Αριθμός 1673/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας ΦΛΑΟΥΕΡ ΟΒΕΡΣΙΣ ΤΡΕΪΝΤΙΝΓΚ ΑΕ (FLOWER OVERSEAS TRADING SA) που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Δοβλέ. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κ. Υπουργό των Οικονομικών και εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Γρυνωνάκη, πάρεδρο του Νομικού συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-1980 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4526/1981 μη οριστική 2224/1987 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 2447/1989 μη οριστική και 8730/1990 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Επί των εφετειακών αποφάσεων ασκήθηκαν αναιρέσεις και εκδόθηκε η 760/1991 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πειραιώς. Το Εφετείο εξέδωσε την 654/1993 οριστική απόφαση του όπου ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1169/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την τελευταία εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Το Εφετείο Πειραιώς εξέδωσε την 746/2001 απόφαση του, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 26-2-2002 αίτηση της και τους από 22-8-20002 πρόσθετους λόγους. Επί αυτών εκδόθηκε η 1289/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του δικαστηρίου τούτου. Εκδόθηκε η 15/2006 απόφαση της Τακτικής Ολομελείας του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο Εφετείο Πειραιώς. Το εφετείο Πειραιώς εξέδωσε την 640/2007 απόφαση του την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 23-7-2010 αίτηση της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 19-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Εισάγεται για κρίση αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με την οποία κρίθηκε απαίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου - ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της αναιρεσείουσας, από τη μεταξύ του σύμβαση παράδοσης ποσοτήτων πετρελαίου. ΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ προϋποθέσεις εφαρμογής αυτής, είναι: α)η υποχρέωση για αποζημίωση (ΑΠ 343/2005) β) η αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στη συμπεριφορά του ζημιωθέντος και την επέλευση ή την έκταση της σε βάρος του ζημίας (ΑΠ 1676/2006) και η συμβολή του ζημιωθέντος στη ζημία ή την έκτασή της (οικείο πταίσμα). Δηλαδή, πλήν άλλων, για να εφαρμοσθεί η παραπάνω διάταξη, πρέπει ο ζημιωθείς να συνέβαλε με την συμπεριφορά του στην επέλευση ή την έκταση της ζημίας (ΑΠ 766/2007, ΑΠ 945/2002). Περαιτέρω η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική, οπότε η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την ύπαρξη ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος για την επέλευση της ζημίας ή την έκτασή της υπόκειται στον έλεγχο του Άρείου Πάγου, κατά το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα, συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας (Ολ.ΑΠ 13/2006, ΑΠ 766/2007, ΑΠ 1289/2003, ΑΠ 535/2002). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς η αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογίων, κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμον αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, η περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψει αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1/1999 βλ. και Ολ.ΑΠ 15/2005). Στην παρούσα περίπτωση η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ύστερα από διεθνή μειοδοτικό διαγωνισμό για την προμήθεια του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου με πετρέλαιο DIESEL για τις ανάγκες της εσωτερικής αγοράς της Χώρας του μηνός Ιανουαρίου 1979, αναδείχτηκε η εναγόμενη τελευταίος μειοδότης και κατακυρώθηκε σ' αυτήν η προμήθεια 90.000 μετρικών τόνων με τίμημα CIF 168,50 δολάρια ΗΠΑ ανά μετρικό τόνο (ΜΤ) με συμφωνημένο χρόνο παραδόσεως από 12 μέχρι 31.1.1979, σύμφωνα με προγραμματισμό της αρμόδιας Εθνικής Υπηρεσίας Πετρελαίου Ελλάδος (ΕΥΠΕ) και με συμφωνημένα σημεία παραδόσεως "Ασπρόπυργο ή και Πέραμα ή και Δραπετσώνα ή και Ελευσίνα και Αγίους Θεοδώρους, όχι όμως σε