Αριθμός 1726/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Τοπαλίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα, … και εκπροσωπείται νόμιμα (ΑΦΜ ...), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Χαριστό, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Της υπό εκκαθάριση τελούσας ομόρρυθμης εταιρίας, με την επωνυμία "... ΟΕ" και με το διακριτικό τίτλο "...", η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα (ΑΦΜ 084185610), η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2007 αγωγή του ήδη α' αναιρεσιβλήτου, την από 16-10-2007 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως της ήδη β' αναιρεσιβλήτου και την από 22-8-2008 πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου υπέρ της ήδη β' αναιρεσίβλητης και κατά του ήδη α' αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9824/2007, 7823/2013 μη οριστικές, 6955/2018 οριστική όσον αφορά στην κύρια αγωγή και πρόσθετη παρέμβαση και μη οριστική όσον αφορά στην παρεμπίπτουσα αγωγή, του ίδιου Δικαστηρίου και 411/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς την κύρια αγωγή και πρόσθετη παρέμβαση Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-5-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, το αναιρεσείον και το α' αναιρεσίβλητο, παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. [1] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 76 § § 1, 3, 80, 82, 83, 556 και 558 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση και όταν δεν ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, εφόσον έχει έννομο συμφέρον υφιστάμενο όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης (ΟλΑΠ 28/2007, ΟλΑΠ 13/2006). Η αναίρεση, όμως, απευθύνεται μόνο κατά του αντιδίκου του και όχι κατά του διαδίκου υπέρ του οποίου άσκησε την παρέμβαση, έστω και αυτοτελή (ΑΠ 1901/2013 ΑΠ 1552/2010, ΑΠ 701/2009), ο οποίος, όμως, πρέπει να καλείται στη συζήτηση (άρθρ. 76 § 3, 110 § 2 Κ.Πολ.Δ.) κατά τον υπό του νόμου οριζόμενο τρόπο (άρθρ. 568 § 4 Κ.Πολ.Δ.), άλλως αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 783/2021, ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 701/2009). [2] Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 § 1-3 και 576 § 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από άλλον επισπεύδοντα τη συζήτηση διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (ΑΠ 1328/2022, ΑΠ 948/2022, ΑΠ 477/2019). [3] Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 14-05-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 411/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία είχε δεχθεί τυπικά και απορρίψει κατ' ουσίαν τις εφέσεις που ασκήθηκαν από την κυρίως εναγόμενη - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου - ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης και από το αναιρεσείον - προσθέτως παρεμβαίνον υπέρ της κυρίως εναγόμενης ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, κατά της με αριθμ. 6955/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η ασκηθείσα από το ενάγον και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο διεκδικητική του επίδικου ακινήτου αγωγή του και απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η πρόσθετη υπέρ της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης και κατά του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος. Η απευθυνόμενη κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης αίτηση αναίρεσης εκτιμάται ως κλήση προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, η οποία παραδεκτά απευθύνεται μόνο κατά του νικήσαντος καθ' ου η πρόσθετη παρέμβαση - εφεσίβλητου - πρώτου αναιρεσίβλητου. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, από τη σειρά του οικείου πινακίου, η υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση - κυρίως εναγόμενη - εκκαλούσα, δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Όπως προκύπτει από τη με αριθμ. 9412Β/08.11.2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Ό. Ε., την από 08.11.2021 απόδειξη παραλαβής δικογράφου του αρμόδιου αστυνομικού οργάνου και την από 09.11.2021 βεβαίωση της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας, που προσκομίζει και επικαλείται το πρώτο αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ., με επιμέλεια του οποίου επισπεύδεται η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την στη συνέχεια αυτής από 22.09.2021 πράξη της Προέδρου του ΑΠ περί ορισμού του Γ' Τμήματος αρμοδίου για την εκδίκαση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, την από 22.09.2021 πράξη του Προέδρου του Γ' Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας προς συζήτηση της προκείμενης υπόθεσης, μαζί με κλήση προς συζήτηση για την παραπάνω σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον εκκαθαριστή της τελούσας σε εκκαθάριση υπέρ ης η ασκηθείσα από το αναιρεσείον πρόσθετη παρέμβαση - κυρίως εναγόμενης (ΑΠ 932/2018, ΑΠ 771/2014), η οποία μετείχε στη δευτεροβάθμια δίκη. Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίστηκε κατά την ως άνω συνεδρίαση, πρέπει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από το πρώτο αναιρεσίβλητο, παρά την απουσία της υπέρ ης η άσκηση από το αναιρεσείον πρόσθετη παρέμβαση. Κατά τα λοιπά, η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 571, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). ΙΙ. [1] Με το άρθρο μόνο του α.