Αριθμός 931/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Υ. Κ. Α. Π." (Ε.Υ.Δ.Α.Π. Α.Ε.), η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Παπαδόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου - Ο.Τ.Α., με την επωνυμία "Δ. Φ. - Ψ. Α.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο αυτού. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Βαρβαρίγο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 8-8-2014 και 9-9-2015 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3076/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 5039/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-10-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος προκύπτει ότι η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους, το οποίο για τη διαφύλαξή του έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα και οφείλει να θεσπίζει τις αναγκαίες εκείνες ρυθμίσεις, ώστε να διασφαλίζεται η προστασία του περιβάλλοντος, οι άριστοι δυνατοί όροι διαβίωσης του πληθυσμού και η οικονομική ανάπτυξη στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας (ΑΠ 695/2021, ΑΠ 456/2019). Διατάξεις για την προστασία του περιβάλλοντος και για την αρχή της αειφόρου ανάπτυξης περιέχουν, εξάλλου, τόσο η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως τροποποιήθηκε με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας, όσο και η Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όπως μετονομάστηκε σε Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τροποποιήθηκε επίσης με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας που κυρώθηκε με το ν. 3671/2008 και τέθηκε σε ισχύ από 1.12.2009, καθώς και ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που απέκτησε νομικά δεσμευτική ισχύ και έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες μετά την κατά τα ανωτέρω θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβόνας, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣτΕ 1391/2021, ΣτΕ 1455/2018). Σε αρμονία με την ανωτέρω συνταγματική διάταξη εκδόθηκε κατ' αρχάς ο ν. 1650/1986 "για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος", ο οποίος στο άρθρο 2 παρ. 1 ορίζει το περιβάλλον ως "το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων, που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες" (ΑΠ 658/2020). Στο προστατευόμενο από το ως άνω άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος φυσικό περιβάλλον περιλαμβάνονται και οι υδάτινοι πόροι. Ειδικότερα, το νερό είναι ένας φυσικός πόρος απαραίτητος για τη ζωή, συνδεόμενος άρρηκτα με την ανθρώπινη ανάπτυξη. Είναι κοινωνικό αγαθό, αφού η πρόσβαση στο νερό είναι ζωτικό δικαίωμα καθοριστικής σημασίας για την αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπου, καθώς και για την ατομική, κοινωνική και οικονομική ευημερία. Ωστόσο, η κλιματική αλλαγή με τα συνακόλουθα φαινόμενα ξηρασίας, η αποψίλωση των δασών, η αυξανόμενη ρύπανση, αλλά και η αδικαιολόγητη χρήση του νερού, αποτελούν, μεταξύ άλλων, καταλυτικούς παράγοντες συρρίκνωσης των πηγών και των αποθεμάτων αξιοποιήσιμου και καθαρού ύδατος σε παγκόσμια κλίμακα, δυσχεραίνοντας, ενόψει και της παρατηρούμενης αύξησης της κατανάλωσης λόγω βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου, όλο και περισσότερο την πρόσβαση των ανθρώπων σε αξιοποιήσιμο και καθαρό νερό. Έτσι, παρά τη συνεχή οικονομική και τεχνολογική ανάπτυξη, το πλέον ζωτικό και στοιχειώδες αγαθό για τον άνθρωπο δεν φαίνεται να είναι απόλυτα εξασφαλισμένο. Το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή το καθαρό νερό δεν είναι απεριόριστα διαθέσιμο, αναδεικνύει, παράλληλα, αυτό και ως ένα οικονομικό αγαθό. Η διαχείριση του νερού ως οικονομικού αγαθού επιβάλλει τον καταμερισμό του για τις διάφορες χρήσεις, με τέτοιο τρόπο, ώστε να επιτυγχάνεται η αρμονική συνύπαρξη της οικονομικής και της κοινωνικής διάστασης του νερού προς όφελος όλων. Για το σκοπό αυτό ο συντακτικός νομοθέτης με τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1 αλλά και με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 2, 5 και 21 παρ. 3 του Συντάγματος επέβαλε στα όργανα του Κράτους να προβαίνουν σε θετικές ενέργειες για τη διαφύλαξη του προστατευόμενου αγαθού και να λαμβάνουν τα απαιτούμενα νομοθετικά και διοικητικά, προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα, παρεμβαίνοντας στον αναγκαίο βαθμό και στην οικονομική ή άλλη ατομική ή συλλογική δραστηριότητα (ΣτΕ 1455/2018, ΣτΕ 2936/2017). Έτσι, εκδόθηκε ο ν. 1739/1987, με τον οποίο ρυθμίσθηκαν κατά τρόπο συστηματικό όλα τα συναρτώμενα με τη διαχείριση των υδατικών πόρων της Χώρας. Στη συνέχεια, τα ζητήματα διαχείρισης των υδατικών πόρων ρυθμίστηκαν, σε κοινοτικό επίπεδο, με την Οδηγία 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2000 "για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων" Η ανωτέρω οδηγία μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο με το ν. 3199/2003 "Προστασία και διαχείριση των υδάτων - Εναρμόνιση με την Οδηγία 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2000" και με το π.δ/γμα 51/2007 "Καθορισμός μέτρων και διαδικασιών για την ολοκληρωμένη προστασία και διαχείριση των υδάτων σε συμμόρφωση με τις διατάξεις της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2000" (ΣτΕ 1394/2021). Η Οδηγία 2000/60/ΕΚ αποτελεί μία οδηγία - πλαίσιο, η οποία θέτει κοινές αρχές και ένα γενικό πλαίσιο δράσης που στοχεύει στην προστασία και βιώσιμη χρησιμοποίηση των υδάτων μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ειδικότερα, με την εν λόγω οδηγία αναγνωρίζεται ότι το νερό δεν είναι εμπορικό προϊόν, αλλά αποτελεί προστατευτέα κληρονομιά, η οποία πρέπει να τυγχάνει της κατάλληλης μεταχείρισης. Σκοπός της ως άνω θεσπιζόμενης ενωσιακής πολιτικής, όπως ρητά εξαγγέλλεται στο προοίμιο της οδηγίας και εξειδικεύεται με τις ρυθμίσεις της, είναι η βελτίωση του υδάτινου περιβάλλοντος της Ένωσης και, ιδίως, η διασφάλιση και διατήρηση της ποιότητας των υδάτων. Προς επίτευξη του σκοπού αυτού, στο πλαίσιο του καθοριζόμενου από την οδηγία γενικού πλαισίου δράσης, τα κράτη μέλη καλούνται να λάβουν σειρά ειδικών μέτρων, τα οποία μπορεί να περιλαμβάνουν και τη χρήση οικονομικών μέσων, εφ' όσον η χρήση τους είναι πρόσφορη με τον ανωτέρω σκοπό. Ειδικά, για την τιμολόγηση των υπηρεσιών ύδρευσης, η οδηγία απαιτεί προηγούμενη οικονομική ανάλυση με βάση μακροπρόθεσμες προβλέψεις σε σχέση με την προσφορά και τη ζήτηση, η οποία διενεργείται, κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 5 και 9 της οδηγίας, με πλαίσιο αναφοράς τη λεκάνη απορροής ποταμού και με κριτήριο τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, καθώς και το σχέδιο διαχείρισης αυτής, η κατάρτιση του οποίου για κάθε περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού αποτελεί υποχρέωση των κρατών μελών. Στο πλαίσιο αυτό, η ανάκτηση του κόστους των υπηρεσιών ύδρευσης, συμπεριλαμβανομένου και του περιβαλλοντικού κόστους, λαμβάνεται υπ' όψη σύμφωνα, ιδίως, με την αρχή "ο ρυπαίνων πληρώνει". Από τις ανωτέρω διατάξεις της Οδηγίας