περισσότερα των τριών (3) σημείων κατά φορτίο, ή και Θεσσαλονίκης". Την επόμενη της γνωστοποιήσεως σ' αυτήν της κατακυρώσεως, η εναγόμενη με το 629/11.1.1979 τηλετύπημα της ζήτησε από την ΕΥΠΕ τον προγραμματισμό παραδόσεως της παραπάνω ποσότητας, ενώ παράλληλα, δήλωσε ότι δέχεται ολόκληρη η ποσότητα (των 90.000 ΜΤ) να δεσμευθεί στα διυλιστήρια της ΜΟΤΟΡ ΟΙΑ για λογαριασμό του Δημοσίου και εν συνεχεία να παραδοθούν στους πελάτες του (Δημοσίου) αδαπάνως. Η ως άνω Υπηρεσία με το 388/15.1.1979 τηλετύπημα της, προς την εναγόμενη, προγραμμάτισε την παράδοση του φορτίου για 25000 μετρικούς τόνους (ΜΤ) στη Θεσσαλονίκη μεταξύ 20-22/1/1979, άλλων 25.000 μετρικών τόνων στον Ασπρόπυργο μεταξύ 24-26/1/1979 και για την υπόλοιπη ποσότητα των 40.000 μετρικών τόνων ζήτησε τη δέσμευση της στις εγκαταστάσεις της εταιρείας MOTOR OIL HELLAS στην Κόρινθο, τις οποίες η εναγόμενη χρησιμοποιούσε ως αποθήκες, απ' όπου θα γινόταν η τμηματική παραλαβή από τους ενδιαφερόμενους τρίτους, με διατακτικές του ενάγοντος. Η εναγόμενη παρέδωσε στο ενάγον με δέσμευση την ποσότητα των 40.000 μετρικών τόνων στις εγκαταστάσεις της MOTOR OIL HELLAS, σύμφωνα με τον παραπάνω προγραμματισμό, για τις υπόλοιπες όμως ποσότητες των 25.000 και 25.000 μετρικών τόνων απέστειλε το 0105/16.1.1979 τηλετύπημα της προς το Υπουργείο Βιομηχανίας με το οποίο, προβάλλοντας ως λόγους αδυναμίας συμμορφώσεως της, με το γενόμενο προγραμματισμό από την ΕΥΠΒ, την αδυναμία εξευρέσεως κατάλληλου πλοίου για το συγκεκριμένο είδος του φορτίου και την (κατ' αυτήν) καθυστέρηση του προγραμματισμού για 4 ημέρες (11-15.1.1979), πρότεινε τη δέσμευση και της υπόλοιπης ποσότητας πετρελαίου, (των 50.000 ΜΤ) στις εγκαταστάσεις της MOTOR OIL, με τη σημείωση ότι "είναι προφανές ότι εάν εύρωμεν πλοίον εγκαίρως, θα μεταφέρομεν ένα φορτίο εις Θεσσαλονίκην". Το Υπουργείο Βιομηχανίας με το 511/17.1.1979 τηλετύπημα, απαντώντας στο προηγούμενο της εναγόμενης απέρριψε την πρόταση της αυτή και αξίωσε την εκτέλεση της συμβάσεως κατά τον γενόμενο προγραμματισμό, δηλαδή 25.000 μετρικούς τόνους στη Θεσσαλονίκη και 25.000 μετρικούς τόνους στον Ασπρόπυργο. Στη συνέχεια, με νέο τηλετύπημα στις 17.1.1979, η εναγόμενη επανήλθε εμμένοντας στην προηγουμένως διατυπωθείσα πρόταση της για παράδοση των 50.000 ΜΤ πετρελαίου DIESEL με δέσμευση στις εγκαταστάσεις της MOTOR OIL, καταλήγοντας ότι "δια τα περαιτέρω σας παραπέμπομε εις το ημέτερο TELEX 105/16.1.1979". Στις 22-1-1979 υπογράφηκε η, κατ' άρθρο 16 των ισχυόντων κατά τον ένδικο χρόνο, "γενικών όρων διακηρύξεως διεθνών μειοδοτικών διαγωνισμών" συναφθείσα από την ανακοίνωση της κατακυρώσεως της προμήθειας στην εναγόμενη (10-01-1979) και έχουσα, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, αποδεικτικό και όχι συστατικό χαρακτήρα, σύμβαση προμήθειας των 90.000 ι μετρικών τόνων πετρελαίου DIESEL, σύμφωνα με τους όρους που αναφέρθηκαν ανωτέρω (μεταξύ των οποίων ο τόπος, ο χρόνος και οι επί μέρους παραδοτέες ποσότητες εκ μέρους της εναγόμενης προς το ενάγον), χωρίς καμιά επιφύλαξη ή διαμαρτυρία εκ μέρους της. Με νέο τηλετύπημα της ίδιας ημερομηνίας (22-01-1979), όμως, η εναγόμενη, χωρίς να αποστεί από την αρχική και πάγια πρόταση της για παράδοση των 50.000 ΜΤ πετρελαίου DIESEL, με δέσμευση στις εγκαταστάσεις της MOTOR OIL, δήλωσε στο Υπουργείο Βιομηχανίας, ότι "δέχεται να φορτώσει τις ποσότητες (πετρελαίου) σε πλοία που τυχόν αυτό μπορεί να βρει, όπως αυτή είχε δηλώσει, με ναύλο μέσα στα αποδεκτά όρια", (μολονότι η υποχρέωση εξευρέσεως του πλοίου βάρυνε την ίδια σύμφωνα με τη σύμβαση, στη δε συμφωνηθείσα τιμή περιλαμβανόταν και το κόστος (έξοδα) της μεταφοράς, αφού επρόκειτο για πώληση CIF). Στις 29.1.1979 δηλαδή δύο (2) ημέρες πριν από τη λήξη του συμβατικού χρόνου παραδόσεως του πετρελαίου εκ μέρους της εναγόμενης, το Υπουργείο Βιομηχανίας με το 1058/29.1.1979 τηλετύπημα του, που απευθύνεται και στην εναγόμενη, παρήγγειλε το Τελωνείο Κορίνθου να δεσμεύσει στις εγκαταστάσεις της MOTOR OIL και την υπόλοιπη ποσότητα των 50.000 ΜΤ πετρελαίου, για λογαριασμό του (ενάγοντος), με την πρόσθετη σημείωση ότι "στην...