ν. 846/1946 "περί καταργήσεως του κληρονομικού δικαιώματος του Κράτους επί των εκκειμένων Ισραηλιτικών περιουσιών" ορίσθηκε στη μεν παράγραφο 1 ότι "επί κληρονομιών Ισραηλιτών Ελλήνων υπηκόων, απολεσθέντων κατά την διάρκειαν του πολέμου, συνεπεία των φυλετικών διωγμών εκ μέρους του εχθρού, εφ' όσον ούτοι δεν κατέλιπον εκ διαθήκης κληρονόμους ή συγγενείς εξ αδιαθέτου κληρονόμους, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 12 του νόμου 2310/1920 "περί της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής", αι δε σχολάζουσαι κληρονομίαι περιέρχονται εις ιδρυθησόμενον δια Β.Δ/τος νομικόν πρόσωπον, όπερ θα έχει ως σκοπόν την περίθαλψιν και αποκατάστασιν των Ισραηλιτών της Ελλάδος", στη δε παράγραφο 2 ότι " δια Β.Δ/των εκδοθησομένων προτάσει των Υπουργών Οικονομικών, Παιδείας και Θρησκευμάτων κανονισθήσονται αι λεπτομέρειαι εφαρμογής του παρόντος". Σε εκτέλεση του άρθρου αυτού, εκδόθηκε το Β. Δ. της 29/29 Μαρτίου 1949 "περί ιδρύσεως του Οργανισμού Περιθάλψεως και Αποκαταστάσεως Ισραηλιτών Ελλάδος" (ΟΠΑΙΕ), σύμφωνα με το άρθρο 2, του οποίου σκοπός του Οργανισμού είναι η περίθαλψη και αποκατάσταση των διασωθέντων Ισραηλιτών εκ του Γερμανικού Διωγμού, οι οποίοι ήταν μόνιμα εγκατεστημένοι στην Ελλάδα την 1η Σεπτεμβρίου 1939, με το άρθρο 5 παρ. 1 του οποίου ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το διοικητικόν συμβούλιον αυτού διοικεί πάσας εν γένει τας υποθέσεις του Οργανισμού, διαχειρίζεται την ανήκουσαν εις τον οργανισμόν κινητήν και ακίνητον περιουσίαν και νέμεται ταύτην και γενικώς υποκαθίσταται εις όλα τα δικαιώματα, ενοχικά και εμπράγματα, νομής ή οιαδήποτε άλλα, υφιστάμενα υπέρ του τέως δικαιούχου της εγκαταλελειμμένης περιουσίας (ΑΠ 343/1982). Περαιτέρω, για τη διαχείριση αυτή εξακολούθησαν να ισχύουν, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 του ως άνω β.δ/τος "Πάσαι οι διατάξεις των Νόμ. 2/1944, 377/1945 και 808/1945, αι αφορώσαι την υπό του Δημοσίου διαχείρισιν των εγκαταλελειμμένων Ισραηλιτικών ως και οι σχετικές αρμοδιότητες, ισχύουν εφεξής υπέρ του δια του παρόντος ιδρυομένου Οργανισμού", ήτοι οι διατάξεις του ν. 2/1944, 377/1945 και 808/1945. Όμως, οι διατάξεις αυτές, μετά την ίδρυση του Οργανισμού Περιθάλψεως και Αποκαταστάσεως Ισραηλιτών Ελλάδος, "ισχύουν εφεξής υπέρ του Οργανισμού αυτού" και όχι υπέρ του Δημοσίου, δεδομένου ότι κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "αι διαχειριζόμεναι εγκαταλελειμμένας Ισραηλιτικάς περιουσίας Δημόσιαι Υπηρεσίαι, Οργανισμοί και οιαδήποτε νομικά και φυσικά πρόσωπα, οφείλουν να παραδώσουν εις την Διοίκησιν του Οργανισμού τα υπό την διαχείρισιν αυτών περιουσιακά στοιχεία, ως και παν σχετικόν έγγραφον", εντός προθεσμίας "μη δυναμένης να υπερβή το τρίμηνον". Συναφώς, επίσης, ορίζεται στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου 8 ότι "αι διατάξεις των ανωτέρω νόμων (2/1944, 377/1945 και 808/1945), στο μέτρο που αφορούν την εις τους επανεμφανιζομένους Ισραηλίτας, επιτρόπους, επιμελητάς αυτών κλπ. απόδοσιν των μεσεγγυημένων ή άλλως παρακρατουμένων ισραηλιτικών περιουσιών, δεν μεταβάλλονται δια του παρόντος". Η ισχύς τους αυτή περιορίζεται, όμως, στο πλαίσιο της σχέσης των εν λόγω προσώπων όχι πλέον με το Δημόσιο κλπ., αλλά με το μόνο πλέον αρμόδιο για τα ζητήματα αυτά νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, που είναι ο ιδρυθείς με το β. δ. της 29/29 Μαρτίου 1949 (κατ' εξουσιοδότηση του α.ν. 846/1946) "ΟΠΑΙΕ". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των νόμων 2/1944 (άρθρ. 1 και 2 παρ. 3 εδ. β) και 808/1945 (άρθρ. 2), σαφώς, συνάγεται ότι ο ιδρυθείς "Οργανισμός Περίθαλψης και Αποκατάστασης Ισραηλιτών Ελλάδος", υποκατασταθείς στη θέση του Δημοσίου, ως προς τη διαχείριση των εγκαταλελειμμένων ισραηλιτικών περιουσιών και το, κατά το ν. 2310/1920, κληρονομικό δικαίωμα του Κράτους, επιλαμβάνεται της διαχείρισης μέχρι την απόδοσή τους στους δικαιούχους, ως εντολοδόχος αυτών. Προκειμένου για περιουσίες που ανήκουν σε αποβιώσαντες, ο Οργανισμός ενεργεί υπό την αυτήν ιδιότητα, δηλαδή ως αντιπρόσωπος των κληρονόμων μέχρι την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας των τριών μηνών, δυνάμενη να παραταθεί επί εξάμηνο, από τη δημοσίευση του διατάγματος, προς υποβολή αίτησης από τους προβάλλοντες κληρονομικά δικαιώματα ή την απόρριψη αυτής, ως προφανώς αβάσιμης, από το διοικητικό συμβούλιό του, μη έχων πρότερον νομή ιδίω ονόματι επί των κληρονομιαίων και μη δυνάμενος, πριν την παρέλευση της προθεσμίας αυτής, να αρχίσει κτητική ή αποσβεστική παραγραφή αντιτακτέα κατά του κληρονόμου. Μόνο, επομένως, από την παρέλευση της ως άνω προθεσμίας άπρακτης, ήτοι χωρίς την υποβολή αίτησης ή την απόρριψή της ως αβάσιμης, ο Οργανισμός έρχεται εκ του νόμου να νέμεται ως κληρονόμος (pro herede) την περιουσία αυτή που βρίσκεται στην κατοχή του, παύοντας, έκτοτε, να τη διαχειρίζεται στο όνομα και για λογαριασμό των κληρονόμων του απολεσθέντος ισραηλίτη, έλληνα υπηκόου, αξιώντας υπέρ εαυτού κληρονομικό δικαίωμα. Σε ό,τι αφορά την, από το νόμο, περιέλευση των ως άνω σχολαζουσών κληρονομιών στον ΟΠΑΙΕ, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου μόνου α.ν. 846/1946 και του β.δ. της 29/29 Μαρτίου 1949 (άρθρ. 2, 5, 7 και 8), γίνεται δεκτό ότι ο, δυνάμει των ως άνω διατάξεων, ιδρυθείς ΟΠΑΙΕ θεωρήθηκε ως υποκατάστατος κληρονόμος των κατά τη διάρκεια του τελευταίου πολέμου απολεσθέντων και μη καταλιπόντων εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης κληρονόμους Ισραηλίτες (ΑΠ 511/1978). Δηλαδή, ο ΟΠΑΙΕ καθίσταται κληρονόμος από το νόμο των εν λόγω προσώπων, "αντί" του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο θα καλείτο στην κληρονομία τους, κατά το μη εφαρμοζόμενο, εν προκειμένω, άρθρο 12 ν. 2310/1920. Το δικαίωμά του αυτό, ως ex lege κληρονόμου, δεν μπορεί να αντιτάξει ο ΟΠΑΙΕ μόνο έναντι των τυχόν εκ των υστέρων (μετά την κατά το άρθρο 7 του β.