ΑΡΙΘΜΟΣ 54/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Κ. του Μ., κατοίκου Πλατανιά Δράμας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοχάρη Δαλακούρα, περί αναιρέσεως της με αριθμό 1354/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ζ. Κ. του Ν., κάτοικο ..., που δεν παρέστη και 2) Μ. Κ. συζ. Γ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαρτίου 2012 αίτησή του και στους από 24 Σεπτεμβρίου 2012 πρόσθετους λόγους αυτής, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 450/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και β) επικουρικά: να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και ειδικότερα ως προς τον πρόσθετο λόγο της παραβίασης του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. ε' του Κ.Π.Δ. και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 8/3/2012 αίτηση αναιρέσεως του Ν. Κ. και οι από 24/9/2012 πρόσθετοι λόγοι, κατά της 1354/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ προκύπτει ότι για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται: 1) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, 2) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη, 3) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση η οποία προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοίνωσης που γίνεται σε άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή το παρελθόν, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξη ή παράλειψη. Το γεγονός πρέπει να είναι κατάλληλο, δηλαδή πρόσφορο ως αντιτιθέμενο στην ηθική και στην ευπρέπεια, να προσβάλλει είτε την τιμή κάποιου, είτε την υπόληψή του. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως και χαρακτηρισμοί, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Για τη θεμελίωση αυτού του εγκλήματος, απαιτείται, εκτός των ως άνω στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία την ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης και τη γνώση ότι το διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές. Η ύπαρξη τέτοιου άμεσου δόλου, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή αυτούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Για την ύπαρξη αιτιολογίας της αποφάσεως είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ιδιαίτερη αιτιολογία για την ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως επί του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, δηλαδή άμεσος δόλος, ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), πρέπει η ύπαρξη τέτοιου δόλου να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση με παράθεση περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, για να αποκλειστεί ότι ο δράστης ενήργησε με ενδεχόμενο δόλο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν θα θεμελιωνόταν η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, κατ' επιλογή, όπως επιβάλλεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως, η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν η απόφαση δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε δεν έχει η απόφαση νόμιμη βάση. Περαιτέρω, στα υπαλλακτικώς μικτά εγκλήματα, η παραδοχή περισσοτέρων υπαλλακτικών τρόπων τελέσεως, συνιστά εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, διότι δημιουργείται ασάφεια κα αντίφαση που καθιστά αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο, στερεί δε την απόφαση νόμιμης βάσης και έτσι επέρχεται η εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Όμως δεν δημιουργείται τέτοια ασάφεια από παραδοχή και των δύο τρόπων, συνισταμένων σε θετική ενέργεια τρόπων τέλεσης (παράσταση ψευδών γεγονότων και απόκρυψη των αληθινών, όπως επί απάτης), εφόσον στην απόφαση