Αριθμός 1266/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σωκράτη Χυτήρη, ο οποίος ανακάλεσε την δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ,2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2) Του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Κούρτη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/3/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, την από 27/7/2002 παρεμπίπτουσα αγωγή του υπό στοιχείο 2 των ως άνω αναιρεσιβλήτων και την από 1/11/2002 αγωγή του υπό στοιχείο 1 των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1383/2003, 1797/2004 μη οριστικές και 1608/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 1922/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/9/2008 αίτησή του. Εκδόθηκε η 233/2010 απόφαση που έκρινε την συζήτηση της υπόθεσης απαράδεκτη και την επανέφερε για εκ νέου συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 28-2-2012 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Ρουμπής, ανέγνωσε την από 27/11/2009 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ευτύχιου Παλαιοκαστρίτη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δευτέρου, τετάρτου και 5β λόγων της αναίρεσης και την απόρριψη των υπολοίπων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 1288Β/30.7.2010 και 4008Β/12-11-2012 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης από 5.9.2008 αίτησης αναίρεσης του κατά της υπ' αριθμ. 1922/2008 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της από 28.2.2012 κλήσης του για ορισμό της νέας δικασίμου (11.1.2013) συζήτησης της ως άνω ένδικης αίτησης νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκαν στον πρώτο αναιρεσίβλητο (Χ. Κ.). Ο τελευταίος όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου απόφαση, δεν εμφανίστηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, νόμιμη μετ' αναβολή από την ορισθείσα για τις 11.1.2013, όταν εμφανίσθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το πινάκιο και έγινε η συζήτηση αυτής. Εξάλλου όπως προκύπτει από τα ως άνω πρακτικά ο προαναφερόμενος αναιρεσίβλητος δεν κατέθεσε έγγραφη δήλωση για μη παράσταση του κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατ' άρθρ. 242 παρ.2 ΚπλΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολ.Δ). Επομένως πρέπει το Δικαστήριο αυτό να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του πρώτου αναιρεσιβλήτου που έχει νόμιμα κλητευθεί (άρθρο 576 πα.2 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 904 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση επί αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 914ΑΚ και του άρθρου 300 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι, όταν στη γένεση ή την επέλευση της ζημίας από αδικοπραξία συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, ή να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης ιδρύεται όταν αυτή δεν έχει νόμιμη βάση και ειδικότερα όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά πoυ είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση "στάθμιση" και αιτιολόγηση του συναγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος, ως είναι και η κρίση Εφετείου ως προς το ποσοστό συνυπαιτιότητας εκατέρου των εμπλεκομένων στο ατύχημα προσώπων, γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεως τα ακόλουθα περιστατικά: "Στις 4-8-2001 και ώρα 09.45 εναγόμενος-ενάγων Χ. Κ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλ. ... δίκυκλη μοτ/τα, τύπου HONDA CBR 1100, η οποία δεν ήταν ασφαλισμένη για τις προς τρίτους ζημίες, εκεινείτο επί της Λεωφόρου Μεσογείων με κατεύθυνση από Αγία Παρασκευή προς Αθήνα. Η ως άνω Λεωφόρος είναι διπλής κατευθύνσεως, με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 10,50 μέτρα ανά κατεύθυνση και ο εναγόμενος-ενάγων οδηγός εκινείτο με κανονική ταχύτητα και όχι ανώτερη της επιτρεπόμενης των 70 χιλ. ανά ώρα, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλουμένη υπόθεση, στην αριστερή από τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας της προαναφερθείσας κατευθύνσεως του, η οποία διαχωρίζεται με την αντίθετη της, με διαχωριστική νησίδα πλάτους 3,80 μ. (βλ. την από 4/8/2001 έκθεση αυτοψίας του Τ. Τ. Αγίας Παρασκευής και το οικείο σχεδιάγραμμα). Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο στο ύψος της συμβολής της Λεωφόρου Μεσογείων με την οδό Ρήγα Φεραίου, ο Α. Σ., πεζός ηλικίας 71 ετών, σύζυγος της Ε. Σ. και πατέρας του ενάγοντος-εναγομένου Α. Σ., προσπάθησε να διασχίσει κάθετα την Λεωφόρο Μεσογείων, από δεξιά προς τα αριστερά ως προς την πορεία της μοτ/τας, εκτός διαβάσεως πεζών και σε σημείο που, δεν υπήρχαν φωτεινοί σηματοδότες. Ο ανωτέρω πεζός, αφού διέσχισε τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας της Λεωφόρου Μεσογείων που οδηγεί προς την Αθήνα και βλέποντας την μοτ/τα, σταμάτησε και κοίταξε προς την κατεύθυνση της μοτ/τας, δίνοντας στον οδηγό της την πεποίθηση ότι τον περιμένει να περάσει , και έτσι ο οδηγός της μοτ/τας, ο οποίος μόλις αντελήφθη τον πεζό φρενάρισε απότομα και έκανε ελιγμό προς τα αριστερά για να προσπεράσει τον πεζό, ο οποίος όμως αιφνίδια ξεκίνησε και βρέθηκε και πάλι στην πορεία της μοτ/τας, με αποτέλεσμα με το εμπρόσθιο τμήμα της να παρασύρει τον πεζό, με περαιτέρω συνέπεια το θανάσιμο τραυματισμό του, ο δε οδηγός της μοτ/τας (Χ. Κ.) εκτινάχθηκε από αυτήν και επί του οδοστρώματος, όπου και τραυματίσθηκε. Το ατύχημα αυτό οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια του πρώτου εναγομένου (Χ. Κ.), αλλά και του θανόντος πεζού Α. Σ., και ειδικότερα σε έλλειψη της προσοχής που όφειλαν υπό τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, ως μέσος συνετός οδηγός ο πρώτος εναγόμενος-ενάγων και ως πεζός ο θανών, με βάση τους νομικούς κανόνες την κοινή πείρα και τις συνθήκες που επικρατούν στην οδική συμπεριφορά και στην κυκλοφορία των οχημάτων. Το ποσοστό συνυπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου οδηγού της μοτοσικλέτας για το ανωτέρω ατύχημα είναι 20%, επειδή αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητα του λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 του ΚΟΚ και ειδικότερα, ότι η οδός Μεσογείων στην οποία εκινείτο, ήταν ευθεία και είχε πλήρη ορατότητα, ήταν ημέρα και μάλιστα είχε αντιληφθεί τον πεζό ο οποίος έστω και κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του ΚΟΚ (άρθρο 38 παρ. 4 του ΚΟΚ) προσπάθησε να διασχίσει την ανωτέρω οδό εκτός διαβάσεως πεζών και φωτεινών σηματοδοτών. Συνυπαίτιος όμως και κατά το μεγαλύτερο ποσοστό 80 % ήταν και ο θανών πεζός, ο οποίος επιχείρησε να διασχίσει κάθετα την Λεωφόρο Μεσογείων εκτός διαβάσεων πεζών και σε σημείο που δεν υπήρχαν φωτεινοί σηματοδότες, οι οποίοι ρύθμιζαν την κυκλοφορία, και οι οποίοι υπήρχαν και λειτουργούσαν κανονικά εκατό (100) περίπου μέτρα προ του σημείου του ατυχήματος και εκατόν σαράντα (140) περίπου μέτρα μετά το σημείο του ατυχήματος κατά παράβαση του άρθρου 38 παρ.4 του ΚΟΚ τους οποίους δεν χρησιμοποίησε για την ασφαλή διέλευση του από την ανωτέρω οδό". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείου, καταλήγοντας σε εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 1608/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί την συνυπαιτιότητα για την πρόκληση του επίδικου αυτοκινητικού ατυχήματος του οδηγού της μοτοσικλέτας Χ. Κ. και του θανόντος πεζού Α. Σ. κατά ποσοστά αντίστροφα (80% και 20%) και δικάζοντας τις ένδικες αγωγές δέχθηκε εν μέρει τις κύριες των φυσικών προσώπων και ενόλω του Επικουρικού Κεφαλαίου, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής των προϋποθέσεων της αδικοπραξίας, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες , που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων οι οποίες εφαρμόστηκαν και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια όλα εκείνα τα περιστατικά που αποδείχθηκαν και συνιστούν τη συνυπαιτιότητα και το ποσοστό αυτής για καθένα των εμπλακέντων στο επίδικο αυτοκινητικό ατύχημα προσώπων (οδηγού και πεζού). Επισημαίνοντας ότι τούτο επήλθε κυρίως από την αμέλεια του πεζού κατά την προσπάθειά του να διέλθει κάθετα το οδόστρωμα της Λεωφόρου Μεσογείων στην Αθήνα, εκτός των διαβάσεων για τους πεζούς και του φωτεινού σηματοδότη που υπάρχουν πλησίον του σημείου της διάβασης του και λειτουργούσαν ,της προσωρινής στάσης του επί του οδοστρώματος και της αιφνιδιαστικής επανεκκίνησης του για να διασχίζει και την Τρίτη λωρίδα της κυκλοφορίας των οχημάτων στο ρεύμα της κατεύθυνσης από Αγία Παρασκευή προς το κέντρο της Αθήνα της προαναφερομένης λεωφόρου, κατά την στιγμή που επιχειρούσε ο Χ. Κ. να τον αντιπαρέλθει από τα αριστερά του κινούμενος με την υπ' αριθμ. Κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα. Επομένως, το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τους πρώτο, δεύτερο και πέμπτο υπό στοιχ. Β λόγους της ένδικης άσκησης αναίρεσης και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι . Με τον τρίτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ή πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. β ΚΠολ.