Αριθμός 756/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Ν., κατοίκου Ο. Κ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουτσούκη, που ανακάλεσε την από 18/10/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "...", (πρώην "..."), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Λινάρδου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2615/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1755/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 10-5-2017 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1114/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 1755/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 3953/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-5-2020 αίτησή του και τους από 6-10-2021 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Με την κρινόμενη από 21-5-2020 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 3953/2019 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, επιλήφθηκε της διαφοράς, ως Δικαστήριο της παραπομπής, κατ` άρθρο 581 παρ. 1 και 2 του KΠολΔ, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1114/2018 απόφασης του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία, κατόπιν παραδοχής της από 10-5-2017 αίτησης αναίρεσης της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, και ειδικότερα, κατ` ευδοκίμηση του πρώτου τμήματος του πέμπτου αναιρετικού λόγου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ, αναιρέθηκε η με αριθμό 1755/2017 προηγούμενη απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου Αθηνών) και παραπέμφθηκε η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου ήταν εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση. Με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3953/2019 απόφασή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως δικαστήριο της παραπομπής συνεκδίκασε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της εκκαλούσας-εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της 2615/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί μερικά κατ' ουσίαν την από 22-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος για το ποσό των 80.921,74 ευρώ, δέχτηκε αυτήν (έφεση) τυπικά και κατ' ουσίαν και κατά παραδοχή του τρίτου λόγου της έφεσης, εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκληθείσα υπ' αριθμ. 2615/2015 απόφαση του Πολυμελούς πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την αγωγή του αναιρεσείοντος δέχθηκε αυτήν κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη, και αναγνώρισε ότι η εναγομένη-αναιρεσίβλητη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα-αναιρεσείοντα το ποσό των 71.771,74 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε και δημοσιεύθηκε μετά την 1-1-2016, (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ). Παραδεκτό εξάλλου είναι και το από 6-10-2021 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής, το οποίο κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 7-10-2021, όπως προκύπτει από την 104/7-10-2021 πράξη κατάθεσης προσθέτων λόγων του αρμόδιου γραμματέα του Αρείου Πάγου, που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο αυτό και επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη (βλ. υπ' αριθμ. 6968/8-10-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ...) (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ.1, 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). ΙΙ. Η ως άνω προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3953/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ` επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Ειδικότερα, ο αναιρεσείων-ενάγων με την από 22-12-2009 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία απηύθυνε κατά της αναιρεσίβλητης-εναγόμενης, εξέθετε ότι διατηρεί μονάδα εκτροφής γαλακτοπαραγωγών αγελάδων στην .... Ότι έχει καταρτίσει με την εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, η οποία παράγει, επεξεργάζεται, διαθέτει και διανέμει γαλακτοκομικά προϊόντα, άτυπες συμβάσεις συνεργασίας και δη αποκλειστικής προμήθειας αορίστου χρόνου, δυνάμει των οποίων προμήθευε κατ` αποκλειστικότητα την εναγόμενη ανώνυμη εταιρία φρέσκο γάλα. Ότι η εν λόγω εμπορική συνεργασία διήρκεσε από το μήνα Μάϊο του έτους 1995 έως και το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2000 και από το μήνα Ιούνιο του έτους 2003 έως και το μήνα Απρίλιο του έτους 2008, καθόλη δε τη διάρκεια αυτής ο καθορισμός της τιμής του γάλακτος είχε ανατεθεί σιωπηρά στην εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, η οποία καθόριζε αυτήν χωρίς διαπραγματεύσεις σε πολύ χαμηλά και μη εύλογα επίπεδα, χρησιμοποιώντας κριτήρια μη γνωστά στον ενάγοντα, ο οποίος λάμβανε γνώση της τιμής κατά την πληρωμή των πωληθέντων ποσοτήτων γάλακτος κάθε μήνα, πληρωμή που λάμβανε χώρα εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου του επόμενου μήνα. Ότι την τιμή αυτή, η οποία υπολείπεται της πράγματι οφειλόμενης τιμής, επέβαλε μονομερώς η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία σ' αυτόν, εκμεταλλευόμενη αφενός μεν την υπερέχουσα διαπραγματευτική της θέση και την οικονομική εξάρτησή του από αυτήν, αφετέρου δε το γεγονός της ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ αυτής και των λοιπών γαλακτοβιομηχανιών, βάσει της οποίας αυτές καθόριζαν την τιμή παραγωγού, έχοντας μάλιστα προβεί σε κατανομή περιοχών, ώστε να καθίσταται ανέφικτη η μεταφορά των κτηνοτρόφων από τη μια βιομηχανία στην άλλη (πρακτική "καρτέλ"). Ότι συνεπεία της μη καταβολής σ' αυτόν της εύλογης αμοιβής, κατά το χρονικό διάστημα από 30....003 έως 30....007 υπέστη οικονομική ζημία, συνισταμένη στη διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας τιμής, όπως αυτή εκτίθεται στο αγωγικό δικόγραφο και της εύλογης τιμής, την οποία έπρεπε να λαμβάνει και η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, έπρεπε να καθορισθεί, λαμβανομένων υπόψη της σχέσης μεταξύ της τιμής αγοράς και της τελικής τιμής αυξανομένου κόστους των ζωοτροφών, της αύξησης του πληθωρισμού, της συνεχούς αύξησης των παραγομένων από αγελαδινό γάλα προϊόντων της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας, και της αλλαγής της πολιτικής της τελευταίας, η οποία μετά από σχετικές αποφάσεις της Επιτροπής Ανταγωνισμού αύξησε την τιμή αγοράς (από 0,30 ανά λίτρο σε 0,40 ανά λίτρο), στο ποσό των 0,50€ ανά λίτρο πωλούμενου γάλακτος, άλλως στο ποσό των 0,45 € ανά λίτρο πωλούμενου γάλακτος, άλλως στο ποσό των 0,40 € ανά λίτρο πωλούμενου γάλακτος, δικαιουμένου αντίστοιχα για το επίδικο χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό των 146.100,73 €, άλλως το ποσό των 87.522,13 €, άλλως το ποσό των 28.943,50 €. Ότι επί πλέον η μη καταβολή εύλογης αμοιβής, η οποία κατέστησε την επιχείρησή του μη βιώσιμη, αντίκειται στους κανόνες του ελεύθερου ανταγωνισμού και στα χρηστά ήθη, συνιστά δε καταχρηστική άσκηση της συμβατικής ελευθερίας και απαγορευμένη εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας και της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία αυτός (ενάγων) βρισκόταν έναντι της αντισυμβαλλόμενής του, δεδομένου ότι δεν είχε ισοδύναμη εναλλακτική λύση, συνεπεία δε της προεκτεθείσας παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας, εξαιτίας της οποίας ζημιώθηκε η επιχείρησή του και προσβλήθηκε η προσωπικότητά του, έκφανση της οποίας αποτελεί και το δικαίωμα συμμετοχής εκάστου στην οικονομική ζωή, υπέστη ηθική βλάβη, η οποία αποτιμάται στο δίκαιο και εύλογο ποσό των 80.000 €. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε, κατόπιν παραδεκτού με τις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό (άρθρο 223 ΚΠολΔ), να αναγνωρισθεί: α) η υποχρέωση της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας να του καταβάλει ως διαφορά, μεταξύ της καταβληθείσας και της κατ' άρθρο 371 ΑΚ δικαστικά καθορισθείσας εύλογης/ ανταγωνιστικής τιμής αγοράς του γάλακτος, το ποσόν των 146.100,73 €, άλλως το ποσόν των 87.522,13 €, άλλως το ποσόν των 28.943,50 €, με το νόμιμο τόκο, κυρίως με βάση τις διατάξεις του άρθρου 371 ΑΚ, περί προσδιορισμού της παροχής κατά δίκαιη κρίση, επικουρικά με βάση τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και επικουρικότερα με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 81, 82 ΣυνθΕΚ και άρθρα 1, 2 και 2α ν. 703/1977 και β) η υποχρέωση της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσόν των 80.000 €, με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις και επικουρικά των διατάξεων περί προσβολής της προσωπικότητας, με το νόμιμο τόκο και να καταδικασθεί η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία σε καταβολή της εν γένει δικαστικής του δαπάνης. Επί της υπόθεσης αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων η με αριθμό 2615/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία: α) αναφορικά με το κονδύλιο της ζημίας από τη διαφορά μεταξύ εύλογης και καταβληθείσας τιμής αγοράς γάλακτος, έγινε δεκτή μερικά η κύρια αγωγική βάση, θεμελιούμενη επί του άρθρου 371 ΑΚ περί καθορισμού της εύλογης τιμής πώλησης γάλακτος και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 60.921,74 ευρώ, και β) αναφορικά με το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, έγινε δεκτό ότι ο ενάγων υπέστη προσβολή στην προσωπικότητά του και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγόμενης να του καταβάλει για την αιτία αυτή το ποσό των 20.000 ευρώ, ενώ απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμος ο προβληθείς από την εναγόμενη ισχυρισμός περί παραγραφής. Κατά της ανωτέρω απόφασης οι διάδικοι άσκησαν τις από 6-11-2015 και 9-11-2015 εφέσεις τους. Ειδικότερα, η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 9-11-2015 έφεσή της παραπονέθηκε για λόγους, που ανάγονταν σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου, καθώς και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή, ώστε να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η υπ` αριθ. 1755/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ` ουσίαν αυτές, επικυρώνοντας, έτσι, την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί μερικά την αγωγή, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, ως βάσιμη κατ` ουσίαν κατά την κύρια βάση της. Την αναίρεση της ως άνω τελεσίδικης απόφασης, για τους διαλαμβανόμενους λόγους, ζήτησε η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, με την από 10-5-2017 αίτηση αναίρεσης και πρόσθετο λόγο αυτής, επί της οποίας, εκδόθηκε η με αριθμό 1114/2018 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αυτή αναιρέθηκε μερικά η προσβαλλόμενη με αριθμό 1755/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, και δη καθ' ο μέρος είχε απορρίψει την προβληθείσα από την εναγόμενη-εκκαλούσα ένσταση παραγραφής από τα άρθρα 250 και 253 ΑΚ, αναφορικά με την κύρια, ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ και γενομένη μερικώς δεκτή, βάση της αγωγής, περί προσδιορισμού της παροχής (τιμής γάλακτος) από το Δικαστήριο κατά δίκαιη κρίση και αναγνώριση της οφειλόμενης διαφοράς τιμήματος πώλησης ποσοτήτων γάλακτος, και παραπέμφθηκε, κατ` άρθρο 580 παρ. 3 του KΠολΔ, η υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση. Συγκεκριμένα με την απόφαση αυτή, έγινε δεκτός ο σχετικός πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αριθμός 1 του KΠολΔ, ενώ απορρίφθηκε ο ίδιος ως άνω λόγος κατά το δεύτερο μέρος του. Η απόφαση αυτή, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ` ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της τα εξής αντίστοιχα: "... Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ προκύπτει ότι, αν στη σύμβαση ο προσδιορισμός της παροχής συμφωνήθηκε να γίνει δίκαιη κρίση από το δικαστήριο, η απόφαση του δικαστηρίου είναι δημιουργική ή διαπλαστική του δικαιώματος και όχι αναγνωριστική, δηλαδή αυτή, υποκαθιστώντας τη βούληση των συμβαλλομένων, συμπληρώνει το κενό που υπάρχει στη σύμβαση, διαπλάθοντας το δικαίωμα του δανειστού και την υποχρέωση του οφειλέτη και δεν ερευνά αν οι συμβαλλόμενοι εκπλήρωσαν εν όλω ή εν μέρει τις υποχρεώσεις τους από τη σύμβαση. Έτσι, εφ` όσον η τελεσίδικη απόφαση που προσδιορίζει την παροχή κατά το άρθρο 371 ΑΚ δεν βεβαιώνει αξιώσεις, δεν επιμηκύνει το χρόνο της βραχυχρόνιας παραγραφής σε είκοσι χρόνια σύμφωνα με το άρθρο 268 ΑΚ( ΑΠ 1864/1999). Εν προκειμένω, στο πρώτο τμήμα του πέμπτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλομένη εσφαλμένως ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 250, 253 και 371 ΑΚ και κατέστησε εαυτήν αναιρετέα, κατ` άρθρο 559 περ. 1 ΚΠολΔ, καθ` όσον απέρριψε την παραδεκτώς προβληθείσα ένσταση παραγραφής εκ των άρθρων 250 αριθ. 2 και 253 ΑΚ, αναφορικώς με τα ειδικώτερον προσδιοριζόμενα κατά είδος, περιεχόμενο και ποσόν τιμολόγια πωλήσεως, καίτοι η παραγραφή των σχετικών αξιώσεων, αρχομένη από του τέλους του έτους 2003, είχε ήδη συμπληρωθεί κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής, που επεδόθη την 30.12.2009. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και δη της αγωγής, και των αποφάσεων του πρωτοβαθμίου και του Εφετείου προκύπτουν τα ακόλουθα: Στην ένδικη αγωγή του ο ενάγων-νυν αναιρεσίβλητος εξέθεσε μεταξύ άλλων ότι επώλησε στην εναγομένη-νυν αναιρεσείουσα τις ειδικώς αναφερόμενες ποσότητες γάλακτος για το διάστημα από 30-6-2003 μέχρι 30-6- 2007 και εξέδωσε τα αντίστοιχα τιμολόγια. Ότι κατά δίκαιη και αντικειμενική κρίση, η εναγομένη έπρεπε να προσδιορίσει το εύλογο τίμημα αγοράς του αγελαδινού γάλακτος κατά το διάστημα από 2003-2007, σε 0,50€ το λίτρο, ενώ επικουρικώς η τιμή παραγωγού έπρεπε να ανέλθει στο ποσό των 0,45 € / κιλό και όλως επικουρικώς στο ποσό των 0,40€ /κιλό. Ότι αν ως εύλογη τιμή αγοράς ληφθεί το ποσό των 0,40 € ανά λίτρο, ο ενάγων έπρεπε να λάβει το ποσό των 1.171.572 X 0,40 € = 468 628,8-0 €. Η διαφορά των δύο μεγεθών ανερχόμενη στο ποσό των (468.628,80-439.685,27) = 28.943,50 € αποτελεί το οφειλόμενο από την εναγόμενη ποσό. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι με εύλογη και δίκαιη τιμή το ποσό των 0,40€/ κιλό πωλούμενου γάλακτος κατά μέσο όρο ο ενάγων έπρεπε να λάβει για τη συνολική ποσότητα των 1.171.572 κιλών το ποσόν των 468.628,80 € (1.171.572 κιλά χ 0,40), εντεύθεν η διαφορά ανήλθε στο ποσόν των 60.921,74 € ( = 468.628,80 - 407.707,056 ), το οποίο ανεγνωρίσθη ότι του οφείλεται από την εναγόμενη. Η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε τα ακόλουθα: ``...παραγόμενο στη μονάδα του γάλα με μέση τιμή 0,3480 €/κιλό... Επομένως, δικαιούται για το ένδικο χρονικό διάστημα τη διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας σε αυτόν τιμής των 0,3480 € κατά μέσο όρο ανά κιλό πωλουμένου γάλακτος και ευλόγου τιμής των 0,40 €/κιλό, όπως αυτή προσδιορίζεται και από το παρόν Δικαστήριο βάσει των διατάξεων των άρθρων 513 επ. και 371 ΑΚ.... ο εκκαλών ... παραγωγός πώλησε και παρέδωσε στην τελευταία κατά το ένδικο χρονικό διάστημα ...(1.171.572) κιλά γάλα και έλαβε ως τίμημα το ποσόν ...(439.685, 27 €). Εκ του ποσού αυτού μόνο ποσόν (407.707,056 €) ανταποκρίνεται στην αξία του πωλουμένου γάλακτος (1.171.572 κιλά X 0,3480 €/κιλό = 407.707,056... Επομένως, με εύλογο και δικαία τιμή το ποσόν των 0,40 €/κιλό πωλουμένου γάλακτος κατά μέσο όρο ο εκκαλών... παραγωγός έπρεπε να λάβει για την προαναφερομένη συνολική ποσότητα το ποσόν των (468.628, 80 €, ήτοι 1.171.572 κιλά X 0,40 €/κιλό) και ως εκ τούτου αυτός ζημιώθηκε κατά το ποσόν των (468.628, 80 € - 407.707, 056 € =) (60.921, 74 €)... Περαιτέρω, η εκκαλούσα ... ανώνυμος εταιρία ισχυρίζεται με ειδικούς λόγους εφέσεως ότι κακώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε : α) την παραδεκτώς προβληθείσα (άρθρα 262 παρ. 1 και 269 παρ. 1 ΚΠολΔ) ένσταση παραγραφής εκ των άρθρων 250 αριθ. 2 και 253 ΑΚ, αναφορικώς : αα) με τα υπ` αριθ. 97/30....013, 98/31.7.2003, από 31.8.2003, από 30.9.2003, 1/31.10.2003, 2/30.11.2003 και 3/31.12.2003 τιμολόγια πωλήσεως, ποσών ...27,09 €, 7.952,34 €, 8.468,49 €, 8.930,93 €, 8.032,71 €, 6.802,71 € και 5.640,07 €,... Ωστόσο, λαμβανομένου υπόψη ότι με την κυρία βάση της αγωγής ζητείται ο " κατά δικαία κρίση " προσδιορισμός από το Δικαστήριο της παροχής της ανωνύμου εταιρίας, ήτοι του οφειλομένου τιμήματος εκ της πωλήσεως ποσοτήτων γάλακτος, η αξίωση καταβολής του τιμήματος εκ της συμβάσεως πωλήσεως δεν γεννάται και εντεύθεν δεν είναι δικαστικώς επιδιώξιμος προ του καθορισμού της από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με συνέπεια να μην εκκινεί η διαδρομή της κατά τις διατάξεις των άρθρων 250 αριθ. 2 και 253 ΑΚ πενταετούς παραγραφής αναφορικώς με την αξίωση καταβολής της διαφοράς μεταξύ της προσδιοριζομένης από το Δικαστήριο παροχής και της πράγματι καταβληθείσας...``. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 371, 250, 253 ΑΚ, απορρίψαν την ως άνω ένσταση παραγραφής, εφ` όσον η δια της αγωγής εισαχθείσα αξίωση και τελικώς επιδικασθείσα, κατά την κυρία αυτής βάση, αφορούσε όχι μόνο στον "κατά δικαία κρίση" προσδιορισμό από το Δικαστήριο της παροχής της εναγομένης ανωνύμου εταιρείας, αλλά και στην αναγνώριση της οφειλομένης διαφοράς τιμήματος πωλήσεως ποσοτήτων γάλακτος, δηλαδή σε γεννημένη αξίωση και προσδιορισμένη εκπληρώσιμη παροχή, η οποία υπέκειτο σε βραχυχρόνια παραγραφή. Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος, κατά το προαναφερθέν τμήμα του, τυγχάνει βάσιμος. ... Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του πέμπτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο τμήμα αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 KΠολΔ)" και "Επειδή, στο δεύτερο τμήμα του πέμπτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλομένη εσφαλμένως ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ και εσφαλμένως υπήγαγε τα περιστατικά στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου, εντεύθεν κατέστησε εαυτήν αναιρετέα, κατ` άρθρο 559 περ. 1 ΚΠολΔ, καθ` όσον απέρριψε την παραδεκτώς προβληθείσα ένσταση παραγραφής του άρθρου 937 ΑΚ. Επειδή, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: ``...Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι αυτή, προκειμένου να προκαλέσει βλάβη στους παραγωγούς, συμμετείχε σε συμφωνία με άλλες γαλακτοβιομηχανίες σχετικώς με τον καθορισμό των τιμών αγοράς του γάλακτος από τους γαλακτοπαραγωγούς και την κατανομή μεταξύ τους των περιοχών εφοδιασμού αγελαδινού γάλακτος ανά την Ελλάδα, ούτως ώστε αφ` ενός μεν να συμπιέσουν στο κατώτατο δυνατό επίπεδο την τιμή παραγωγού σε εξαιρετικώς χαμηλά επίπεδα, τα οποία δεν αντιστοιχούσαν στην τιμή, η οποία θα εδίδετο, εάν λειτουργούσαν οι κανόνες του ελευθέρου ανταγωνισμού, αφ` ετέρου δε να καταστήσουν αδύνατο τη μετακίνηση από τη μια γαλακτοβιομηχανία στην άλλη των γαλακτοπαραγωγών, εάν αυτοί αποφάσιζαν να αναζητήσουν υψηλότερες τιμές...Κατόπιν ολοκληρώσεως της προβλεπομένης ακροαματικής διαδικασίας και τη συνεκτίμηση των συλλεγέντων κατά την προηγηθείσα αυτεπάγγελτο έρευνα στοιχείων εκδόθηκε η υπ` αριθ. ...2007 απόφαση της Ολομελείας της Επιτροπής Ανταγωνισμού, δια της οποίας διαπιστώθηκε αφ` ενός μεν η ύπαρξη οριζοντίου συμφωνίας(ήδη από του έτους 2004) μεταξύ της εκκαλούσας και των γαλακτοβιομηχανιών... περί συγκρατήσεως και μειώσεως των τιμών αγοράς του νωπού., γάλακτος από τους παραγωγούς - κτηνοτρόφους και αποφυγής - περιορισμού των μετακινήσεων των παραγωγών μεταξύ των γαλακτοβιομηχανιών κατά παράβαση των άρθρων 1 Ν. 703/1977 και 81 ΣυνθΕΕ... Κατ` αυτόν τον τρόπο η εκκαλούσα ανώνυμος εταιρία ενήργησε πράξη ανταγωνισμού αντικειμένη στα χρηστά ήθη με πρόθεση επαγωγής ζημίας στους γαλακτοπαραγωγούς, συμπεριλαμβανομένου του εφεσιβλήτου παραγωγού... Εξάλλου, η προπεριγραφομένη παράνομος και υπαίτιος συμπεριφορά της εκκαλούσας συνιστά εν ταυτώ και αδικοπραξία (άρθρα 914 επ. ΑΚ), συνεπεία δε αυτής ο παραγωγός υπέστη προσβολή στην προσωπικότητά του, δικαιούμενος κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβη... καθ` όσον αφορά στην εκ της διατάξεως του άρθρου 937 ΑΚ παραγραφή, δεν δύναται να νοηθεί γνώση της ζημίας (ήτοι της διαφοράς μεταξύ των δύο προαναφερομένων μεγεθών) και του υποχρέου προς αποζημίωση (ήτοι της εκκαλούσας ...ανωνύμου εταιρίας) προ της δημοσιεύσεως της υπ` αριθ. ...2007 αποφάσεως της Επιτροπής Ανταγωνισμού την ....2007 (η οποία, σημειωτέον, δημοσιεύθηκε στο Τεύχος …` του Φ.Ε.Κ. με αριθ. φύλλου … την ....2008), ότε και εγένετο ευρέως γνωστή και με συγκεκριμένα στοιχεία (και όχι απλές υποψίες ή υπόνοιες) η παράνομος σύμπραξη των ανωτέρω αναφερομένων στο σκεπτικό γαλακτοβιομηχανιών και εντεύθεν η παράνομος και υπαίτιος συμπεριφορά ειδικώς της εκκαλούσας ..., η δε κρινομένη αγωγή ασκήθηκε προ της συμπληρώσεως πενταετίας από τη δημοσίευση της προαναφερομένης αποφάσεως...`` Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ, ενώ περαιτέρω ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί του ότι ``... η δημοσίευση της υπ` αριθ. ...2007 αποφάσεως της Επιτροπής Ανταγωνισμού την ....2007 ουδόλως φανέρωσε στον αντίδικο την "ζημία" του και τον "υπαίτιο προς αποκατάστασή της", ούτε θα μπορούσε να το κρίθηκε ότι η όποια συμφωνία δεν υλοποιήθηκε...`` είναι απαράδεκτος, διότι αφορά στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι την αληθινή έννοια του ως άνω κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτόν των πραγματικών περιστατικών. Σημειώνεται εδώ ότι ο ανωτέρω λόγος, συμφώνως προς τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο και τις παραδοχές της προσβαλλομένης, αφορά μόνο στην αξίωση του ενάγοντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Βάσει των προεκτεθέντων, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το δεύτερο τμήμα του, είναι αβάσιμος". Ακολούθως, επαναφερθείσας της υπόθεσης προς συζήτηση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που επιλήφθηκε, ως δικαστήριο της παραπομπής, κατ` άρθρο 581 παρ.1 και 2 του KΠολΔ, μετά την έκδοση της προαναφερόμενης με αριθμό 1114/2018 απόφασης του Αρείου Πάγου, ο οποίος κατά τα ανωτέρω, αναίρεσε μερικά, τη με αριθμό 1755/2017 προηγούμενη απόφαση και δη καθ' ο μέρος είχε απορρίψει την προβληθείσα από την εναγόμενη-εκκαλούσα ένσταση παραγραφής από τα άρθρα 250 και 253 ΑΚ, αναφορικά με την κύρια ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ βάση της αγωγής και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου ήταν εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 3953/2019 οριστική του απόφαση. Με την απόφαση αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε, την από 9-11-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6905/2015 έφεση της εκκαλούσας-εναγομένης ανώνυμης εταιρίας και τους προσθέτους λόγους αυτής, δεσμευόμενο από την ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου και συμμορφούμενο προς αυτήν δέχθηκε, ότι με την πιο πάνω αναιρετική απόφαση επιλύθηκε νομικό ζήτημα, καθόσον κρίθηκε αμετάκλητα ότι η προβληθείσα από την εναγόμενη εταιρία (με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου καθώς και με προφορική της δήλωση καταχωρηθείσα στα πρακτικά), ένσταση παραγραφής κατ' άρθρο 250 ΑΚ της ένδικης αξίωσης της κύριας από τη σύμβαση πώλησης βάσης της αγωγής, για το χρονικό διάστημα από 30-6-2003 έως και 31-12-2003 λόγω παρόδου πενταετίας μέχρι την επίδοση της αγωγής, είναι νόμιμη στη συνέχεια δε, προχώρησε στην ουσιαστική έρευνα της εν λόγω ένστασης. Δεχόμενο δε ότι η αξίωση του ενάγοντος κατά την κύρια αυτής βάση, για προσδιορισμό από το Δικαστήριο της παροχής της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας και για αναγνώριση της οφειλόμενης διαφοράς τιμήματος πώλησης ποσοτήτων γάλακτος, έχει υποπέσει σε πενταετή παραγραφή κατ' άρθρο 250 αρ. 2 ΑΚ, για το χρονικό διάστημα από 30-6-2003 έως 31-12-2003, γιατί η αγωγή ασκήθηκε την 30-12-2009, ήτοι μετά την πάροδο πενταετίας από τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο άρχισε η παραγραφή, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως, και δέχθηκε ότι το συνολικό ύψος της οφειλής της εναγομένης, μετά τον κατ' άρθρο 371 ΑΚ προσδιορισμό της παροχής της κατά δίκαιη κρίση, στο ποσό των 0,40 ευρώ ανά κιλό γάλακτος (όπως κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου με την υπ' αριθμ. 