Αριθμός 1137/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1)Ανώνυμης Εμπορικής και Βιομηχανικής εταιρίας με την επωνυμία "Α. Λ. Α.-Μ. Κ.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας-Μαγδαλικής Τσίπρα, η οποία κατέθεσε προτάσεις. 2) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Λ. Δ..-Γ.. Δ. ΕΠΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ..., 3) Π. Λ. του Β. και 4) Δ. Λ. του Β., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν οι: 2η και 4η των αναιρεσειόντων διά και η 3η των αναιρεσειόντων μετά, του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ρεκούμη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1.Γ. Α. του Γ., κάτοικο ..., 2.Μ. Β. του Λ., κάτοικο ..., 3...., κάτοικο ..., 4.Ν. Κ. του Β., κάτοικο ..., 5.Δ. Κ. του Ι., κάτοικο ...,.6. Γ. Α. του Λ., κάτοικο ..., 7.Ο. Μ. του Β., κάτοικο ... 8.Φ. Σ. του Ι., κάτοικο ..., 9.Α. Π. του Α., κατοίκου ..., 10.Κ. Π. του Ε., κάτοικο ...,11.Ν. Α. του Ι., κάτοικο ..., 12.Η. A. του Μ., κάτοικο ...,13.Γ. Κ. του Γ., κάτοικο ...,14.Χ. Τ. του Γ., κάτοικο ...,15.Β. Ν. του Κ., κάτοικο ..., 16.Χ. Π. του Γ., κάτοικο ... και 17.Χ. Κ. του Γ., κάτοικο ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξιου Σωτηρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1906/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1986/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 12-6-2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ.1, 97 παρ. 1 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο δικηγόρος, που εκπροσωπεί το διάδικο κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στον Άρειο Πάγο, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Αν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται με πληρεξούσιο δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται με δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την ύπαρξη της οποίας αυτεπαγγέλτως ερευνά το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονομικώς απών (ΑΠ 194/2016, ΑΠ 1393/2015). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση [ΑΠ 909/2018]. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 8.6.2021 κλήση φέρεται προς συζήτηση η από 12.6.2019 αίτηση αναιρέσεως, η οποία αρχικά προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο της 18.2.2020, μετ' αναβολήν για την δικάσιμο της 20.10.2020 και μετ' αναβολή για την δικάσιμο της 12.1.2021, οπότε και ματαιώθηκε. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης προκύπτει ότι, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ο πέμπτος αναιρεσίβλητος και καθ' ού η κλήση εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Αλέξιο Σωτηρόπουλο, ο οποίος παραστάθηκε ως πληρεξούσιος αυτού, κατά δήλωσή του. Όμως από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, παραδεκτώς επισκοπούμενα, ουδόλως αποδεικνύεται χορήγηση πληρεξουσιότητας προς τον ανωτέρω κατά ένα εκ των ρηθέντων νομίμων τρόπων, που προβλέπει ο ΚΠολΔ, αφού δεν προσκομίζεται ούτε σχετική συμβολαιογραφική πράξη ούτε ιδιωτικό έγγραφο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή, από τα οποία να προκύπτει ότι ο ως άνω αναιρεσίβλητος παρέσχε στον άνω παραστάντα δικηγόρο την εντολή και πληρεξουσιότητα να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο με συνέπεια να λογίζεται δικονομικά απών. Όπως δε προκύπτει από τις υπ' αριθ. ... και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Α. Μ. ακριβές αντίγραφο της από 12.6.2019 αιτήσεως αναιρέσεως και της από 8.6.2021 κλήσεως, αντίστοιχα, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πληρεξούσιο δικηγόρο του Β. Μ., η οποία τον εκπροσώπησε στη δίκη ενώπιον του Εφετείου, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και είναι αυτοδικαίως αντίκλητος αυτού μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης κατ' άρθρο 143 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ, εφόσον δεν έχει γνωστοποιηθεί αντικατάστασή της. Συνεπώς, κλητεύθηκε νόμιμα και θα προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του. Με την από 12.6.2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθ. 1986/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους των αναιρεσειουσών κατά της υπ' αριθ. 1906/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, καθ' ό μέρος ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα α] των πρώτου έως και δεκάτου εβδόμου, πλην του τετάρτου, ως προς την πρώτη εναγομένη, ήδη πρώτη αναιρεσείουσα και β] του τετάρτου ως προς την δεύτερη εναγομένη, ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα, απέρριψε δε αυτήν ως προς την πέμπτη και έκτη εναγομένη, ήδη τρίτη και τέταρτη αναιρεσείουσα. Η ως άνω απόφαση επιδίκασε για δεδουλευμένα, μισθούς λόγω επίσχεσης εργασίας και μισθούς υπερημερίας λόγω καταχρηστικότητας της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους τα σε αυτήν αναφερόμενα ποσά, υποχρεώνοντας τις εναγόμενες εργοδότριες, να αποδέχονται τις υπηρεσίες των εναγόντων με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης σε βάρος της πέμπτης εναγομένης, ήδη τρίτης αναιρεσείουσας, ως προέδρου, διευθύνουσας συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης και σε βάρος της έκτης εναγομένης, ήδη τέταρτης αναιρεσείουσας, ως νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης εναγομένης. Η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειουσών. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.3 του ιδίου Κώδικος, να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Με το άρθρο 18 §§ 1 και 3 του κ.ν. 2190/1920 για τις ανώνυμες εταιρείες, ρυθμίζονται τα θέματα της οργανικής εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας. Ειδικότερα, ορίζεται, ότι το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας, ενεργώντας συλλογικά, εκπροσωπεί την εταιρία δικαστικά και εξώδικα και ότι το καταστατικό της μπορεί να ορίσει ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα τα οποία να εκπροσωπούν την εταιρεία γενικά ή σε ορισμένου είδους πράξεις. Περαιτέρω, με το άρθρο 22 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι το Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρίας είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στην διοίκηση, στην διαχείριση της περιουσίας της και στην επίτευξη των σκοπών της γενικά και ότι το καταστατικό της μπορεί να ορίζει θέματα πάνω στα οποία η εξουσία του Δ.Σ. ασκείται από ένα ή περισσότερα μέλη του ή από τους διευθυντές της εταιρίας, με ανάλογο περιορισμό της παραγράφου 2 του άρθρου 18. Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67, 68 και 70 του Α.Κ., συνάγεται ότι το Δ.Σ. αποτελεί το όργανο που διοικεί και εκπροσωπεί την Α.Ε. και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της, μη όντας, απέναντι στην εταιρεία, πρόσωπο διαφορετικό από αυτή, αλλά όργανό της. Το δικαίωμα αυτό της οργανικής εκπροσώπησης της Α.Ε. και διαχείρισης της περιουσίας της επιτρέπεται κατά τις πιο πάνω διατάξεις να ανατεθεί εν όλω ή εν μέρει με το καταστατικό σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα. Στην περίπτωση αυτή το μέλος του συμβουλίου ή ο τρίτος, στον οποίο μεταβιβάσθηκε η εξουσία του Δ.Σ., είναι υποκατάστατο αυτού και ενεργεί ως όργανο εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρείας που εκφράζει πρωτογενώς την βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό. Για τον λόγο αυτόν ο δεσμός του με την εταιρεία είναι ίδιος με το δεσμό του Δ.Σ. με αυτήν και εντελώς διαφορετικός από εκείνο μεταξύ εντολέως και εντολοδόχου. Τέλος, κατά το άρθρο 7α § 1 περ. γ' του ως άνω κ.ν. 2190/1920 σε δημοσιότητα υποβάλλονται ο διορισμός και η για οποιοδήποτε λόγο παύση, με τα στοιχεία ταυτότητας, των προσώπων που ασκούν την διαχείριση της εταιρείας ή έχουν την εξουσία να το εκπροσωπούν από κοινού ή μεμονωμένα, η δημοσιότητα δε αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 7β § 1α και β του ίδιου νόμου, πραγματοποιείται (α) με την καταχώριση, ύστερα από έλεγχο, των πράξεων και στοιχείων στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών, που τηρείται στην υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορίου της νομαρχίας, όπου έχει την έδρα της η εταιρεία και (β) με την δημοσίευση, με επιμέλεια της αρμόδιας υπηρεσίας και με δαπάνες της ενδιαφερομένης εταιρείας, στο τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ της Εφημερίδας της Κυβέρνησης, ανακοίνωσης για την καταχώριση στο οικείο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών των πράξεων και στοιχείων που υποβάλλονται σε δημοσιότητα. Ακόμη, το άρθρο 946 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ορίζει ότι αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει την υποχρέωση του να επιχειρήσει πράξη, που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του οφειλέτη, το δικαστήριο τον καταδικάζει να εκτελέσει την πράξη και στην περίπτωση που δεν την εκτελέσει τον καταδικάζει αυτεπαγγέλτως σε χρηματική ποινή υπέρ του δανειστή και σε προσωπική κράτηση. Ο δικαιούχος της απαιτήσεως υπέρ της οποίας διετάχθη η χρηματική ποινή, αφότου η απόφαση καταστεί τίτλος εκτελεστός, βάσει απογράφου θα κοινοποιήσει επιταγή προς εκτέλεση. Ειδική περίπτωση εφαρμογής της ρυθμίσεως του άρθρου 946 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προβλέπεται στο άρθρο 23 παρ. 2 του ν. 1264/82, όταν ο εργοδότης υποχρεώνεται να απασχολεί πραγματικά τον εργαζόμενο, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας (Ολ. Α.Π 2/1995, ΑΠ 966/2009), όπως και στην περίπτωση που ο εργοδότης εξαναγκάζεται να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού [άρθρ. 656 ΑΚ, ως τροπ. με άρθρ. 61 Ν. 4139/2013]. Ακόμη επί συμβάσεως δανεισμού εργαζομένου εργοδότης παραμένει, με όλες τις συναφείς υποχρεώσεις, ο αρχικός, ενώ είναι δυνατή συμφωνία ότι ο τρίτος θα καταβάλει τον μισθό ή μέρος του χωρίς όρους ή υπό ορισμένες προϋποθέσεις και περιορισμούς (ΑΠ 286/1994). Ο θεσμός αυτός του γνήσιου "δανεισμού" δεν προσκρούει στην διάταξη του άρθρου 651 ΑΚ όπου κατά κανόνα στη σύμβαση εργασίας η αξίωση του εργοδότη στην εργασία του μισθωτού είναι αμεταβίβαστη, διότι από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω αναφερόμενων διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι αυτή η συμφωνία είναι νόμιμη και επιτρεπτή μεταξύ εργοδότη και τρίτου, μόνον αν συναινεί ο μισθωτός. Μόνος υπόχρεος δε στην καταβολή του μισθού παραμένει ο αρχικός εργοδότης δυνάμει της σύμβασης εργασίας, αφού η σύμβαση δεν μεταβάλλεται ως προς την υποχρέωση αυτή, εκτός αν προκύψει διάφορη ειδική συμφωνία (ΑΠ 482/1979). Η συναίνεση του εργαζομένου μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, να συνάγεται δηλαδή από τη συμπεριφορά του, π.