δ. της 29/29-3-1949 διαδικασία) εμφανιζόμενων κληρονόμων των ισραηλιτών που χάθηκαν κατά τα χρόνια του φυλετικού διωγμού τους (άρθρα 7 παρ. 3 και 8 παρ. 1 και 3 του ίδιου β.δ/τος). Το από το νόμο κληρονομικό αυτό δικαίωμα του ΟΠΑΙΕ είναι όμως αντιτάξιμο έναντι κάθε άλλου προσώπου και έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, του οποίου καταργήθηκε, με τις προαναφερόμενες διατάξεις, το γενικώς αναγνωριζόμενο σε αυτό από το νόμο κληρονομικό δικαίωμα. Σε ό,τι αφορά τη νομή του ΟΠΑΙΕ επί των πραγμάτων (κινητών και ακινήτων), που ανήκουν στις κατά τα ως άνω περιερχόμενες σε αυτόν κληρονομικές περιουσίες, αυτή αναγνωρίζεται ρητά και στο προαναφερόμενο άρθρο 5 παρ.1 του β.δ. 29/29-3-1949 ("το διοικητικόν συμβούλιον αυτού ... διαχειρίζεται την ανήκουσαν εις τον Οργανισμόν κινητήν και ακίνητον περιουσίαν και νέμεται ταύτην...") και στο άρθρο 7 παρ. 2 του ίδιου β.δ/τος ("... Ο Οργανισμός επιλαμβάνεται της νομής και διαχειρίσεως της εγκαταλελειμμένης περιουσίας"). Πρόκειται, δηλαδή, για αναγνωριζόμενη ευθέως από το νόμο νομή, ανεξαρτήτως φυσικού, επί του πράγματος, εξουσιασμού (πλασματική νομή), η οποία είναι αντιτάξιμη κατά τα ως άνω (ΑΠ 735/2016, ΑΠ 511/1978). Η έννοια της πλασματικής νομής έγκειται στην εξασφάλιση σε ένα πρόσωπο ορισμένων πλεονεκτημάτων της νομής, μεταξύ των οποίων της προστασίας, κατά τις διατάξεις για τη νομή, και του αποκλεισμού της δυνατότητας να αποκτήσει άλλος νομή πάνω στο ίδιο πράγμα, και, έτσι, ότι τα πράγματα επί των οποίων ασκείται πλασματικά η νομή, είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (πρβλ. ΑΠ 789/2021, ΑΠ 9/2019), έστω και αν δεν είναι "εκτός συναλλαγής", κατά το άρθρο 966 ΑΚ, ούτε μπορεί να αντιταχθεί κατά του ανωτέρω Οργανισμού η εικοσαετής παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής (πρβλ. ΟλΑΠ 15/2004, ΑΠ 855/2021, ΑΠ 181/2017), που προβλέπεται, γενικώς, από τις διατάξεις των άρθρων 249, 251, 1094 και 1095 ΑΚ, και επέρχεται από μόνη την παράλειψη του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του επί μία εικοσαετία (ΑΠ 338/2022, ΑΠ 590/201, πρβλ ΑΠ 855/2021). Ο ως άνω Οργανισμός δεν είναι υποχρεωμένος να αποδείξει το θάνατο του Ισραηλίτη δικαιοπαρόχου του, γιατί ο θάνατος αυτός έγινε κατά μαχητό τεκμήριο, και μετά τη πάροδο άπρακτης της κατά τα εκτιθέμενα τρίμηνης (ή εξάμηνης προθεσμίας) από την ίδρυσή του, αποκτά αυτοδικαίως, ως υποκατάστατος κληρονόμος, τη κληρονομία των Ισραηλιτών αυτών χωρίς να απαιτείται για τη κτήση της κληρονομίας υπεισέλευση σ αυτή ρητή ή σιωπηρή (ΑΠ 735 /2016, ΑΠ 343/1982, ΑΠ 511/1978, ΑΠ 1227/1975, ). Ενόψει των προαναφερθέντων, η πλασματική νομή του ανωτέρω ν.π.δ., ακόμη και αν δεν υπάρχει (αρχικά ή/και μεταγενέστερα από πραγματική νομή) φυσικός εξουσιασμός επί των κληρονομιαίων ακινήτων των εκδιωχθέντων, για φυλετικούς λόγους, κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, Ισραηλιτών, ελλήνων, το ανεπίδεκτο χρησικτησίας επί των ακινήτων αυτών και η μη παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής του ανωτέρω ν.π.δ.δ., που είναι αντιτάξιμη εναντίον, κατά τα ως άνω, δηλαδή και του Δημοσίου, προκύπτουν ευθέως και αμέσως από τις προαναφερθείσες διατάξεις, προκειμένου να επιτευχθεί ο ειδικός σκοπός του ανωτέρω ν.π.δ.δ. αποκατάστασης και περίθαλψης των επιζώντων ελλήνων Ισραηλιτών. [2] Κατά το άρθρο 34 του αν. ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 EισNAK, "2. Ακίνητα εγκαταλελειμμένα παρά των ιδιοκτητών των και μη διαχειριζόμενα παρ` αυτών ουδέ δι` αντιπροσώπων καταλαμβάνονται παρά του Δημοσίου και διαχειρίζονται παρ` αυτού ως διοικητού αλλοτρίων. 3. Η κατάληψις γίνεται διοικητικώς δια πρωτοκόλλου, συντασσομένου υφ' ενός δημοσίου υπαλλήλου, λαμβάνοντος προς τούτο την ειδικήν εντολήν του Υπουργείου των Οικονομικών (Διευθύνσεως Δημοσίων Κτημάτων) και του προϊσταμένου της αρμοδίας αστυνομικής Αρχής ή του υπό τούτου οριζομένου αστυνομικού οργάνου. 4. Εφ' όσον ο ιδιοκτήτης είναι γνωστός εις την αρμοδίαν υπηρεσίαν, περίληψις του πρωτοκόλλου καταλήψεως του ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου, αναφέρουσα και το ονοματεπώνυμον του ιδιοκτήτου, καταχωρείται εις τα βιβλία μεταγραφών και εις την μερίδα του ιδιοκτήτου, επιμελεία της Διευθύνσεως Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, αποτελεί δε πλήρη απόδειξιν περί της κατοχής του ακινήτου υπό του Δημοσίου ως διοικητού αλλοτρίων. 5. Η προς τον ιδιοκτήτην απόδοσις του καταληφθέντος κτήματος γίνεται, κατ' αίτησιν αυτού, κοινοποιουμένην προς το Δημόσιον, δι` αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών, μετά γνώμην του κατ' άρθρ. 10 συμβουλίου. Αι διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 10 εφαρμόζονται και εν προκειμένω. 6. Εις τον αναλαμβάνοντα το ακίνητόν του ιδιοκτήτην αποδίδονται, κατά την εν τη προηγουμένη παρ. 5 καθοριζομένην διαδικασίαν, και τα εισπραχθέντα τυχόν παρά του Δημοσίου μισθώματα, μειούμενα παρά τας γενομένας δαπάνας και κατά 20% λόγω εξόδων διαχειρίσεως. 7. Εάν απορριφθή η αίτησις του ιδιοκτήτου ή δεν εκδοθή απόφασις του υπουργού εντός 6 μηνών από της κοινοποιήσεως της αιτήσεως του ιδιοκτήτου ή εντός της υπό του κατά το άρθρο 10 συμβουλίου ταχθείσης, κατά την παρ. 4 του άρθρου 11, προθεσμίας, δύναται ούτος να ζητήση την απόδοσιν δι' αιτήσεώς του, υποβαλλομένης προς τον αρμόδιον, ως εκ της τοποθεσίας του ακινήτου, πρόεδρον πρωτοδικών (ήδη, με βάση το άρθρο 3 παρ. 2 του ΕισΝΚΠολΔ προς το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, δηλαδή εκείνη των ασφαλιστικών μέτρων). 