1755/2017 απόφαση, κατά το μη αναιρεθέν μέρος της), για το υπόλοιπο επίδικο χρονικό διάστημα (μετ' αφαίρεση του ως άνω παραγραφέντος), ανερχόταν στο ποσό των 53.771,74 ευρώ, ποσό για το οποίο και δέχθηκε την κύρια αγωγική βάση, τη θεμελιούμενη επί του άρθρου 371 ΑΚ περί καθορισμού της εύλογης τιμής πώλησης γάλακτος. Περαιτέρω, το ως άνω δικαστήριο της παραπομπής, δεχόμενο ότι σε περίπτωση που προσβάλλεται το κεφάλαιο της αποζημίωσης συμπροσβάλλεται αναγκαίως και το κεφάλαιο της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από άποψη ποσοτικού προσδιορισμού, προέβη στην έρευνα και του ύψους του επιδικασθέντος στον ενάγοντα ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, το οποίο προσδιόρισε στο ποσό των 18.000 ευρώ, εξαφανίζοντας και κατά το μέρος αυτό την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση της εναγομένης για καταβολή για την αιτία αυτή του ποσού των 20.000 ευρώ. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης εναντιώνεται ο ηττηθείς εφεσίβλητος-αναιρεσείων με την ως άνω ένδικη αίτηση αναίρεσης και προσθέτους λόγους αυτής. ΙΙΙ. Α'. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 KΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 87/2013). Β'. Κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης επιτρέπεται αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο. Από την άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή με πρόταση κάποιου εκ των διαδίκων, της έρευνας για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, και παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού. Έτσι, αν ο Άρειος Πάγος, επισκοπώντας την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διαπιστώνει ότι το δικαστήριο δεν ασχολήθηκε καθόλου με το δεδικασμένο και η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι δεδικασμένου, ο λόγος απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος (ΑΠ 542/2017, ΑΠ 1253/2009, ΑΠ 701/2008). Σε περίπτωση, δε, που το δικαστήριο δεν ερεύνησε νόμιμα προταθέντα ισχυρισμό για την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 και όχι από τον αρ. 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 944/2020, ΑΠ 2084/2007). Εξάλλου, το δεδικασμένο που προκύπτει από τελεσίδικη απόφαση λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 332 ΚΠολΔ, δεν αφορά όμως την δημόσια τάξη και, συνακόλουθα, για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη του δεδικασμένου, πρέπει ο σχετικός ισχυρισμός να έχει προταθεί νόμιμα (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) στο δικαστήριο της ουσίας, να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός (Ολ. ΑΠ 1339/1985, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 2004/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το σχετικό πρώτο σκέλος του, προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β` KΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι δέχθηκε την παραγραφή της αξίωσης για το χρονικό διάστημα από 30-6-2003 έως και 31-12-2003 χωρίς να λάβει υπόψη τον προβληθέντα με τις προτάσεις του στο Εφετείο ισχυρισμό του περί αλυσιτέλειας της προβληθείσας από την εναγόμενη-εκκαλούσα ένστασης παραγραφής, γιατί τυχόν αποδοχή της βασιμότητάς της δεν θα μπορούσε να αλλάξει το διατακτικό της πρωτοβάθμιας απόφασης, γιατί η αξίωσή του προς αποζημίωση, στηρίζεται αυτοτελώς στις συρρέουσες αδικοπρακτικές βάσεις των άρθρων 914, 919 ΑΚ, 101 ΣΛΕΕ, 1 Ν. 703/1977, που δεν επλήγησαν επιτυχώς με την έφεση και την αναίρεση, παραχθέντος δεδικασμένου περί αυτού από την υπ' αριθμ. 1755/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών καθώς και ενδοδιαδικαστική δέσμευση από την υπ' αριθμ. 1114/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, που έκρινε ότι οι αδικοπρακτικές βάσεις της αγωγής, που στηρίζουν τόσο το αίτημα της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης όσο και την αξίωση αποζημίωσης, δεν έχουν υποπέσει στην εκ του άρθρου 937 ΑΚ παραγραφή. Ο λόγος όμως αυτός της αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, επειδή στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι στο ότι η αξίωσή του προς αποζημίωση για τις πωληθείσες ποσότητες γάλακτος, στηρίζεται αυτοτελώς στις συρρέουσες αδικοπρακτικές βάσεις των άρθρων 914, 919 ΑΚ, 101 ΣΛΕΕ, 1 Ν. 703/1977, γεγονός το οποίο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την ως άνω παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων ζήτησε με την αγωγή του να αναγνωριστεί: α) η υποχρέωση της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας να του καταβάλει ως διαφορά, μεταξύ της καταβληθείσας και της κατ' άρθρο 371 ΑΚ δικαστικά καθορισθείσας εύλογης/ανταγωνιστικής τιμής αγοράς του γάλακτος, τα αναφερόμενα ποσά, κυρίως με βάση τις διατάξεις του άρθρου 371 ΑΚ, περί προσδιορισμού της παροχής κατά δίκαιη κρίση, και επικουρικά με βάση τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, επικουρικότερα δε με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 81, 82 ΣυνθΕΚ και άρθρα 1, 2 και 2α ν. 703/1977 και β) η υποχρέωση της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσόν των 80.000 €, με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις και περί προσβολής της προσωπικότητας, ακολούθως δε η υπ' αριθμ. 1755/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του KΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της, έκρινε και δέχθηκε την κύρια αγωγική βάση, τη θεμελιωμένη στο άρθρο 371 ΑΚ, περί καθορισμού της εύλογης τιμής πώλησης γάλακτος, ορίζοντας αυτήν στο ποσό των 0,40 ευρώ ανά κιλό, και αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει το ποσό των 60.921,74 ευρώ, για ολόκληρο το επίδικο χρονικό διάστημα, απορρίπτοντας εν ταυτώ την προβληθείσα από τα άρθρα 250 και 253 ΑΚ ένσταση παραγραφής, με την αναφερόμενη ως άνω αιτιολογία ότι "... η αξίωση καταβολής του τιμήματος εκ της συμβάσεως πωλήσεως δεν γεννάται και εντεύθεν δεν είναι δικαστικώς επιδιώξιμος προ του καθορισμού της από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με συνέπεια να μην εκκινεί η διαδρομή της κατά τις διατάξεις των άρθρων 250 αριθ. 2 και 253 ΑΚ πενταετούς παραγραφής αναφορικώς με την αξίωση καταβολής της διαφοράς μεταξύ της προσδιοριζομένης από το Δικαστήριο παροχής και της πράγματι καταβληθείσας...", ενώ δεν έκρινε επί αποζημίωσης (αναφορικά με την τιμή του γάλακτος) με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις και δεν εφάρμοσε τα άρθρα 914, 919 ΑΚ, 101 ΣΛΕΕ, 1 Ν. 703/1977. Στις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ στήριξε μόνο το αίτημα της αγωγής για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ, απορρίπτοντας εν ταυτώ την προβληθείσα από την εναγομένη από το άρθρ 937 ΑΚ ένσταση παραγραφής, με την αναφερόμενη ως άνω αιτιολογία. Μάλιστα, η κρίση αυτή της υπ' αριθμ. 1755/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, επικυρώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 1114/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε κατά τρόπο δεσμευτικό όχι μόνο για το δικαστήριο της παραπομπής (Εφετείο) αλλά και για τον Άρειο Πάγο, στον οποίο επανέρχεται η υπόθεση με νέα αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, ότι: α) η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε και δέχθηκε την κύρια αγωγική βάση, την θεμελιωμένη στο άρθρο 371 ΑΚ περί καθορισμού της εύλογης τιμής πώλησης γάλακτος, β) ότι εφόσον η με την αγωγή εισαχθείσα αξίωση και τελικώς επιδικασθείσα, κατά την κύρια βάση της, αφορούσε όχι μόνο στον "κατά δικαία κρίση" προσδιορισμό από το Δικαστήριο της παροχής της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, αλλά και στην αναγνώριση της οφειλόμενης διαφοράς τιμήματος πώλησης ποσοτήτων γάλακτος, υφίσταται βραχυχρόνια παραγραφή των σχετικών αξιώσεων του έτους 2003 κατ' άρθρ. 250 και 253 ΑΚ (αναιρεθείσας κατά το μέρος αυτό της απόφασης του Εφετείου Αθηνών), και γ) ότι ο πέμπτος κατά το δεύτερο τμήμα του λόγος αναίρεσης, περί εσφαλμένης ερμηνείας του άρθρου 937 ΑΚ (τον οποίο και απέρριψε), σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αφορά μόνο στην αξίωση του ενάγοντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ειδικότερα, με την ως άνω υπ' αριθμ. 