χ. όταν ο εργαζόμενος προσέρχεται και προσφέρει την εργασία του στον τρίτο. Η σύμβαση δανεισμού δεν επηρεάζει τη σύμβαση εργασίας. Το διευθυντικό δικαίωμα που ανήκει στον τρίτο δεν επιτρέπεται να προσκρούει στη σύμβαση εργασίας που έχει συναφθεί με τον αρχικό εργοδότη. Ο αρχικός εργοδότης βαρύνεται κατά βάση με όλες τις υποχρεώσεις από τη σύμβαση εργασίας π.χ. καταβολή μισθού, αδείας, επιδόματος, ασφαλιστικές εισφορές κ.λ.π., ενώ οι όροι της σύμβασης εργασίας που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ εργαζομένου και αρχικού εργοδότη δεσμεύουν και τον τρίτο, ο οποίος δεν επιτρέπεται να επιφέρει μονομερή βλαπτική μεταβολή. Επίσης σε καταγγελία της σύμβασης δικαιούται να προβεί μόνον ο αρχικός εργοδότης και, τέλος, υποχρεώσεις και δικαιώματα, που δεν απορρέουν από την αρχική σύμβαση αλλά προκύπτουν το πρώτον κατά τη διάρκεια του δανεισμού, δεσμεύουν μόνον τον τρίτο και τον εργαζόμενο, εφόσον δεν υφίσταται ειδικότερη συμφωνία [ΑΠ 1009/2010]. Περαιτέρω, οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης δημιουργούνται επί παράβασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή [ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013]. Η παραβίαση του κανόνα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν [ΑΠ 319/2017, 130/2016, 1420/2013]. Η κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠοΛΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 15/2006). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 961/2022, 455/2014). Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς τους υποστηρίζουν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε οφειλές δεδουλευμένων αποδοχών εκ μέρους των δύο πρώτων εξ αυτών προς τους αναιρεσιβλήτους [της πρώτης προς όλους, πλην του τετάρτου, και της δεύτερης προς τον τέταρτο εξ αυτών ] υποχρέωσε δε αυτές να τους απασχολούν με απειλή χρηματικής ποινής κατά αυτών και προσωπικής κράτησης κατά των νομίμων εκπροσώπων των. Ειδικότερα δέχθηκε ότι η μεν τρίτη αναιρεσείουσα <<εν τοις πράγμασι>> νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης αναιρεσείουσας και διευθύνουσα σύμβουλος, πρέπει να υποχρεωθεί να αποδέχεται τις υπηρεσίες των αναιρεσιβλήτων μισθωτών της [πλην του τετάρτου], η δε τετάρτη αναιρεσείουσα [έκτη εναγομένη], ως νόμιμη εκπρόσωπος της δεύτερης εξ αυτών πρέπει να υποχρεωθεί να αποδέχεται τις υπηρεσίες του τετάρτου εξ αυτών] με απειλή προσωπικής κράτησης 10 ημερών και χρηματικής ποινής ποσού 100 ευρώ για κάθε ημέρα που αρνούνται την συμμόρφωση προς την υποχρέωση απασχόλησής τους κατ' άρθρο 946 ΚΠολΔ. Ότι με τις παραδοχές αυτές υποστηρίζεται, η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη ότι κατά το άρθρο 18 παρ. 1 και 2 του Ν. 2190/1920 το Διοικητικό Συμβούλιο είναι το όργανο που διοικεί και εκπροσωπεί την ανώνυμη εταιρεία άλλως ότι τη διοίκηση και εκπροσώπηση ασκεί το πρόσωπο που ορίζεται από το Δ.Σ. Ότι στην προκειμένη περίπτωση η τρίτη αναιρεσείουσα δεν ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας ούτε διευθύνουσα σύμβουλος αυτής, ως εσφαλμένα χωρίς αιτιολογίες εξέλαβε η αναιρεσιβαλλομένη αλλά έτερο φυσικό πρόσωπο, ο Β. Λ., γι' αυτό πρέπει ν' αναιρεθεί λόγω εσφαλμένης εφαρμογής των ως άνω διατάξεων ως και των άρθρων 65, 67, 68 και 70 ΑΚ αλλά και λόγω έλλειψης αιτιολογίας. Ο λόγος αυτός, καθ' ό μέρος αφορά τις πλημμέλειες εκ του αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ήτοι κατά το σκέλος που αφορά το φυσικό πρόσωπο, που ενεργεί ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης αναιρεσείουσας είναι βάσιμος, αφού δεν αιτιολογείται νομικά και ουσιαστικά η ιδιότητα της τρίτης εναγομένης ως διευθύνουσας συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης αλλ' ούτε και περιέχονται στην απόφαση αιτιολογίες ήτοι πραγματικά περιστατικά συνδεόμενα με την <<εν τοις πράγμασι>> ιδιότητα που της αποδίδεται, ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσίβλητης, το χρόνο που άσκησε τα εν λόγω καθήκοντα, τον φερόμενο ως νόμιμο εκπρόσωπο [αχυράνθρωπο] κατά τον χρόνο εκείνο, γεγονότα με ουσιώδη επιρροή στην επιβολή προσωπικής κράτησης σε βάρος της, ενόψει μάλιστα της επίκλησης άλλου φυσικού προσώπου ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας. Αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός της πρώτης αναιρεσείουσας ότι δεν μπορεί να επιβληθεί χρηματική ποινή σε βάρος του νομικού προσώπου της εταιρείας, αφού η χρηματική ποινή βαρύνει την περιουσία της εταιρείας και επομένως νομίμως απαγγέλλεται κατ' αυτής ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης. Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί κατά το κεφάλαιο που δέχεται την τρίτη αναιρεσείουσα ως <<εν τοις πράγμασι>> νόμιμη εκπρόσωπο της εταιρείας υπόχρεη να αποδέχεται τις υπηρεσίες των μισθωτών [με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης], ενώ παρέλκει η έρευνα του λόγου εκ του αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αφού κατατείνει στο ίδιο αποτέλεσμα. Ομοίως παρέλκει η έρευνα του τρίτου λόγου εκ του αριθ. 20 του άρθρου 559, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης αναιρεσείουσας, με το οποίο ορίζεται νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων δύμβουλος αυτής ο Β. Λ.. Με τον δεύτερο λόγο οι αναιρεσείοντες με την επίκληση του λόγου εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 υποστηρίζουν ότι η προσβαλλομένη παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1047 ΚΠολΔ, που απαγορεύει προσωπική κράτηση κατά των εκπροσώπων ανωνύμων εταιρειών για χρέη εμπορικά ή από αδικοπραξία και τα οποία έχουν επιβληθεί σε βάρος του νομικού προσώπου. Ο λόγος αυτός βασίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της επιβολής προσωπικής κράτησης για εμπορικά χρέη, ενώ στην προκειμένη περίπτωση η διάταξη επιβολής προσωπικής κράτησης προβλέπεται για την περίπτωση παραβίασης της υποχρέωσης απασχόλησης των μισθωτών [άρθρο 946 ΚΠολΔ]. Γι' αυτό πρέπει ν' απορριφθεί. 'Όμως, όσον αφορά την τρίτη αναιρεσείουσα, είναι αλυσιτελής αφού η προσβαλλομένη απόφαση αναιρέθηκε ως άνω ως προς την ιδιότητα της <<εν τοις πράγμασι>> νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσίβλητης, που της αποδίδεται. Με τον τέταρτο λόγο υποστηρίζεται ότι χωρίς αιτιολογία [άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ] το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε ότι ο τέταρτος αναιρεσίβλητος ήταν μισθωτός της πρώτης αναιρεσείουσας, παρότι είχε προσληφθεί από την δεύτερη εξ αυτών, αφού μετά τη λήξη της σύμβασης δανεισμού με σιωπηρή συμφωνία παρέμεινε και απασχολείτο στην πρώτη αναιρεσείουσα και ως εκ τούτου εσφαλμένα υποχρεώθηκε να τον απασχολεί η δεύτερη με απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος της τέταρτης εξ αυτών. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί δεν προτάθηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο αλλά και αόριστος, αφού δεν αναφέρεται ειδικότερα ο χρόνος έναρξης ισχύος της νέας συμφωνίας ούτε άλλα ειδικότερα στοιχεία αυτής [άρθρ. 216 ΚΠολΔ, 361, 648 ΑΚ]. Κατά το μέρος δε, που πλήττεται η ιδιότητα της τέταρτης αναιρεσείουσας ως νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης εξ αυτών, όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, είναι απαράδεκτος, γιατί πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Με τη διάταξη του άρθρου 38 του Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α 101), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 2 του Ν. 2639/1998 (ΦΕΚ Α 205) και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 2874/ 2000 (ΦΕΚ Α 286) και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 2 του Ν. 3846/2010 (ΦΕΚ Α 66), όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 3 Ν. 3899/2010 (ΦΕΚ Α` 212), ορίζεται στην παρ. 3 αυτού ότι: "Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν κάθε μορφή απασχόλησης εκ περιτροπής. Εκ περιτροπής απασχόληση θεωρείται η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Η παρεχόμενη από το άρθρο αυτό προστασία καλύπτει και τους απασχολούμενους με βάση τις συμφωνίες του προηγούμενου εδαφίου. Αν περιοριστούν οι δραστηριότητες του εργοδότη, αυτός μπορεί, αντί για καταγγελία της σύμβασης εργασίας, να επιβάλλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 240/2006 και του Ν. 1767/1988. Οι συμφωνίες ή οι αποφάσεις της παραγράφου αυτής γνωστοποιούνται μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτιση ή τη λήψη τους στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας". Κατά δε την παρ. 4 του ιδίου άρθρου "Ως εκπρόσωποι των εργαζομένων για την εφαρμογή της προηγουμένης παραγράφου ορίζονται κατά την εξής σειρά προτεραιότητας: α) οι εκπρόσωποι από την πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, η οποία καλύπτει κατά το καταστατικό της τους εργαζόμενους, ανεξάρτητα από την κατηγορία, τη θέση ή την ειδικότητα τους, β) οι εκπρόσωποι των υφισταμένων συνδικαλιστικών οργανώσεων της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, γ) τα συμβούλια εργαζομένων, δ) εάν ελλείπουν συνδικαλιστικές οργανώσεις ή συμβούλια εργαζομένων, η ενημέρωση και η διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων. Η ενημέρωση μπορεί να γίνει με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης. Η διαβούλευση πραγματοποιείται σε τόπο και χρόνο που ορίζει ο εργοδότης". Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η εκ περιτροπής εργασία (συμβατική ή επιβαλλομένη μονομερώς), αποτελεί ειδικότερη μορφή μερικής απασχόλησης, κατά την οποία ο μισθωτός απασχολείται στην επιχείρηση ή σε ορισμένο τμήμα αυτής λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή λιγότερους μήνες το έτος, αλλά πάντα κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Βασικό εννοιολογικό γνώρισμα της εκ περιτροπής εργασίας είναι η εναλλαγή χρονικών διαστημάτων εργασίας και αργίας (μη εργασίας), μολονότι η λειτουργία της επιχείρησης ή τμήματος αυτής παραμένει συνεχής. Από τις ίδιες αυτές διατάξεις, συνάγεται ότι η εκ περιτροπής εργασία μπορεί να λάβει δύο ειδικότερες μορφές και συγκεκριμένα: 1) της συμφωνημένης (συμβατικής) εκ περιτροπής εργασίας, η οποία επιτρέπεται να συμφωνηθεί ελεύθερα με διάφορους συνδυασμούς