8. Μετά πάροδον δεκαετίας από της υπό του Δημοσίου καταλήψεως κτήματος ως εγκαταλελειμμένου, το δικαίωμα κυριότητος αποσβέννυται και η κυριότης του ακινήτου περιέρχεται εις το Δημόσιον'". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι για να αποκτήσει το Δημόσιο κυριότητα σε αλλότριο ακίνητο, το οποίο δεν διαχειρίζεται ο κύριος αυτού ή αντιπρόσωπός του, απαιτείται να συντρέχουν οι εξής τρεις προϋποθέσεις: (α) εγκατάλειψη του ακινήτου από τον κύριο, (β) νομότυπη κατάληψη αυτού από το Δημόσιο και γ) πάροδος δεκαετίας από την κατάληψη (που φέρει το χαρακτήρα αποσβεστικής προθεσμίας, επί της οποίας δεν αποκλείεται η εφαρμογή λόγου διακοπής της παραγραφής). Πρέπει, όμως, το ακίνητο να έχει την ιδιότητα του εγκαταλελειμμένου, τόσο κατά το χρόνο της κατάληψης, όσο και καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας, χωρίς να αρκεί μόνη η παρέλευση δεκαετίας. Ως εγκαταλελειμμένο, κατά την έννοια του νόμου, θεωρείται το ακίνητο, το οποίο έχει εγκαταλειφθεί από τον ιδιοκτήτη του με πρόθεση παραίτησης από την κυριότητα. Πρέπει, δηλαδή, ο ιδιοκτήτης του να έχει παραιτηθεί, άτυπα, από τη φυσική εξουσίασή του με τη θέληση να μη νέμεται αυτό (σύμπτωση παραίτησης από το υλικό και το πνευματικό στοιχείο εξουσίασης), με το σκοπό παραίτησης από την κυριότητά του. Εάν το ακίνητο δεν είχε πράγματι εγκαταλειφθεί από τους ιδιοκτήτες του και, παρά ταύτα, καταλήφθηκε από το Δημόσιο ως εγκαταλελειμμένο, τούτο δεν περιέρχεται στην κυριότητα του τελευταίου με την απλή παρέλευση δεκαετίας από την κατάληψη, εφόσον ο ιδιοκτήτης αυτού εξακολουθούσε καθ` όλο το χρονικό διάστημα να νέμεται και εκμεταλλεύεται το ακίνητό του, απολαμβάνοντας τα ωφελήματα απ` αυτό. Αντίθετη λύση θα είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια της κυριότητας σε ακίνητο για μόνο το λόγο ότι χαρακτηρίστηκε αυτό ως εγκαταλελειμμένο από τα αρμόδια όργανα του Δημοσίου, εκδόθηκε το σχετικό πρωτόκολλο κατάληψης, το οποίο εγγράφηκε στην οικεία μερίδα του υποθηκοφυλακείου και παρήλθε δεκαετία, ενώ ο ιδιοκτήτης αυτού, αγνοώντας προφανώς την όλη κατάσταση, εξακολουθούσε να το νέμεται (ΑΠ 1744/2022, ΑΠ 448/2021, ΑΠ 256/2020). Μάλιστα, δεν θεωρείται εγκαταλελειμμένο, κατά την έννοια του νόμου, και το ακίνητο, επί του οποίου ο ιδιοκτήτης δεν άσκησε, για μεγάλο χρονικό διάστημα, καμία πράξη νομής (ή κατοχής). Και τούτο, διότι στα ακίνητα η νομή και η κατοχή είναι σαφώς διακεκριμένες από την κυριότητα, ώστε η μη άσκησή τους να μην μπορεί να θεωρηθεί ως εγκατάλειψη και της κυριότητας, η οποία είναι δικαίωμα απεριόριστης διάρκειας και αντιτάσσεται αποτελεσματικά κατά των τρίτων, χωρίς να είναι απαραίτητο να έχει ασκηθεί με πράξεις διακατοχής, αφού ο κύριος δεν είναι υποχρεωμένος να ασκεί το δικαίωμά του αυτό, άρα η μη άσκηση - εγκατάλειψη της διακατοχής παραμένει, ως προς την κυριότητα, ένα γεγονός χωρίς έννομες συνέπειες (ΑΠ 1744/2022, ΑΠ 448/2021). [3] Ο, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020). ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής : "Η ..., Ισραηλίτισσα με ελληνική ιθαγένεια, κάτοικος εν ζωή Θεσσαλονίκης, το έτος 1911, δυνάμει του με αυξ. αρ. 343 του μηνός Σεπτεμβρίου 1327 (κατά το Ελληνικό ημερολόγιο 1911) τίτλου "ταπίου" του τουρκικού κτηματολογίου διοικήσεως Θεσσαλονίκης, είχε αποκτήσει από την Ε. ή Λ. ή ‘Α. Χ., το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), επί ενός αγρού εκτάσεως 2.505 παλαιών πήχεων, ήτοι κατά το συνοδεύον αυτό τοπογραφικό διάγραμμα 1.438,80 τ.μ., κείμενου στη πόλη της Θεσσαλονίκης, στην περιοχή Χ. (ήδη περιοχή …), που συνορεύει κατά το τίτλο κτήσης, ανατολικά και βόρεια με αγρό Τ. Κ., δυτικά με αγρό Ε. Χ.. και νότια με αγρό Χ., Σ. και Β. Π.. Η περιγραφή όμως του ακινήτου, διαφοροποιείται ως προς τον προσανατολισμό κάθε πλευράς αυτού καθόσον κατά τους τούρκικους τίτλους κτήσης, ο βορράς προσδιοριζόταν βάσει του όρους Χορτιάτη, το οποίο όμως βρίσκεται ανατολικά με αποτέλεσμα στην προκειμένη περίπτωση τα πραγματικά σύνορα να είναι, νότια και ανατολικά με ακίνητο Τ. Κ., βόρεια με ακίνητο Ε. Χ. και δυτικά με ακίνητο των Χ., Σ. και Β. Π. (...). Στη συνέχεια η Ρ. συζ. Σ. Σ. Σ., η οποία εξουσίαζε το ανωτέρω ακίνητο συνεχώς, απέκτησε τα 4/5 εξ αδιαιρέτου της κυριότητας του ανωτέρω αγρού στις 20-5-1917, δυνάμει του διατάγματος 2468/1917 της προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με το ν. 1072/1917 και το εναπομείναν 1/5 εξ αδιαιρέτου στις 12-11-1929 σύμφωνα με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12-11-1929,... Κατόπιν αυτή (Ρ. Σ.), με το με αρ. .../1922 πωλητήριο συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι. Π., που μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης στον τόμο Κ' και με αρ. …, μεταβίβασε στον Δήμο Θεσσαλονίκης τμήμα του ανωτέρω ακινήτου της (αγρού) εκτάσεως 881,38 τ.μ. και η εναπομείνασα ιδιοκτησία εμβαδού 521,40 τ.μ. τοποθετείται βόρεια και ανατολικά του πωληθέντος τμήματος. Στο ανωτέρω συμβόλαιο περιγράφονται τα όρια ολοκλήρου του ακινήτου, που απέκτησε η Ρ. Σ. με τον ανωτέρω οθωμανικό τίτλο (ταπί) και όπως ακριβώς αναγράφεται στο συμβόλαιο, τα όρια αυτού περιγράφονται "κατά το ταπίο". Επομένως, δεν αναγράφονται τα όρια του μεταβιβαζομένου στον Δήμο Θεσσαλονίκης τμήματος του ακινήτου της όπως αβάσιμα ισχυρίζονται η εναγόμενη και το προσθέτως παρεμβαίνον, επιχειρώντας να στηρίξουν τον ισχυρισμό τους ότι με το ανωτέρω συμβόλαιο μεταβιβάστηκε στον Δήμο Θεσσαλονίκης ολόκληρο το ακίνητο της Ρ. Σ., ο οποίος είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Το γεγονός δε ότι η τελευταία απέκτησε την κατά νόμο κυριότητα του 1/5 εξ αδιαιρέτου το έτος 1929 (άρθρα 101-104 του δ/τος της 11/12-11-1929) ήτοι μετά την ως άνω μεταβίβαση του τμήματος των 881,38 τ.