εξειδικεύεται ο ένας από αυτούς και η αναφορά του άλλου δεν διαφοροποιεί τον τρόπο τέλεσης της πράξης, αλλά απλώς προσδιορίζει (εξειδικεύει) το δόλο του δράστη. Κατά συνέπεια, δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση όταν αναφέρονται περισσότεροι από ένας τρόποι, εφόσον στο σκεπτικό ή στο διατακτικό εξειδικεύεται ο ένας τρόπος και η απλή αναφορά που έγινε διηγηματικώς του άλλου τρόπου για να τονιστεί το αποτέλεσμα της δόλιας ενέργειας του κατηγορουμένου ή έστω εκ παραδρομής, δεν διαφοροποιεί τον τρόπο τέλεσης της πράξης, αλλά προσδιορίζει το δόλο του δράστη. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 1354/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για συκοφαντική δυσφήμηση κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα και δια του τύπου (άρθρα 1, 12, 14, 26 παρ. 1 εδ. 1, 27 παρ. 1, 51, 53, 57, 61, 63, 79, 94, 98, 363-362 του ΠΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο μόνο του Ν. 2243/1994, άρθρο 47 του Α.Ν. 1092/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 1738/1987) και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης έντεκα (11) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία χρόνια. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στην προκειμένη περίπτωση από τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, από τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, την απολογία του κατηγορουμένου και γενικά από την όλη συζήτηση της υποθέσεως αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος εγκαλών - πολιτικώς ενάγων Ζ. Κ. είναι μόνιμος τακτικός υπάλληλος του Τμήματος της Τεχνικής Υπηρεσίας Δήμων και Κοινοτήτων (Τ.Υ.Δ.Κ.) της Διεύθυνσης τοπικής Αυτοδιοίκησης της Περιφερείας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και κατά τον παρακάτω αναφερόμενο χρόνο ήταν Προϊστάμενος αυτής. Το κύριο αντικείμενο της Υπηρεσίας αυτής (Τ,Υ.Δ.Κ.) είναι η εκπόνηση μελετών, η διοίκηση, η παρακολούθηση και ο έλεγχος της εκτελέσεως των δημοσίων έργων των ΟΤΑ α' βαθμού του Ν. Δράμας, που στερούνται Τεχνικής Υπηρεσίας. Η δεύτερη εγκαλούσα - πολιτικώς ενάγουσα Μ. συζ. Γ. Κ., είναι πολιτικός μηχανικός, ασκεί το επάγγελμά της στη Δράμα, ως εργολήπτρια ιδιωτικών και δημοσίων έργων. Ο δε σύζυγός της, Γ. Κ., που είναι αδελφός του πρώτου πολιτικώς ενάγοντος, είχε διατελέσει Δημοτικός Σύμβουλος του Δήμου Δράμας, κατά την περίοδο 1994-2006 και κατά το έτος 2009 ήταν Νομαρχιακός Σύμβουλος του Νομαρχιακού Διαμερίσματος του Ν. Δράμας και Πρόεδρος του Νομαρχιακού Συμβουλίου. Ο Δήμος Νικηφόρου Ν. Δράμας με την από 7-4-2008 διακήρυξή του προκήρυξε ανοιχτή δημοπρασία για την ανάδειξη αναδόχου του έργου "Αντικατάσταση εξωτερικών δικτύων ύδρευσης στη θέση "ΠΗΓΩΝ ΒΑΓΙΑ", προϋπολογισμού 300.000 ευρώ, με κριτήριο αναθέσεως τη χαμηλότερη τιμή. Στη δημοπρασία, που διενεργήθηκε στις 27-5-2008, έλαβε μέρος, με την παραπάνω ιδιότητά της, η δεύτερη πολιτικώς ενάγουσα και αναδείχθηκε μειοδότρια, με ποσοστό εκπτώσεως 2,16%. Στη συνέχεια, εγκρίθηκε και κατακυρώθηκε ομόφωνα το αποτέλεσμα της δημοπρασίας στην άνω μειοδότρια, με σχετική απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου Νικηφόρου. Ακολούθως υπεγράφη μεταξύ του φορέα του έργου Δήμου Νικηφόρου και της ως άνω αναδόχου η από 15-7-2008 σύμβαση κατασκευής του έργου. Λόγω του ότι ο Δήμος Νικηφόρου στερείται Τεχνικής Υπηρεσίας η (Τ.Υ.Δ.Κ.) Ν. Δράμας ανέλαβε ως Διευθύνουσα Υπηρεσία τη διοίκηση, παρακολούθηση και έλεγχο του έργου. Επιβλέπουσα του έργου ορίστηκε η Α. Σ.-Ζ., πολιτικός μηχανικός, και βοηθός αυτής ο Μ. Χ., που είναι υπάλληλοι της άνω τεχνικής υπηρεσίας (Τ.Υ.Δ.