1114/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, έγιναν δεκτά επί λέξει τα ακόλουθα, αντίστοιχα: "... η προσβαλλομένη απόφαση έκρινε και εδέχθη την κυρία αγωγική βάση, την θεμελιουμένη επί του άρθρου 371 ΑΚ περί καθορισμού της εύλογης τιμής πωλήσεως γάλακτος ...", "Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 371, 250, 253 ΑΚ, απορρίψαν την ως άνω ένσταση παραγραφής, εφ` όσον η δια της αγωγής εισαχθείσα αξίωση και τελικώς επιδικασθείσα, κατά την κυρία αυτής βάση, αφορούσε όχι μόνο στον "κατά δικαία κρίση" προσδιορισμό από το Δικαστήριο της παροχής της εναγομένης ανωνύμου εταιρείας, αλλά και στην αναγνώριση της οφειλομένης διαφοράς τιμήματος πωλήσεως ποσοτήτων γάλακτος, δηλαδή σε γεννημένη αξίωση και προσδιορισμένη εκπληρώσιμη παροχή, η οποία υπέκειτο σε βραχυχρόνια παραγραφή", και "Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ, ... Σημειώνεται εδώ ότι ο ανωτέρω λόγος, συμφώνως προς τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο και τις παραδοχές της προσβαλλομένης, αφορά μόνο στην αξίωση του ενάγοντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης". Επομένως, το διατακτικό της εκκαλούμενης πρωτόδικης απόφασης (ΠολΠρΑθ 2615/2015), αναφορικά με τη γενομένη δεκτή κύρια βάση της αγωγής, δεν στηρίζεται σε δύο ισοδύναμες αιτιολογίες, ήτοι τόσο στις διατάξεις από τη σύμβαση πώλησης, όσο σ' αυτές της αδικοπραξίας, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, αλλά μόνο στη διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ περί καθορισμού της εύλογης τιμής πώλησης γάλακτος, όπως κρίθηκε και με την 1114/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, και επομένως, ορθώς η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ 3953/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που επιλήφθηκε, ως δικαστήριο της παραπομπής, κατ` άρθρο 581 παρ.1 και 2 του KΠολΔ, προέβη στην έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της προβληθείσας από την εναγομένη ένστασης παραγραφής, από τα άρθρα 250 και 253 ΑΚ, αναφορικά με την κύρια ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ βάση της αγωγής, ως προς την οποία έγινε δεκτή μερικά η τελευταία. {Άλλωστε, εάν το διατακτικό της απόφασης, αναφορικά με την αποζημίωση για την τιμή του γάλακτος, στηριζόταν και στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, τότε ο Άρειος Πάγος με την υπ' αριθμ. 1114/2018 απόφασή του, θα οδηγείτο στην απόρριψη του ως άνω γενομένου δεκτού λόγου, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενου, με την παραδοχή ότι, εφόσον το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται σε δύο ισοδύναμες αιτιολογίες (μία από τη σύμβαση και μία από την αδικοπραξία) και δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία από αυτές (ήτοι αυτή της αδικοπραξίας), τότε και ο λόγος από τη σύμβαση αλυσιτελώς προβάλλεται, εφόσον η μη πληγείσα αιτιολογία εκ της αδικοπραξίας επιστηρίζει το διατακτικό της. Για τον ίδιο παραπάνω λόγο, ήτοι επειδή στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 KΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του στο Εφετείο αντένσταση απαραδέκτου της ένστασης παραγραφής, γιατί η κατ' ουσίαν παραδοχή της προσκρούει στο δεδικασμένο που παρήχθη από την υπ' αριθμ. 1755/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αναφορικά με το κονδύλιο αποζημίωσης για την τιμή του γάλακτος, αφού αυτό (κονδύλιο) στηρίζεται αυτοτελώς στις συρρέουσες αδικοπρακτικές βάσεις των άρθρων 914, 919 ΑΚ, 101 ΣΛΕΕ, 1 Ν. 703/1977, που δεν επλήγησαν επιτυχώς με την έφεση και την αναίρεση. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της υπ' αριθμ. 1755/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, το Εφετείο έκρινε και δέχθηκε μερικά την κύρια αγωγική βάση, τη θεμελιωμένη στο άρθρο 371 ΑΚ, περί καθορισμού της εύλογης τιμής πώλησης γάλακτος, ορίζοντας αυτήν στο ποσό των 0,40 ευρώ ανά κιλό, και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει το ποσό των 60.921,74 ευρώ, για ολόκληρο το επίδικο χρονικό διάστημα, απορρίπτοντας εν ταυτώ την προβληθείσα από τα άρθρα 250 και 253 ΑΚ ένσταση παραγραφής, ενώ ουδόλως στήριξε την κρίση του περί αποζημίωσης αναφορικά με την τιμή του γάλακτος, στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων και ουδόλως εφάρμοσε τα άρθρα 914, 919 ΑΚ, 101 ΣΛΕΕ, 1 Ν. 703/1977. Άλλωστε, ο ενάγων ζήτησε με την αγωγή του να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης να του καταβάλει ως διαφορά, μεταξύ της καταβληθείσας και της κατ' άρθρο 371 ΑΚ δικαστικά καθορισθείσας εύλογης/ανταγωνιστικής τιμής αγοράς του γάλακτος, τα αναφερόμενα ποσά, κυρίως με βάση τις διατάξεις του άρθρου 371 ΑΚ, περί προσδιορισμού της παροχής κατά δίκαιη κρίση, βάση που έγινε δεκτή μερικά, και ως εκ τούτου δεν μπορούσε το Δικαστήριο ταυτόχρονα να κάνει δεκτή και την επικουρική με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, βάση της αγωγής. Αντιθέτως, στις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ στήριξε την κρίση του για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ, απορρίπτοντας εν ταυτώ την προβληθείσα από την εναγομένη από το άρθρ 937 ΑΚ ένσταση παραγραφής, με την αναφερόμενη ως άνω αιτιολογία. Περαιτέρω, με τον ίδιο ως άνω λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, υπό την επίκληση του αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο, με την κατ' ουσίαν παραδοχή της ένστασης παραγραφής, κατά παράβαση του νόμου δεν έλαβε υπόψη του το δεδικασμένο που έχει παραχθεί από την 1755/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που έκρινε ότι η αξίωσή του προς αποζημίωση, στηρίζεται αυτοτελώς στις συρρέουσες αδικοπρακτικές βάσεις των άρθρων 914, 919 ΑΚ, 101 ΣΛΕΕ, 1 Ν. 703/1977, που δεν επλήγησαν επιτυχώς με την έφεση και την αναίρεση, και στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο, δεν ασχολήθηκε με το ζήτημα αν από την επικαλούμενη απόφαση προκύπτει ή όχι δεδικασμένο για το ζήτημα, αν το διατακτικό της πρωτοβάθμιας απόφασης, ως προς το κονδύλιο της τιμής του γάλακτος, στηρίζεται αυτοτελώς στις συρρέουσες αδικοπρακτικές βάσεις των άρθρων 914, 919 ΑΚ, 101 ΣΛΕΕ, 1 Ν. 703/1977, που δεν επλήγησαν επιτυχώς με την έφεση και την αναίρεση και δεν περιέχει σχετική κρίση. ΙV. Α'. Κατά τη διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ "αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση. Αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει γίνεται από το δικαστήριο". Με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του εν λόγω άρθρου, που αποτελεί ειδική έκφραση των αρχών της καλής πίστης, παρέχεται η δυνατότητα, η οποία απορρέει από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής σε κάποιον από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, ο οποίος υποχρεούται να προβεί στον προσδιορισμό της παροχής εν αμφιβολία με δίκαιη κρίση. Από τη διατύπωση του πρώτου εδαφίου του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι η εφαρμογή του εκτείνεται στις συμβατικές ενοχές. Προϋποθέσεις εφαρμογής του ως άνω άρθρου είναι η ύπαρξη αοριστίας της παροχής, η οποία πρέπει να είναι ηθελημένη και υφίσταται υπό την έννοια ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης και μετά τη σύσταση της ενοχής, το περιεχόμενο της παροχής δεν προσδιορίστηκε πλήρως στη σύμβαση κατ` έκταση, χρόνο, τόπο και τρόπο καταβολής, είδος, βάρος ή κατ` άλλα στοιχεία και δεν είναι δυνατή η αναπλήρωση της αοριστίας αυτής με την ερμηνεία κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Επίσης για την εφαρμογή του πιο πάνω άρθρου θα πρέπει η ανάθεση με