Αριθμός 200/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Ι. Γ. Γ. και 2. Γ. Ι. Γ., κατοίκων αμφοτέρων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αντώνη Χρυσώτη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραΐσκο και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 2957/Εγα334/5-10-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:198/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 231/2011 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-4-2012 αίτησή τους και τους από 17-10-2012 πρόσθετους λόγους τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λαμπρόπουλος, ανέγνωσε την από 1-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου, δεύτερου και των προσθέτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και την παραδοχή του τρίτου λόγου της. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως του άρθρου 25 περ.6 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, επειδή στερείται αιτιολογίας ή έχει ανεπαρκή ή αντιφατική αιτιολογία ως προς το ζήτημα της γνώσης της πλαστότητας της άδειας οδήγησης από τον δεύτερο αναιρεσείοντα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ως προς την αιτίαση που αφορά σε έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά προς το ανωτέρω ζήτημα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή έχει αιτιολογία αναφορικά προς το ζήτημα αυτό. Ως προς την αιτίαση που αφορά σε ανεπάρκεια της αιτιολογίας, ο ίδιος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο που ακριβώς έγκειται η ανεπάρκεια και ποία περιστατικά έπρεπε να διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε η αιτιολογία αυτής να είναι επαρκής. Ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996., ΑΠ 232/2009, ΑΠ 178/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων ότι η άδεια οδήγησης του πρώτου εκ των αναιρεσειόντων δεν ήταν πλαστή, ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα δεν οφείλεται στην έλλειψη ικανότητος οδήγησης του πρώτου αναιρεσείοντος και ότι ελάχιστο χρόνο προ της επέλευσης του ατυχήματος παρεμβλήθηκε στην πορεία του ζώο (σκύλος) συνεπεία του οποίου παρέκλινε της πορείας του. Το Εφετείο όμως τους ανωτέρω ισχυρισμούς τους απέρριψε ρητά ως αβασίμους, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς τους ανωτέρω ισχυρισμούς, δηλαδή ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται στην έλλειψη ικανότητας οδήγησης του πρώτου εκ των αναιρεσειόντων και οδηγού του υπ' αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αίτηση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ.α' του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από τη διάταξη αυτή λόγου αναιρέσεως πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση και την απώλεια των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν η παραβίαση αφορά συμβατικό όρο και ειδικότερα όρο της συμβάσεως ασφαλίσεως της ευθύνης από αυτοκινητικό ατύχημα. Εξάλλου, κατά την πιο πάνω διάταξη, ο ίδιος αναιρετικός λόγος ιδρύεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται οι ερμηνευτικοί κανόνες, που φέρονται, ότι παραβιάστηκαν, και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση αυτών. Περαιτέρω, έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικονομικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα γεγονότα εκείνα, που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε. Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού πρέπει η εκ πλαγίου παραβίαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 230/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση όρου της μεταξύ του δευτέρου αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης καταρτισθείσης συμβάσεως ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης από ατύχημα προκαλούμενο από το αυτοκίνητο του ανωτέρω αναιρεσείοντος, οδηγούμενο από τον πρώτο αναιρεσείοντα, κατά τον οποίο δεν καλύπτονται από τη σύμβαση και αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες, εκτός των άλλων περιπτώσεων, που αναφέρονται στο άρθρο 25 παρ.6 της Υ.Α. Κ47585/1978 και αν κατά το ατύχημα ο οδηγός του αυτοκινήτου δεν είχε την απαιτουμένη άδεια κυκλοφορίας (άρθρο 94 Ν. 2696/1999) και ανεξάρτητα του εάν η παράβαση αυτή συνετέλεσε στην πρόσκληση του ατυχήματος. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η παράβαση από το δικαστήριο αφορά σε όρο της συμβάσεως ασφαλίσεως και όχι σε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε το δικαστήριο (ΑΠ 230/2008). Τέλος, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ για το λόγο ότι δεν ερμήνευσε ορθά όρο της υπ' αριθ. 679357/30.5.1999 ασφαλιστικής συμβάσεως με προσφυγή στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι το δικαστήριο διεπίστωσε κενό και παρά ταύτα δεν κατέφυγε στην ερμηνεία του όρου (ΑΠ 995/2005). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 527, 532 και 535 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (στο οποίο μεταβιβάζεται η υπόθεση κατά τα καθοριζόμενα με την έφεση και τους προσθέτους λόγους καθοριζόμενα όρια δίκης) διέρχεται τρία στάδια κατά τα οποία εξετάζονται: πρώτο το παραδεκτό της ασκηθείσης εφέσεως (άρθρο 532 παρ. 1), δεύτερο το παραδεκτό ενός εκάστου των λόγων αυτής και τρίτο το κατ' ουσίαν βάσιμο αυτών (άρθρο 533 παρ. 1). Το βάσιμο ή μη των λόγων της εφέσεως κρίνεται από το Εφετείο από την εκτίμηση του σε αυτό και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο συγκεντρωθέντος εν γένει αποδεικτικού υλικού, συμπεριλαμβανομένου και του προσκομισθέντος τοιούτου το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη κατά τις προϋποθέσεις και τους ορισμούς του άρθρου 529 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ. Το Εφετείο όμως, του νόμου μη ορίζοντος το εναντίον, κατ' ορθή έννοια των άνω διατάξεων, δεν κωλύεται, για την κατά την κρίση του ολοκλήρωση της έρευνας περί της βασιμότητας του λόγου της εφέσεως και την καλύτερη διάγνωση της διαφοράς, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, α) να διατάξει νέες ή συμπληρωματικές αποδείξεις διά των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στο όρθρο 339 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και η εξέταση των διαδίκων, β) να διατάξει επανάληψη της συζήτησης προς εξέταση των πρωτοδίκως εξετασθέντων μαρτύρων (άρθρο 254 ΚΠολΔ), ώστε μετά την εκτίμηση των διεξαχθησομένων τούτων αποδείξεων καθώς και αυτών, που εκτιμήθηκαν από την εκκαλουμένη απόφαση, να κρίνει εάν είναι εσφαλμένη ή μη η πληττόμενη με την έφεση απόφαση (ΑΠ 1844/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθ. 230/2010 μη οριστική απόφαση του Εφετείου αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διετάχθηκαν, μεταξύ των άλλων, συμπληρωματικές αποδείξεις προκειμένου να εμφανιστούν ενώπιον του και να εξεταστούν οι διάδικοι (νόμιμος εκπρόσωπος της εξ αναγωγής ενάγουσας, εναγόμενοι, εκκαλούντες-αναιρεσείοντες), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 415 επ. ΚΠολΔ. Κατά την νέα, μετ' αναβολή, συζήτηση εμφανίστηκαν οι εξ αναγωγής εναγόμενοι-εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες και εξετάσθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο χωρίς όρκο. Ακολούθως το Εφετείο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του το οποίο όμως για την διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα) και τις χωρίς όρκο καταθέσεις των εξετασθέντων διαδίκων (εναγομένων - εκκαλούντων - αναιρεσειόντων). Συνεπώς, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, λαμβάνοντας υπόψη για την διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος και τις χωρίς όρκο καταθέσεις των αναιρεσειόντων, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ.11 περ. α' του άρθρου 55 ΚΠολΔ και ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι ως άνω, ενώπιον του δικαστηρίου, δοθείσες χωρίς όρκο, καταθέσεις τους, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας (άρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20-4-2012 αίτηση αναιρέσεως και τους από 17-10-2012 πρόσθετους λόγους κατά της υπ' αριθ. 231/2011 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, τα οποία ορίζει στο χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