-AVIN OIL (εναγόμενη) γνωρίζεται ότι και μετά τη δέσμευση εξακολουθεί η υποχρέωση της για να μεταφέρει τη συμβατική ποσότητα στη Θεσσαλονίκη ή και Ασπρόπυργο, σύμφωνα με τα σχετικά τηλετυπήματα.". Με την τελευταία αυτή ενέργεια του το ενάγον (Ελληνικό Δημόσιο) δέχτηκε ουσιαστικά τον εναλλακτικό τρόπο εκπλήρωσης της παροχής της, που είχε προτείνει η εναγόμενη και στον οποίον αυτή εξαρχής και παγίως ενέμεινε σε όλα τα προαναφερθέντα τηλετυπήματα της προς την ΕΥΠΕ, δηλαδή για την, παρά τις συμβατικές υποχρεώσεις της, παράδοση και της υπόλοιπης ποσότητας πετρελαίου DIESEL (50.000 ΜΤ) με δέσμευση στις εγκαταστάσεις της MOTOR OIL στην Κόρινθο, με την απλή, επιπροσθέτως, αναφορά στη συμβατική της υποχρέωση να μεταφέρει την ποσότητα αυτή στη Θεσσαλονίκη ή και τον Ασπρόπυργο. Η εναγόμενη με το υπ' αριθμ. 115/30-01-1979 τηλετύπημα της προς τη Δνση Κρατικών Αγορών του Υπ. Εμπορίου δεν δέχθηκε την προταθείσα από το ενάγον δέσμευση των ενδίκων ποσοτήτων πετρελαίου "δια πολλούς λόγους...εκτός όλων των άλλων λόγων διότι στην παρ. 2 του τέλεξ του Υπ. Βιομηχανίας/ΕΥΠΕ μας καθιστά υπευθύνους και μετά τη δέσμευση δια την μεταφορά ποσότητας DIESEL στη Θεσσαλονίκη και τον Ασπρόπυργο, πράγμα το οποίο είναι εντελώς αναληθές και προκύπτει τούτο από τη σχετική αλληλογραφία επί του θέματος". Την επόμενη, η προαναφερθείσα Δ/νση του Υπ. Εμπορίου με το υπ' αριθμ. ΑΠ Π1/1377/31-01-1979 τηλετύπημα της προς την εναγόμενη (με κοινοποίηση προς το Τελωνείο Κορίνθου και την ΕΥΠΕ), που στάλθηκε την τελευταία ημέρα του συμβατικού χρόνου παραδόσεως του πετρελαίου, γίνεται αναφορά στο προηγούμενο του Υπουργείου Βιομηχανίας της 29.1.1979 για δέσμευση των 50.000 μετρικών τόνων πετρελαίου στις εγκαταστάσεις της MOTOR OIL και παρέχονται οδηγίες για την ολοκλήρωση της δεσμεύσεως και την άμεση έναρξη της παραδόσεως της ποσότητας αυτής προς κάλυψη των επιτακτικών αναγκών της Νοτίου Ελλάδος. Η εναγόμενη, χωρίς να δώσει καμιά περαιτέρω απάντηση, με το 1177/3.2.1979 τηλετύπημά της, αρνήθηκε τη δέσμευση πετρελαίου της για λογαριασμό του Δημοσίου, με τη δικαιολογία ότι είχε παρέλθει πλέον ο συμβατικός χρόνος παραδόσεως (31.1.1979) και ότι η MOTOR OIL δεν ήταν διατεθειμένη να παραχωρήσει αποθηκευτικούς χώρους, τους οποίους χρειαζόταν για δικό της λογαριασμό. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, τα οποία αναφέρονται στην αρχή της παρούσας ελάσσονος προτάσεως, αποδείχθηκε ότι καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα (από 16-01-1979 μέχρι και 29-01-1979) υπήρχε μεν αστάθεια στις τιμές του πετρελαίου (ανοδικές και καθοδικές διακυμάνσεις με εκτάσεις των ανόδων ίσες προς εκείνες των καθόδων ή έστω ανώτερες, αλλά όχι σε σημαντικό βαθμό), όπως και τα διάδικα μέρη δέχονται τούτο, και την οποίαν, ασφαλώς, γνώριζαν και τα αρμόδια όργανα του ενάγοντος (ΕΥΤΤΕ), αυτά, όμως, δεν είχαν, εξ αυτής (γνώσεως περί αστάθειας των τιμών πετρελαίου) και σαφή γνώση περί καταφανούς, συνεχούς ανοδικής πορείας της τιμής του πετρελαίου, αφού τέτοια (καταφανής, συνεχής, ανοδική πορεία της τιμής του πετρελαίου) από κανένα (απ' όλα τα προαναφερθέντα) αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε ότι υπήρξε κατά το ως άνω κρίσιμο χρονικό διάστημα...Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ακόμη ότι, παρά το γεγονός της αστάθειας στις τιμές του πετρελαίου κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, ήταν ήδη από τότε ορατή η καταφανής, συνεχής, ανοδική πορεία της τιμής του πετρελαίου που πράγματι, όπως αποδείχθηκε και έχει γίνει αμετάκλητα δεκτό με τις πιο πάνω αναφερόμενες αποφάσεις, που έκριναν επί του δευτέρου σκέλους της εξεταζόμενης, κατά το πρώτο της σκέλος, από το Δικαστήριο τούτο, ενστάσεως, συνέβη μέσα στον επόμενο μήνα (Φεβρουάριο 1979). Περί αυτού κανένας μάρτυρας δεν κατέθεσε με σαφήνεια, ούτε και από κανένα έγγραφο της δικογραφίας προκύπτει ότι μπορούσε, με βάση υπάρχοντα τότε δεδομένα (διεθνή και εσωτερικά, επηρρεάζοντα την πετρελαϊκή πολιτική τιμών τόσο διεθνώς όσο και την εσωτερική αγορά) να προβλεφθεί, από τους συναλλασσόμενους στην πετρελαϊκή αγορά, σε συναλλαγές, όπως η προκείμενη και συνεπώς και από τα αρμόδια