Κ.). Στα καθήκοντα των επιβλεπόντων περιλαμβάνονταν, πλην άλλων, η παρακολούθηση και ο έλεγχος της ποιότητας και ποσότητας των εργασιών και η εν γένει τήρηση των όρων της συμβάσεως από την ανάδοχο (άρθρα 6 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 1418/1984 και 28 του Π.Δ. 609/1985). Το εν λόγω έργο περαιώθηκε στα τέλη του 2008. Κατά την περίοδο υποχρεωτικής συντηρήσεως (εγγυήσεως) του έργου, η οποία οριζόταν σε δεκαπέντε (15) μήνες από τη βεβαίωση περαιώσεως (άρθρο 7ο της συμβάσεως), μετά από έντονα καιρικά φαινόμενα, που επικράτησαν στην περιοχή κατά τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2009, αποκαλύφθηκε ένα τμήμα του σωλήνα και έγινε παράσυρση τριών τεχνικών και δύο φρεατίων, ζημίες, τις οποίες απεκατέστησε η δεύτερη πολιτικώς ενάγουσα - ανάδοχος του έργου. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ. 512/3-4-2009 απόφαση του Γ. Γ. Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης ορίστηκε η Επιτροπή παραλαβής του έργου, η οποία προέβη σε προσωρινή ποσοτική και ποιοτική παραλαβή αυτού, συντάσσοντας το από 13-4-2009 Πρωτόκολλο Προσωρινής Παραλαβής, το οποίο εγκρίθηκε με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Νικηφόρου, κατά πλειοψηφία (μειοψηφούντων των δημοτικών συμβούλων της παρατάξεως του Ν. Κ.). Περαιτέρω προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, που ήταν κατά το χρόνο άσκησης της σε βάρος του κατηγορίας, δημοτικός σύμβουλος στο Δήμο Νικηφόρου, του οποίου είχε διατελέσει και Δήμαρχος, ως ανακηρύχθηκε και τώρα, ως επικεφαλής του συνδυασμού που πλειοψήφησε στις πρόσφατες νομαρχιακές και δημοτικές εκλογές Α) Στις 6-3-2009 εμφανιζόμενος στην εκπομπή "Παρεμβάσεις" του τηλεοπτικού σταθμού ΣΤΑΡ Δράμας, που είχε ως θέμα το προαναφερόμενο έργο, ήτοι αυτό της αντικατάστασης του εξωτερικού δικτύου ύδρευσης στη θέση "ΠΗΓΩΝ ΒΑΓΙΑ" του Δήμου Νικηφόρου Δράμας, για το οποίο κατ' αυτόν, υπήρχαν σοβαρές κακοτεχνίες και ελλείψεις, προέβη, μεταξύ άλλων, στους κάτωθι ισχυρισμούς για τους εγκαλούντες-πολιτικώς ενάγοντες: Σελ. 4-5- έγγραφης απομαγνητοφώνησης της εκπομπής Κ.: " Αυτό το συζήτησα ... εγώ που να τον καταγγείλω στον προϊστάμενο ων τεχνικών υπηρεσιών; αφού είναι συγγενικό άτομο, (ερωτήσεις δημοσιογράφων ... . Κ.: "Νομικά απ' ότι ακούμε είναι το ασυμβίβαστο και δεν μπορεί οι συγγενείς πρώτου βαθμού να παίρνουν έργα. Αυτό είναι μία ιστορία πολλών" (ερωτήσεις δημοσιογράφων) ... Σελ. 18-19 της έγγραφης απομαγνητοφώνησης της εκπομπής: (ερωτήσεις δημοσιογράφων) ... Κ.: "Γι' αυτό ανεβαίνει και το κόστος ... . Κοιτάξτε να πούμε, η εργολάβος είναι του αδελφού του γυναίκα, η γυναίκα του είναι εργολάβος, ο ελεγκτής είναι προϊστάμενος ... και όποιοι θέλουν εδώ στην πατρίδα μας θέλουνε να κλείσουν τέτοια εγκλήματα, με γεια τους με χαρά τους ... τα χαλίκια" Σελ. 21 της έγγραφης απομαγνητοφώνησης της εκπομπής: (ερωτήσεις δημοσιογράφων) ... . Κ.: "Δεν μπορείς όταν κάπου είστε προϊστάμενος να δίνεις έργα σε συγγενικά σου άτομα πρώτου βαθμού. Αν αυτό δεν είναι αυτό που λέω τότε εγώ κάνω λάθος. Αλλά έτσι είναι όπως το λέω". Β) Στις 6-4-2009 σε επιστολή του προς το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών μεταξύ άλλων ανέφερε ότι "θα παρακαλούσα την υπηρεσία σας να προβεί σε έλεγχο στην Τεχνική Εταιρεία της κ. Μ. Β. στη Δράμα, η οποία εκτελεί έργα σύμφωνα με τις συμβατικές της υποχρεώσεις στα οποία όμως δεν τηρεί τίποτα από αυτά που υπογράφει ... . Στην εν λόγω εταιρία δε, που ανατίθενται έργα μετά από νόμιμους ή νομιμοφανείς διαγωνισμούς με πολύ μικρή έκπτωση, από την ΤΥΔΚ (Τεχνική Υπηρεσία Δήμων και Κοινοτήτων) ο προϊστάμενος της εν λόγω Υπηρεσίας κ. Ζ. Κ. είναι συγγενικό πρόσωπο με την ιδιοκτήτρια κ. Β. Μ. ο δε σύζυγος αυτής Γ. Κ. είναι εκλεγμένος Νομαρχιακός Σύμβουλος και Πρόεδρος Νομαρχιακού Συμβουλίου ...". Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, ότι τα αναφερόμενα από τον κατηγορούμενο σε βάρος των εγκαλούντων-πολιτικώς εναγόντων στην τηλεοπτική συνέντευξή του στο τηλεοπτικό κανάλι ΣΤΑΡ Δράμας και στην από 6-4-2009 επιστολή του στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, περί ανάθεσης του προαναφερόμενου έργου στην δεύτερη πολιτικώς ενάγουσα, Μ. Κ., από τον πρώτο πολιτικώς ενάγοντα, Ζ. Κ., λόγω του ότι είναι συγγενής του, αφού είναι σύζυγος του αδελφού του πρώτου, ήταν ψευδή. Και αυτό διότι, ως αποδείχθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, η δεύτερη εγκαλούσα Μ. Κ., ανέλαβε το εν λόγω έργο, μετά από νόμιμη συμμετοχή της σε σχετικό διαγωνισμό με άλλους διαγωνιζόμενους και επιλέχτηκε νομίμως από την Δημαρχιακή Επιτροπή του Δήμου Νικηφόρου, διότι είχε την καλύτερη προσφορά. Εξ ουδενός δε αποδεικτικού μέσου αποδείχθηκε ότι πρώτος πολιτικώς ενάγων, με την παραπάνω ιδιότητά του, είχε οιαδήποτε ανάμειξη στη διαδικασία της διενέργειας της δημοπρασίας, της επιλογής του ανάδοχου, της εγκρίσεως και της κατακυρώσεως του αποτελέσματος αυτής και στη συνέχεια στη διαδικασία συνάψεως της σχετικής συμβάσεως. Επομένως, το εν λόγω έργο αφ' ενός μεν δε δόθηκε στην δεύτερη εγκαλούσα πολιτικώς ενάγουσα από τον πρώτο εγκαλούντα -πολιτικώς ενάγοντα, αφ ετέρου δε η ανάθεσή του σ' αυτή από την Δημαρχιακή επιτροπή δεν οφείλεται στην ως άνω συγγένεια της με τον πρώτο εγκαλούντα, ως ψευδώς ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος. Ο τελευταίος, μάλιστα, είχε πλήρη γνώση ότι τα ανωτέρω, που υποστήριζε ήταν ψευδή, δοθέντος ότι ο ίδιος συμμετείχε, ως μέλος, με την ιδιότητα του δημοτικού συμβούλου, στην από 6.6.2008 συνεδρίαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου Νικηφόρου, που ενέκρινε ομόφωνα τα πρακτικά της μειοδοτικής δημοπρασίας της 27.5.2008, στην οποία ανάδοχος αναδείχθηκε η δεύτερη εγκαλούσα, που έκανε την καλύτερη προσφορά. Ο κατηγορούμενος, παρόλο που γνώριζε την αναλήθεια των γεγονότων αλλά και ότι η διάδοσή τους μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων-πολιτικώς εναγόντων, με δόλια προαίρεση η οποία ενυπάρχει στα ίδια τα αποδειχθέντα ψευδή γεγονότα, προχώρησε στη διάδοσή τους με τη συνέντευξή του στο τηλεοπτικό κανάλι ΣΤΑΡ Δράμας και με την από 6-4-2009 επιστολή του προς το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, τα οποία υπέπεσαν, τουλάχιστον, στην αντίληψη των τηλεθεατών της από 6.3.2009 τηλεοπτικής εκπομπής "Παρεμβάσεις" καθώς και στον παραλήπτη και αναγνώστες της ως άνω επιστολής του, τα όσα δε ως άνω ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος, εν γνώσει του ψεύδους τους, μπορούσαν να μειώσουν, όπως μείωσαν, την τιμή και υπόληψη των εγκαλούντων. Έτσι στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση τελεσθείσα και δια του τύπου, όπως τα πραγματικά περιστατικά, που την στοιχειοθετούν αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας. Ο, εκ του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ, ισχυρισμός του κατηγορουμένου, κρίνεται απορριπτέος, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, καθόσον, σύμφωνα με όσα πιο πάνω αποδείχθηκαν οι αναφερόμενοι ισχυρισμοί του στη συνέντευξη που έδωσε και στην από 9-4-2009 επιστολή του, ήταν αναληθείς και ο εναγόμενος τελούσε σε γνώση της αναληθείας αυτών και επομένως δεν αίρεται ο χαρακτήρας των αδίκων αυτών πράξεων, κατ άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ, ως αβασίμως αυτός επικαλέστηκε. Τέλος, ο αυτοτελής ισχυρισμός που υπέβαλε ο συνήγορος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, με τον οποίο ζήτησε την αναγνώριση στο πρόσωπό του, όπως κατά λέξη