που επιλέγουν τα μέρη, με μόνο περιορισμό της παροχής της ημερήσιας εργασίας κατά πλήρες ωράριο και 2) αυτής που εφαρμόζεται με μονομερή εργοδοτική απόφαση. Ειδικότερα στη δεύτερη περίπτωση παρέχεται η δυνατότητα στον εργοδότη και στο πλαίσιο του διευθυντικού του δικαιώματος σε ευρεία έννοια, σε περίπτωση περιορισμού της δραστηριότητας της επιχείρησής του, να επιβάλλει στην επιχείρησή του "σύστημα εκ περιτροπής εργασίας", μέχρι εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, με τη δυνατότητα εκ νέου επιβολής του για το επόμενο έτος (ΑΠ 1318/2019, ΑΠ 771/2017, ΑΠ 468/2012). Προϋποθέσεις κατά την τελευταία ως άνω διάταξη του εδαφίου δ' της ως άνω παραγράφου για τη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας είναι: α) περιορισμός των δραστηριοτήτων του εργοδότη, β) ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και, ελλείψει αυτών, με το σύνολο των εργαζομένων, χωρίς να είναι απαραίτητο τα μέρη να καταλήξουν σε συμφωνία, οπότε η εφαρμογή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας λαμβάνει χώρα με μονομερή απευθυντέα δήλωση του εργοδότη προς τους εργαζομένους, διαπλαστικού χαρακτήρα, γ) η διάρκειά της να μην είναι μεγαλύτερη από τους εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος και δ) η απόφαση του εργοδότη (όταν αυτή επιβάλλεται μονομερώς) ή η συμφωνία (όταν πρόκειται για συμβατική εκ περιτροπής εργασία) να κοινοποιηθεί εντός οκτώ (8) ημερών στην Επιθεώρηση Εργασίας. Από το ότι η μονομερής επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας εκ μέρους του εργοδότη προβλέπεται κατά το νόμο "αντί της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας", προκύπτει ότι ο περιορισμός της δραστηριότητας του εργοδότη, ανεξαρτήτως των λόγων στους οποίους οφείλεται, πρέπει να είναι τέτοιος, που θα οδηγούσε σε απολύσεις για οικονομικοτεχνικούς λόγους. Προϋποτίθεται δηλαδή η από τον περιορισμό της δραστηριότητας του εργοδότη πρόκληση πλεονάζοντος προσωπικού, λόγω της μείωσης της διαθέσιμης εργασίας, ήτοι της ανάγκης του εργοδότη για παροχή εργασίας προς αυτόν. Ως εκ τούτου ο περιορισμός της δραστηριότητας δεν δικαιολογεί την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, αν είναι εντελώς ασήμαντος, αλλά θα πρέπει αντιθέτως να πρόκειται για σημαντικό περιορισμό αυτής. Από την πρόβλεψη δε επιβολής "συστήματος εκ περιτροπής εργασίας", αντί της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας του πλεονάζοντος προσωπικού, συνάγεται ότι το σύστημα αυτό αξιολογείται από τον νομοθέτη ως ηπιότερο μέτρο σε σχέση με την καταγγελία. Το σύστημα δε της εκ περιτροπής εργασίας που δικαιούται να επιβάλλει μονομερώς ο εργοδότης προϋποθέτει αναγκαίως εναλλαγή εργαζομένων στην ίδια επιχείρηση, στην ίδια ή περισσότερες θέσεις εργασίας σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, ενώ η λειτουργία της επιχείρησης παραμένει συνεχής. Η εναλλαγή αυτή μπορεί να γίνεται, είτε κατά ομάδες μισθωτών, εκ των οποίων η μία θα αντικαθιστά την άλλη διαδοχικά στην απασχόληση και τη μη απασχόληση, είτε από ένα μισθωτό τη φορά, υπό την έννοια ότι κάθε φορά ένας μισθωτός θα τίθεται εναλλάξ σε υποχρεωτική αργία, ενώ ο άλλος μισθωτός θα καλύπτει κατά πλήρες ωράριο τη θέση εργασίας. Χωρίς αυτή την εναλλάξ παροχή εργασίας, η οποία θα καταλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων στην επιχείρηση ή στο τμήμα αυτής που εμφανίζει σημαντικά μειωμένη δραστηριότητα, η εφαρμογή του συστήματος δεν είναι νοητή και κατά συνέπεια δεν μπορεί να επιβληθεί με μονομερή απόφαση του εργοδότη κατά το εδάφιο δ' της παρ. 3 του άρθρου 38 του Ν. 1892/1990, όπως τροποποιηθέν ισχύει. Κατά συνέπεια, δεν είναι κατά νόμο επιτρεπτή η εκ μέρους του εργοδότη επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας επιλεκτικά σε συγκεκριμένους μόνο μισθωτούς, όταν οι υπόλοιποι εξακολουθούν να εργάζονται με πλήρες ωράριο. (ΑΠ 470/2018, 771/2017, ΑΠ 1252/2014, ΑΠ 969/2011). Το σύστημα της εκ περιτροπής εργασίας δεν αποκλείεται να εφαρμόζεται σε ελάχιστους εργαζόμενους ή ακόμη και σε έναν εργαζόμενο εάν είναι ο μοναδικός του Τμήματος στο οποίο εμφανίστηκε ο περιορισμός της δραστηριότητας. Εξάλλου με το Π.Δ. 240/2006 (ΦΕΚ Α 252), που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 2002/14/Ε.Κ., θεσπίστηκε γενικότερα η υποχρέωση του εργοδότη για ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων για ζητήματα, όπως και η εκ περιτροπής εργασία. Η ενημέρωση αυτή, η οποία μπορεί να γίνει και με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης, θα πρέπει να περιέχει τους λόγους που κατά την εργοδοσία επιβάλλουν την εκ περιτροπής εργασία, όπως στοιχεία από τα οποία προκύπτει ο σημαντικός περιορισμός της δραστηριότητας, η πιθανή διάρκειά της και το συγκεκριμένο σύστημα κατανομής της απασχόλησης που προτίθεται να εφαρμόσει ο εργοδότης. Η διαβούλευση στη συγκεκριμένη περίπτωση συνίσταται στην ανταλλαγή απόψεων μεταξύ του εργοδότη και των εκπροσώπων των εργαζομένων ή του συνόλου αυτών σχετικά με τα μέτρα και τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν για την αντιμετώπιση των δυσχερειών της επιχείρησης από τη σημαντική μείωση της δραστηριότητας αυτής και ειδικότερα για τη δημιουργία συστήματος κατανομής της εναπομένουσας διαθέσιμης εργασίας στο σύνολο του προσωπικού της επιχείρησης ή του τμήματος αυτής, προκειμένου να διασωθούν έτσι οι θέσεις εργασίας. Επομένως για την εκ μέρους του εργοδότη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας στους εργαζομένους κάποιας επιχείρησης ή τμήματος αυτής δεν αρκεί απλώς η εκ μέρους των τελευταίων γνώση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η επιχείρηση και μάλιστα λόγω του μικρού μεγέθους αυτής, αλλά απαιτείται η εκ μέρους του εργοδότη κατά τα ανωτέρω ενημέρωση και διαβούλευση των εργαζομένων, πριν την επιβολή του ανωτέρω μέτρου. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η νόμιμη επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 ν. 2112/1920, διότι λαμβάνει χώρα κατ' ενάσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του εργοδότη απορρέοντος από τον νόμο. Αν αντιθέτως δεν τηρούνται οι ανωτέρω όροι και προϋποθέσεις, δεν υφίσταται σχετικό δικαίωμα του εργοδότη για μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας, δεν επέρχεται δηλαδή αναστολή της πλήρους λειτουργίας της εργασιακής σύμβασης, με τη μείωση του χρόνου απασχόλησης και την αντίστοιχη μείωση της αμοιβής, η δε μονομερής επιβολή της συνιστά (παράνομη) βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που λαμβάνει χώρα χωρίς τη συμφωνία των εργαζομένων και χωρίς σχετικό δικαίωμα του εργοδότη, η οποία επισύρει τις συνέπειες του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 και των άρθρων 361, 349, 350, 656 του ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη (άρθρο 361 ΑΚ), εφ` όσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει, αξιώνοντας συγχρόνως την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης κατά το άρθρο 7 του Ν. 2112/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους, οπότε η μη αποδοχή τους από τον εργοδότη τον καθιστά υπερήμερο δανειστή και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζει το άρθρο 656 ΑΚ [ΑΠ 570/2021, 470/2018]. Με τον όγδοο λόγο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι αναφορικά με την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας από 12.6.2012, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι <<η εν λόγω επιβολή δεν ήταν νόμιμη κατά την έννοια των άρθρων 1 του Ν. 3840/2010, 17 Ν. 3899/2010 και 281 ΑΚ, καθόσον αφορούσε μόνο 16 από τους 32 εργαζομένους, που εκτελούσαν τα ίδια καθήκοντα. Δεν υπήρχε ισότιμος καταμερισμός του χρόνου εργασίας, αφού οι λοιποί 17 εργαζόμενοι ελάμβαναν πλήρεις αποδοχές οι δε Ε.. Α., Φ.. Μ., Ε.. Τ. είχαν ωράριο 2 ημερών με 8 ώρες εβδομαδιαίως, οι δε Β.. Γ. και Γ.. Τ. 3 ημέρες εβδομαδιαία και 8 ώρες ημερησίως>>. 'Ότι με τις παραδοχές αυτές έσφαλε, γιατί εξέλαβε ως προϋπόθεση ότι η επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής απασχόλησης αφορά το σύνολο του προσωπικού μιας επιχείρησης παραβλέποντας τις ανάγκες των επί μέρους τμημάτων αυτής και τις διαφορετικές λειτουργικές ανάγκες της, ενώ στερείται αιτιολογίας σε σχέση με τους λόγους που επέβαλαν το εν λόγω μέτρο, τα κριτήρια που ελήφθησαν υπόψη αλλά και την τήρηση όλων των νομίμων προϋποθέσεων [οικονομικά προβλήματα, διαβουλεύσεις με τους εργαζομένους, κριτήρια επιλογής κλπ.]. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, αφού η απόφαση του Εφετείου ουδέν αναφέρει για τους λόγους, τη διάρκεια και την τήρηση των νομίμων προϋποθέσεων στην επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής απασχόλησης. Επί πλέον αναφέρεται σε 16 από τους 32 συνολικά εργαζομένους, που εκτελούσαν ίδια καθήκοντα, ενώ σε σχέση με τους αναιρεσιβλήτους της ένδικης υπόθεσης, το εν λόγω σύστημα απασχόλησης καταλάμβανε μόνο τους εννέα από αυτούς, χωρίς να εκτίθεται στην απόφαση οι ανάγκες των τμημάτων, αν προβλέπονταν εναλλαγή εργαζομένων κατά ομάδες ή ανά μισθωτό ούτε αν επεβλήθη επιλεκτικά για συγκεκριμένους λόγους στους ως άνω μισθωτούς. Οι αιτιολογίες αυτές είναι ουσιώδεις, αφού η νόμιμη επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής απασχόλησης δικαιολογεί μειωμένες αποδοχές, δεν συνιστά δυσμενή μεταβολή των όρων εργασίας και δεν δικαιολογεί επίσχεση εργασίας από 27.6.2012 [όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη] λόγω δυσμενούς μεταβολής των όρων εργασίας. Γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ο εν λόγω λόγος και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη κατά το κεφάλαιο αυτό. Κατά το άρθρο 5 § 1 ν. 2112/1920 "δύναται ο εργοδότης να καταγγείλει την σύμβαση άνευ τηρήσεως προθεσμίας τινός, εάν εναντίον του υπαλλήλου υπεβλήθη μήνυσις δι' αξιόποινον πράξιν, διαπραχθείσαν εν τη εξασκήσει της υπηρεσίας του ή απηγγέλθη κατ' αυτού κατηγορία δι' αδίκημα εν γένει φέρον χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος", κατά δε την § 2 του ίδιου άρθρου "υπάλληλος απαλλαγείς δια βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως των ως άνω κατηγοριών, δικαιούται να ζητήσει την κατά το άρθρον 3 αποζημίωσιν". Κατά το άρθρο 7 ν. 3198/1955 "αι διατάξεις του παρόντος δεν εφαρμόζονται επί μισθωτών απολυομένων συνεπεία υποβολής μηνύσεως, συμφώνως προς τα υπό της παρ. 1 του άρθρου 5 ν. 2112 ή της παρ. 1 του άρθρου 6 του Β.