Αριθμός 275/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Τριανταφυλλιά Πατρώνα και Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Κ. του Π. και 2) Δ. Α. του Π., κατοίκων ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Περπατάρη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΔΩΡΙΔΟΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Λιδορίκι Φωκίδας και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Σταυρούλας Πήττα, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-5-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν η 64/ΕΓΜ11/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 76/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-6-2016 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 4-6-2016 (αριθ. κατάθεσης 15/13-6-2016) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 76/21-6-2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 64/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η από 14-5-2010 (αριθ. κατάθεσης ΕΓΜ 11/10) αγωγή αυτών κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 564 ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015), ήτοι ασκήθηκε εντός της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως τούτο ίσχυε πριν την ως άνω αντικατάστασή του, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε πριν την 1-1-2016 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του Ν. 4335/2015) και δεν έχει επιδοθεί μέχρι σήμερα (ΟλΑΠ 10/2018). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α' και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648, 669 και 672 του ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν δεν δικαιολογείται η συνομολογηθείσα διάρκεια αυτών από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Οι εν λόγω διατάξεις του Ν. 2112/1920, όπως από αυτές προκύπτει, έχουν εφαρμογή μόνο επί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή άλλων συμβάσεων που υποκρύπτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας, ως ειδικοί κανόνες του εργατικού δικαίου θεσπισθέντες ενόψει της ανάγκης μείζονος προστασίας, την οποία έχουν κατά τεκμήριο οι παρέχοντες εξαρτημένη εργασία (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 20/2007). Ο χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και που δεν αφορά μόνο τον χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και τον χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος (ή ο έχων ισχύ νόμου κανονισμός), διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 7 και 8/2011, ΟλΑΠ 6/2001). Επακολούθησε ο νόμος 2190/1994, με το άρθρο 21 του οποίου ορίστηκε ότι "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επομένων παραγράφων. Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες", σύμφωνα δε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ως άνω νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2527/1997, στις διατάξεις του Ν. 2190/1994 υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Εξάλλου επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα πριν από την έναρξη ισχύος α) της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (που δημοσιεύθηκε στις 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών-μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση), β) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από τον νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανόμενου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, και γ) των άρθρων 5 και 11 του σε εφαρμογή της Οδηγίας εκδοθέντος Π.Δ/τος 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφουν τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά τη φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, οι ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Π.Δ/τος δεν ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής. Τούτο δε, διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψης τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 7 και 8/2011). Αντιθέτως, διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες για πρώτη φορά με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη. Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν. 2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού. Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής (ΑΠ 452/2020, ΑΠ 598/2019). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη-μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής) και που παρέχει στα κράτη-μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C-212/2004, ΑΠ 829/2019, ΑΠ 1196/2017, ΑΠ 1005/ 2017). Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα. Με το άρθρο 5 του Π.Δ/τος 164/2004 ορίζεται ότι "1.- Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.- Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3.- Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που τη δικαιολογούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφόσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν. Κατ' εξαίρεση, ο έγγραφος τύπος δεν απαιτείται, όταν η ανανέωση της σύμβασης, λόγω του ευκαιριακού χαρακτήρα της απασχόλησης, δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη του ενός μηνός, εκτός αν ο έγγραφος τύπος προβλέπεται ρητά από άλλη διάταξη. Αντίγραφο της σύμβασης παραδίδεται στον εργαζόμενο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την έναρξη της απασχόλησής του. 4.- Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επομένου άρθρου". Ενόψει όμως του γεγονότος ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης έργου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, κατά παράβαση του Ν. 2190/1994, του Π.Δ/τος 410/1988 και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 δεν μπορούσαν σε κάθε περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου υπό το κράτος της ισχύος του άρθρου 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου παράγραφοι 7 και 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19/2007) και του γεγονότος ότι το ως άνω Π.