Αριθμός 674/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Δάβαλο, για αναίρεση της με αριθμό 81357/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 435/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του αν.ν.86/1967 όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτών ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγομένους πάσης φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τριών τουλάχιστον μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 και 5 του αν.ν.1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.5 του αν.ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, προσφέρουν την εργασία τους. Τέλος κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως Ι.Κ.Α., ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του αν.ν.1846/1951, ο υπόχρεος, πρέπει, να καταβάλλει τις εισφορές στο Ι.Κ.Α. μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές οι οποίες βαρύνουν τον ίδιο και συγκεκριμένη οφειλή αυτού από παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών, οι οποίες βαρύνουν τους εργαζομένους σ΄ αυτόν, επί πλέον δε να συντρέχει και μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά, στον ασφαλιστικό οργανισμό που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Πρόκειται, δηλαδή, για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη από τον εργοδότη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία. Ο χρόνος όμως απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο τελέσεως των δύο ως άνω αξιοποίνων πράξεων και είναι κρίσιμο, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής (Ολ.Α.Π. 1/1996). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ΄αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 81357/2005 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού με διατακτικό, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, δέχθηκε ανελέγκτως, από τα μνημονευόμενα σ΄ αυτήν αποδεικτικά μέσα ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο τυγχάνων εργοδότης και διατηρώντας επιχείρηση καθαρισμού πλοίων και έχοντας απασχολήσει σ΄ αυτή κατά το χρονικό διάστημα από 12/97 έως 9/98 προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας που ασφαλίζονταν στο Ι.Κ.Α. δεν κατέβαλε στο τελευταίο τις βαρύνουσες αυτόν ασφαλιστικές εργοδοτικές και εργατικές εισφορές κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. Μετά από αυτά ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος του ότι "Στην Αθήνα την 13 Αυγούστου 1999, τυγχάνων εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία ".... " καθαρισμού πλοίων και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 12/97 έως 9/98 στην επιχείρησή του αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας που ασφαλίζονταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του πιο πάνω προσωπικού να καταβάλει στο Ι.Κ.Α. τις κατωτέρω εισφορές 16.414.600 δρχ., μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία...". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί υπάρχει ασάφεια και αντίφαση σε σχέση με το χρόνο τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων, ο οποίος χρόνος ασκεί επί του προκειμένου επιρροή στο ζήτημα της παραγραφής τους, αναφερομένου ως τέτοιου (χρόνου) στο μεν σκεπτικό "του διαστήματος από 12/97 έως 9/98", στο δε διατακτικό "της 13ης Αυγούστου 1999". Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν, δικαστές. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ΄αριθμό 81537/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο, όμως, θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 29 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