Δ. της 16/18 Ιουλ. 1920 οριζόμενα. Εάν όμως επακολουθήσει απαλλαγή του μισθωτού δια βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως, αι διατάξεις του παρόντος έχουσι εφαρμογήν και επ' αυτού από της εις τον εργοδότην κοινοποιήσεως υπό του ενδιαφερομένου του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αποφάσεως" [ΑΠ 893/2021].. Η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής σύμβασης για τον πιο πάνω λόγο της αξιόποινης συμπεριφοράς του μισθωτού δεν υπόκειται στις διατυπώσεις του ν. 3198/1955 ούτε προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ. εκτός αν στην πραγματικότητα η καταγγελία της παραπάνω εργασιακής σύμβασης έγινε για λόγους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ. (όπως όταν η μήνυση υποβλήθηκε επίτηδες παρά το αβάσιμο της κατηγορίας και ήταν έτσι ψευδής και προσχηματική και έγινε από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το μισθωτό ή για καταστρατήγηση των νομίμων δικαιωμάτων του), οπότε η απόλυση είναι άκυρη από τον ανεξάρτητο αυτό λόγο (ΑΠ 725/2020, 1230/2018, 930/2017, 444/2016). Με τους πέμπτο και ένατο λόγους οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης <<Δεν καταβλήθηκε αποζημίωση στους ενάγοντες, καθόσον οι εργοδότριες 1η και 2η εναγόμενες επικαλέστηκαν την υποβολή μηνύσεων στις 17.8.2012 κατά των εναγόντων για απάτη στο Δικαστήριο, ως τελεσθείσας από τους ενάγοντες σε προηγηθείσα δίκη ασφαλιστικών μέτρων στο Ειρηνοδικείο Περιστερίου, για επιδίκαση απαιτήσεων για τα έτη 2010 - 2011. Ο επικαλούμενος λόγος είναι προσχηματικός και εντελώς αβάσιμος και οι εν λόγω καταγγελίες είναι άκυρες ως γενόμενες καθ' υπέρβαση των ορίων, που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ. Ο πραγματικός λόγος απόλυσής τους ήταν η εχθρότητα των νομίμων εκπροσώπων των εναγόντων εργοδοτριών εταιριών και μάλιστα των Β.. Λ. και Δ. Λ., αντίστοιχα προς τους ενάγοντες, καθόσον διεκδικούσαν με νόμιμο τρόπο βάσιμα, εργασιακά δικαιώματα και ιδίως την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους. Ειδικότερα οι ενάγοντες είχαν καταφύγει στη δικαιοσύνη με αίτηση για έκδοση διαταγών πληρωμής για παραδοθείσες σε αυτούς συν]κές και επιταγές έναντι οφειλομένων αποδοχών....Δεν συντρέχει δε να ανασταλεί η παρούσα δίκη μέχρι να περατωθεί η ποινική διαδικασία επί των προαναφερθεισών μηνύσεων καθότι η ακυρότητα των γενόμενων καταγγελιών οφείλεται σε καταχρηστική συμπεριφορά εκ μέρους των εναγομένων>>. Ότι με τις παραδοχές αυτές έκρινε τις καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων ως καταχρηστικές χωρίς καμία αιτιολογία [άρθρ. 559 αριθ. 19], δεν έλαβε υπόψη ότι η υποβολή μήνυσης σε βάρος τους για το αδίκημα της απάτης ενώπιον του Δικαστηρίου έγινε λόγω απόκρυψης καταβολών έναντι των οφειλομένων αποδοχών τους και εκ του νόμου λόγω της μηνύσεως δεν υποχρεούτο σε καταβολή αποζημιώσεως απολύσεως. Από την επισκόπηση της απόφασης του Εφετείου [άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ] προκύπτει ότι στις παραδοχές της αναφέρεται ακόμη ότι οι ενάγοντες είχαν προβεί σε επίσχεση εργασίας από 7.12.2011 έως 23.2.2012 λόγω μερικής καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών τους της περιόδου 1.12.2010 έως 31.8.2011, επέστρεψαν στην εργασία τους στις 11.6.2012, οι εργοδότριες εταιρείες εφάρμοσαν την εκ περιτροπής απασχόληση εννέα εκ των δέκα επτά αναιρεσιβλήτων [των 2ου, 5ου, 6ου, 8ου, 9ου, 12ου, 13ου, 15ου και 17ου ], χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες διαδικασίες, γιατί δεν περιελάμβανε όλους τους εργαζόμενους παρά μόνο τους 16 από τους συνολικά 33 εργαζομένους. Ακόμη ότι οι αναιρεσίβλητοι αντέδρασαν στην εκ περιτροπής απασχόληση, γιατί τη θεώρησαν βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους. Παρά ταύτα οι αναιρεσείουσες δεν τους κατέβαλαν πλήρεις αποδοχές για το διάστημα της εκ περιτροπής απασχόλησης ούτε για το διάστημα από 1.4.2012 έως 11.6.2012 και προέβησαν σε νέα επίσχεση εργασίας όλοι, πλην των 9ου, 12ου και 17ου. Εν τέλει, κλήθηκαν να παραλάβουν δίγραμμες επιταγές για αποδοχές του διαστήματος Απριλίου - Ιουνίου 2012, όμως αρνήθηκαν, γιατί τα οφειλόμενα υπερέβαιναν τα ποσά που ενσωμάτωναν οι επιταγές και επί πλέον τους επέβαλαν τον όρο της παραίτησης από αυτά, γεγονός που δεν αποδέχθηκαν. Έτσι συνέχισαν την επίσχεση εργασίας και οι εργοδότριες εταιρείες προέβησαν σε έγγραφη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους χωρίς την καταβολή αποζημιώσεως με την αιτιολογία της υποβολής μήνυσης στις 17.8.2012 εναντίον των για απάτη επί δικαστηρίω, σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων στο Ειρηνοδικείο Περιστερίου περί προσωρινής επιδίκασης απαιτήσεων των ετών 2010 έως 2011, που, όπως προελέχθη, κρίθηκε προσχηματική από το Δικαστήριο. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν περιέλαβε στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με την καταχρηστικότητα της καταγγελίας εκ μέρους των αναιρεσειουσών εργοδοτριών, αφού πέρα από το γεγονός ότι οι ως άνω λόγοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του προηγουμένου, όγδοου λόγου, που σχετίζεται με τη νομιμότητα της επίσχεσης εργασίας, επί πλέον το δικαστήριο σε σχέση με τις άλλες απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων [καταβολή δεδουλευμένων κλπ] και για τα χρονικά διαστήματα, που δεν εφαρμόσθηκε η εκ περιτροπής απασχόληση, δεν περιλαμβάνει επαρκείς αιτιολογίες, αφού δεν διευκρινίζει τί οφείλονταν σε κάθε εργαζόμενο, από ποιά αιτία, ποια ποσά καταβλήθηκαν, ποιο το υπόλοιπο οφειλής στον κάθε αναιρεσίβλητο και ποια εξ αυτών κάλυπταν τα ποσά που αναφέρονταν στις επιταγές [και τις οποίες αρνήθηκαν να παραλάβουν] ώστε να αιτιολογείται η καταχρηστική συμπεριφορά των αναιρεσειουσών ούτε αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά, θεμελιώνοντα την εν λόγω καταχρηστική συμπεριφορά. Μετά από αυτά παρέλκει η έρευνα του δεκάτου λόγου, που σχετίζεται με την εξόφληση των οφειλομένων, δυνάμει τραπεζικών επιταγών, του ενδεκάτου λόγου που προσβάλλεται η άκυρη παραίτηση του δεκάτου τρίτου εκ των αναιρεσιβλήτων από τις αξιώσεις του γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των προηγουμένων. Με τον δωδέκατο λόγο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι απαραδέκτως υποβλήθηκαν οι ισχυρισμοί των αντιδίκων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και απαραδέκτως προσκομίσθηκαν τα αποδεικτικά στοιχεία. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί οι αναιρεσείουσες δεν επικαλούνται ότι προβλήθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο [ΑΠ 1306/2021] και αόριστος, γιατί δεν προσδιορίζονται ειδικότερα οι ισχυρισμοί, στους οποίους αναφέρονται. Με τον έκτο λόγο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν περιέχει αιτιολογίες στην απόρριψη του ισχυρισμού της περί ανωτέρας βίας, που τους εμπόδισε να ανταποκριθούν στις οικονομικές υποχρεώσεις τους έναντι των αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα την γενικότερη οικονομική κρίση, δικαστικές ενέργειες εκ μέρους των εργαζομένων σε βάρος τους, που επιδείνωσαν τα οικονομικά των εταιρειών, μαζικές εκτελέσεις δικαστικών αποφάσεων σε ακίνητα και σε λογαριασμούς των εταιρειών, που εμπόδισαν κάθε πρόοδο στις διαπραγματεύσεις για επίλυση των προβλημάτων και συνεπεία των οποίων η πρώτη αναιρεσείουσα έχει περιέλθει σε κατάσταση οριστικής και μόνιμης παύσης πληρωμών, ήδη εκκρεμεί ενώπιον του Εφετείου αίτηση πτωχεύσεως, που είχε κατατεθεί από το έτος 2014 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ακόμη ότι οι αναιρεσίβλητοι με τη συμπεριφορά τους αρνούμενοι να εργασθούν επιδείνωσαν την κατάσταση και εμπόδισαν κάθε χρηματοδότηση από τις τράπεζες. Ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, γιατί δεν προβλήθηκε στα δικαστήρια της ουσίας. Επί πλέον τα γεγονότα που επικαλούνται δεν συνιστούν ανωτέρα βία, αφού δεν πρόκειται για απρόβλεπτα γεγονότα που δεν μπορούσαν να αποτραπούν με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης [ΑΠ 429/2016]. Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Επί παραλείψεως κηρύξεως προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως κλπ. ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται, όταν το απαράδεκτο αυτό ή η αναβολή της συζήτησης ή η αναστολή της διαδικασίας επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως, που προηγήθηκε, όπως π.χ. είναι η ακυρότητα της κλητεύσεως, ή (και) προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως (βλ. άρθρο 110 § 2 ΚΠολΔ) ή στην περίπτωση της παραλείψεως αναβολής της συζητήσεως κατά τα άρθρα 610 και 621 του ΚΠολΔ, κατά την οποία ο διάδικος καθίσταται έκπτωτος του δικονομικού δικαιώματος του για την παρεμπίπτουσα αμφισβήτηση της οικογενειακής σχέσεως, που αποτελεί προϋπόθεση για τη διάγνωση της διαφοράς (βλεπ. σχετ. ΟλΑΠ 12/2000). Επομένως, η παρά το νόμο παράλειψη του δικαστηρίου να αναστείλει τη διαδικασία λόγω εκκρεμοδικίας (222 ΚΠολΔ), μη επιβαλλόμενη από το νόμο, προς κατοχύρωση του αποτελέσματος δικονομικής ακυρότητας ή προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο της αναιρέσεως, διότι η αναστολή αυτή επιβάλλεται από το νόμο απλώς χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης καθώς και προς αποφυγήν εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, ενδεχόμενο όμως που αντιμετωπίζεται από το νόμο με την καθιέρωση λόγου αναψηλαφήσεως για την τελευταία απόφαση κατ' άρθρα 544 § 1 και 549 § 2 ΚΠολΔ. (ΑΠ 431/2015). Κατ' ακολουθίαν, ο έβδομος λόγος με τον οποίο υποστηρίζεται ότι έσφαλε το Δικαστήριο, γιατί απέρριψε την ένσταση εκκρεμοδικίας και δεν ανέστειλε την εκδίκαση της αγωγής, επειδή με προηγούμενη, την υπ' αριθ. 887/2012 αγωγή των αναιρεσιβλήτων αιτούντο μισθοί υπερημερίας από το έτος 2012 έως 2016 ήτοι για χρονικό διάστημα που συνέπιπτε κατά ένα μέρος με το επίδικο [27.6.2012 έως 5.2.2013], είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν, μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά τα κεφάλαια που αναφέρονται ως άνω, ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή [άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ], και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις [άρθρ. 176, 180 παρ. 1, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ]. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 1986/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων [2.300] ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2023. H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