τη σύμβαση του προσδιορισμού της παροχής να δόθηκε σε έναν από τους συμβαλλόμενους ή σε τρίτο, σε έναν ή περισσότερους. Από τη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου του ως άνω άρθρου, προκύπτει ότι αν ο προσδιορισμός της παροχής δεν έγινε (από συμβαλλόμενο ή τρίτο) κατά δίκαιη κρίση ή βραδύνει, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα, γίνεται από το δικαστήριο. Το δικαστήριο επιλαμβάνεται μετά από αγωγή του ή των συμβαλλομένων, υποκαθιστά δε εκείνον, στον οποίο είχε ανατεθεί το δικαίωμα του προσδιορισμού της παροχής, όταν αυτός προέβη στον προσδιορισμό με κρίση άδικη ή αν βραδύνει ή αρνείται ή αδυνατεί προς τούτο. Ακόμη, το δικαστήριο επιλαμβάνεται μετά από αγωγή και όταν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε στη δίκαιη κρίση και των δύο μερών και το ένα αρνείται ή βραδύνει να αποδεχθεί τις απόψεις του άλλου. Η απόφαση του δικαστηρίου, κατά το ως άνω εδ. 2 του άρθρου 371 ΑΚ, που είναι προσδιοριστική της παροχής, συμπληρώνει τη σύμβαση ως προς την αοριστία της παροχής, υποκαθιστώντας τη βούληση των συμβαλλομένων και είναι διαπλαστικού χαρακτήρα, με αναδρομική δύναμη (ΑΠ 110/2015, ΑΠ 1500/2014). Ως δίκαιη κρίση ή κρίση αγαθού ανδρός θεωρείται η κρίση του ελευθέρως δικάζοντος εντός του σκοπού της ενοχής και δη της σύμβασης και εντός των συγκεκριμένων μεταξύ των μερών περιστάσεων. Για το σχηματισμό δε της δίκαιης κρίσης πρέπει από τη σύμβαση να προκύπτει κάποια βάση ή αφετηρία για τέτοια κρίση ως λ.χ. ο δια της συμβάσεως επιδιωκόμενος σκοπός των μερών ή η συνομολογηθείσα αντιπαροχή. Περαιτέρω, στο άρθρο 101 παρ. 1 της Συνθήκης Λειτουργίας Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) (πρώην άρθρο 81 ΣυνθΕΚ), ορίζονται τα εξής: "1. Είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς και ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται: α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διαθέσεως, της τεχνολογικής αναπτύξεως ή των επενδύσεων, γ) στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού, δ) στην εφαρμογή άνισων όρων επί ισοδυνάμων παροχών, έναντι των εμπορικώς συναλλασσομένων, με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, ε) στην εξάρτηση της συνάψεως συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσομένων, προσθέτων παροχών που εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών". Επίσης, στο άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν 703/1977 "Περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού", το οποίο περιέχει διατάξεις ανάλογες με αυτές του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ (πρώην 81 της ΣυνθΕΚ), όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 15 του Ν 2000/1991, οριζόταν προ της καταργήσεως του ν.703/1977 με τον ν. 3959/2011 ότι: 1. Απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες αι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και οιασδήποτε μορφής εναρμονισμένη πρακτική επιχειρήσεων, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα την παρακώλυση, τον περιορισμό ή την νόθευση του ανταγωνισμού ιδία δε οι συνιστάμενες : α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεων ή άλλων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διάθεσης, της τεχνολογικής ανάπτυξης ή των επενδύσεων, γ) στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού, δ) στην εφαρμογή άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές στο εμπόριο, κατά τρόπο που να δυσχεραίνεται η λειτουργία του ανταγωνισμού, ιδίως δε στην αδικαιολόγητη άρνηση πωλήσεως, αγοράς ή συναλλαγής, ε) στην εξάρτηση σύναψης συμβάσεων από την αποδοχή εκ μέρους των αντισυμβαλλομένων πρόσθετων παροχών που από τη φύση τους ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν συνδέονται με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών. Ως εναρμονισμένη πρακτική νοείται μορφή συντονισμού μεταξύ επιχειρήσεων, η οποία, χωρίς να έχει φθάσει μέχρι του σημείου της πραγματοποίησης μιας συμφωνίας αυτής καθ` εαυτής, αντικαθιστά συνειδητά τους κινδύνους του ανταγωνισμού με μια πρακτική συνεργασία μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών. Ακόμη, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, σημασία δεν έχει η μορφή με την οποία εκδηλώνεται η (κοινή ή) εναρμονισμένη βούληση των συμπραττουσών επιχειρήσεων, αλλά το περιεχόμενό της, που μπορεί να προκύπτει τόσο από τις ρήτρες μιας σύμβασης, όσο και από τις αντίστοιχες εκδηλώσεις συμπεριφοράς των οικείων επιχειρήσεων, που παρέχουν είτε ευθέως, είτε εμμέσως ενδείξεις για την ύπαρξη και το περιεχόμενο της σύμπραξης. Εξάλλου, από την άνω διάταξη του άρθρου 82 της Συνθήκης ΕΚ και ήδη άρθρ. 102 ΣΛΕΕ συνάγεται, ότι δεν απαγορεύεται η επίτευξη δεσπόζουσας θέσης μιας επιχείρησης στο σύνολο ή μέρος της αγοράς, αλλά η καταχρηστική εκμετάλλευση της θέσης αυτής (ΑΠ 403/2016). Β'. Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 18 του KΠολΔ, όπως συνάγεται από το συνδυασμό της διάταξης αυτής, προς τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 4 και 581 παρ. 2 του ιδίου άρθρου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολουθήσει, όσον αφορά το νομικό ζήτημα, που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 736/2011, Α.Π. 1708/2008). Η κρίση, που εκφέρεται με την αναιρετική απόφαση ότι η αγωγή (ή η ένσταση) είναι νομικά βάσιμη, ενόψει του ότι εμπεριέχει αναγκαίως την κρίση ότι αυτή είναι και ορισμένη, ως περιέχουσα όλα τα απαιτούμενα από το άρθρο 216 παρ. 1 του KΠολΔ στοιχεία, συνεπάγεται δέσμευση του δικαστηρίου της παραπομπής και ως προς το τελευταίο αυτό ζήτημα, το οποίο δεν υπόκειται σε επανεξέταση από το δικαστήριο αυτό (ΑΠ 1499/2014, ΑΠ 2017/2007). Εφόσον, δε, το Δικαστήριο της παραπομπής συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε, είναι απαράδεκτος κάθε λόγος αναίρεσης, που προσβάλλει την απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, κατά το μέρος που αυτό συμμορφώθηκε (άρθρο 562 παρ. 1 του KΠολΔ, ΑΠ 1141/2003, Α.Π. 472/2007). Συντρέχει δε το απαράδεκτο αυτό, αν ο αναιρεσείων προβάλλει ότι, κακώς συμμορφώθηκε το δικαστήριο της παραπομπής, με το επιλυθέν από την απόφαση του Αρείου Πάγου νομικό ζήτημα, διότι η δοθείσα από την τελευταία απόφαση λύση, είναι εσφαλμένη (ΑΠ 199/2012). Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, καθώς και τους πρώτο και δεύτερο προσθέτους λόγους, προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 KΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή (και όχι από τον αρ. 1 όπως αναφέρεται στο δικόγραφο προσθέτων λόγων), ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις προταθείσες από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του στο Εφετείο αντενστάσεις από τα άρθρα 101, 102 ΣΛΕΕ (πρώην 81, 82 ΣυνθΕΚ), και άρθρ. 1 του Ν. 703/1977, περί απαραδέκτου της ένστασης παραγραφής, καθόσον η κατ' ουσίαν παραδοχή της προσκρούει στις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου, που απαιτεί την αφαίρεση από τον παραβάτη του παράνομου (κατόπιν παράβασης των κανόνων ανταγωνισμού) αποκτηθέντος οφέλους, ενώ με τον πέμπτο λόγο, καθώς και το τρίτο πρόσθετο λόγο, προβάλλεται η αιτίαση ότι και εάν ήθελε κριθεί ότι τις έλαβε υπόψη και τις απέρριψε εκ των πραγμάτων με το να δεχθεί τα αντίθετα, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Οι λόγοι όμως αυτοί της αναίρεσης, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, επειδή στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την αποζημίωση από τη σύμβαση πώλησης του γάλακτος, έκρινε και δέχθηκε την κύρια αγωγική βάση, την θεμελιωμένη στο άρθρο 371 ΑΚ, περί καθορισμού της εύλογης τιμής πώλησης γάλακτος, ενώ δεν έκρινε επί αποζημίωσης λόγω παράβασης των κανόνων ανταγωνισμού και δεν εφάρμοσε τα άρθρα 101, 102 ΣΛΕΕ, και άρθρ. 1 Ν. 703/1977, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των οποίων απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς, η εφαρμογή των οποίων προϋποθέτει τη διερεύνηση από το Δικαστήριο των προβαλλόμενων αντενστάσεων. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι και εκ του γεγονότος ότι το Δικαστήριο της παραπομπής συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε η τελευταία, αναφορικά με το νόμω βάσιμο της προβληθείσας από την εναγομένη, σε αντίκρουση της κύριας από το άρθρο 371 ΑΚ βάσης της αγωγής, ένστασης παραγραφής, τα όσα δε ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τους ως άνω λόγους της αίτησης αναίρεσης, κατ' ουσίαν συνιστούν ισχυρισμό περί εσφαλμένης λύσης από τον Άρειο Πάγο του νομικού ζητήματος της δυνατότητας προβολής της ένστασης παραγραφής, που είναι απαράδεκτος. V. Α'. Από τις διατάξεις των άρθρων 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 και 581 παρ. 2 KΠολΔ προκύπτει, ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική, ανάλογα αν έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα κεφάλαιά της. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο λόγος αναίρεσης που έγινε δεκτός, καθώς και ως προς εκείνα που συνδέονται άρρηκτα με αυτά. Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσής της, όπως του τυχόν χαρακτηρισμού από αυτήν της έκτασης της αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως ολικής. Επομένως στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφοντα με την αναιρετική απόφαση. Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικά, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς τα κεφάλαια αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται άρρηκτα με εκείνα που αναιρέθηκαν και τα οποία συναναιρούνται. Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της, αποβάλλει την ισχύ της και οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση πριν από αυτή. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η απόφαση που την αναιρεί δεν περιορίζει με διάταξή της την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή σε μερικούς από τους διαδίκους. Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός, πλήττει κατά νομική ακολουθία το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της. Με την ολική αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση στην οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή κλπ. Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου στο σύνολό της και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 KΠολΔ, δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων σχετικά με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η έφεση που ασκήθηκε εναντίον της, η οποία θα κριθεί από το εφετείο. Το τελευταίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 3, 579 παρ. 1 του KΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο, στο οποίο αναφέρεται η παράβαση, για την οποία η αναίρεση και τα αρρήκτως με αυτό συνδεόμενα κεφάλαια και δεν περιορίζεται στο νομικό ζήτημα, περί του οποίου ο γενόμενος δεκτός λόγος αναίρεσης, αλλά η υπόθεση επανεκδικάζεται, κατά το εκκληθέν μέρος, επί του οποίου, με την απόφασή του, αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής. Το τελευταίο δεσμεύεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 4 του KΠολΔ μόνο ως προς τα νομικά ζητήματα, που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου, όχι όμως και από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, δυνάμενο να εκτιμήσει διαφορετικά τις αποδείξεις, από ότι η αναιρεθείσα, χωρίς να δεσμεύεται, ούτε, ως προς το σημείο αυτό, από εκείνη (ΑΠ 816/2022, ΑΠ 682/2014, ΑΠ 15/2014, ΑΠ 1614/2008, ΑΠ 1606/2007). Τα νομικά ζητήματα, για τα οποία κάνει λόγο το άρθρο αυτό, μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 814/2019, ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 295/2007, ΑΠ 479/2010, ΑΠ 542/2017, ΑΠ 631/2018), γεγονός που προκύπτει τόσο από την αδιάστικτη διατύπωση της διάταξης, όσο και από το ότι, η παραπομπή διατάσσεται επί αναίρεσης, για παράβαση όχι μόνο του ουσιαστικού, αλλά και του δικονομικού δικαίου. Επομένως, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας και ο Άρειος Πάγος παραπέμψει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, αυτό δεσμεύεται ως προς το νομικό ζήτημα, που έλυσε ο Άρειος Πάγος. Αν ασκηθεί δε (νέα) αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, ο Άρειος Πάγος αυτοδεσμεύεται από την προηγούμενη απόφασή του (ΑΠ 1297/2010, ΑΠ 1708/2014, ΑΠ 2083/2007, ΑΠ 2141/2007). Επίσης, από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι, αν η απόφαση αναιρεθεί μερικά, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνον ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση, όπως και ως προς εκείνα που συνδέονται άρρηκτα με αυτά, τα οποία συναναιρούνται και το δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί να εξετάσει λόγους έφεσης που αναφέρονται στα λοιπά κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, διότι τότε θα παραβίαζε το δεδικασμένο. Ως προς το αναιρεθέν ή τα αναιρεθέντα κεφάλαιά της, η απόφαση αποβάλλει την ισχύ της και παύει να αποτελεί δεδικασμένο και συνεπώς η έρευνα στο δικαστήριο της παραπομπής εκτείνεται σε ολόκληρο το αναιρεθέν ή τα αναιρεθέντα κεφάλαια με βάση τους ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν υποβληθεί νόμιμα (ΑΠ 304/2020, ΑΠ 386/2014), ενώ ως προς τα κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, αυτή παράγει δεδικασμένο, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο. Στην, αντίθετη περίπτωση, παραβιάζεται το δεδικασμένο της απόφασης αυτής, κατά τη θετική του λειτουργία (ΑΠ 644/2017, ΑΠ 503/2017). Β'. Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης αυτής είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, που αυτός υπέστη λόγω της αδικοπραξίας, ήτοι για τη μη αποτιμητή σε χρήμα ζημία που υφίσταται ο παθών από την προσβολή των μη περιουσιακών αγαθών του (ζωής, υγείας, ελευθερίας, τιμής κλπ), η οποία είναι ανεξάρτητη από την κατά τα άρθρα 297 και 298 του ΑΚ ζημία σε περιουσιακά αγαθά αυτού, ώστε αυτός να απολαύσει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, η οποία άλλωστε δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα κριτήρια που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης αυτής. Τέτοια κριτήρια είναι ιδίως το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η έκταση της βλάβης, οι όλες ειδικότερες συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος. Τα κριτήρια αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ` εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας, του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται (κατ` αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα τη κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται στην συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του (ΑΠ 160/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης κατά τα σχετικά σκέλη του, προβάλλεται αιτίαση από τους αρ, 18 και 16 (και όχι και από τον αρ, 14 όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο), από τον αρ. 8, καθώς και τον αρ. 1 του άρθρου 559 KΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο αναφορικά με το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης: α) παραβίασε την ενδοδιαδικαστική δέσμευση που παρήχθη από την υπ' αριθμ. 1114/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η 1755/2017 απόφαση του Εφετείου μόνο ως προς το κεφάλαιο της αποζημίωσης και όχι και ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, και επομένως δεν μπορούσε να προβεί στη μείωση του αρχικώς επιδικασθέντος για την αιτία αυτή ποσού των 20.000 ευρώ σε 18.000 ευρώ, β) παραβίασε το δεδικασμένο που προέκυπτε από την 1755/2017 απόφαση του Εφετείου ως προς το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, γ) δέχθηκε πράγματα που ασκούσαν επιρροή στην έκβαση της δίκης που δεν προτάθηκαν και δ) προέβη σε ψευδή ερμηνεία του άρθρου 932 ΑΚ, γιατί δέχθηκε ότι μεταξύ των στοιχείων που συνεκτιμώνται για τον προσδιορισμό του εύλογου και δίκαιου ποσού της ηθικής βλάβης είναι και η έκταση της ζημίας και ότι με το κεφάλαιο της αποζημίωσης συμπροσβάλλεται και συνέχεται και το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, από άποψη ποσοτικού προσδιορισμού. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατά τα ως άνω σκέλη του και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον όταν αναιρείται η απόφαση ως προς το κεφάλαιο της αποζημίωσης, συναναιρείται, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη και ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, όπως στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 1755/2017 απόφαση του Εφετείου ως προς το κεφάλαιο της επιδικασθείσας αποζημίωσης και συνεπώς συναναιρείται και ως προς το κεφάλαιο της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης και δεν τίθεται θέμα μη συμμόρφωσης της προσβαλλόμενης απόφασης προς την αναιρετική ή θέμα παραβίασης της ενδοδιαδικαστικής δέσμευσης που παρήχθη από την υπ' αριθμ. 1114/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η 1755/2017 απόφαση του Εφετείου μόνο ως προς το κεφάλαιο της αποζημίωσης, αφού κατά τα προεκτιθέμενα συναναιρείται και ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αναιρετικώς ενδιαφέροντος μέρους της (άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ), έγιναν δεκτά, μεταξύ άλλων, τα εξής: "...Σχετικώς δε προκύπτει ότι η εναγόμενη με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου καθώς και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, παραδεκτώς προέβαλε ένσταση παραγραφής κατά της ένδικης αξίωσης όσον αφορά το χρονικό διάστημα από 30-6-2003 έως και 31-12-2003, επικαλούμενη ότι η ένδικη αγωγή της επιδόθηκε μετά την πάροδο της πενταετίας και συγκεκριμένα στις 30-12-2009. Η ένσταση αυτή, την οποία επαναφέρει με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της έφεσής της, είναι νόμω βάσιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 247, 250 αρ. 2, 253 και 371 ΑΚ ενώ αποδεικνύεται και βάσιμη στην ουσία της. Ειδικότερα από επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων ..." και "Εν προκειμένω, λόγω της γενόμενης σε βάρος του ενάγοντος- εφεσίβλητου αδικοπραξίας, ως προς τις συνθήκες τέλεσης της οποίας η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, αυτός υπέστη προσβολή στην προσωπικότητά του, για την οποία δικαιούται κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αποτιμάται, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών κάτω από τις οποίες τελέστηκε η αδικοπραξία, της έκταση της ζημίας που υπέστη ο ενάγων-εφεσίβλητος, του βαθμού του πταίσματος της εναγόμενης-εκκαλούσας, της διάρκειας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της του μεγέθους της προσβολής και των ειδικών συνθηκών, υπό τις οποίες αυτή έλαβε χώρα, την κοινωνική κα, οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, τηρούμενης και της αρχής της αναλογικότητας, στο δίκαιο και εύλογο ποσό των δεκαοκτώ χιλιάδων ευρώ (18.000 €). Το πρωτοβάθμιο, λοιπόν Δικαστήριο, που επιδίκασε για την αιτία αυτή το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000 €) έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νομού και την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, πρέπει κατά παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου σκέλους του τρίτου λόγου της έφεσης, να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της.Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο τούτο για ουσιαστική εκδίκαση (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη στην ουσία της και να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των (53.771,74 € + 18.000 € = 71.771,74 €) εβδομήντα ενός χιλιάδων επτακοσίων εβδομήντα ενός ευρώ και εβδομήντα τεσσάρων λεπτών με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. ... ". Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο συμμορφώθηκε, πλήρως, προς την ως άνω αναιρετική απόφαση. Τούτο διότι, επανεκδίκασε την έφεση, ως προς το αναιρεθέν κεφάλαιο της 1755/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, για το οποίο είχε κριθεί μη νόμιμη η προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση παραγραφής, κατά το αίτημά της περί επιδίκασης αποζημίωσης μετά τον καθορισμό κατ' άρθρο 371 ΑΚ της τιμής του γάλακτος και περαιτέρω και ως προς το συναναιρεθέν της χρηματικής ικανοποίησης και δέχθηκε ότι η προβληθείσα ένσταση παραγραφής είναι νόμιμη, όπως τούτο είχε κριθεί με την αναιρετική απόφαση, και, στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε, κατά τούτο, την εκκαλουμένη, έκρινε αυτό νόμιμο και, εν τέλει, δικάζοντας επί της ουσίας δέχθηκε την ένσταση ως ουσία βάσιμη, μειώνοντας αντίστοιχα το ποσό της επιδικασθείσας αποζημίωσης, ενώ επανεκδίκασε την υπόθεση και ως προς το συναναιρεθέν κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, μειώνοντας το επιδικασθέν ποσό κατά 2.000 ευρώ. Επίσης, με την παραπάνω κρίση της η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από την 1755/2017 απόφαση του Εφετείου, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, ούτε δέχθηκε πράγματα που ασκούσαν επιρροή στην έκβαση της δίκης που δεν προτάθηκαν, αφού σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κατά το μέρος αυτό, ήτοι ως προς το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, συναναιρέθηκε η ως άνω απόφαση, και μετά ταύτα νομίμως το Εφετείο, δικάζον ως Δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφασή του επανεκδίκασε και το κονδύλιο της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης μόνον ως προς τος ύψος αυτού. Τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση με της ως άνω παραδοχές της, ουδόλως προέβη σε ψευδή ερμηνεία του άρθρου 932 ΑΚ, δεχόμενη μεταξύ των στοιχείων που συνεκτιμώνται για τον προσδιορισμό του εύλογου και δίκαιου ποσού της ηθικής βλάβης και την έκταση της ζημίας που υπέστη ο ενάγων από άποψη ποσοτικού προσδιορισμού. Ειδικότερα, το ως άνω δικαστήριο της παραπομπής, δεχόμενο ότι σε περίπτωση που προσβάλλεται το κεφάλαιο της αποζημίωσης συμπροσβάλλεται αναγκαίως και το κεφάλαιο της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από άποψη ποσοτικού προσδιορισμού, προέβη στην έρευνα και του ύψους του επιδικασθέντος στον ενάγοντα ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, το οποίο προσδιόρισε στο ποσό των 18.000 ευρώ, εξαφανίζοντας και κατά το μέρος αυτό την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση της εναγομένης για καταβολή για την αιτία αυτή του ποσού των 20.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, για τον προσδιορισμό της από το άρθρο 932 ΑΚ αποζημίωσης, αντλούνται, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου", εκείνα τα κριτήρια που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του σκοπού της διάταξης αυτής, μεταξύ των οποίων είναι και το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, καθώς και η έκταση της βλάβης, τα οποία οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ` εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση, ενώ επιβάλλεται, σε κάθε περίπτωση, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα τη κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται στην συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, καθόσον μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Υπό την ανωτέρω έννοια η έκταση της ζημίας, λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμού του ύψους της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης. Επομένως, και ο έκτος αναιρετικός λόγος, κατά το σκέλος του με το οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ψευδή ερμηνεία του άρθρου 932 ΑΚ, πρέπει ν` απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ ως ισχύει). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 106, 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-5-2020 αίτηση αναίρεσης και τους προσθέτους λόγους, του Δ. Τ. του Ν. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3953/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 7η Μαρτίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