Αριθμός 986/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δέσποινα Μαρκοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Παπαγεωργίου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1267/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6794/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-5-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 14-05-2021 (με αριθμ. έκθ. κατάθ. ..14-05-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6794/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 591, 614 περ. 1, 615 επ. ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν 4335/2015), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574, 575, 576 και 577 του ΑΚ συνάγεται ότι, αν κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης λείπει η συμφωνημένη ιδιότητα του μισθίου, ή αν ο εκμισθωτής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει κατ' αυτήν (συνομολόγηση) πραγματικό ελάττωμα του μισθίου, που παρακωλύει μερικά ή ολικά τη συμφωνηθείσα χρήση, αντί της μείωσης ή της μη καταβολής του μισθώματος, ο μισθωτής δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκτέλεση της σύμβασης. Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 306 του ΑΚ, προκύπτει, ότι ο μισθωτής στις παραπάνω περιπτώσεις έχει, κατ' επιλογή, ή αγωγή για μείωση ή μη καταβολή του μισθώματος, ή αγωγή προς αποζημίωση, η οποία περιλαμβάνει την ανόρθωση της ζημίας του για τη μη εκτέλεση της σύμβασης. Οι παρεχόμενες όμως παραπάνω κατά συρροή αξιώσεις υπάρχουν διαζευκτικώς και, συνεπώς, η επιλογή της μιας αποκλείει την άσκηση των λοιπών, υπό οποιαδήποτε μορφή, είτε κυρίως είτε επικουρικώς, εφόσον αφορούν στο ίδιο χρονικό διάστημα (ΟλΑΠ 50/2005), χωρίς να μπορεί να μεταβάλλεται κατά τη βούληση του μισθωτή (ΑΠ 1096/2021, ΑΠ 1015/2015, ΑΠ 774/2015, ΑΠ 725/2013, ΑΠ 411/2011). Ειδικότερα, τα δικαιώματα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος και αποζημίωσης παρέχονται στο μισθωτή, εκλεκτικά, δηλαδή ο μισθωτής μπορεί ελεύθερα να διαλέξει, ποιο από αυτά ικανοποιεί τα συμφέροντά του καλύτερα. Η επιλογή αυτή γίνεται με άτυπη απευθυντέα και ανεπίδεκτη αιρέσεως ή ανακλήσεως, σαφή, ρητή ή σιωπηρή, δήλωση του μισθωτή προς τον εκμισθωτή, σύμφωνα με αναλογική εφαρμογή του άρθρου 306 παρ. 1 του ΑΚ. Από δε την περιέλευση της δήλωσης αυτής του μισθωτή στον εκμισθωτή, διαπλάσσεται η νέα έννομη σχέση τους (ΑΚ 167, ΑΠ 729/2013, ΑΠ 1582/2008). Παράλληλα προς τα ανωτέρω δικαιώματά του, ο μισθωτής έχει το πρόσθετο δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση υπό τους όρους του άρθρου 585 του ΑΚ, εφόσον εξαιτίας του προβαλλόμενου από αυτόν πραγματικού ελαττώματος ή έλλειψης της συμφωνηθείσας ιδιότητας αναιρείται η δυνατότητα να κάνει ελεύθερη ή ανενόχλητη χρήση κατά τους όρους της σύμβασης, οπότε, σύμφωνα με το άρθρο 587 του ΑΚ, αίρεται για το μέλλον η μισθωτική σχέση και δεν υποχρεούται πλέον ο μισθωτής σε καταβολή μισθωμάτων για το χρόνο μετά την καταγγελία. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα της καταγγελίας κατά το ανωτέρω άρθρο 585 ΑΚ παρέχεται για κάθε είδους αθέτηση της κύριας υποχρέωσης του εκμισθωτή να παραδώσει στο μισθωτή τη συμφωνημένη χρήση, στην οποία περιλαμβάνονται και τα πραγματικά ελαττώματα και η έλλειψη συμφωνηθείσας ιδιότητας, ανεξαρτήτως εάν ο εκμισθωτής βαρύνεται ή όχι με υπαιτιότητα (ΑΠ 509/2020). Για την καταγγελία αυτή, η οποία προϋποθέτει μη έγκαιρη και ανεμπόδιστη παραχώρηση ή αφαίρεση της συμφωνημένης χρήσης του μισθίου, πρέπει προηγουμένως να ταχθεί εύλογη προθεσμία στον εκμισθωτή για την αποκατάσταση της χρήσης και αυτή να παρέλθει άπρακτη, εκτός αν ο μισθωτής, εξαιτίας του λόγου που δικαιολογεί την καταγγελία, δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης, ή αν από την όλη στάση του εκμισθωτή προκύπτει, ότι η θέση της προθεσμίας θα ήταν άσκοπη (ΑΠ 1559/2018, ΑΠ 1516/2011). Ακολούθως, από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, που ορίζει, ότι όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνάγεται, ότι μπορεί να συρρέει παράλληλα με την ενδοσυμβατική και η ευθύνη από αδικοπραξία, όταν η ζημιογόνα ενέργεια είναι παράνομη σύμφωνα με το γενικό καθήκον, που επιβάλλει το δίκαιο, να μη ζημιώνεται άλλος αυθαίρετα, όχι όμως και όταν αυτή δεν θα ήταν παράνομη, αν δεν υπήρχε η συμβατική σχέση, καθόσον, τότε αποτελεί αθέτηση μόνο της ενοχής, από την οποία πηγάζει η υποχρέωση για ορισμένη συμπεριφορά, οπότε εφαρμόζονται οι ειδικές συμβατικές διατάξεις και όχι οι γενικές περί αδικοπραξίας (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 1153/2022, ΑΠ 496/2015, ΑΠ 781/2011, ΑΠ 1123/2006). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία (ΑΠ 970/2020, ΑΠ 860/2020, ΑΠ 1241/2019). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 261/2021, ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 836/2017). Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτό δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία). Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής αρκεί, για το παραδεκτό της αγωγής, να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης νομικής διάταξης, στην οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή αίτημα (ΑΠ 133/2019). Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπον ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 551/2020, ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 847/2015, ΑΠ 619/2014, ΑΠ 944/2013). Εξ άλλου, το χρηματικό ποσό, το οποίο δίδεται, κατά την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης, από το μισθωτή στον εκμισθωτή, "ως εγγύηση" (στην πραγματικότητα εγγυοδοσία), διέπεται, ως προς τη λειτουργία του και ιδίως την τύχη του, από την ειδικότερη συμφωνία των συμβαλλομένων, στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων, κατά τη διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ. Η αξίωση του μισθωτή για απόδοση της εγγυοδοσίας, γίνεται ληξιπρόθεσμη, με τη λήξη της μίσθωσης και επιστρέφεται, αν ο εκμισθωτής δεν έχει απαιτήσεις για μισθώματα ή αποζημίωση για ζημίες στο μίσθιο και εφ' όσον δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά (ΑΠ 875/2021, ΑΠ 161/2017, ΑΠ 236/2010). Για το ορισμένο της αγωγής απόδοσης εγγυοδοσίας, καταβληθείσας κατά τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης ακινήτου πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, να αναφέρονται σ' αυτήν τα εξής: α) η ειδικότερη συμφωνία