μ. στον Δήμο Θεσσαλονίκης, ουδεμία ασκεί έννομο επιρροή στο κύρος της μεταβίβασης και στην έκταση του μεταβιβασθέντος εδαφικού τμήματος, διότι η κατά τα έτη 1917 και 1929 αναγνώριση της κυριότητας των εξουσιαζομένων με ταπίο ακινήτων, λάμβανε χώρα σε εξ αδιαιρέτου τμήματα του ακινήτου και ο σχετικός ισχυρισμός του προσθέτως παρεμβαίνοντος καθίσταται ουσιαστικά αβάσιμος. Στη συνέχεια κατά τη διάρκεια του δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η Ρ. συζ. Σ. Σ. Σ., λόγω φυλετικών διωγμών των Ισραηλιτών, οδηγήθηκε βιαίως από τη Θεσσαλονίκη στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Αουσβιτς Πολωνίας, όπου και απεβίωσε το έτος 1943 ...., χωρίς να αφήσει κληρονόμους (εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου). Κατόπιν με τη πάροδο των ετών έγιναν καταπατήσεις από τρίτους τμημάτων του εναπομείναντος ακινήτου της και από το 1973 έλαβαν χώρα στη περιοχή όπου βρισκόταν το ανωτέρω ακίνητο, απαλλοτριώσεις προς εφαρμογή του σχεδίου πόλεως της Θεσσαλονίκης. Ειδικότερα σε σχέση με το επίδικο ακίνητο, έγιναν απαλλοτριώσεις για τη διάνοιξη της οδού Π. και εκδόθηκαν προς τούτο οι με αρ. 3547/1973 και 3698/1975 πράξεις τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης, της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης και από το ανωτέρω οικόπεδο της Ρ. συζ. Σ. Σ. Σ. έχει απομείνει ένα οικόπεδο εκτάσεως 180,81 τ.μ., που βρίσκεται στο Δήμο Θεσσαλονίκης, στην περιοχή … και επί των οδών Σ. και ήδη Γ. και Γ. Π. (πρώην Γ.), το οποίο συνορεύει βόρεια και σε πλευρά 24,45 μέτρων με οικόπεδο κληρονόμων Ε. Α., ανατολικά σε πλευρά μήκους 7,70 μ. με την οδό Γ., νότια και σε πλευρά 24 μ. με την οδό Π. και δυτικά σε πλευρά μήκους 7,30 μέτρων με οικόπεδο αγνώστων ιδιοκτητών, όπως περιγράφεται στην με αρ. 59/2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Σ. Κ. και αναφέρεται με τον αριθμό 08 ακίνητο. Σημειωτέον ότι με την με αρ. 3698/1975 πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης εμφανίζονται 2 οικοπεδικά τμήματα να ανήκουν στη κυριότητα του ομόρου ιδιοκτήτη Ι. Κ., τα οποία ρυμοτομήθηκαν και αποτελούν τμήμα της σημερινής οδού Γ. Π. και κατόπιν αποδοχής της με αρ. 29532/1975 ένστασης του I. Κεχαγιά, στην οποία αυτός αποδεχόταν τη κυριότητα του ενάγοντος ΟΠΑΙΕ (ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η πρόσθετη παρέμβαση) επί του επιδίκου ακινήτου, υποχρεώθηκε το επίδικο ακίνητο να τον αποζημιώσει για το ένα ακίνητο. .... Με τα αυτά ως άνω όρια, περιγράφεται και το μεταβιβασθέν με το με …/2000 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Μ., επίδικο ακίνητο των 180,81 τ.μ.... Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι μεταξύ των ως άνω ομόρων ιδιοκτησιών δεν παρεμβάλλονταν άλλη ιδιοκτησία της οποίας ο ιδιοκτήτης να είναι άγνωστος και ότι η Ρ. Σ. δεν πώλησε ολόκληρο το ακίνητό της στον Δήμο Θεσσαλονίκης με αποτέλεσμα το ακίνητο εμβαδού 180,81 τ.μ., που εμφαίνεται στο από 1-2-1934 τοπογραφικό, στο από 12-10- 1940 "σχέδιο ακινήτου κειμένου επί της οδού …" και στα από 10-12-1973 και 30-6-1975 τοπογραφικό διαγράμματα, ως ιδιοκτησία Σ. ή ΟΠΑΙΕ, με τους ίδιους όμορους ιδιοκτήτες, να ταυτίζεται με το επίδικο ακίνητο που μεταβιβάστηκε από το παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο στην εναγομένη, με το με αρ. …/2000 συμβόλαιο πώλησης και αποτελεί το εναπομείναν τμήμα του ακινήτου που απέκτησε η Ρ. Σ. το 1911, με τον με αυξ. αρ. 343 του μηνός Σεπτεμβρίου 1327 (καθ' ημάς 1911) οθωμανικό τίτλο (ταπί). Δεδομένου δε του γεγονότος ότι κύριοι των ομόρων ιδιοκτησιών παρέμειναν οι απόγονοι των αρχικών και πριν το 1943 ιδιοκτητών αυτών, το επίδικο ακίνητο ουδείς επιχείρησε να το καταλάβει εξ ολοκλήρου γνωρίζοντας ότι αυτό ανήκει σε Ισραηλίτισσα, που απεβίωσε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης κατά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και ενώ όλα τα όμορα ακίνητα αξιοποιήθηκαν, το επίδικο απέμεινε ως ακάλυπτο οικόπεδο αν και λόγω της θέσης του και του εμβαδού του ήταν συμφέρουσα η αξιοποίησή του με οποιονδήποτε τρόπο.... Στη συνέχεια, ενόψει των διατάξεων του α.ν. 846/1946 και του ΒΔ της 29/29-3-1949 ... και του γεγονότος ότι η ανωτέρω ιδιοκτήτης του επιδίκου ακινήτου Ρ. Σ., ήταν Ισραηλίτισσα, ελληνικής υπηκοότητας, που κατά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο απεβίωσε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης το 1943 συνεπεία φυλετικών διωγμών χωρίς να αφήσει κληρονόμους εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου, τα περιουσιακά της στοιχεία και συνεπώς και το ανωτέρω ακίνητο, περιήλθαν τουλάχιστον από το έτος 1949 στο ενάγοντα Οργανισμό Αποκαταστάσεως και Περιθάλψεως Ισραηλιτών Ελλάδος, ο οποίος εκ του νόμου νέμεται το επίδικο ακίνητο με πλασματική νομή και ... είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας. Το εκ του νόμου κληρονομικό αυτό δικαίωμα του ενάγοντος, είναι αντιτάξιμο έναντι κάθε άλλου προσώπου καθώς και έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, του οποίου καταργήθηκε ... (ως προς τις περιουσίες των ισραηλιτών-ελλήνων υπηκόων, που απεβίωσαν συνεπεία φυλετικού διωγμού), το γενικώς αναγνωριζόμενο σε αυτό εκ του νόμου κληρονομικό δικαίωμα. Περαιτέρω από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι στο επίδικο ακίνητο, μετά το 1943 δεν ασκούσε κανένας υλικές πράξεις νομής ή κατοχής (λόγω του θανάτου της κυρίας αυτού) μέχρι το 1949 που άρχισε να νέμεται αυτό με πλασματική νομή το ενάγον ΝΠΔΔ Ο.