όργανα του ενάγοντος, όση επιμέλεια, προς τούτο και αν κατέβαλαν αυτά, η καταφανής και συνεχής ανοδική πορεία, την οποίαν εμφάνισαν οι τιμές του πετρελαίου εντός του Φεβρουαρίου του 1979. Άλλωστε και η ίδια η εναγόμενη στις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σελ. 16 αυτών), αναφέρει την ύπαρξη αστάθειας και αύξησης των τιμών του πετρελαίου την εποχή εκείνη, σημειώνοντας, όμως, ότι το Δημόσιο ήλπιζε να ανατραπεί η αυξητική τάση και να μειωθούν οι τιμές. Ας σημειωθεί ότι η ίδια η εναγόμενη στην παρ. 6.8, σελ. 27 των ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεων της ομιλεί για "συνεχείς ραγδαίες καθημερινές αυξομειώσεις στις τιμές". Δηλαδή και αυτή ομιλεί για αστάθεια και όχι για καταφανή συνεχή ανοδική πορεία των τιμών του πετρελαίου στην ένδικη χρονική περίοδο. Ούτε αναφέρει αυτή στοιχεία, (ούτε υπάρχουν τέτοια στο υπόψη αποδεικτικό υλικό), με βάση τα οποία να κριθεί ότι τα αρμόδια όργανα του ενάγοντος, αν επεδείκνυαν την επιμέλεια, που όφειλαν και μπορούσαν, εν προκειμένω, ως συναλλασσόμενοι σε συναλλαγές ως η ένδικη, θα μπορούσαν να προβλέψουν την καταφανή και συνεχή ανοδική πορεία των τιμών, που ακολούθησε μέσα στον επόμενο μήνα (Φεβρουάριο 1979). Κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, λοιπόν, πρέπει να αποκλειστεί οποιαδήποτε αμέλεια των αρμοδίων οργάνων του ενάγοντος (αφού τέτοια δεν αποδείχτηκε) στη ζημία που αυτό υπέστη από την προμήθεια της μη παραδοθείσης από την εναγόμενη ποσότητας των 50000 Μ.Τ. πετρελαίου μεταγενεστέρως με μεγαλύτερη τιμή, αναφορικά με το πρώτο σκέλος της σχετικής ενστάσεως της εναγόμενης, της ματαίωσης δηλαδή της προμήθειας της ποσότητας αυτής, μέσα στο ένδικο χρονικό διάστημα, από το χώρο αποθηκεύσεως της στους Αγίους Θεοδώρους με τη συμβατική τιμή (κατά παράβαση πάντως των συμβατικών όρων, σχετικά με τους τόπους παραδόσεως της (Ασπρόπυργος και Θεσσαλονίκη). Και τούτο, ειδικότερα, διότι : α) ενόψει, του ότι, σύμφωνα με τα πιο πάνω αποδειχθέντα, κατά την υπόψη χρονική περίοδο δεν υπήρχε καταφανής συνεχής ανοδική πορεία της τιμής του πετρελαίου, ούτε τα αρμόδια όργανα του ενάγοντος είχαν (ούτε και μπορούσαν να έχουν, όση επιμέλεια, με την ιδιότητα τους αυτή και αν κατέβαλαν, αφού κανένα αποδεικτικό μέσο δεν οδηγεί σε τέτοιο συμπέρασμα) σαφή γνώση ενεστώσης, που δεν αποδείχθηκε ή της μελλοντικής (εντός του επομένου μηνός, Φεβρουαρίου 1979) καταφανούς, συνεχούς, αυξητικής πορείας της τιμής του DIESEL, δικαιολογημένα αυτά (όργανα του Δημοσίου) ως επιμελείς και συνετοί και όχι ως αμελείς συναλλασσόμενοι δεν δέχθηκαν τις προτάσεις της εναγόμενης στις 16, 17 και 22-01-1979 και μάλιστα μία μόλις ημέρα μετά τον, εντός εύλογου χρόνου από τη σύναψη της συμβάσεως (όπως δέχθηκε και η υπ' αριθμόν 760/1991 απόφαση του Αρείου Πάγου) προγραμματισμό παραδόσεως των ενδίκων ποσοτήτων και επιμελώς φερόμενα ενέμειναν, ενόψει και του χρόνου λήξεως του συμβατικού χρόνου παραδόσεως στις 31-01-1979 στην εκτέλεση της παραδόσεως κατά τους συμφωνημένους όρους (pacta sunt servanda), τοσούτο μάλλον, καθόσον αυτά, ως υπηρεσιακά όργανα δεν είχαν περιθώρια υποχωρήσεως βεβιασμένα κατά βούληση από τα συμβατικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα του Δημοσίου. Η παραλαβή άλλωστε της ποσότητας αυτής δια δεσμεύσεως στις αποθήκες της MOTOR OIL (και εφ' όσον η εναγόμενη διέθετε πράγματι εκεί την ποσότητα αυτή, στο χρονικό εκείνο σημείο, πράγμα που δεν προκύπτει με πλήρη σαφήνεια από τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα) τελούσε υπό την προϋπόθεση ότι η ποσότητα αυτή θα έπρεπε να παραληφθεί από το Δημόσιο από τις αποθήκες αυτές το αργότερο την 31.1.1979, οπότε το Δημόσιο έπρεπε αυτό να μεριμνήσει για τη μεταφορά της (με έξοδα του ενώ αυτά κατά τη σύμβαση βάρυναν την εναγόμενη) και να εξεύρει τα πρόσφορα μεταφορικά μέσα, να αναλάβει δηλαδή ευθύνες και έξοδα που κατά τη σύμβαση της προμήθειας βάρυναν την εναγόμενη. β. Όταν πλέον ο συμβατικός χρόνος πλησίαζε στη λήξη του (31.1.1979) και άρχισαν να διαφαίνονται, από τις 29.1.1979, οι οριστικές προθέσεις της εναγόμενης να μη παραδώσει τις ποσότητες κατά το συμβατικό