αναφέρει: "... την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του αρ. 84 παρ. 2 ε του ΠΚ", τυγχάνει παντελώς αόριστος και πρέπει εξ αυτού του λόγου να απορριφθεί. Και τούτο, διότι ο κατηγορούμενος δεν επικαλέστηκε, προς θεμελίωση της ελαφρυντικής περίστασης που ζήτησε να του αναγνωρισθεί, πραγματικά περιστατικά προκειμένου αυτά να αξιολογηθούν από το δικαστήριο προς σχηματισμό της κρίσεως περί συνδρομής ή όχι αυτής στο πρόσωπο του, αλλά περιορίσθηκαν στην αναφορά μόνον της διατάξεως, που την προβλέπει και της διατυπώσεώς της (ΑΠ 226/2010, ΑΠ 1178/2010 δημ. σε τραπ. νομ. πληρ. ΝΟΜΟΣ). Με αυτά που δέχθηκε το κατ' έφεση δικάσαν δικαστήριο, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 363-362 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με την παραδοχή ασαφών, ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Πλήρως δε αιτιολογείται ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος, σε σχέση με το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, με την παράθεση πραγματικών περιστατικών υποδηλούντων τον δόλο αυτό της γνώσης της αναλήθειας των όσων ψευδών γεγονότων μειωτικών της τιμής και της υπόληψης των εγκαλούντων ισχυρίστηκε, προσθέτως δε με πλήρη αιτιολογία εξειδικεύονται οι ενέργειες στις οποίες αυτός προέβη, προκειμένου να πραγματώσει την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος. Ειδικότερα, όσον αφορά την αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το δικαστήριο προβαίνει σε εναλλαγή των τρόπων τέλεσης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, δεχόμενο και "ισχυρισμό" και "διάδοση" γεγονότος, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού, παρότι στο σκεπτικό η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ότι ... ο κατηγορούμενος προέβη στους κάτωθι "ισχυρισμούς" για τους εγκαλούντες ..., ότι ο κατηγορούμενος, καίτοι γνώριζε την αναλήθεια των γεγονότων, αλλά και ότι η "διάδοσή τους" μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων ..., τα όσα δε ως άνω "ισχυρίστηκε" ο κατηγορούμενος, εν γνώσει του ψεύδους τους, μπορούσαν να μειώσουν την υπόληψη των εγκαλούντων.., στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης εξειδικεύεται πλέον ο τρόπος τελέσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, με την παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε το ανωτέρω έγκλημα με τους αναφερόμενους αναλυτικά "ισχυρισμούς" ενώπιον τρίτων γεγονότων που ήταν ψευδή και αυτός γνώριζε ότι αυτά ήταν ψευδή. Έτσι, δεν δημιουργήθηκε ασάφεια και αντίφαση, ούτε εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικής ποινικής διάταξης ( άρθρα 363-362 του ΠΚ), εφόσον στο σκεπτικό και στο διατακτικό εξειδικεύεται ο ένας τρόπος τέλεσης, αυτός του "ισχυρισμού" και η απλή αναφορά που έγινε διηγηματικώς του άλλου τρόπου (διάδοση) στο σκεπτικό, ή έστω εκ παραδρομής, δεν διαφοροποιεί τον τρόπο τέλεσης της πράξεως, αλλά προσδιορίζει τον δόλο του δράστη. Επίσης, όσον αφορά την αιτίαση ότι το δικαστήριο απέρριψε με ανεπαρκή αιτιολογία τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί συνδρομής δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, κατ' άρθρο 367 παρ. 1 στοιχ. γ του ΠΚ, όπως συνάγεται από την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προταθεί μόνο όταν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απλής δυσφήμησης (άρθρο 362 του ΠΚ) και όχι όταν οι εκδηλώσεις αυτές περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363 του ΠΚ). Στην προκειμένη περίπτωση εφόσον το δικαστήριο έκρινε ένοχο τον αναιρεσείοντα του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, η απόρριψη του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού, δεν έχρηζε ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθόσον η εφαρμογή του επί της συκοφαντικής δυσφήμησης αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2α του ΠΚ. Παρά ταύτα όμως η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε με ειδική αιτιολογία τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 363 του ΠΚ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 παρ. 1,2 του Α.