και, ιδίως, τον δεδηλωμένο σκοπό αυτής, συνιστάμενο στη διασφάλιση της ποιότητας του ύδατος και τη διαχείριση αυτού όχι ως εμπορικού προϊόντος, αλλά ως κοινωφελούς αγαθού, προκύπτει ότι η εθνική πολιτική παροχής υπηρεσιών ύδρευσης, συμπεριλαμβανόμενης και της τιμολόγησης αυτών, σχεδιάζεται από τα κράτη μέλη ως πολιτική παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, με βασικό κριτήριο την επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων της εν λόγω οδηγίας για την προστασία των εσωτερικών, επιφανειακών, παράκτιων και υπογείων υδάτων. Ειδικότερα, οι πολιτικές τιμολόγησης των υπηρεσιών αυτών σχεδιάζονται από τα κράτη μέλη με γνώμονα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως γεωγραφικά, κλιματολογικά, και τις ειδικές συνθήκες της κάθε περιοχής, συνεκτιμώμενων και των κοινωνικών, περιβαλλοντικών και οικονομικών αποτελεσμάτων της ανάκτησης κόστους. Το ανωτέρω καθεστώς της οδηγίας υιοθετεί και ο ν. 3199/2003, ο οποίος στο άρθρο 12 αυτού εξουσιοδοτεί την, συσταθείσα με το άρθρο 3 αυτού, Εθνική Επιτροπή Υδάτων να καθορίσει με απόφασή της τις διαδικασίες, τις μεθόδους και τα επίπεδα ανάκτησης του κόστους των υπηρεσιών ύδατος στις διάφορες χρήσεις αυτού με βάση τα ειδικότερα μνημονευόμενα στο ως άνω άρθρο κριτήρια, τα οποία συμπίπτουν με τα κριτήρια της οδηγίας (ΣτΕ 92/2022). Εξάλλου, το εκδοθέν, κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 15 του ως άνω νόμου, π.δ. 51/2007 έχει ως σκοπό την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 9 και 10 του ν. 1650/1986, καθώς και των άρθρων 4 (παρ. 1 εδαφ. 1), 5 (παρ. 5 εδαφ. στ), 6 (παρ. 3), 7 (παρ. 1), 8 (παρ. 3 και 6), 9 (παρ. 4), 12 (εδαφ. γ) και 15 (παρ. 1) του ν. 3199/2003 και συγχρόνως τη συμμόρφωση με τις διατάξεις της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (άρθρο 1 παρ. 1) (ΣτΕ 1394/2021). Ειδικότερα, εξειδικεύει στο άρθρο 8 αυτού τις παρεχόμενες στην Εθνική Επιτροπή Υδάτων οδηγίες για τη θέσπιση των γενικών κανόνων κοστολόγησης και τιμολόγησης των υπηρεσιών ύδατος, επαναλαμβάνοντας την απαίτηση για προηγούμενη οικονομική ανάλυση, η οποία αποτελεί τη νόμιμη προϋπόθεση και το αιτιολογικό έρεισμα της τιμολογιακής πολιτικής, στηρίζεται στην ανάλυση των χαρακτηριστικών συγκεκριμένης περιοχής και διέπεται από την αρχή "ο ρυπαίνων πληρώνει", κατανέμει, δηλαδή, τα οικονομικά βάρη στους χρήστες των υπηρεσιών ύδατος με γνώμονα τις προκαλούμενες από τις δραστηριότητές τους επιπτώσεις στην κατάσταση των επιφανειακών και υπόγειων υδάτων. Έτσι, κύριος κατευθυντήριος στόχος της τιμολογιακής πολιτικής των παρόχων υπηρεσιών ύδατος τίθεται η ανάκτηση του κόστους των υπηρεσιών αυτών (ΣτΕ 92/2022). Συγκεκριμένα με το άρθρο πέμπτο παρ. 2 του ν. 4117/2013, προστέθηκε παρ. 3 στο άρθρο 8 του π/δτος 51/2007 (και οι υπόλοιπες παρ. αναριθμήθηκαν σε 4, 5, 6 και 7), με την οποία ορίστηκε ότι "η Ειδική Γραμματεία Υδάτων του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής διαμορφώνει, εποπτεύει, αξιολογεί και συντονίζει την πολιτική τιμολόγησης των υπηρεσιών ύδατος, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 (παρ. 1 εδάφιο ε` και παράγραφος 4) του ν. 3199/2003. Με αποφάσεις του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και, εφόσον απαιτείται, του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, μετά από εισήγηση της ΕΓΥ, είναι δυνατόν να θεσπίζονται κανόνες και μέτρα που θα εξειδικεύουν την τιμολογιακή πολιτική των υδάτων". Σύμφωνα με τα παραπάνω, με την Οδηγία, βασική αρχή της οποίας αποτελεί το γεγονός ότι "το ύδωρ δεν είναι εμπορικό προϊόν", επιδιώκεται η εκπόνηση μίας πολιτικής κοστολόγησης για όλες τις χρήσεις των υδάτων, υιοθετώντας ρητά τη χρήση οικονομικών εργαλείων, κατ' εφαρμογή της αρχής "ο ρυπαίνων πληρώνει", με αποτέλεσμα η οικονομική εκτίμηση να καθίσταται σημαντικό τμήμα της διαχείρισης των υδάτων. Στόχο της Οδηγίας αποτελεί η μείωση της κατανάλωσης, ώστε η ζήτηση να μην υπερβαίνει το διαθέσιμο υδάτινων αποθεμάτων. Οπωσδήποτε, κατά το σχεδιασμό της πολιτικής κοστολόγησης λαμβάνεται υπ' όψη ο κατ' εξοχήν χαρακτήρας του νερού ως κοινωνικού αγαθού, αν και η Οδηγία συνδυάζει στις διατάξεις της και τις δύο διαστάσεις, κοινωνική και οικονομική, του νερού. Στο άρθρο 10 παρ. 2 του ως άνω ν. 3199/2003 ορίζεται ότι "Για κάθε χρήση εφαρμόζονται οι παρακάτω κανόνες, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη στα Σχέδια Διαχείρισης: α) Κάθε χρήση πρέπει να αποβλέπει στη βιώσιμη και ισόρροπη ικανοποίηση των αναπτυξιακών αναγκών και να διασφαλίζει τη μακροπρόθεσμη προστασία των υδάτων, την επάρκεια των αποθεμάτων τους και τη διατήρηση της ποιότητάς τους, ιδιαίτερα δε τη μείωση και την αποτροπή της ρύπανσής τους. β) Η ικανοποίηση της ζήτησης του νερού γίνεται με βάση τα όρια και τις δυνατότητες των υδατικών αποθεμάτων, λαμβανομένων υπόψη των αναγκών για τη διατήρηση των οικοσυστημάτων, καθώς και της ισορροπίας που απαιτείται μεταξύ άντλησης και ανατροφοδότησης των υπόγειων υδάτων. Οι ανάγκες των χρήσεων σε νερό ικανοποιούνται κατά το δυνατόν σε επίπεδο περιοχής λεκάνης απορροής ποταμού. Κατά τη διαχείριση των υδάτων πρέπει να εξασφαλίζεται η εξοικονόμηση νερού μέσω της χρήσης τεχνικών μεθόδων, οικονομικών κινήτρων και εργαλείων". Περαιτέρω, με το ν. 1068/1980 συνεστήθη η "Ε. Υ. και Α. Π." [ΕΥΔΑΠ], με τη συγχώνευση του "Ο. Α. Π." [ΟΑΠ] και της "Ελληνικής Εταιρείας Υδάτων των πόλεων Αθηνών- Πειραιώς και Περιχώρων" [ΕΕΥ]. Σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 1, 10 και 11 του ως άνω ν. 1068/1980, η ΕΥΔΑΠ αποτελεί ανώνυμη εταιρεία, "ανήκουσα εξ ολοκλήρου στο Κράτος και λειτουργούσα χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνας της ιδιωτικής οικονομίας", με σκοπό την ύδρευση και αποχέτευση της περιοχής αρμοδιότητάς της (άρθρο 1). Στην κυριότητα, νομή και κατοχή της ΕΥΔΑΠ μεταβιβάζονται τα "εκτελεσθέντα ή εκτελούμενα υπό του ΟΑΠ και της ΕΕΥ ή τα ... εκτελεσθησόμενα υπό της ΕΥΔΑΠ έργα υδρεύσεως και αποχετεύσεως", οι μονάδες επεξεργασίας πόσιμου ύδατος και υγρών αποβλήτων, όλες οι "εγκαταστάσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως ακαθάρτων και ομβρίων υδάτων", όλοι οι υπόνομοι και αγωγοί που εκβάλλουν στο δίκτυο και κάθε κινητό και ακίνητο περιουσιακό στοιχείο που ανήκει στον ΟΑΠ και την ΕΕΥ (άρθρο 10). Πόροι της εταιρείας είναι, μεταξύ άλλων, α) Το τέλος χρήσεως υπονόμου, β) Το τέλος συνδέσεως μετά του δικτύου αποχετεύσεως της παρ. 6 του άρθρου 13 του παρόντος νόμου, γ)... δ)... ε) Η αξία καταναλισκομένου ύδατος, στ) Η δαπάνη νέων παροχετεύσεων ύδατος μετά του τέλους συνδέσεως και της μετωπικής εισφοράς... (άρθρο 11). Ακολούθησε ο ν. 2744/1999, στο άρθρο 1 του οποίου ορίζονται: Η ΕΥΔΑΠ ΑΕ διέπεται από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, του ν. 2414/1996 περί δημοσίων επιχειρήσεων και, συμπληρωματικά, από τον προαναφερθέντα ν. 1068/1980, η διάρκειά της ορίζεται σε εκατό έτη, τελεί δε υπό την εποπτεία του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων. Στους σκοπούς της περιλαμβάνονται: "(α) Η παροχή υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης, η