προγραμματισμό, αμέσως και χωρίς καμιά αμέλεια τα όργανα του Δημοσίου με διαδοχικά τηλετυπήματα (29 και 31.1.1979) υποχώρησαν στην πάγια θέση που είχε διατυπώσει η εναγόμενη με τα τηλετυπήματα της των 16/1, 17/1 και 22/1/1979, δηλαδή την άμεση παράδοση των 50.000 ΜΤ πετρελαίου στις εγκαταστάσεις της MOTOR OIL, δεχόμενα ουσιαστικά την παράδοση της ένδικης ποσότητας πετρελαίου σύμφωνα με τον ως άνω εναλλακτικό τρόπο, που πρότεινε η εναγόμενη και, συνεπώς, εκδήλωσαν και επισήμως την ουσιαστική πρόθεση του ενάγοντος για την παραλαβή του εντός των δύο επομένων ημερών του συμβατικού χρόνου (30 και 31-01-1979) από τις εγκαταστάσεις της MOTOR OIL στους Αγίους Θεοδώρους, με δικά του μέσα και έξοδα, σημειώνοντας, απλώς, στο τηλετύπημα του της 29-01-1979 τη συμβατική υποχρέωση της εναγόμενης να μεταφέρει την ποσότητα αυτή στη Θεσσαλονίκη ή και στον Ασπρόπυργο, πράγμα, άλλωστε, που και η ίδια θεωρούσε αυτονόητη υποχρέωση της (βλ. τηλετύπημα αυτής της 16-01-1979, όπου σημειώνει η εναγόμενη : "...είναι προφανές ότι εάν εύρομεν πλοίον εγκαίρως θα μεταφέρομεν ένα φορτίον εις Θεσσαλονίκην..."). Αυτή όμως αρνήθηκε να δεχθεί την παράδοση της ποσότητας αυτής με τον τρόπο που εκτέθηκε, επικαλούμενη ότι το ενάγον, με το ως άνω, υπ' αριθμ. 1058/29-01-1979 τηλετύπημα του, της πρότεινε την παράδοση της ένδικης ποσότητας στις εγκαταστάσεις της MOTOR OIL, με τον όρο να παραμείνει αυτή η ποσότητα δεσμευμένη στις εγκαταστάσεις αυτές και μετά την εκπνοή του συμβατικού χρόνου παραδόσεως, δηλαδή μετά τις 31-01-1979 και για αόριστο χρόνο. Τέτοιος όρος, όμως, δεν προκύπτει από το ίδιο το κείμενο του εν λόγω τηλετυπήματος ότι τέθηκε στην εναγόμενη, ούτε από άλλο αποδεικτικό μέσο. Το μόνο που αναφέρεται στη δεύτερη παράγραφο του εν λόγω εγγράφου, όπως παραπάνω εκτέθηκε, είναι η υπόμνηση της συμβατικής υποχρεώσεως της εναγόμενης περί μεταφοράς της ποσότητας αυτής στη Θεσσαλονίκη ή τον Ασπρόπυργο, την οποία (υποχρέωση), όπως πιο πάνω εκτέθηκε και η ίδια δεν είχε αμφισβητήσει, ως απορρέουσα από την ένδικη σύμβαση. Η υπόμνηση αυτή ήταν δικαιολογημένη, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, εκ του λόγου ότι τα αρμόδια όργανα του ενάγοντος αναλάμβαναν, με το τηλετύπημα τους αυτό, την ευθύνη, προκειμένου να αποτρέψουν την οποιαδήποτε ζημία του, εξαιτίας του διαφανέντος, σ' αυτά, από τις 29-01-1979, κινδύνου της μη παραδόσεως, εκ μέρους της εναγόμενης, εντός του συμβατικού χρόνου της συμβατικής ποσότητας πετρελαίου, να παραλάβουν την ένδικη ποσότητα πετρελαίου, παρακάμπτοντας συμβατικά κατοχυρωμένα δικαιώματα του Δημοσίου. Πρέπει να λεχθεί, ακόμη ότι, η έλλειψη αναφοράς τέτοιου όρου, που επικαλείται η εναγόμενη, στο προδιαληφθέν τηλετύπημα, προκύπτει εναργώς και από το υπ' αριθμ. ΑΠ Π1/1377/31-01-1979 πιο πάνω αναφερόμενο τηλετύπημα προς αυτή (με κοινοποίηση προς το Τελωνείο Κορίνθου και την ΕΥΠΕ), με το οποίο, όπως σε προηγούμενη θέση της παρούσας αναφέρεται, γίνεται αναφορά στο προηγούμενο του Υπουργείου Βιομηχανίας της 29.1.1979 για δέσμευση των 50.000 μετρικών τόνων πετρελαίου στις εγκαταστάσεις της MOTOR OIL και, παράλληλα, παρέχονται οδηγίες για την ολοκλήρωση της δεσμεύσεως και την άμεση έναρξη της παραδόσεως της ποσότητας αυτής προς κάλυψη των επιτακτικών αναγκών της Νοτίου Ελλάδος και όχι για δέσμευση επ' αόριστο χρόνο, όπως αβάσιμα επικαλέστηκε η εναγόμενη. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο τούτο καταλήγει στην πιο πάνω κρίση ότι, δηλαδή, ουδεμία αμέλεια βαρύνει τα όργανα του Δημοσίου (που ενήργησαν ως συνετοί και επιμελείς συναλλασσόμενοι) όταν δεν παρέλαβαν με δέσμευση τις ένδικες ποσότητες πετρελαίου, όπως εναλλακτικώς είχε προτείνει, ως άνω, η εναγόμενη στις 16, 17 και 22-01-1979. Ακόμα δε, περαιτέρω και (επαλλήλως της ως άνω αιτιολογίας) αν το ενάγον δεχόταν έστω από τις 22-01-1979 (ημέρα υπογραφής της ένδικης σύμβασης) μέχρι και τις 28-01-1979 την παράδοση των ενδίκων ποσοτήτων πετρελαίου με δέσμευση στις πιο πάνω εγκαταστάσεις, τούτο δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί, αφού η εναγόμενη ήδη, τουλάχιστον, από τότε (22-01-1979) είχε την πρόθεση να αρνηθεί, για