ως προς τη λειτουργία και την τύχη του ποσού που αποκαλείται ως "εγγύηση", αν δηλαδή δόθηκε για εξασφάλιση του μισθώματος ή για κάλυψη ζημίας από την μη εκπλήρωση της σύμβασης, είτε ως ποινική ρήτρα, είτε ως συμβατική εγγυοδοσία, ώστε με βάση τα συμφωνηθέντα να κριθεί το ληξιπρόθεσμο του εν λόγω αγωγικού κονδυλίου και β) η απαιτούμενη λήξη της ένδικης μίσθωσης, ώστε να υπάρχει νόμιμος λόγος απόδοσης της εγγύησης (ΑΠ 971/2022, ΑΠ 2058/2017). Άλλωστε, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 143/2018, ΑΠ 496/2016, ΑΠ 480/2010). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 27-03-2019 αγωγής, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του κατά του ήδη αναιρεσίβλητου και του Ι. Κ., μη διαδίκου στο παρόν στάδιο της δίκης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξέθετε κατά το ουσιώδες περιεχόμενό της, τα ακόλουθα: Ότι στις 31-08-2018 μίσθωσε από τους εναγόμενους το οροφοδιαμέρισμα του 8ου ορόφου της ευρισκόμενης στην …και επί της οδού …πολυκατοικίας, καθώς και θέση στάθμευσης και αποθήκη, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως κατοικία του ίδιου και του Δ. Λ., ότι η διάρκεια της μίσθωσης καθορίστηκε για τρία (3) έτη, από τις 15-9-2018 έως τις 15-9-2021, και το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 800 ευρώ. Ότι προκατέβαλε για μισθώματα στον πρώτο από τους εναγόμενους το ποσό των 6.000 ευρώ και στο δεύτερο από αυτούς το ποσό των 15.800 ευρώ και για εγγύηση το ποσό των 1.000 ευρώ. Ότι λόγω πραγματικών ελαττωμάτων (έντονη υγρασία του μισθίου, μη λειτουργία θυροτηλεφώνου, μη εύρυθμη λειτουργία wifi και internet λόγω υγρασίας στην ηλεκτρονική καλωδίωση του μισθίου) και έλλειψης συνομολογημένων ιδιοτήτων (μη παροχή της συμφωνημένης θέρμανσης, μη απόδοση του συμφωνηθέντος και υποδειχθέντος χώρου στάθμευσης στην πιλοτή, που αποδείχθηκε, ότι ανήκει σε ιδιοκτήτη άλλου διαμερίσματος), που εμφανίστηκαν στο μίσθιο, τα οποία δεν φρόντισαν να άρουν οι εναγόμενοι εκμισθωτές, παρά τις συνεχείς προς αυτούς οχλήσεις του, παρεμποδίστηκε ολικά στη χρήση του. Περαιτέρω ισχυρίστηκε, ότι οι εναγόμενοι, κατά τη συνομολόγηση της μισθωτικής ως άνω σύμβασης γνώριζαν τα αναφερόμενα πραγματικά ελαττώματα και τις ελλείψεις του μισθίου, τα οποία δολίως απέκρυψαν, με σκοπό να τον πείσουν στην κατάρτισή της. Ότι για τους ως άνω λόγους με την από 6-2-2019 εξώδικη διαμαρτυρία-καταγγελία, την οποία επέδωσε στον πρώτο εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) στις 07-02-2019 και στο δεύτερο εναγόμενο στις 08-02-2019, κατήγγειλε την άνω μίσθωση καλώντας τους εναγόμενους εκμισθωτές, αφενός να παραλάβουν το μίσθιο στις 9-2-2019 και αφετέρου να του επιστρέψουν τα προκαταβληθέντα μισθώματα και την εγγύηση. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε να αναγνωριστεί, ότι η επίδικη μίσθωση λύθηκε μετά την παραπάνω καταγγελία, και να υποχρεωθούν, νομιμοτόκως, Α) ο 1ος εναγόμενος να του καταβάλει για προκαταβληθέντα μηνιαία μισθώματα του από 29-09-2018 έως 29-09-2019 χρονικού διαστήματος το ποσό των 6.000 ευρώ, καθώς και το ποσό της εγγύησης 1.000 ευρώ, ο 2ος εναγόμενος να του καταβάλει 15.800 ευρώ για προκαταβληθέντα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από