μελέτη, κατασκευή, εγκατάσταση, λειτουργία, εκμετάλλευση, διαχείριση, επέκταση και ανανέωση συστημάτων ύδρευσης και αποχέτευσης. Στις δραστηριότητες και τα έργα αυτά συμπεριλαμβάνονται η άντληση, αφαλάτωση, επεξεργασία, αποθήκευση, μεταφορά, διανομή και διαχείριση των προς τους σκοπούς αυτούς αποδιδομένων υδάτων πάσης φύσεως, καθώς και τα έργα και οι δραστηριότητες συλλογής, μεταφοράς, επεξεργασίας, αποθήκευσης και διαχείρισης των πάσης φύσεως λυμάτων (πλην των τοξικών) και η επεξεργασία, διανομή, διάθεση και διαχείριση των προϊόντων των δικτύων αποχετεύσεως. (β) Η χρησιμοποίηση του συστήματος ύδρευσης και αποχέτευσης παραλλήλως και για άλλους σκοπούς, όπως είναι η ανάπτυξη τηλεπικοινωνιακών και ενεργειακών δραστηριοτήτων ... υπό τον όρο ότι δεν επηρεάζεται η ασφαλής και αξιόπιστη λειτουργία του συστήματος. (γ) Η πραγματοποίηση επενδύσεων",... [βλ. άρθρο 1 ν. 2744/1999, όπως η παρ. 4 τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 του ν. 2937/2001, η δε παρ. 6 συμπληρώθηκε με το άρθρο 35 παρ. 2 του ν. 4053/2012]. Ως προς την τιμολογιακή πολιτική της ΕΥΔΑΠ, το άρθρο 19 του ν. 1068/1980, όπως αρχικώς ίσχυε, προέβλεπε ότι τα τιμολόγια για τις υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης καθορίζονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, εγκρινομένη από τους συναρμόδιους Υπουργούς [παρ. 1], και ότι "Τα εκ των τελών και δικαιωμάτων των υπηρεσιών υδρεύσεως και αποχετεύσεως έσοδα δέον υποχρεωτικώς να καλύπτουν απάσας τας αναγκαίας δαπάνας προσωπικού, λειτουργίας και συντηρήσεως των δικτύων, ως και τας αποσβέσεις παγίων εγκαταστάσεων και τοκοχρεωλυσίων συναφθέντων δανείων. Τα ανωτέρω έσοδα επιτρέπεται να υπερβαίνουν τας ανωτέρω δαπάνας προς εκτέλεσιν έργων συμφώνως προς τον σκοπόν της Εταιρείας. Το ποσοστόν υπερβάσεως καθορίζεται δι` αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, εγκρινομένης υπό των Υπουργών Συντονισμού και Δημοσίων `Εργων [παρ. 2]. Ακολούθως, με την παρ. 1 του άρθρ. 3 του ν. 2744/1999, οι ανωτέρω διατάξεις αντικαταστάθηκαν και ορίσθηκε ότι με κοινή υπουργική απόφαση, μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΥΔΑΠ, "καθορίζονται για την περίοδο από το έτος 2000 έως και το έτος 2004 τα τιμολόγια των υπηρεσιών υδρεύσεως και αποχετεύσεως στις διάφορες κατηγορίες καταναλωτών και χρηστών στα πλαίσια της κυβερνητικής πολιτικής", με όμοιες δε αποφάσεις "καθορίζεται για κάθε επόμενη πενταετία... ο μηχανισμός της τιμολογιακής πολιτικής ... ώστε να διασφαλίζεται η εύλογη απόδοση των επενδύσεων της ΕΥΔΑΠ και η χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της με ορθολογικό τρόπο" (ΟλΣτΕ 190/2022). Στη συνέχεια, η παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 2744/1999 αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 3α άρθρου πέμπτου ν. 4117/2013, ως εξής:"1. Τα τιμολόγια των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης για τις διάφορες κατηγορίες καταναλωτών και χρηστών καθορίζονται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, στο πλαίσιο εφαρμογής της τιμολογιακής πολιτικής του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 3 του π.δ. 51/2007. Οι αποφάσεις αυτές έχουν πενταετή διάρκεια και εκδίδονται στο τέλος κάθε περιόδου για κάθε επόμενη πενταετία.". Ακολούθως, οι ανωτέρω διατάξεις του ν. 4117/2013 αντικαταστάθηκαν εκ νέου, αρχικώς, με το άρθρο πρώτο, υποπαράγραφος ΙΓ.9 του ν. 4254/2014, με το οποίο ορίστηκε ότι "Τα τιμολόγια των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης για τις διάφορες κατηγορίες καταναλωτών και χρηστών καθορίζονται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, στο πλαίσιο εφαρμογής της τιμολογιακής πολιτικής του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 3 του π.δ. 51/2007, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Ειδικού Γραμματέα Υδάτων. Οι αποφάσεις αυτές έχουν πενταετή διάρκεια και εκδίδονται στο τέλος κάθε περιόδου για κάθε επόμενη πενταετία" και, στη συνέχεια, με το άρθρο 33 του ν. 4258/2014, με το οποίο ορίστηκε ότι "από την 1η Ιουλίου του 2015 τα τιμολόγια των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης για τις διάφορες κατηγορίες καταναλωτών και χρηστών εγκρίνονται με αποφάσεις του Ειδικού Γραμματέα Υδάτων μετά από διαβούλευση με τον Υπουργό Οικονομικών και άλλους εμπλεκόμενους φορείς, οι οποίες δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (παρ. 1) Σε περίπτωση που η απόφαση του Ειδικού Γραμματέα Υδάτων έχει αποκλίσεις από τις προτάσεις του Υπουργού Οικονομικών, όπως εκείνες διατυπώθηκαν κατά τη διαβούλευση, πρέπει να αιτιολογούνται και να δημοσιεύονται μαζί με τη δημοσίευση της απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (παρ. 2), οι αποφάσεις που αφορούν τα τιμολόγια των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης για τις διάφορες κατηγορίες καταναλωτών και χρηστών έχουν πενταετή διάρκεια και εκδίδονται στο τέλος κάθε περιόδου για κάθε επόμενη πενταετία (παρ. 3) και με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Ε.Υ.Δ.Α.Π. Α.Ε., η οποία εγκρίνεται από τον Υπουργό Οικονομικών μετά από πρόταση του Ειδικού Γραμματέα Υδάτων, δύναται να καθορίζεται ειδικό τιμολόγιο υδρεύσεως ή αποχετεύσεως για τους κατοίκους, τις επιχειρήσεις και τους εν γένει χρήστες, οι οποίοι εξυπηρετούνται εξ ιδίου δικτύου είτε υδρεύσεως είτε αποχετεύσεως, ανεξαρτήτως του ενιαίου δικτύου υδρεύσεως και αποχετεύσεως της Εταιρείας (παρ. 4)" (πρβλ ΟλΣτΕ 191/2022). Σύμφωνα με τα παραπάνω, η τιμολογιακή πολιτική της ΕΥΔΑΠ για τις διάφορες κατηγορίες καταναλωτών και χρηστών, η οποία αρχικώς ρυθμιζόταν, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 του ν. 1068/1980, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας, εγκρινόμενη από τους αρμόδιους υπουργούς, μετά τις ως άνω διαδοχικές αντικαταστάσεις των παρ. 1 και 2 του ως άνω άρθρου καθορίζεται με κοινές υπουργικές αποφάσεις, και τελικώς, με αποφάσεις του Ειδικού Γραμματέα Υδάτων, με σταθερό στόχο να διασφαλίζεται η ανάκτηση του κόστους υπηρεσιών ύδρευσης, η εύλογη απόδοση των επενδύσεων της ΕΥΔΑΠ και η χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της με ορθολογικό τρόπο. Στο αντίστοιχο νομοθετικό πλαίσιο, κατ' εξουσιοδότηση των παραγράφων 1 - 4 του άρθρου 19 του ν. 1068/1980 και του άρθρου 4 του ν. 3199/2003, εκδόθηκαν, μεταξύ άλλων, η ΚΥΑ με αριθμ. Δ16γ/462/4/486/Γ/29-09-2008 (Φ.Ε.Κ. 2008 Β'/29-09-2008), με την οποία αναπροσαρμόστηκαν τα τιμολόγια ύδρευσης από 1-10-2008 και η ΚΥΑ με αριθμ. Δ6/2027 (ΦΕΚ Β 3188/16.12.2013) με την οποία αναπροσαρμόστηκαν τα τιμολόγια ύδρευσης από 16-12-2013. Στις ανωτέρω αποφάσεις δεν προβλέπεται η δωρεάν διάθεση ύδατος για το πότισμα του κοινοχρήστου πρασίνου των Ο.Τ.Α.. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι, στο πλαίσιο διαχείρισης του ύδατος όχι ως εμπορικού προϊόντος αλλά ως κοινωφελούς αγαθού, η τιμολογιακή πολιτική της ΕΥΔΑΠ διαμορφώνεται με αναγκαία, μεταξύ άλλων, κριτήρια τη διασφάλιση της ποιότητας και της διάθεσης του ύδατος σε όλους τους χρήστες, την ανάκτηση του κόστους των υπηρεσιών ύδατος στις διάφορες χρήσεις, ώστε τα έσοδα να καλύπτουν το κόστος των παρεχόμενων από την εταιρεία υπηρεσιών, τη συμμετοχή στο κόστος αυτό όλων των χρηστών, την αντιμετώπιση με όμοιο τρόπο των καταναλωτών με κοινά ή παρόμοια χαρακτηριστικά, καθώς και τον ορισμό των τιμών με τρόπο που κατατείνει στη συνετή και ορθολογική χρήση του ύδατος, ώστε να αποφεύγεται η κατασπατάλησή του. Κατά συνέπεια, μετά τις αναφερόμενες ως άνω τροποποιήσεις του άρθρου 19 παρ. 1 του ν. 1068/1980 και λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές συνθήκες που αφορούν το νερό, δηλαδή αφενός μεν ότι είναι δημόσιο και κοινωνικό αγαθό, ζωτικής σημασίας για τον άνθρωπο και την ανάπτυξη της κοινωνίας, ενώ πρέπει να διασφαλίζεται η επάρκειά του τόσο για τις παρούσες όσο και για τις μέλλουσες γενιές, αφετέρου δε ότι λόγω της παρατηρούμενης κλιματικής αλλαγής και των φαινομένων ξηρασίας, σε συνδυασμό και με τη διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση, περιορίζονται οι πηγές και τα αποθέματα αξιοποιήσιμου ύδατος, δεν είναι κοινωνικά και δεοντολογικά αποδεκτή και, συνακόλουθα, επιτρεπτή διάφορη συμβατική ρύθμιση για παροχή δωρεάν ύδρευσης για το πότισμα κοινόχρηστου πρασίνου Ο.Τ.Α. κατά διάκριση όμοιων περιπτώσεων. Περαιτέρω, η γενική ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία, λειτουργεί δε όχι μόνο ως συμπληρωματική, αλλά και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις που εξ αιτίας ειδικών συνθηκών μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη ή τον δανειστή (ΑΠ 495/2021, ΑΠ 696/2021, ΑΠ 761/2020). Παρέχεται έτσι τότε στο δικαστήριο η δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, να αποκλίνει από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές, αυξάνοντας ή ανάλογα μειώνοντας το συμφωνημένο μέγεθός τους, ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά το χρόνο της εκπλήρωσής τους (ΟλΑΠ 927/1982? ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 69/2021). Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Η ρήτρα της καλόπιστης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των παροχών είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς δεν επιτρέπεται παραίτηση απ' αυτή, είτε ρητή είτε σιωπηρή (ΑΠ 710/2022, ΑΠ 946/2019). Σε ακραίες περιπτώσεις, όπως π.χ. ηθικής ή οικονομικής αδυναμίας εκπλήρωσης της παροχής ή, ακόμη, και απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ΑΚ 388, καθώς και σε περίπτωση συνδρομής ανάγκης προστασίας ιδιαίτερου κοινωνικού αγαθού, η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ μπορεί να οδηγήσει και σε κατάργηση της βασικής ενοχικής σχέσης ή σε απόσβεση επί μέρους συμφωνίας ή απορρέουσας εξ αυτής υποχρέωσης, όταν κατά την καλή πίστη δεν μπορεί να απαιτηθεί από τον συμβαλλόμενο, λόγω πρόκλησης σ' αυτόν δυσβάστακτων συνεπειών από τη λειτουργία του ενοχικού δεσμού, η συνέχιση της συμβατικής υποχρέωσης, ιδίως στις διαρκείς συμβάσεις, όπου η καλή πίστη απαιτεί στενότερη συνεργασία και πίστη των μερών. Επίσης, ανεξάρτητα από την ορθότητα της δικαστικής απόφασης και παρά το σκοπό του δεδικασμένου της οριστικής και δεσμευτικής εκκαθάρισης της διαφοράς, μπορεί η εμμονή του οφειλέτη ή του δανειστή στο δεδικασμένο να παρουσιάζεται, στις παραπάνω ακραίες περιπτώσεις, κακόπιστη και συνεπώς ανεπίτρεπτη. Προβολή του δικαιώματος από το άρθρο 288 ΑΚ επιτρέπεται και με ένσταση, όχι προς διάπλαση μιας έννομης κατάστασης, αλλά απλώς προς μερική ή ολική απόρριψη της αγωγής (ΑΠ 877/2013, ΑΠ 1035/2001). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος, με τις από 8-8-2014 και 9-9-2015 αγωγές του, εξέθεσε α) ότι κατέβαλε, δια του Ελληνικού Δημοσίου, μεταξύ άλλων, στην εναγόμενη ήδη αναιρεσείουσα (ΕΥΔΑΠ Α.Ε.), για τη χρονική περίοδο από 1-11-2010 έως 3-6-2013, το συνολικό ποσό των 95.933,57 ευρώ (με την πρώτη αγωγή) και για τη χρονική περίοδο από 3-6-2013 έως 3-6-2015 το συνολικό ποσό των 76.731,05 ευρώ καθώς και το ποσό των 9.458,53 ευρώ, ως προσαυξήσεις της ανωτέρω φερόμενης ληξιπρόθεσμης απαίτησης, με την δεύτερη αγωγή, και β) ότι η καταβολή των παραπάνω ποσών έγινε χωρίς νόμιμη αιτία, για το λόγο ότι με το από ... πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής ύδρευσης, μεταξύ της Κοινότητας ... της οποίας οιονεί καθολικός διάδοχος είναι ο ενάγων ... - Ψυχικού, και της αναιρεσείουσας, η τελευταία ανέλαβε την, για αόριστο χρόνο, παροχή χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα στην Κοινότητα ... το αναγκαίο ύδωρ για το κοινοτικό πράσινο των κοινόχρηστων χώρων, όπως τούτο κρίθηκε αμετάκλητα με την με αριθμ. 1502/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, στη συνέχεια, με τις με αριθμ. 5416/2006 και 1373/2012 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες, με βάση το παραπάνω αναγνωρισθέν συμβατικό δικαίωμα, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της αναιρεσείουσας για επιστροφή στον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, που η αναιρεσείουσα εισέπραξε για τα αναφερόμενα στις ανωτέρω αποφάσεις, προγενέστερα του ένδικου χρόνου, χρονικά διαστήματα. Με βάση το ιστορικό αυτό ο αναιρεσίβλητος ζήτησε να αναγνωριστεί ότι δεν οφείλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 105.952,57 ευρώ και 86.450,67 ευρώ, αντίστοιχα. Η αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις, που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προέβαλε μεταξύ άλλων, και την ένσταση του άρθρου 288 ΑΚ, εκθέτοντας, κατ' εκτίμηση, ότι ο ένδικος όρος -δ- του από ... καταρτισθέντος πρωτοκόλλου - σύμβασης, μεταξύ των διαδίκων, με το οποίο η αναιρεσείουσα ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει άνευ οιουδήποτε ανταλλάγματος στην Κοινότητα ... το αναγκαίο ύδωρ, για το κοινοτικό πράσινο των κοινόχρηστων χώρων, προσκρούει στη γενική κατευθυντήρια αρχή του άρθρου 288 ΑΚ, καθόσον η, κατ' επίκληση αυτής, άρνηση του αναιρεσιβλήτου να καταβάλλει αντάλλαγμα για το παρεχόμενο αναγκαίο ύδωρ για το κοινοτικό πράσινο των κοινοχρήστων χώρων, είναι κακόπιστη και αντίθετη στην εκπλήρωση των παροχών σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη, α) αφού η σχετική συμφωνία έλαβε χώρα ενόψει της παράδοσης του υφιστάμενου δικτύου από τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος έχει αποζημιωθεί, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων περί απαλλοτρίωσης, για το δίκτυο αυτό από το έτος 1990, β) οι πραγματικές καταναλώσεις του αναιρεσιβλήτου αντιστοιχούν σε μεγάλα χρηματικά ποσά, τα οποία και διεκδικεί με τις αγωγές του, γ) είναι ο μόνος Δήμος, ο οποίος απαιτεί τη δωρεάν παροχή νερού καίτοι δεν προβλέπεται από τους ισχύοντες, σύμφωνα με το νόμο, κανόνες τιμολόγησης, οι οποίοι δεν προβλέπουν τη δωρεάν διάθεση ύδατος σε ο.τ.