Π.Α.Ι.Ε.. Κατόπιν και περί το 1972 οι Ισραηλίτες, κάτοικοι και πολίτες Ισραήλ, Τ. Α. και Τ. συζ. Ι. Ρ., στρεφόμενοι κατά Ισραηλίτη φερόμενου ως κατοίκου Θεσσαλονίκης (Μ. Ε.) άσκησαν αγωγή διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου, επί της οποίας εκδόθηκε, ερήμην του εναγομένου, η με αρ. 265/29-1-1973 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που έκανε δεκτή την αγωγή. Κατά την ίδια χρονική περίοδο, ο Νομάρχης Θεσσαλονίκης προέβη σε κύρωση της με αρ. 3547/1973 πράξης αναλογισμού λόγω έκδοσης πράξης εφαρμογής σχεδίου πόλεως, στην οποία έλαβε υπόψη του και την ανωτέρω 265/1973 δικαστική απόφαση όσον αφορά το επίδικο ακίνητο. Κατά της πράξης αυτής προσέφυγε ο ενάγων ΟΠΑΙΕ ισχυριζόμενος ότι κακώς ο Νομάρχης επικαλείται την παραπάνω δικαστική απόφαση με τα όρια του ακινήτου που αναφέρονται σ' αυτήν και επί της προσφυγής εξεδόθη η με αρ. 33526/7-2-1975 απορριπτική απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, με την αιτιολογία ότι την ορθότητα της δικαστικής απόφασης δεν μπορεί να κρίνει η διοίκηση. Στη συνέχεια και μετά από καταγγελία του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Κ. Γ. περί εικονικής δίκης μεταξύ των ανωτέρω αντιδίκων προς έκδοση της με αρ. 265/1973 δικαστικής αποφάσεως - η οποία, από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι εκτελέστηκε - επιλήφθηκε το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσίων Κτημάτων και γνωμοδότησε με τη με αρ. 80/ 8-8-1974 γνωμοδότησή του, ότι το επίδικο ακίνητο πρέπει να καταληφθεί από το Δημόσιο ως εγκαταλελειμμένο κατά τις διατάξεις του άρθρου 34 του α.ν. 1539/1938. Η γνωμοδότηση αυτή έγινε αποδεκτή με τη με αρ. Δ5715/244/29-10-1974 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και κατελήφθη το ακίνητο από τον Οργανισμό Διαχείρισης Ακίνητης Περιουσία Δημοσίου, δυνάμει του με αρ. 19-2-1975 πρωτοκόλλου καταλήψεως που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο … και με αριθμό 453 και μετά τη πάροδο δεκαετίας από της καταλήψεως, το Δημόσιο (ήδη αναιρεσείον) το συμπεριέλαβε στην ακίνητη περιουσία του, ως εγκαταλελειμμένο με τον αριθμό ΒΚ …. Το επίδικο αυτό ακίνητο όμως ουδέποτε από το 1949 και μετά υπήρξε εγκαταλελειμμένο καθόσον είχε περιέλθει ήδη (από το 1949) στη νομή του ενάγοντος οργανισμού δυνάμει των διατάξεων του α.ν. 846/1946 και του βδ 29/29-3-1949, η οποία αναγνωρίζεται ευθέως από το νόμο, ανεξαρτήτως φυσικού επί του πράγματος εξουσιασμού (πλασματική νομή) και είναι αντιτάξιμη έναντι όλων (πλην των τυχόν εκ των υστέρων εμφανοζομένων κληρονόμων των ισραηλιτών που χάθηκαν λόγω φυλετικού διωγμού) καθόσον στην έννοια της πλασματικής νομής είναι και ο αποκλεισμός της δυνατότητας να αποκτήσει άλλος νομή πάνω στο ίδιο πράγμα, .... Πέραν τούτων όμως, ο ενάγων Ο.Π.Α.Ι.Ε., είχε προβεί και σε πράξεις νομής, λαμβάνοντας γνώση της έκδοσης της με αρ. 265/1973 δικαστικής απόφασης που αφορούσε το επίδικο ακίνητο και στη συνέχεια ασκώντας προσφυγή, κατά της πράξης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης που λάμβανε υπόψη της τη με αρ. 265/1973 δικαστική απόφαση, η οποία απορρίφθηκε με την με αρ. 33526/7-2-1975 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης και το 1976 ήτοι μετά τη κατάληψη του ακινήτου από το Δημόσιο, κατέθεσε την από 8-6-1976 και με αρ. καταθ. 4921/1976 αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η Ρ. συζ. Σ. Σ. απεβίωσε το 1943 στο στρατόπεδο Άουσβιτς της Πολωνίας που με την με αρ. 4542/1976 απόφαση του δικαστηρίου αυτού έγινε δεκτή. Ακόμη ο ενάγων οργανισμός (ΟΠΑΙΕ) είχε αναγραφεί ως φερόμενος ιδιοκτήτης του επιδίκου ακινήτου, κατά την εφαρμογή της με αρ. 3547/1973 πράξης τακτοποίησης και της με αρ. 3698/1975 πράξης αναλογισμού και ανασύνταξης της προηγούμενης πράξης τακτοποίησης, ενόψει της εφαρμογής του σχεδίου πόλεως της Θεσσαλονίκης, γεγονός που μπορεί να μην αποδεικνύει άμεσα την επ' αυτού κυριότητά του, αποδεικνύει όμως ότι αυτός τη διεκδικεί και ότι το Δημόσιο γνώριζε κατά τα έτη 1973 έως 1975 αλλά και κατά το έτος 2000 ότι το εν λόγω ακίνητο δεν είναι εγκαταλελειμμένο. Το γεγονός τούτο ενισχύεται και από το ότι, το συνημμένο στο με αρ. …/2000 συμβόλαιο πώλησης του επιδίκου ακινήτου από το Ελληνικό Δημόσιο προς την εναγόμενη εταιρία, της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Μ., τοπογραφικό διάγραμμα, επί του οποίου βεβαιώνει στις 27-10-1997 ο αγρονόμος-τοπογράφος μηχανικός Φ. Κ. περί του ότι το πωλούμενο ακίνητο θα καταστεί οικοδομήσιμο, μετά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπάρχουν λόγω των πράξεων τακτοποίησης 3547/1973 και 3698/1975, αποτελεί απόσπασμα του τοπογραφικού διαγράμματος που είχε συνταχθεί για την υπ' αρ. 3698/1975 πράξη τακτοποίησης, στην οποία κατά ανωτέρω, εμφαίνεται το πωλούμενο ακίνητο με αρ. 2, με "φαινόμενο" ιδιοκτήτη τον Οργανισμό Περιθάλψεως και Αποκαταστάσεως Ισραηλιτών Ελλάδος (ΟΠΑΙΕ), ενώ στην προηγηθείσα με αρ. 3547/1973 πράξης τακτοποίησης φέρεται το ίδιο ακίνητο ως ιδιοκτησία πρώην Σ. και νυν ΟΠΑΙΕ. Από τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε απέκτησε δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου κατά τις διατάξεις του άρθρου 34 του α.