λόγους που αφορούσαν την ίδια, να παραδώσει τις ποσότητες αυτές, ακόμη και με τον πιο πάνω εναλλακτικό τρόπο, που η ίδια είχε προτείνει στο ενάγον. Η πρόθεση της δε αυτή εκδηλώθηκε και πανηγυρικά με την τελική συμπεριφορά της, συνισταμένη στο ότι : α. άφησε αναπάντητο μέσα στο συμβατικό χρόνο το τηλετύπημα της 29-01-1979, με το οποίο το ενάγον υποχώρησε στις θέσεις της, όπως τις είχε προβάλλει αυτή με τα τηλετυπήματα της στις 16, 17 και 22-01-1979 και β. αρνήθηκε να συμμορφωθεί με την αποδοχή των ως άνω θέσεων της από το ενάγον και συγκεκριμένα με το 1177/03-02-1979 τηλετύπημα της απαρνήθηκε τα όσα, εναλλακτικώς, είχε αυτή προτείνει, στα πλαίσια συνολικής έγγραφης αρνητικής απάντησης της στα προαναφερθέντα τηλετυπήματα του ενάγοντος, με την αοριστόλογη δικαιολογία (πρόφαση) ότι στις 03-02-1979, που αρνείται και ρητώς εγγράφως, είχε παρέλθει πλέον ο συμβατικός χρόνος παραδόσεως (31-01-1979), που, όμως η ίδια είχε αφήσει, κατά τα παραπάνω, να παρέλθει άπρακτος. Σημειώνεται ότι, κατά το μαρτυρά της Ε. Π. (βλ. κατάθεση του στα υπ' αριθμ. 8730/1990 πρακτικά του Εφετείου Αθηνών), "...Αν το Δημόσιο στις 29-01-1979 είχε παραλάβει, η ζημιά του θα ήταν ασήμαντη και θα παραλάμβανε την ποσότητα αργότερα μόνο θα πλήρωνε αποθήκευτρα...". Παρά το ότι, όμως, κατά τα προεκτεθέντα το Δημόσιο ζήτησε να παραλάβει στις 29-01-1979 και ο ίδιος ο μαρτυράς της καταθέτει τα προαναφερθέντα, εν τούτοις η εναγόμενη ενήργησε, όπως αμέσως παραπάνω εκτίθεται με την πρόσθετη δικαιολογία ότι η MOTOR OIL δεν ήταν διατεθειμένη να παραχωρήσει αποθηκευτικούς χώρους, τους οποίους χρειαζόταν για δικό της λογαριασμό, δηλαδή με την προβολή των εν προκειμένω νομικώς αδιάφορων διαθέσεων και αναγκών άσχετης με τη σύμβαση τρίτης. Η ως άνω πρόθεση της εναγόμενης να μην εκτελέσει καθόλου την ένδικη σύμβαση (ούτε κατά τον εναλλακτικώς προταθέντα από αυτήν τρόπο), διαφαίνεται, σαφώς και από την κατάθεση του μάρτυρά της Α. Σ., ο οποίος κατέθεσε ότι "κατά το χρόνο καταρτίσεως της επίδικης συμβάσεως η εναγόμενη δεν είχε καράβια για να μεταφέρει την επίδικη ποσότητα στο επίδικο χρονικό διάστημα από 11.1.1979 έως 31.1.1979". Ότι "ενόψει της συμβάσεως η εταιρεία είχε δεσμεύσει το πλοίο " …" που ήταν κατάλληλο για τη μεταφορά του πετρελαίου DIESEL και βρισκόταν στην Αμβέρσα στις 11.1.1979 αλλά τελικά δεν ναυλώθηκε από την εταιρεία, διότι δεν υπήρξε έγκαιρος προγραμματισμός από το Δημόσιο και αυτό "απελευθερώθηκε" παρέμενε όμως στην Αμβέρσα "ξέφορτο και άδειο", ενώ αν ο προγραμματισμός του Δημοσίου γινόταν στις 11.1.1979 το πλοίο …θα έφθανε στη MOTOR OIL μετά από 5-6 ημέρες. Όμως, ανεξάρτητα από το ότι ο προγραμματισμός παραδόσεως εκ μέρους του Δημοσίου στις 15/1/1979, τρεις ημέρες μετά τη έναρξη του χρόνου παραδόσεως που είχε ορισθεί συμβατικά για το από 12.1 έως 31.1.1979 χρονικό διάστημα έγινε, κατά τα προεκτεθέντα, μέσα σε χρόνο εύλογο και δεν είχε καθυστέρηση και μάλιστα τέτοια, ώστε να προκαλέσει, δικαιολογημένα, την απελευθέρωση του πλοίου εκ μέρους της εναγόμενης, ακόμη και κατά την αναγγελία του προγραμματισμού αυτού (15.1.79) τούτο, κατά τα εκτεθέντα παρέμενε "ξέφορτο και άδειο" στην Αμβέρσα και μπορούσε να ναυλωθεί από την εναγόμενη ώστε, ερχόμενο εδώ μετά από 5-6 ημέρες, να εκτελέσει τις προγραμματισθείσες ως άνω παραδόσεις των 25000 Μ.Τ. και 25000 Μ.Τ. πετρελαίου στη Θεσσαλονίκη και τον Ασπρόπυργο (στα συμβατικά χρονικά διαστήματα: 20-22/1/1979 και 24-26/1/1979 αντίστοιχα). Και βέβαια, πρέπει να επισημανθεί ότι, δεν ήταν προδιαγεγραμμένο ότι το ενάγον δεν θα δεχόταν παράταση των ανωτέρω χρόνων, αφού αυτό είχε προβεί στον προγραμματισμό αυτόν και υπέρ αυτού είχαν τεθεί όλες αυτές οι συμβατικές προθεσμίες, προκειμένου να εκτελεστεί η σύμβαση μέχρι τις 31-01-1979, που προεβλέπετο και ν' αποφύγει τούτο τη μεταφορά του οδικώς, με μεγαλύτερο κόστος από αυτό του ναύλου δια θαλάσσης, ο οποίος (ναύλος), εξάλλου, περιλαμβανόταν στην τιμή, δεδομένου ότι η πώληση των ενδίκων ποσοτήτων πετρελαίου ήταν CIF. Ενδεικτικό της πιο πάνω προθέσεως της εναγόμενης, ακόμη, είναι και το γεγονός ότι αυτή ευθύς ως της ανακοινώθηκε η κατακύρωση (11.1.1979) πρότεινε (αυθημερόν) στο Δημόσιο να παραδοθεί ολόκληρη η ποσότητα των 90.000 Μ.