α., δ) η επίκληση της προαναφερόμενης συμφωνίας και η εμμονή σ' αυτήν, καταρτισθείσα με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, υπό άλλες συνθήκες, καθιστά υπέρμετρη και δυσανάλογη τη δική της παροχή σε σχέση με τη συγκεκριμένη αντιπαροχή του αναιρεσιβλήτου και μάλιστα παρατηρείται μεγάλη αύξηση στις καταναλισκόμενες ποσότητες νερού, που αφορούν στην ένδικη υπηρεσία ύδρευσης κοινόχρηστου πρασίνου, με αποτέλεσμα να βαίνουν διαρκώς αυξανόμενες και οι αντίστοιχες απαιτήσεις της εταιρείας κατά του αναιρεσιβλήτου, και ε) με τον τρόπο αυτό δεσμεύεται υπέρμετρα η οικονομική ευημερία της εταιρείας, η οποία για τη διατήρηση του δικτύου της, έχει ως κύρια πηγή εσόδων την είσπραξη των αντιτίμων για την κατανάλωση νερού, και με την τιμολόγηση, με τις αρχές της ανάκτησης κόστους χρήσης ύδατος, προστατεύεται το κοινωνικό αγαθό των υδάτινων πόρων και ως εκ τούτου, επιβάλλεται κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, υπό την ειδική έκφανση της διορθωτικής ρήτρας, η απόσβεση της υποχρέωσης παροχής δωρεάν υπηρεσιών υδροδότησης για το κοινόχρηστο πράσινο στον αναιρεσίβλητο, για τον ένδικο χρόνο, η δε εμμονή στην αναγνωρισθείσα με δύναμη δεδικασμένου υποχρέωση της αναιρεσείουσας να παρέχει δωρεάν την παραπάνω υπηρεσία παρίσταται κακόπιστη και ανεπίτρεπτη. Το Μονομελές Πρωτοδικείο, με την 3076/2018 απόφασή του, αφού απέρριψε σιωπηρώς την πιο πάνω ένσταση της αναιρεσείουσας, καθώς και τους λοιπούς προβληθέντες από αυτή ισχυρισμούς, δέχθηκε τις υπό κρίση αγωγές, αναγνωρίζοντας ότι η αναιρεσείουσα οφείλει στον αναιρεσείοντα τα προαναφέρθεντα ποσά, ως καταβληθένα για μη νόμιμη αιτία. Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση και με το δεύτερο λόγο έφεσης επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και την ως άνω ένστασή της από το άρθρο 288 ΑΚ, παραπονούμενη για τη σιωπηρή απόρριψή του από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του άρθρου 1 § 1 του Ν. 1068/1980, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευσή του στο Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως την 23.8.1980 (τεύχος Α'), συνεστήθη η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία (Ε.ΥΔ.Α.Π. Α.Ε.) (ήδη αναιρεσείουσα), ως αποκλειστικός φορέας παροχής υπηρεσιών υδρεύσεως και αποχετεύσεως στις πόλεις των Αθηνών - Πειραιώς και στους πέριξ αυτών δήμους και κοινότητες. Στην περιοχή που ασκεί τη δραστηριότητα της περιλαμβάνεται η εδαφική περιφέρεια που βρίσκεται εντός των διοικητικών ορίων της, τότε, Κοινότητας ... Με το άρθρο 32 § 2 του άνω νόμου οριζόταν ότι "Εντός εξαμήνου από της ισχύος του παρόντος νόμου οιαδήποτε ετέρα επιχείρησις υδρεύσεως, ευρισκομένη και λειτουργούσα εντός της περιοχής αρμοδιότητας της Ε.ΥΔ.Α.Π. περιέρχεται εις ταύτην κατόπιν εξαγοράς. Το τίμημα της εξαγοράς καθορισθήσεται δια συμφωνίας μεταξύ της Ε.ΥΔ.Α.Π. και της εξαγοραζομένης επιχειρήσεως. Μη επιτυγχανομένης συμφωνίας το τίμημα εξαγοράς καθορίζεται δικαστικώς.". Σε εφαρμογή των ανωτέρω και μετά από αξιολόγηση του λειτουργούντος στην εν λόγω περιοχή δικτύου διανομής ύδατος, συνάφθηκε ανάμεσα στην ιδιοκτήτρια αυτού, Κοινότητα ..., εκπροσωπηθείσα από τον Πρόεδρό της, και την Ε.ΥΔ.Α.Π. Α.Ε., που εκπροσώπησε ο ορισθείς από την ίδια υπάλληλός της ..., το από ... "ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΑΒΗΣ ΔΙΚΤΥΟΥ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝ. ...". Με τον πρώτο όρο αυτού (I. ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ) συνομολογήθηκε ότι οι μηχανολογικές εγκαταστάσεις των προς παραλαβή αντλιοστασίων καθώς και οι κτιριακές εγκαταστάσεις αντλιοστασίων και δεξαμενών θα παραληφθούν για χρήση προς δοκιμή επί χρονικό διάστημα μη δυνάμενο να υπερβεί το ένα έτος, άνευ καταβολής μισθώματος, μετά την παράδοση του οποίου θα παραληφθούν οριστικώς μόνον όσες από αυτές θεωρηθούν αναγκαίες για την περαιτέρω ύδρευση της Κοινότητας. Στη συνέχεια, περιελήφθησαν "ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ", όπου με τον τέταρτο τούτων (δ) οι αντισυμβαλλόμενοι συναποδέχθηκαν ότι η Ε.ΥΔ.Α.Π. αναλαμβάνει την υποχρέωση να παράσχει άνευ οιουδήποτε ανταλλάγματος στην Κοινότητα ... το αναγκαίο ύδωρ, για το κοινοτικό πράσινο των κοινόχρηστων χώρων. Η Κοινότητα θα δικαιούται να λαμβάνει δωρεάν ύδωρ, με βυτίο της, από 2-3 κατάλληλους κρουνούς της Ε.ΥΔ.Α.Π., για τις ανάγκες των δενδροστοιχιών και κοινόχρηστου πράσινου που, για λόγους τεχνικούς, δεν θα είναι δυνατόν η εταιρεία να επεκτείνει έως εκεί το δίκτυο υδρεύσεως. Ακόμη, με τον πέμπτο των γενικών όρων (ε) έγινε κοινώς αποδεκτό ότι η Ε.ΥΔ.Α.Π, αναλαμβάνει την υποχρέωση να παράσχει ύδωρ στα λοιπά κοινοτικά ακίνητα με μειωμένο τιμολόγιο, βάσει του εκάστοτε τιμοκαταλόγου αυτής, κατηγορίας III. Τέλος, με τον έκτο (στ) των γενικών όρων η Κοινότητα ... προέβη στη δια του πρωτοκόλλου παράδοση της επιχειρήσεως υδρεύσεώς της με την "ρητήν επιφύλαξιν πάντων των δικαιωμάτων της και ειδικώς του δικαιώματος της αποζημιώσεώς της συμφώνως προς την κείμενη νομοθεσίαν δια τα περιουσιακά στοιχεία της τέως επιχειρήσεως υδρεύσεώς της", τα οποία περιέρχονταν, με τη σύμβαση, στην Ε.ΥΔ.Α.Π. είτε κατά κυριότητα είτε μόνο κατά χρήση. Ακολούθως, το Μάρτιο του 1983 το διοικητικό συμβούλιο της Ε.ΥΔ.Α.Π. ενέκρινε την επιστροφή στην Κοινότητα ... (απόφαση 1210/22.3.1980) των δεξαμενών και των αντλιοστασίων που είχε παραλάβει, επειδή, πλέον, είχαν τεθεί εκτός λειτουργίας. Έτσι, κατόπιν σχετικών αιτήσεων της Κοινότητας και σε συνέπεια των άνω συμφωνηθέντων, με την 3106/1987 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών καθορίστηκε το τίμημα εξαγοράς μόνο των μεταβιβασθέντων σωλήνων του δικτύου διανομής ύδατος, συνολικού μήκους 49.150 μέτρων. Μετά δε την έκδοση της 5175/1989 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που την υποχρέωσε προς τούτο, η Ε.ΥΔ.Α.Π. Α.Ε. κατέβαλε, τη 10.11.1990, την αναλογούσα, ολικού ύψους 40.489.447 δραχμών, αποζημίωση, νομιμοτόκως. Η τιμή των παρεχόμενων από την Ε.ΥΔ.Α.Π. υπηρεσιών (υδρεύσεως, αποχετεύσεως) αρχικώς καθοριζόταν, με απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου που εγκρινόταν από τους υπουργούς Συντονισμού, Εσωτερικών και Δημοσίων Έργων, σύμφωνα με το άρθρο 19 § 1 του Ν. 1068/1980. Στη συνέχεια, αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 3 § 1 του Ν. 2744/1999, η άνω διάταξη, οπότε, στο πλαίσιο της Κυβερνητικής πολιτικής, η τιμολόγηση γινόταν με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου της Ε.ΥΔ.Α.Π.. Κατόπιν με το άρθρο πέμπτο § 3 α του Ν. 4117/2013 τροποποιήθηκε το άρθρο 3 § 1 του Ν. 2744/1999 και ορίσθηκε ότι τα τιμολόγια των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης για τις διάφορες κατηγορίες καταναλωτών και χρηστών καθορίζονται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, στο πλαίσιο εφαρμογής της τιμολογιακής πολιτικής του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. Οι αποφάσεις αυτές έχουν πενταετή διάρκεια και εκδίδονται στο τέλος κάθε περιόδου για κάθε επόμενη πενταετία. Ύστερα, με το άρθρο πρώτο υποπαρ.