ν. 1539/1938 ήτοι με κατάληψη εγκαταλελειμμένου ακινήτου και πάροδο δεκαετίας από την κατάληψη καθόσον το ακίνητο δεν ήταν εγκαταλελειμμένο ούτε πριν ούτε κατά το χρόνο της κατάληψής του από το Δημόσιο στις 19-2-1975, γεγονός το οποίο γνώριζε το τελευταίο κατά τα εκτιθέμενα και ακύρως κατέλαβε τούτο. Μετά το 1976-1977, δεν αποδείχθηκε ότι ο Ο.Π.Α.Ι.Ε. άσκησε κάποια εμφανή υλική πράξη νομής επί του ακινήτου μέχρι το 2006, οπότε απέστειλε την με αρ. πρωτ. 3220/2006 αίτησή του προς τη Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης ζητώντας την απόδοση του επιδίκου ακινήτου και μετά την αρνητική απάντηση άσκησε την υπό κρίση αγωγή. Όμως και κατά το χρονικό αυτό διάστημα, το επίδικο ακίνητο δεν ήταν εγκαταλελειμμένο με την έννοια του νόμου ..., καθόσον το ενάγον ν.π.δ.δ. Ο.Π.Α.Ι.Ε., μετά την αναγραφή του στις παραπάνω πράξεις τακτοποίησης και αναλογισμού ως φερόμενου ιδιοκτήτη -που αποδεικνύει ότι το ακίνητο δεν είναι εγκαταλελειμμένο- και ενώ είχε καταστεί από το 1949 κληρονόμος εκ του νόμου της Ρ. Σ., ασκώντας πλασματικά τη νομή επ' αυτού, δεν απαιτούνταν να ασκήσει και εμφανείς υλικές πράξεις νομής. Ουδέποτε δε ο ΟΠΑΙΕ ως κύριος του επιδίκου ακινήτου είχε παραιτηθεί, άτυπα, από την εξουσίασή του εκδηλώνοντας τη βούλησή του να μη νέμεται αυτό καθόσον κανένα πραγματικό περιστατικό περί τούτου αποδείχθηκε. Περαιτέρω το Ελληνικό Δημόσιο δεν απέκτησε τη κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου με δεκαετή τακτική άλλως με εικοσαετή έκτακτη χρησικτησία διότι ... το εν λόγω ακίνητο ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας και επ' αυτού ασκούνταν (πλασματική) νομή από τον ενάγοντα οργανισμό (ΟΠΑΙΕ). Επίσης έναντι του νομέα με πλασματική νομή, δεν αντιτάσσεται η εικοσαετής παραγραφή της διεκδικητικής ακινήτου αγωγής ... και αν και παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας από την κατάληψη του επιδίκου ακινήτου από το Δημόσιο, η σχετική ένσταση είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τα ανωτέρω ενισχύονται από το ότι ο "Οργανισμός Περίθαλψης και Αποκατάστασης Ισραηλιτών Ελλάδος" καθίσταται κληρονόμος εκ του νόμου των αποβιωσάντων Ισραηλιτών συνεπεία φυλετικού διωγμού κατά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, "αντί" του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο θα καλείτο στην κληρονομιά τους κατά το μη εφαρμοζόμενο εν προκειμένω άρθρο 12 ν. 2310/1920,.... Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, οι υλικές πράξεις κατοχής στις οποίες προέβη το Δημόσιο, αποβάλλοντας καταπατητές του ακινήτου, επιβλέποντάς το και εκμισθώνοντάς το σε τρίτους δεν είναι ικανές να προσπορίσουν σ αυτό δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου με τα προσόντα τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας. Επομένως ούτε η εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... ΟΕ" και το διακριτικό τίτλο "..." απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου, με την αγορά αυτού από το Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει του με αρ. …/1-2-2000 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Μ., το οποίο μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στο τόμο … και με αρ. 101 σε συνδυασμό με το με αρ. …/18-10-2001 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε στα αυτά ως άνω βιβλία μεταγραφών στο τόμο … και με αρ. 59, καθόσον η εναγομένη απέκτησε ακίνητο παρά μη κυρίου. Συνακόλουθα κρίνονται ουσιαστικά αβάσιμοι ο σχετικοί ισχυρισμοί της εναγομένης και του προσθέτως, υπέρ αυτής, παρεμβαίνοντος, περί του ότι το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε τη κυριότητα κατά τις διατάξεις του άρθρου 34 του α.ν. 1539/1938 άλλως με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και ότι επήλθε παραγραφή της αξίωσης του ενάγοντος....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τις εφέσεις του αναιρεσείοντος - προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ της κυρίως εναγόμενης και της κυρίως εναγόμενης - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία, αφού είχαν απορριφθεί οι ενστάσεις της κυρίως εναγόμενης και του προσθέτως παρεμβαίνοντος ήδη αναιρεσείοντος, περί ιδίας κυριότητας (με το άρθρο 34 του ν. 1539/1938, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία), περί παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής, και περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, έγινε δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνωρίστηκε το πρώτο αναιρεσίβλητο - κυρίως ενάγον κύριο του αναφερόμενου ακινήτου, έκτασης 180,81 τ.μ., και υποχρεώθηκε η κυρίως εναγόμενη να του αποδώσει το ακίνητο. Ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε : 1) Ότι το επίδικο οικόπεδο, έκτασης 180,81 τ..μ, ευρισκόμενο στο Δήμο Θεσσαλονίκης, ανήκε στην κυριότητα της ..., Ισραηλίτισσα με ελληνική ιθαγένεια, κάτοικος εν ζωή Θεσσαλονίκης, στην οποία περιήλθε, κατά ποσοστό 4/5 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του δ/τος 2468/1917 της προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με το ν. 1072/1917, ως έχουσα, στις 29-05-1917, δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), με το με αυξ. αρ. 343 του μηνός Σεπτεμβρίου 1327 (1911) τίτλο "ταπίου" του τουρκικού κτηματολογίου διοικήσεως Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε αποκτήσει νομίμως από την Ε. ή Λ. ή ‘Α. Χ., ως τμήμα ευρύτερου αγρού, και κατά το εναπομένον 1/5 εξ αδιαιρέτου, στις 12-11-1929 σύμφωνα με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12-11-1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4246/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του ν. 1540/1938. 