Δ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που δεν επικαλέσθηκε ο διάδικος Χ. Κ. ως εκκαλών και δεν προσκόμισε σ' αυτό ο ίδιος ή κάποιος άλλος από τους διαδίκους. Και ειδικότερα ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του την από 9.8.2001 ένορκη προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα της ποινικής δίκης Χ. Κ. Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση όμως των περιστάσεων που κατέθεσε ο προαναφερόμενος διάδικος κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο σαφέστατα αναφέρει, ότι προσκομίζει και επικαλείται εκτός των άλλων και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας στα οποία περιλαμβάνονται και η ως άνω ευνοϊκή γι' αυτόν μαρτυρική κατάθεση, η οποία επομένως νόμιμα λήφθηκε υπόψη και συναξιολογήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα . Επομένως πρέπει ο παραπάνω λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης ως αβάσιμος. Με τον τέταρτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αναιρεσείοντα η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το εφετείο δεν αποφάνθηκε για το αίτημα της από 11.3.2002 αγωγής αυτού και λοιπών ομοδίκων του, με το οποίο είχαν ζητήσει την απαγγελία της προσωπικής κράτησης, του προαναφερόμενου της ως άνω αγωγής (Χ. Κ.). Πράγματι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ως άνω αγωγής, της υπ' αριθμ. 1608/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και των από 77 σελίδες αποτελουμένων προτάσεων που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Εφετείο κατά τη συζήτηση των εφέσεων και της αντέφεσή του κατά της προαναφερόμενης πρωτοβάθμιας απόφασης, στην ένδικη αγωγή αυτού και των ομοδίκων του περιέχεται αίτημα απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος του τότε εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου Χ. Κ. ως μέσου αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του της καταψηφιστικής απόφασης που θα εκδιδόταν , πλην όμως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την προαναφερόμενη απόφαση του απέρριψε το εν λόγω αίτημα ως κατ' ουσίαν αβάσιμο (λόγω της φερεγγυότητας του συνεναγομένου Επικουρικού Κεφαλαίου). Ο αναιρεσείων με την αντέφεσή του δεν παραπονείται ειδικά κατά της ουσιαστικής απόρριψης του εν λόγω αιτήματος του και για το λόγο αυτό δεν αποτέλεσε αντικείμενο επανεξέτασή του από το Εφετείο για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ο ως άνω λόγος (τέταρτος) της ένδικης αίτησης αναίρεσης ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο, της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με το πρώτο μέρος αυτής αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα περιστατικά που με λεπτομέρεια αναφέρει ο αναιρεσείων στο αναιρετήριο και με τα οποία θεμελιώνεται ο αυτοτελής ισχυρισμός του για διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του θανατοθέντος πεζού πατέρα του Α. Σ. και του επελθόντος επιζήμιου αποτελέσματος λόγω της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος (δίκυκλης μοτοσικλέτας) Χ. Κ. που ακολούθησε. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν συνιστά πράγμα με την έννοια της θεμελίωσης με αυτόν αγωγικού ισχυρισμού, ένστασης ή αντέστασης, αλλά άρνηση της ένδικης αγωγής του Χ. Κ. κατ' αυτού και της μητέρας του Ε. χήρας Α. Σ.. Επομένως ο λόγος αυτός της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επισημαίνεται ότι το Εφετείο έκρινε και επί του εν λόγω ισχυρισμού συνεκδικάζοντας τις δύο αντίθετες κύριες αγωγές και τον απέρριψε ως αβάσιμο με την παραδοχή ότι υπήρχε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του πεζού και του επελθόντος αποτελέσματος θανάτου του. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης γι έρευνα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος στα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου δεύτερου αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5.9.2008 αίτηση του Α. Σ. του Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1922/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2013 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Ιουνίου 2013 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