ΙΓ.9 του Ν. 4254/2014 αντικαταστάθηκε το τροποποιηθέν άρθρο 3 § 1 του Ν. 2744/1999. Έτσι, ορίσθηκε ότι τα τιμολόγια των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης, για τις διάφορες κατηγορίες καταναλωτών και χρηστών, καθορίζονται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, στο πλαίσιο εφαρμογής της τιμολογιακής πολιτικής του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Ειδικού Γραμματέα Υδάτων. Οι αποφάσεις αυτές έχουν πενταετή διάρκεια και εκδίδονται στο τέλος κάθε περιόδου για κάθε επόμενη πενταετία. Εν τέλει, μετά τις τροποποιήσεις που επήλθαν, στο άρθρο 3 § 1 του Ν. 2744/1999, με το άρθρο 27 του Ν. 4258/2014, ορίζεται ότι μέχρι το τέλος Ιουνίου του 2015, τα τιμολόγια των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης για τις διάφορες κατηγορίες καταναλωτών και χρηστών εγκρίνονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών μετά από πρόταση του Ειδικού Γραμματέα Υδάτων ενώ από την 1η Ιουλίου του 2015 τα τιμολόγια των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης για τις διάφορες κατηγορίες καταναλωτών και χρηστών εγκρίνονται με αποφάσεις του Ειδικού Γραμματέα Υδάτων, μετά από διαβούλευση με τον Υπουργό Οικονομικών και άλλους εμπλεκόμενους φορείς, οι οποίες δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Από την κατάρτιση του ενδιαφέροντος πρωτοκόλλου έως και τον Ιούλιο του 1992, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα εταιρεία ήταν συνεπής στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών της που απέρρεαν από τους συμφωνηθέντες δ και ε γενικούς όρους. Παρόλο που το έτος 1983 επέστρεψε παραληφθέντα μέρη των εγκαταστάσεων, ήτοι τις δεξαμενές και τα αντλιοστάσια, και το 1990 κατέβαλε την οφειλόμενη, για το μεταβιβασθέν δίκτυο διανομής, αποζημίωση, αύτη δεν αμφισβήτησε τα αντίστοιχα δικαιώματα της Κοινότητας ... Όντως, δεν χρέωνε την Κοινότητα για την ύδρευση των κοινόχρηστων χώρων πρασίνου και διατηρούσε μειωμένες τιμές για το ύδωρ που κατανάλωναν τα κοινοτικά ακίνητα. Αίφνης, η Ε.ΥΔ.Α.Π. άρχισε από τον Αύγουστο του 1992 να απαιτεί αντάλλαγμα για τη, νυν ενδιαφέρουσα, ύδρευση των κοινόχρηστων χώρων πρασίνου. Για το αντίτιμο που υποχρεώθηκε να πληρώσει την περίοδο από Αύγουστο 1992 έως και το έτος 1998, η Κοινότητα ... άσκησε την από 21.12.1999 αγωγή της, όπου ζήτησε (α) την αναγνώριση της ισχύος των επίμαχων συμβατικών όρων και (β) την καταψήφιση των αχρεωστήτως καταβληθέντων, ολικού ύψους 24.385.276 δραχμών. Η, και τότε, εναγομένη Ε.ΥΔ.Α.Π. συνομολόγησε το συμβατικό χαρακτήρα των συγκεκριμένων δεσμεύσεών της αλλά ισχυρίσθηκε ότι τούτες έπαυσαν να ισχύουν μετά την έκδοση της Δ16γ/01/545/Γ της 24-7/10.8.92 κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Εθνικής Οικονομίας και Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. που κατάργησε τη δωρεάν παροχή ύδατος για το πότισμα των κήπων και κοινόχρηστων χώρων των δήμων και των κοινοτήτων. Με την εκδοθείσα, επί της εν λόγω αγωγής, 1502/2002 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (κατά το νυν ενδιαφέρον μέρος της) ο προταθείς ούτος ισχυρισμός της Ε.ΥΔ.Α.Π. απερρίφθη ως ουσία αβάσιμος και αναγνωρίσθηκε ότι είναι ισχυροί οι όροι των παραγράφων δ' και ε' των "Τεχνικών όρων" του "Πρωτοκόλλου παραδόσεως και παραλαβής δικτύου υδρεύσεως της κοινότητας ..." της ..., σύμφωνα με τους οποίους η Ε.ΥΔ.Α.Π. αναλαμβάνει την υποχρέωση να παράσχει, άνευ οιουδήποτε ανταλλάγματος, εις την Κοινότητα ... το αναγκαίο ύδωρ δια το κοινοτικό πράσινο των κοινοχρήστων χώρων. Επίσης, η Κοινότητα θα δικαιούται όπως λαμβάνει δωρεάν ύδωρ δια βυτίου αυτής εκ 2 - 3 καταλλήλων κρουνών της Ε.ΥΔ.Α.Π., για τις ανάγκες των δενδροστοιχιών και κοινοχρήστου πρασίνου, εκεί όπου για λόγους τεχνικούς δεν θα είναι δυνατόν η εταιρία να επεκτείνει το δίκτυο υδρεύσεως. Η Ε.ΥΔ.Α.Π. αναλαμβάνει την υποχρέωση όπως παράσχει ύδωρ στα λοιπά κοινοτικά ακίνητα με μειωμένο τιμολόγιο βάσει του εκάστοτε τιμοκαταλόγου της κατηγορίας III. Πέραν τούτων, οι κρινόμενες αξιώσεις αδικαιολόγητου πλουτισμού προϋποθέτουν έλλειψη νόμιμης αιτίας. Συνεπώς, το δικαίωμα υδρεύσεως των κοινόχρηστων χώρων πρασίνου της κοινότητας ..., η οποία αργότερα εξελίχθηκε σε Δήμο και από την 1.1.2011 αποτελεί δημοτική ενότητα του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου Δήμου, χωρίς αντίστοιχη υποχρέωση, πληρωμής ανταλλάγματος στην παρέχουσα την ύδρευση εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα Ε.ΥΔ.Α.Π. Α.Ε., συνιστά προδικαστικό ζήτημα του μεταβιβασθέντος στο παρόν Δικαστήριο κεφαλαίου της υπόθεσης που αφορά τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ή χρεωθέντα ποσά για την άνω αιτία. Η επικαλούμενη, δηλαδή, με τις ένδικες αγωγές έννομη συνέπεια εξαρτάται από το κριθέν, με την άνω 1502/2002 απόφαση του, αρμοδίου καθ' ύλην, Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως κύριο ζήτημα της ισχύος του τέταρτου (δ) γενικού όρου του από ... ενδιαφέροντος πρωτοκόλλου (άρθρο 331 του Κ.Πολ.Δ). Με τον πρώτο λόγο της έφεσης, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα αιτιάται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου, εδέχθη ότι οι συγκεκριμένες ερευνούμενες αξιώσεις καλύπτονται από το παραχθέν δεδικασμένο, μολονότι οι ένδικες αγωγές στηρίζονται σε νέα πραγματικά περιστατικά και σε νέο νομικό καθεστώς. Ειδικότερα, διατείνεται πως το πρωτόκολλο, καταρτισθέν σε επιταγή της διατάξεως του άρθρου 31 § 2 του Ν. 1068/1980, δεν είναι προϊόν συμβατικής ελευθερίας αλλά αναγκαστική, εκ του νόμου επιταχθείσα, σύμβαση. Με αυτήν συμφωνήθηκε η αρχικά δωρεάν εκ μέρους της Ε.ΥΔ.Α.Π. παραλαβή του δικτύου, με αντιπαροχή τη δωρεάν υδροδότηση των κοινόχρηστων πράσινων χώρων, μέχρι την εξαγορά του δικτύου. Με την αποπληρωμή της προσδιορισθείσας, δια της 3106/1987 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, αποζημίωσης, εξέλειψε ο λόγος ύπαρξης των επίμαχων όρων. Αυτό είναι νέο, καταργητικό των επίμαχων γενικών όρων (δ, ε) γεγονός που μεταβάλλει τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίζεται η ιστορική βάση των ένδικων αγωγών. Επιπλέον, οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που αναπροσαρμόζουν τα τιμολόγια της Ε.ΥΔ.Α.Π. - εκδιδόμενες κατ' εφαρμογή του άρθρου 3 του Ν. 2744/1999, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο πρώτο υποπαράγραφο ΙΓ9 του Ν. 4254/2014 - επέχουν ισχύ τυπικού νόμου. Τόσο η προαναφερόμενη Κ.Υ.Α. Δ16γ/01/545/Γ της 24- 7/10.8.92 όσο και οι μεταγενέστερες αυτής όμοιες που δημοσιεύθηκαν στα Φ.Ε.Κ. τεύχος Β' 3188/16.12.2013 και 1751/22.5.2017 αποτελούν ουσιαστικούς νόμους που έχουν καταργήσει τη δωρεάν παροχή ύδατος στους Δήμους και, συνακόλουθα, έχει μεταβληθεί η νομική βάση επί της οποίας θεμελιώνονται οι ένδικες αγωγές. Το προβληθέν νομικό επιχείρημα περί συνδρομής νέου πραγματικού περιστατικού, ανεξαρτήτως βασιμότητάς του, πρέπει να απορριφθεί. Τούτο διότι η γενόμενη εξαγορά, από όπου αποκλειστικώς αντλείται, ουδόλως θεμελιώνει τις ένδικες αγωγές, ολοκληρώθηκε δε αύτη το έτος 1990. Ένεκα του χρονικού σημείου που συνέβη, αύτη συνέτρεχε με τη συζήτηση της από 21.12.1999 αγωγής, επί της οποίας εξεδόθη η εν λόγω 1502/2002 απόφαση, ώστε ήταν δυνατή η πρότασή της κατ' αυτήν, προκειμένου να ληφθεί υπόψη από το δικάσαν Δικαστήριο. Συνεπώς, το εκ της άνω αποφάσεως παραγόμενο δεδικασμένο καλύπτει το επίδικο αυτό γεγονός (άρθρο 330 του Κ.Πολ.