Ν. 1092/1938 " περί τύπου", οι οποίες επανήλθαν σε ισχύ με το άρθρο 2 του Ν. 10/1975 και οι οποίες δεν καταργήθηκαν από την παράγραφο 1 του άρθρου μόνο του Ν. 2243/1994, ορίζουν ότι " τύπος και έντυπο επί των οποίων εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου τούτου, είναι παν ότι εκ τυπογραφίας ή οιονδήποτε άλλου μηχανικού ή χημικού μέσου παράγεται εις όμοια αντίτυπα και χρησιμεύει εις πολλαπλασιασμόν ή διάδοσιν χειρογράφων, εικόνων, παραστάσεων, μετά ή άνευ σημειώσεων ή μουσικών έργων μετά κειμένου ή επεξηγήσεων ή φωτογραφικών πλακών ...". "Ως δημοσίευση εντύπου θεωρείται η διανομή, πώλησις, καθώς και η εις δημόσιον μέρος ή εν δημοσία συναθροίσει ή εις μέρος προσιτόν εις το κοινόν τοιχοκόλλησις ή έκθεσις παντός εντύπου ... Και "αδίκημα του τύπου υπάρχει όταν λάβει χώραν η κατά την προηγούμενην παράγραφον δημοσίευσις". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων που τελούνται δια του τύπου, δηλαδή των εγκλημάτων του κοινού δικαίου που προβλέπονται από τον Ποινικό Κώδικα ή από τους κοινούς ποινικούς νόμους και τελούνται με κατάχρηση του τύπου ως μέσου για την εκδήλωσή τους, δεν αρκεί να συντρέχει το στοιχείο του εντύπου, όπως εννοιολογικώς προσδιορίζεται από το ως άνω άρθρο 1 του Α.Ν. 1092/1938, αλλά προσαπαιτείται και η δημοσίευσή του, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου θεωρείται ότι υπάρχει όταν συντελεστεί η διανομή, πώληση του εντύπου, καθώς και η τοιχοκόλληση ή έκθεση αυτού σε δημόσιο μέρος ή σε δημόσια συνάθροιση ή σε μέρος προσιτό στο κοινό. Κατά συνέπεια, ανακοίνωση από τηλεοράσεως ή ραδιοφώνου δυσφημιστικών γεγονότων, δεν στοιχειοθετούν αδίκημα τελούμενο δια του τύπου, αφού η τηλεόραση ή το ραδιόφωνο δεν αποτελούν τυπογραφία, ούτε θεωρείται μηχανικό μέσο πολλαπλασιασμού χειρογράφων και δεν θεωρείται ως τύπος ή έντυπο. Από τα ανωτέρω προκύπτει επίσης ότι και η επιστολή προς το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών με συκοφαντικούς ισχυρισμούς, δεν θεωρείται ως "τύπος" ή "έντυπο" και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται αδίκημα τελούμενο δια του τύπου, γιατί αυτή δεν αποτελεί "τυπογραφία", ούτε θεωρείται μηχανικό μέσο πολλαπλασιασμού χειρογράφων, εκτός και αν φωτοτυπηθεί σε πολλά αντίτυπα και στη συνέχεια διανεμηθεί, οπότε, ενδεχομένως, συντελείται αδίκημα δια του τύπου, γιατί η φωτοτύπηση αυτής αποτελεί πολλαπλασιασμό χειρογράφου με μηχανικό μέσο, με συνέπεια να εφαρμόζονται στην περίπτωση αυτή οι διατάξεις περί τύπου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 του ΚΠΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Σε κάθε όμως περίπτωση είναι απαραίτητο ο δικαιούμενος να έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση του ενδίκου μέσου. Το έννομο συμφέρον πρέπει να είναι ενεργό και κατά τον χρόνο της κρίσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως. Για την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος ασκήσεως ενδίκου μέσου απαιτείται: 1) ο δικαιούμενος να υφίσταται βλάβη από την προσβαλλόμενη απόφαση, 2) ο ίδιος να επιδιώκει ορισμένο όφελος από το ένδικο μέσο, και 3) το συμφέρον να είναι ατομικό. Η ανυπαρξία εννόμου συμφέροντος για το ένδικο μέσο το καθιστά απαράδεκτο (Α.Π. 1721/2010), έστω και αν είναι αληθείς οι λόγοι αναιρέσεως. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος προς άσκηση ενδίκου μέσου αποκλείεται όταν το δικαστήριο που θα κρίνει επ' αυτού δεν δύναται εκ του νόμου να εκδώσει διάφορη από την προσβαλλόμενη απόφαση (Α.Π. 97/2001). Δεν στοιχειοθετείται έννομο συμφέρον, εφόσον δεν διαφοροποιείται η ποινική του μεταχείριση (Α.Π 509/2003, Α.Π 98/2001), όταν η παραδοχή του ενδίκου μέσου δεν ωφελεί τη θέση του (Α.Π. 568/1987). Τέλος, δεν επιτρέπεται να ασκήσει ένδικο μέσο όχι μόνο αυτός που δεν υπέστη βλάβη από τη απόφαση, αλλά και αυτός που δεν προσδοκά κάποιο όφελος με την παραδοχή του ενδίκου μέσου, όπως και αυτός που επιδιώκει με το ένδικο μέσο αποτέλεσμα είτε ίδιο με αυτό της προσβαλλόμενης απόφασης, είτε κατά μείζονα λόγο επιβλαβέστερο. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρόσθετο λόγο αναιρέσεως αιτιάται ότι ούτε η με ημεροχρονολογία 6/4/2009 επιστολή προς το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών έχει τον χαρακτήρα εντύπου, ούτε η την 6/3/2009 ανακοίνωση από της τηλεοράσεως των δυσφημιστικών γεγονότων στοιχειοθετεί αδίκημα τελούμενο δια του τύπου και επομένως το δικαστήριο υπήγαγε τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, ιδρύοντας τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως περί εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Επ' αυτού, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου κατά συρροή, και συγκεκριμένα διότι 1) ισχυρίστηκε τα δυσφημιστικά γεγονότα εμφανιζόμενος την 6/3/2009 στην εκπομπή "παρεμβάσεις" του τηλεοπτικού σταθμού ΣΤΑΡ Δράμας, δηλαδή το δικαστήριο δέχθηκε ότι το χρησιμοποιούμενο μέσο τελέσεως του αποδοθέντος εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης ήταν η τηλεόραση, και 2) ανέφερε - διέδωσε τα δυσφημιστικά γεγονότα σε επιστολή που απέστειλε προς το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών την 6/4/2009, ήτοι δέχθηκε ότι το χρησιμοποιούμενο μέσο τελέσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης είχε τον χαρακτήρα εντύπου. Όμως, τόσον η ανακοίνωση από τηλεοράσεως των φερομένων ως δυσφημιστικών γεγονότων, όσον και η αναφορά τους μέσω επιστολής προς το Υπουργείο, δεν πληροί τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων περί Τύπου και επομένως δεν στοιχειοθετείται συκοφαντική δυσφήμηση τελεσθείσα δια του τύπου, όπως δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θράκης, παραβιάζοντας ευθέως το νόμο και ιδρύοντας τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Η παραδοχή όμως του λόγου αυτού ως βάσιμου και η εκ τούτου αναίρεση της απόφασης, όχι μόνο δεν ωφελεί τον αναιρεσείοντα, αφού δεν αλλάζει η ποινική του μεταχείριση (αφού με την ίδια ποινή τιμωρείται τόσο η συκοφαντική δυσφήμηση του κοινού ποινικού δικαίου, όσο και η συκοφαντική δυσφήμηση που τελέστηκε δια του τύπου), αλλά θα υποστεί βλάβη, αφού έτσι επιμηκύνεται ο χρόνος της παραγραφής του αδικήματος, αφού πλέον θα τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 3 και 113 παρ. 3 του ΠΚ (οκταετίας) και όχι η ειδική παραγραφή του άρθρου 47 του Α.Ν. 1092/1938 που ισχύει επί των εγκλημάτων που τελέστηκαν δια του τύπου (που είναι σαράντα δύο μήνες). Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ πρόσθετος λόγος, ο οποίος στηρίζεται στην πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος, πρέπει η από 9/3/2012 αίτηση αναίρεσης και οι από 25/9/2012 πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 3 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8/3/2012 αίτηση αναιρέσεως του Ν. Κ. του Μ. κατά της 1354/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και τους από 24/9/2012 πρόσθετους λόγους. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