Τ. πετρελαίου στα Διυλιστήρια της MOTOR OIL (βλ. υπ' αριθ 629/11.1.79 TELEX), κατά παράκαμψη των εκ της συμβάσεως υποχρεώσεων της (και των αντίστοιχων δικαιωμάτων του Δημοσίου, για μεταφορά των ως άνω ποσοτήτων σε Ασπρόπυργο και Θεσσαλονίκη. Επομένως, εφόσον, συμπερασματικά προς τις παραπάνω σκέψεις, δεν αποδείχθηκε ότι τα αρμόδια όργανα του δημοσίου βαρύνονται με οποιασδήποτε μορφής αμέλεια στη ζημία που αυτό υπέστη, ως άνω και η μη επιτυχία του σκοπού τους για την παραλαβή, εν προκειμένω, με δέσμευση της ένδικης ποσότητας δεν υπήρξε απότοκος καθυστερημένης ή αμελούς ενέργειας τους, αλλά της υπάρχουσας προθέσεως της εναγόμενης, η οποία διαγνώσθηκε όμως, από τα όργανα του ενάγοντος στις 29-01-1979, να μη συμμορφωθεί ούτε με την εναλλακτική παράδοση (με δέσμευση) που η ίδια είχε προτείνει, αναφορικά με το πρώτο σκέλος της σχετικής ενστάσεως της εναγόμενης, πρέπει να απορριφθεί η ένσταση της εναγόμενης κατά το σκέλος της αυτό, ότι δηλαδή το ενάγον (Ελληνικό Δημόσιο) συντέλεσε εξ οικείου πταίσματος στη ζημία του που προέκυψε από την ματαίωση της παραλαβής και της υπόλοιπης ποσότητας πετρελαίου διά δεσμεύσεως στις αποθήκες της MOTOR OIL και την αγορά της από άλλη πηγή σε μεγαλύτερη όμως τιμή, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, απορριπτόμενου, συνακολούθως και του αιτήματος του εφεσίβλητου για εξέταση μαρτύρων, (ανταποδεικτικά), σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το σκέλος αυτό της ενστάσεως συνυπαιτιότητας της εναγόμενης. Και τούτο, διότι αυτό (ενάγον) έχει εξετάσει μάρτυρες πρωτοδίκως, ενώ έχουν, επίσης, εξετασθεί μάρτυρες κατά τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας κατ' ακολουθίαν της υπ' αριθ 2447/1989 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η υπόθεση εκκρεμεί στα δικαστήρια από το έτος 1980 και, με βάση τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα, το Δικαστήριο τούτο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για την ένδικη διαφορά). Στη συνέχεια η αγωγή, ενόψει του ότι η ανωτέρω ένσταση συνυπαιτιότητας έχει γίνει αμετάκλητα δεκτή κατά το έτερο σκέλος της (που αφορά την καθυστερημένη εκ μέρους του ενάγοντος αγορά της ποσότητας πετρελαίου που δεν παραλήφθηκε), δυνάμει της υπ' αριθ 8730/1990 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κατά της οποίας η αναίρεση του ενάγοντος απορρίφθηκε, καθ' όσον αφορά το κεφάλαιο της αυτό, δυνάμει της υπ' αριθ 760/1991 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, ή αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος, για το σε δραχμές ισάξιο του ποσού των 5.926.350 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στο ενάγον εντόκως από την επίδοση της αγωγής με το νόμιμο τόκο με τον οποίο βαρύνονται οι οφειλές σε συνάλλαγμα που εκπληρώνονται στην Ελλάδα (ΠΥΣ 36 της 22.26/3/1990 εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 15 παρ. 5 του ν. 876/1979 και μη αναιρεθείσα ως προς το σημείο αυτό υπ' αριθμ. 654/1993 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου), μέχρις εξοφλήσεως". Με τις πιο πάνω παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση, ορθά και σύννομα απέρριψε την στο άρθρο 300 ΑΚ ερειδόμενη ένσταση της αναιρεσείουσας, εφ'οσον σύμφωνα με όσα αναφέρονται σ'αυτή (απόφαση) και προπαρατέθηκαν, η αιτιολογία της είναι σαφώς ορισμένη και μη αντιφατική. Ειδικότερα: Α)Το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν υπήρξε αμέλεια των οργάνων του αναιρεσιβλήτου, κρίνοντας ανελέγκτως ως αποδεδειγμένα όσα προαναφέρθηκαν. Ήδη η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, πως η ύπαρξη ή όχι πταίσματος δεν αρκεί, ούτε αποτελεί προϋπόθεση για την ένσταση αυτή. Όμως: 1)τα όσα δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας, δεν μπορεί, όπως εκτιμάται το αναιρετήριο, να αποτελέσουν πλημμέλεια, γιατί αυτό δεν επεκτάθηκε σε ουσιαστική έρευνα, πέραν της αμέλειας, και στην ύπαρξη ή μη αντικειμενικής ευθύνης 2)άλλωστε, στο ίδιο το δικόγραφο της αναίρεσης, όπου η αναιρεσείουσα εκθέτει τους σχετικούς ισχυρισμούς, που