Δ/μα 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της ως άνω Οδηγίας 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις που εξασφαλίζουν την επιβαλλόμενη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και οι οποίες προβλέπουν την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί αυστηρές προϋποθέσεις μετατροπή του ήδη απασχολούμενου με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Έτσι με τη διάταξη του άρθρου 11 αυτού, η οποία ως εκ του μεταβατικού της χαρακτήρα τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και φορέων του δημόσιου τομέα κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (ΟλΑΠ 16/2017), ορίστηκε στην παρ. 1 ότι "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση. β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση ... γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός. δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση". Με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου ορίστηκε ότι "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδ. α' της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" (ΑΠ 15/2022, ΑΠ 538/2020, ΑΠ 788/2017, ΑΠ 280/2015). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 76/2013 απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, τα εξής: "οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν με την υπό κρίση αγωγή ότι με διαδοχικές συμβάσεις έργου -που ωστόσο στην πραγματικότητα ήταν συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου- προσέφεραν και συνεχίζουν να προσφέρουν στο εναγόμενο ν.π.δ.δ. από 1-3-2005 ο πρώτος και από 18-5-2005 ο δεύτερος τις υπηρεσίες τους της υποστήριξης και παραγωγικής λειτουργίας του Κ.Ε.Π., καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας αυτής έτσι ώστε η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου να μη δικαιολογείται. Ότι εξαιτίας αυτών οι ανωτέρω συμβάσεις έχουν μετατραπεί αυτοδικαίως σε μία σύμβαση αορίστου χρόνου. Για τους λόγους αυτούς, επειδή το εναγόμενο αμφισβητεί τον ανωτέρω κατά μετατροπή χαρακτήρα της συμβάσεως, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται μαζί του με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Σύμφωνα όμως και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, η αγωγή τους δεν ήταν νόμιμη και έπρεπε να απορριφθεί, διότι, και αν ακόμη υποτεθεί αληθές ότι α) οι ένδικες συμβάσεις έργου στην πραγματικότητα υπέκρυπταν συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας και β) κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του εναγομένου ν.π.δ.δ., δεν είναι κατά νόμο δυνατή η μετατροπή αυτών ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. β' του ν. 2112/1920 δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, κατά την οποία η σύμβαση έπρεπε να καταρτισθεί υποχρεωτικά ως ορισμένης διάρκειας από το νόμο και συγκεκριμένα από το άρθρο 21 παρ. 1 ν. 2190/1994. Σε μία τέτοια περίπτωση δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό της συμβάσεως ως ορισμένης διάρκειας, ούτε καθίσταται αορίστου χρόνου η σύμβαση του προσληφθέντος για ορισμένο χρόνο, βάσει διατάξεως νόμου, αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη. Άλλωστε το άρθρο 103 παρ. 8 Συντάγματος απαγορεύει την εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. β' του ν. 2112/1920 και συνακόλουθα τη μετατροπή των ένδικων συμβάσεων σε μία αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, μετά την εκπνοή της προθεσμίας (10.7.2002) ενσωματώσεως στην εθνική έννομη τάξη της Οδηγίας 99/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, δεν καταργήθηκαν, όπως εξηγήθηκε ανωτέρω, οι προαναφερόμενες (εθνικές) νομοθετικές απαγορεύσεις μετατροπής των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου όσων μισθωτών προσλήφθηκαν στο δημόσιο ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα (όπου ισχύει το σύστημα προσλήψεων του ν. 2190/1994). Διότι δεν περιέχει κανόνες σαφείς και ακριβείς, δεκτικούς απ' ευθείας εφαρμογής, αλλά αντίθετα παρέχει στον εθνικό νομοθέτη περιθώρια διακριτικής επιλογής. Γι' αυτό δεν έχει καμία ισχύ πριν από την παρεμβολή του εθνικού νομοθέτη, η οποία υλοποιήθηκε με τα π.δ. υπ' αριθ. 81/2003 και 164/2004 που σιωπηρά κατάργησε το προηγούμενο. Επομένως και υπό την εκδοχή ότι δεν πρόκειται για συμβάσεις έργου αλλά για συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας, αυτές ουδέποτε μετατράπηκαν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Έπρεπε λοιπόν η αγωγή να απορριφθεί στο σύνολό της ως μη νόμιμη. Τα ίδια έκρινε και η εκκαλουμένη και την απέρριψε. Συνεπώς ορθά το νόμο εφάρμοσε και δεν έσφαλε. Γι' αυτό η έφεση, με την οποία οι ενάγοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη." Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ορθώς εφάρμοσε τον νόμο και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 21 παρ. 1 και 2 του Ν. 2190/1994, 8 του Ν. 2112/1920, 281, 648, 669, 671 και 672 ΑΚ, 25 παρ. 1, 3 και 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και τις ρήτρες 4 και 5 του παραρτήματος της Οδηγίας 1999/70/Ε.Κ. Τούτο διότι, εφόσον η κατάρτιση των συμβάσεων των αναιρεσειόντων έλαβε χώρα κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, τον Μάιο του έτους 2005, έστω και αν κάλυπταν οι συμβάσεις αυτές πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ. ΔΗΜΟΥ ΔΩΡΙΔΑΣ, δεν μπορούσαν να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες δεν εμπίπτουν ούτε στις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, εφόσον αυτοί προσελήφθησαν για πρώτη φορά μετά τη θέση σε ισχύ του ανωτέρω ΠΔ (19-7-2004). Πρέπει, επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου) να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά απ' αυτά και αφού παρέλκει πλέον η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης ως άνευ αντικειμένου, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, ως αβάσιμη. Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατάθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένης όμως κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (ΑΠ 1207/2019, ΑΠ 1061/2018), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4-6-2016 (αριθ. κατάθεσης 15/2016) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 76/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