Δ.). Επίσης, απορριπτέος τυγχάνει και το ισχυρισμός περί μεταβολής της νομικής αιτίας. Το δεδομένο ότι από της συστάσεως της Ε.ΥΔ.Α.Π., οπότε καταρτίσθηκε, δια του πρωτοκόλλου, η επίμαχη μικτή σύμβαση, έως σήμερα έχει αλληλοδιαδόχως μεταβληθεί, δια των προεκτεθεισών διατάξεων, ο τρόπος καθορισμού της τιμής των παρεχόμενων για την ύδρευση υπηρεσιών της δεν ασκεί έννομη επιρροή στο αναγνωρισθέν δικαίωμα του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου για δωρεάν υδροδότηση του κοινόχρηστου πράσινου της δημοτικής του ενότητας ... Με την αιτιολογία της άνω τελεσίδικης απόφασης απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμος ο τοιούτος προβληθείς ισχυρισμός και κρίθηκε ισχύουσα εντεύθεν η συγκεκριμένη συμβατική δέσμευση. Οι διατάξεις, λοιπόν, αυτές δεν θεμελιώνουν διαφορετική βάση των ένδικων αγωγών ούτε μεταβάλλουν το νομικό καθεστώς που διέπει την έννομη σχέση, από την οποία απορρέουν, ως έννομες συνέπειες αυτής, οι αξιώσεις της παρούσας εκκρεμούς δίκης. Άρα το προαναφερθέν, προκύπτον ως αναγκαία προϋπόθεση των υπόψη αξιώσεων, προδικαστικό ζήτημα της ισχύος του δ γενικού όρου του πρωτοκόλλου καλύπτεται από το δεδικασμένο (άρθρα 321, 322 § 1 του Κ.Πολ.Δ.) της 1502/2002 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατ' επέκταση, το παρόν Δικαστήριο δεσμεύεται θετικά από αυτό, υπό την έννοια ότι τίθεται ως βάση των εξεταζόμενων απαιτήσεων αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ορθώς, λοιπόν, έκρινε ομοίως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, οπότε ο πρώτος λόγος της έφεσης καταδεικνύεται αβάσιμος. Στη συνέχεια, από τα ίδια προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται ότι για το, άνευ νομίμου αιτίας, αντίτιμο που απαίτησε και αναγκαστικά εισέπραξε η Ε.ΥΔ.Α.Π., για τη χρονική περίοδο από 1999 έως 14.5.2002, ο ... άσκησε την από 31.7.2002 αγωγή του. Επί αυτής εκδόθηκε η 5416/2006. απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η 829/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, οπότε η Ε.ΥΔ.Α.Π. Α.Ε. υποχρεώθηκε τελεσιδίκως να καταβάλει στον ανωτέρω το, αχρεωστήτως εισπραχθέν για την υδροδότηση του κοινόχρηστου πράσινου, συνολικό ποσό των 96.323,75 ευρώ, νομιμοτόκως, το οποίο επιστράφηκε το Νοέμβριο του 2013. Κατόπιν, με τις από 5.12.2007 και 30.11.3010 αγωγές του ο άνω Δήμος ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι δεν οφείλει τα ποσά (κεφάλαιο και προσαυξήσεις) που καταλογίσθηκαν σε βάρος του, για την αυτή αιτία, το υπόλοιπο διάστημα του έτους 2002 έως τον 11° του 2010. Με την απόφαση 1373/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που κατέστη τελεσίδικη, μετά την απόρριψη, δια της 1604/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, της ασκηθείσας από την Ε.ΥΔ.Α.Π. Α.Ε. εφέσεως, οι εν λόγω αγωγές έγιναν δεκτές και αναγνωρίσθηκε ότι δεν οφείλονταν τα, τότε, επίδικα ποσά των 195.995,00 και 313.399,90 ευρώ. Περαιτέρω, για την υδροδότηση των ενδιαφερόντων κοινόχρηστων χώρων η Ε.ΥΔ.Α.Π., χωρίς νόμιμο δικαίωμα, βεβαίωσε σε βάρος του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου α) για τη χρονική περίοδο από 1.11.2010 έως 31.12.2010 το ποσό των 7.898,00 ευρώ, β) για το έτος 2011 το ποσό των 32.112,57 ευρώ, γ) για το έτος 2012 το ποσό των 41.814,00 ευρώ και δ) για τη χρονική περίοδο από 1.1 έως 3.6.2013 το ποσό των 14.109,00 ευρώ, ήτοι 95.933,57 ευρώ. Στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 52 του Ν. 4189/2013 και της εκδοθείσας, σε εκτέλεση αυτής, Κ.Υ.Α. 38560/26.9.2013 (ΦΕΚ Β' 2410), η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα εισέπραξε το ποσό τούτο από τον κρατικό προϋπολογισμό. Προς επιστροφή, μάλιστα, μέρους του πληρωθέντος ποσού, από την 1.1.2015 παρακρατείται από τους πόρους που αποδίδονται στον έχοντα αυτοτελή νομική προσωπικότητα και την αυτοδιαχείριση της περιουσίας του, ανεξαρτήτως της χρηματοδότησης του Ελληνικού Δημοσίου, λήπτη των παρασχεθεισών υπηρεσιών Ο.Τ.Α., η χρηματική ποσότητα των 1.565,52 ευρώ μηνιαίως (άρθρα 1 της Κ.Υ.Α. 38560/26.9.2013, 259 και 260 του Ν. 3852/2010). Ακόμη, η Ε.ΥΔ.Α.Π. χρέωσε, για την ίδια αιτία, τον ανωτέρω Δήμο για το διάστημα από 3.6.2013 έως 3.6.2015 το ποσό των 76.731,05 ευρώ, το οποίο ως ληξιπρόθεσμο έχει επιβαρυνθεί με προσαυξήσεις εκ, μη αμφισβητηθέντος, ποσού 9.458,53 ευρώ, ήτοι ολικώς 86.189,58 ευρώ. Όλα τα ανωτέρω, επιδικασθέντα πρωτοδίκως, ποσά δεν πλήττονται ως προς την ακρίβειά τους, με λόγο έφεσης. Εφόσον ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος Δήμος δικαιούται δωρεάν ύδρευση για το κοινόχρηστο πράσινο, η Ε.ΥΔ.Α.Π. δεν δύναται να τον χρεώνει μήτε με τα πάγια τέλη υδρεύσεως τούτων. Με τις παραδεκτώς υποβληθείσες πρωτόδικες προτάσεις της, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα προέταξε ότι με την οριστική εκ μέρους της παραλαβή του ενδιαφέροντος δικτύου υδρεύσεως και την πληρωμή, όπως προαναφέρθηκε, της καθορισθείσας αποζημιώσεως, ανετράπη το δικαιοπρακτικό θεμέλιο της δια του πρωτοκόλλου καταρτισθείσας συμβάσεως. Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος διεκδικώντας μεγάλα ποσά για πραγματικές καταναλώσεις του, επιδεικνύει συμπεριφορά αντικείμενη στη διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ. που ορίζει ότι "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.". Σε περίπτωση δε που κριθούν βάσιμοι οι ισχυρισμοί του υποχρέου, πρέπει να εφαρμοστεί η επικαλούμενη διάταξη υπό την έκφανσή της ως διορθωτική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα, καθότι η δική της παροχή (υδροδότηση) καθίσταται υπέρμετρα δυσανάλογη και επαχθής. Για το λόγο τούτο οι ένδικες αγωγές έπρεπε να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμες. Τα άνω υποστηριζόμενα στερούνται νομικής βασιμότητας, διότι η επιδίωξη του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου για τήρηση των συμφωνηθέντων, όπου ερείδονται οι κρινόμενες αξιώσεις, δεν προσκρούει στην ευθύτητα και εντιμότητα που κρατούν στις συναλλαγές. Άλλωστε, το, απορρέον από την επικαλούμενη γενική ρήτρα, δικαίωμα για διαμόρφωση της ενοχής στο προσήκον μέτρο, συνιστά διάπλαση ενός από τα στοιχεία της ενοχικής σύμβασης, με συνέπεια η απόφαση που αναπροσαρμόζει την καταβαλλόμενη σε τακτά χρονικά διαστήματα χρηματική παροχή έναντι των παρεχόμενων από το δανειστή υπηρεσιών, ως προς το σημείο αυτό να είναι διαπλαστική. Αποτέλεσμα του άνω χαρακτήρα είναι ότι το ασκηθέν δικαίωμα ενεργοποιείται μελλοντικά, από την επίδοση της σχετικής αγωγής, χωρίς αναδρομικότητα, υπό την προϋπόθεση ότι η συμφωνηθείσα με τη σύμβαση ενοχική σχέση είναι ενεργής. Ορθώς, επομένως, απέρριψε σιωπηρώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τον ισχυρισμό αυτό. Το δε πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της εφέσεως, με το οποίο η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα μέμφεται περί τούτου την. εκκαλουμένη, είναι αβάσιμο. Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου (δεύτερου) λόγου της εφέσεως, η τελευταία παραπονείται ότι εσφαλμένως απορρίφθηκε η, επικουρικώς, προβληθείσα προς απόκρουση της αγωγής ένστασή της καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος του ενάγοντας και ήδη εφεσιβλήτου. Για τη θεμελίωση της ένστασης ισχυρίσθηκε ότι ο Δήμος όλως εσφαλμένως και ανακριβώς διατείνεται πως η Ε.