έθεσε υπ'όψη του δικαστηρίου της ουσίας, παραθέτει, αντιφατικά με όσα ισχυρίζεται στον πρώτο αναιρετικό λόγο, ότι ο από το άρθρο 300 ΑΚ ισχυρισμός της ήταν, πως το αναιρεσίβλητο "υπαιτίως", παρέλειψε να αποτρέψει, άλλως να μειώσει την έκταση της ζημίας και ότι τούτο "συνέβαλε εις την ζημίαν του από ίδιο πταίσμα..." (βλ. σελ.12 της αναίρεσης υπό 2.6). Συνεπώς, καλώς έκρινε σχετικά το δικαστήριο της ουσίας. Β)Κατά τα προεκτεθέντα η απόφαση που προσβάλλεται, διαλαμβάνει πλήρη, σαφή και συγκεκριμένη αιτιολογία. Η διαφορετική εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από την αναιρεσείουσα, η οποία, για να στηρίξει τις αιτιάσεις της, παραθέτει όχι το πλήρες κείμενο, αλλά αποσπάσματα της Εφετειακής απόφασης, δεν αποτελεί, έλλειψη αιτιολογίας. Η αναφορά στην Ολ. ΑΠ 15/2006, που έκρινε για έτερο σκέλος της υπόθεσης, αναφορικά με την ύπαρξη ή μη αιτιολογίας δεν μπορεί να βαρύνει, γιατί το Ακυρωτικό Δικαστήριο, δεν έκρινε την ουσία της υπόθεσης, αλλά νομικές πλημμέλειες της τότε προσβληθείσας απόφασης. Το αληθές νόημα ή μη των μνημονευομένων εγγράφων (από 29.1.1979 τηλετυπήματος), κρίθηκε από το δικαστήριο της ουσίας, ούτε υπάρχει λόγος από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ, ούτε με εκτίμηση του δικογράφου μπορεί να εξαχθεί τέτοιος λόγος. Η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ αξιολογεί εκ νέου τις αποδείξεις και προσδίδει σ'αυτές το δικό της νόημα και αξιολόγηση. Τούτο, όμως, δεν αποτελεί έλλειψη η αντιφατική αιτιολογία, αλλά, απλά, διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση του αποδεικτικού υλικού, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Κατά ταύτα οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι, οι οποίοι προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, πρέπει ν'απορριφθούν, ως αβάσιμοι. ΙΙΙ. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου και η παράβασή τους, καθιδρύει τους από το αρθρ.559 παρ.1 και 19 αναιρετικούς λόγους. Πρέπει, όμως, η παράβαση των άρθρων 173 και 200 ΑΚ να αναφέρεται σε ερμηνεία δικαιοπραξίας (ΑΠ 1213/2010) και όχι νόμου (ΑΠ 1012/1995). Απαιτείται πλήν άλλων, να διαπιστωθεί άμεσα ή έμμεσα, ύπαρξη κενού η ασάφειας ως προς τη δήλωση βούλησης των μερών και, παρά ταύτα το δικαστήριο της ουσίας, να μην προσφεύγει στους παραπάνω κανόνες (Ολ. ΑΠ 26/2004, ΑΠ 604/11, ΑΠ 1179/09). Ακόμη, να προσφεύγει σ'αυτούς, αν και δέχεται πως ουδέν κενό υπάρχει (ΑΠ 604/11 ΑΠ 168/2008). Μόνη η παράλειψη της αναφοράς των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αν το ουσιαστικό δικαστήριο, προέβη στην ερμηνεία της σύμβασης, ορθώς, δεν συνιστά αναιρετικό λόγο (ΑΠ 355/2004). Εδώ, οι πιο πάνω παραδοχές του Εφετείου, είναι σαφείς, συγκεκριμένες, όσον αφορά την αναφορά τους στην ένδικη σύμβαση. Ουδεμία δε μνεία γίνεται σ'αυτή για διαπίστωση κενού ή ασαφούς σημείου στη σύμβαση, έστω και έμμεσα, ούτε για ανάγκη προσφυγής ή μη στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες. Η αναιρεσείουσα εκτιμά διαφορετικά το περιεχόμενο του με αριθμό 1058/29.1.1979 τηλετυπήματος, δίδει σ'αυτό άλλη ερμηνεία, κρίνει κατά την εκτίμησή της, τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας και περαιτέρω εξάγει το συμπέρασμα, πως υπήρχε εμμέσως πλήν σαφώς παραβίαση των ως άνω διατάξεων και των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Όμως τούτο δεν είναι ακριβές, εφ'οσον το δικαστήριο της ουσίας με την προπαρατεθείσα απόφασή του σαφώς και με πληρότητα έκρινε σχετικά. Άρα, και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προσδίδει στην πιο πάνω απόφαση τις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος. Η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ βλ. και αρθρ.22 Ν.3693/1957). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23-7-2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΦΛΑΟΥΕΡ ΟΒΕΡΣΙΣ ΤΡΕΪΝΤΙΝΓΚ ΑΕ (FLOWER OVERSEAS TRADING SA) κατά της με αριθμό 640/30.7.2007 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου από τριακόσια (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Αυγούστου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