2) Ότι η προαναφερθείσα Ισραηλίτισα, με ελληνική ιθαγένεια, λόγω φυλετικών διωγμών των Ισραηλιτών, οδηγήθηκε βιαίως από τη Θεσσαλονίκη στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του 'Αουσβιτς Πολωνίας, όπου και απεβίωσε το έτος 1943, στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, χωρίς να αφήσει κληρονόμους (εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου) και η κυριότητα του επίδικου ακινήτου περιήλθε, με αιτία το από το νόμο κληρονομικό δικαίωμα (α.ν. 846/1946 και του ΒΔ της 29/29-3-1949), στην κυριότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Αποκαταστάσεως και Περιθάλψεως Ισραηλιτών Ελλάδος". 3) Ότι το ενάγον -πρώτο αναιρεσίβλητο νέμεται, με τους ανωτέρω νόμους, με πλασματική νομή, το επίδικο ακίνητο, το οποίο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, και η διεκδικητική του ακινήτου αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου δεν υπόκειται σε παραγραφή, και το ex lege κληρονομικό αυτό δικαίωμα του πρώτου αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος, είναι αντιτάξιμο έναντι και του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο θα καλείτο στην κληρονομία της, κατά το μη εφαρμοζόμενο, εν προκειμένω, άρθρο 12 του ν. 2310/1920, στην έκτη τάξη, και δεν αντιτάσσεται μόνο έναντι των τυχόν εκ των υστέρων ((μετά την κατά το άρθρο 7 του β.δ. της 29/29-3-1949 διαδικασία) εμφανιζόμενων κληρονόμων των ισραηλιτών που χάθηκαν κατά τα χρόνια του φυλετικού διωγμού τους. 4) Ότι το ενάγον - πρώτο αναιρεσίβλητο άσκησε πραγματική νομή, δηλαδή εμφανείς πράξεις νομής τα έτη 1973 - 1976, ενώ μετά τα έτη 1976 - 1976 μέχρι 2006, αν και δεν άσκησε εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο, είχε πλασματική νομή. 5) Ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν κατέστη κύριο του επιδίκου ακινήτου, με τις διατάξεις του άρθρου 34 του α.ν. 1539/1938 ήτοι με την πάροδο δέκα ετών από μεταγραφή, του από 19-02-1975 πρωτοκόλλου κατάληψης του επιδίκου ακινήτου, το οποίο δεν ήταν εγκαταλελειμμένο, ούτε με χρησικτησία, τακτική ή έκτακτη, διότι είναι ανεπίδεκτο, έναντι και του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, χρησικτησίας, ενώ η ένδικη διεκδικητική αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου δεν υπόκειται σε παραγραφή. 6) Ότι η κυρίως εναγόμενη - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση εταιρία, δεν κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου, με τα με αριθμ. …/1-2-2000 και …./18-10-2001 συμβόλαια της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Ε. Μ., που μεταγράφηκαν νόμιμα, λόγω αγοράς από το αναιρεσείον, μη αληθή κύριο. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ως προς την περιέλευση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, με το ανωτέρω, από το νόμο, κληρονομικό δικαίωμα, στο πρώτο αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ., ως προς τη μη κατάλυση της κυριότητάς του από το αναιρεσείον, με κτήση κυριότητας επ' αυτού, με παρέλευση δεκαετίας από τη μεταγραφή του παραπάνω πρωτοκόλλου κατάληψης, ούτε με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία του αναιρεσείοντος επί του επιδίκου ακινήτου, ως προς τη μη κατάλυση της κυριότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου από την κυρίως εναγόμενη - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση του αναιρεσείοντος, ως αποκτήσασα από μη αληθή κύριο, και ως προς τη μη παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής του πρώτου αναιρεσιβλήτου, δεν παραβίασε ευθέως, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 2/1944 (άρθρ. 1 και 2), 808/1945 (άρθρ. 2), άρθρου μόνου του ν. 846/1946, 5, 7 και 8 του β.δ. της 29/29 Μαρτίου 1949 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις διατάξεις του άρθρου 34 του α.ν. 1539/1938, άρθρ. 1041, 1045, 974 ΑΚ, 249, 251, 1094 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, διότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη, που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού. Επομένως, ο, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος αναίρεσης, κατά τα οικεία σκέλη αυτού, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Η αιτίαση, με τον αυτό παραπάνω λόγο, κατά το οικείο σκέλος αυτού, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη ερμηνεία και αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 του α.ν. 1539/1938, με τις οποίες ορίζεται ότι υφίσταται πλασματική νομή του Ελληνικού Δημοσίου επί των δημοσίων κτημάτων, είναι αβάσιμος, διότι η πλασματική νομή του πρώτου αναιρεσιβλήτου, το ανεπίδεκτο της χρησικτησίας του επίδικου ακινήτου, και η μη εφαρμογή των διατάξεων περί παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής, ορίζονται ευθέως και αμέσως στις προαναφερθείσες διατάξεις των ν. 2/1944, 808/1945, άρθρου μόνου του ν. 846/1946, 5, 7 και 8 του β.δ. της 29/29 Μαρτίου 1949. ΙV. Κατόπιν αυτών, επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Τέλος, δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της μη υποβολής σχετικού αιτήματος από το πρώτο αναιρεσίβλητο, το οποίο δεν κατέθεσε προτάσεις ούτε περιλήφθηκε σχετικό αίτημα στην, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου αυτού, και λόγω της ερημοδικίας της καλούμενης υπέρ ης πρόσθετη παρέμβαση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14-05-2021 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της με αριθμό 411/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