ΥΔ.Α.Π. ανέλαβε συμβατικά την εσαεί παροχή σε αυτόν δωρεάν ύδατος για το κοινόχρηστο πράσινο. Προβάλλοντας την υποτιθέμενη αντισυμβατική συμπεριφορά της, ούτος εγείρει αλλεπάλληλες αγωγές ζητώντας, κάθε φορά, τη νομιμότοκη επιστροφή των χρημάτων που, δήθεν, αναγκάζεται να καταβάλλει και, επιπλέον, τη δικαστική δαπάνη. Η επαναλαμβανόμενη άσκηση τοιούτων αγωγών, για ποσά μεγαλύτερα των σε βάρος του καταλογισθέντων, αντιστρατεύεται το βασικό σκοπό της προστασίας των δικαιωμάτων του, αφού θα μπορούσε να εξαναγκάσει αυτή (Ε.ΥΔ.Α.Π.) να συμμορφωθεί, καταδικάζοντάς την σε δήλωση βουλήσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 949 του Κ.Πολ.Δ.. Η προβληθείσα ένσταση είναι μη νόμιμος. Καθόσον το επικαλούμενο επιχείρημα συνιστά άρνηση του ασκούμενου δικαιώματος, η ύπαρξη του οποίου αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη βασιμότητα του εκ του άρθρου 281 του Α.Κ. ισχυρισμού. Η διάταξη δε του άρθρου 949 του Κ.Πολ.Δ. έχει εφαρμογή μόνο επί αναγκαστικής εκτελέσεως, με αντικείμενο την υποχρέωση προς δήλωση βουλήσεως. Δεν θεμελιώνει την αξίωση αλλά την προϋποθέτει ως δεδομένη, εκ του ουσιαστικού δικαίου, ρυθμίζουσα μόνο την αναγκαστική ικανοποίησή της, με κατεύθυνση, πρωτίστως την κατάρτιση δικαιοπραξίας, Απεναντίας, στην υπόψη υπόθεση υφίσταται τελειωμένη σύμβαση και, λόγω συνεχών προσβολών των εξ αυτής πηγαζόντων δικαιωμάτων του ενάγοντας και ήδη εφεσίβλητου, ασκούνται σύμμετρες αγωγές. Η διαδικαστική αυτή επιλογή είναι αντικειμενικά πρόσφορη και επιφέρει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα δίχως να υφίσταται δυσαναλογία μέσου και σκοπού. Ορθώς, επομένως, έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ο περί του αντιθέτου ερευνούμενος λόγος της έφεσης καταδεικνύεται αβάσιμος. Εντεύθεν, ορθώς εκτιμήθηκαν τα πραγματικά περιστατικά και έγιναν δεκτές οι ένδικες αγωγές ως ουσία βάσιμες κατά τα εκκληθέντα κεφάλαια και αναγνωρίσθηκε ότι ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος Δήμος δεν οφείλει στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα τα ποσά των 95.933,57 και 86.189,58 ευρώ. Ώστε και ο σχετικός τρίτος (τελευταίος) λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού απέρριψε ως μη νόμιμες τις προβληθείσες από την αναιρεσείουσα ενστάσεις από τα άρθρα 288 ΑΚ, περί κατάργησης της επίμαχης συμφωνίας, και 281 ΑΚ περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχαν γίνει εν μέρει δεκτές οι από 8-9-2014 και 9-9-2015 αγωγές της αναιρεσίβλητης, και αναγνώρισε ότι ο αναιρεσίβλητος Ο.Τ.Α. δεν οφείλει τα καταλογισθέντα από την αναιρεσείουσα ποσά των 95.933,57 ευρώ και 86.189,58 ευρώ, αντίστοιχα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμη την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση από το άρθρο 288 ΑΚ και δέχθηκε εν μέρει τις ανωτέρω αγωγές, παραβίασε ευθέως την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, την οποία εσφαλμένως δεν εφάρμοσε, απαιτώντας περισσότερα στοιχεία από όσα η διάταξη αυτή απαιτεί για την εφαρμογή της, καθόσον τα εκτιθέμενα, προς θεμελίωση του προβληθέντος από την αναιρεσείουσα ισχυρισμού, πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, πληρούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ., όπως η έννοια αυτής αναλύθηκε στη μείζονα σκέψη, και συνιστούν νόμιμη, καταλυτική της αγωγής, ένσταση λόγω απόσβεσης της υποχρέωσης της αναιρεσείουσας να παρέχει στον αναιρεσίβλητο, με βάση τον επίμαχο όρο -δ- του από ... Πρωτοκόλλου Παραδόσεως και Παραλαβής Δικτύου Υδρεύσεως της (πρώην) Κοινότητας ..., δωρεάν υπηρεσίες ύδρευσης για το κοινοτικό πράσινο των κοινοχρήστων χώρων κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο και χρέωσε το αναιρεσίβλητο με το προβλεπόμενο αντάλλαγμα που επιβάλλεται με τις οικείες ΚΥΑ για την αντίστοιχη παροχή ύδρευσης σ' όλους τους Ο.Τ.Α.. Και τούτο διότι, ενόψει των επικρατουσών ειδικών συνθηκών προστασίας του ύδατος ως ιδιαίτερου κοινωφελούς αγαθού, οι οποίες δεν επιτρέπουν τη δωρεάν κατανάλωση αυτού από οποιοδήποτε Ο.Τ.Α. για την παροχή υπηρεσίας ύδρευσης κοινόχρηστου πρασίνου αυτών, σε συνδυασμό και με την καταβολή στον αναιρεσίβλητο από το έτος 1990 του ορισθέντος τιμήματος εξαγοράς του δικτύου διανομής της τότε υδροδοτούμενης Κοινότητας ..., πριν την καταβολή του οποίου καταρτίστηκε η ανωτέρω συμφωνία, αλλά και την πάροδο τριάντα ετών μέχρι την έναρξη του ένδικου χρονικού διαστήματος, κατά το οποίο ο αναιρεσίβλητος δεν κατέβαλε αντάλλαγμα για την προαναφερόμενη χρήση, η εμμονή του αναιρεσιβλήτου στην εκ μέρους της αναιρεσείουσας εκπλήρωση της συγκεκριμένης παροχής, δηλαδή στη συνέχιση παροχής ύδατος χωρίς αντάλλαγμα, μόνον στον συγκεκριμένο Ο.Τ.Α., για το κοινοτικό πράσινο των κοινοχρήστων χώρων της ενότητας ..., κατά παράβαση της καθοριζόμενης από το νόμο τιμολογιακής πολιτικής της εταιρείας, με βάση τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη κριτήρια διαμόρφωσης αυτής, καθιστά υπέρμετρα δυσβάσταχτη την εν λόγω παροχή για την αναιρεσείουσα και υπερβαίνει τον αρχικώς αναληφθέντα και προβλεφθέντα από αυτήν κίνδυνο, με αντίστοιχα υπέρμετρη ωφέλεια του δικαιοπαρόχου του αντισυμβαλλόμενου αναιρεσιβλήτου, με συνέπεια τη διατάραξη της αρχικής συμβατικής ισορροπίας και τη δημιουργία ακραίας κατάστασης ώστε να αποβαίνει η συμπεριφορά αυτή του αναιρεσιβλήτου αντίθετη στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ήτοι στην ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτείται στις συναλλαγές και υπαγορεύεται σε κάθε άνθρωπο από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβίωσης και σε κάθε νομικό πρόσωπο από τις ανάγκες εξυπηρέτησης των σκοπών του, και να καθίσταται έτσι αναγκαία, προς ομαλοποίηση της διαταραχθείσας συμβατικής σχέσης, η απόσβεση της υποχρέωσης παροχής στον αναιρεσίβλητο δωρεάν υπηρεσιών υδροδότησης για το κοινόχρηστο πράσινο αυτού κατά τον ένδικο χρόνο, ενώ η εμμονή στην αναγνωρισθείσα παραπάνω με δύναμη δεδικασμένου υποχρέωση της αναιρεσείουσας να παρέχει δωρεάν υπηρεσία ύδρευσης για το κοινόχρηστο πράσινο, είναι κακόπιστη και ανεπίτρεπτη. Επομένως, ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλεται η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, κατά παραδοχή του ως άνω γενομένου δεκτού αναιρετικού λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καταλαμβάνει και τους λοιπούς μη εξετασθέντες λόγους αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατ` άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματός της, στον αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα προς τις διατάξεις των άρθρων 276 παρ. 1 και 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 (ΑΠ 300/2021, ΑΠ 3/2020), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 5039/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, το ποσό των οποίων ορίζει σε εξακόσια (600,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