1.2020 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" για αναίρεση της 84/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