Οκτώβριο 2019 έως και Ιούλιο 2020 και προκαταβληθείσες διαφορές μισθωμάτων για όλο το συμβατικό χρόνο της μίσθωσης, Β) καθένας από τους εναγόμενους να του καταβάλει σε ολόκληρο για τα έξοδα μετεγκατάστασης σε νέο μίσθιο το ποσό των 3.100 ευρώ, για αμοιβή μεσίτη για την εξεύρεση του μισθίου 800 ευρώ, για δαπάνες επισκευής της εγκατάστασης internet λόγω της ύπαρξης υγρασίας στο μίσθιο το ποσό των 72 ευρώ, για δαπάνες στάθμευσης του οχήματος από τον Οκτώβριο 2018 έως τον Ιανουάριο 2019 λόγω μη παράδοσης της συμφωνημένης χρήσης χώρου στάθμευσης το ποσό των 400 ευρώ, καθώς και το ποσό των 5.000 ευρώ προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης. Επικουρικά, για την περίπτωση, που ήθελε κριθεί, ότι o δεύτερος εναγόμενος δεν είχε την ιδιότητα του εκμισθωτή, ζήτησε να υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 15.800 ευρώ με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 1267/2019 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κατόπιν άσκησης έφεσης εκ μέρους του πρώτου εναγομένου εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6794/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση ως προς τον πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, διακρατήθηκε η υπόθεση, απορρίφθηκε η αγωγή ως προς το αίτημα επιστροφής της εγγυοδοσίας ως αόριστη, απορρίφθηκαν ως μη νόμιμα α) η βάση της αδικοπραξίας και β) τα κονδύλια της αγωγής, που ζητήθηκαν ως αποζημίωση για τη μη εκτέλεση της σύμβασης, έγινε εν μέρει δεκτή κατά τα λοιπά η αγωγή και υποχρεώθηκε ο τελευταίος να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, νομιμοτόκως, το ποσό των 5.136 ευρώ για προκαταβληθέντα μισθώματα. Ειδικότερα, το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμα τα κονδύλια της αγωγής, που ζητήθηκαν ως αποζημίωση για τη μη εκτέλεση της σύμβασης, συνολικού ποσού 4.372 ευρώ (για έξοδα μετεγκατάστασης στο νέο μίσθιο, αμοιβή μεσίτη, δαπάνη επισκευής internet και δαπάνη στάθμευσης οχήματος), με την αιτιολογία ότι ο ενάγων με την, επικαλούμενη με την αγωγή του, από 06-02-2019 εξώδικη καταγγελία του, την οποία επέδωσε στον πρώτο εναγόμενο στις 07-02-2019, επέλεξε τα δικαιώματα, που απορρέουν από το άρθρο 576 του ΑΚ (αναγνώριση περί μη υποχρέωσης καταβολής μισθωμάτων και επιστροφή των προκαταβληθέντων) και έτσι απέκλεισε τη μεταγενέστερη διεκδίκηση του δικαιώματος αποζημίωσης, που απορρέει από το άρθρο 577 του ΑΚ, γιατί οι παρεχόμενες παραπάνω κατά συρροή αξιώσεις υπάρχουν διαζευκτικώς και, συνεπώς, η επιλογή της μιας αποκλείει την άσκηση των λοιπών υπό οποιαδήποτε μορφή, είτε κυρίως είτε επικουρικώς, εφόσον, όπως εν προκειμένω, αφορούν στο ίδιο χρονικό διάστημα, χωρίς να μπορεί να μεταβάλλεται κατά τη βούληση του μισθωτή. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμα τα ανωτέρω κονδύλια, την επιδίκαση των οποίων ζήτησε ως αποζημίωση ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του, παρότι με την από 06-02-2019 εξώδικη καταγγελία του, είχε ρητώς επιλέξει την καταβολή των μισθωμάτων, η επιλογή δε αυτή είναι ανεπίδεκτη αιρέσεως ή ανακλήσεως, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη, ορθώς εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 576 του ΑΚ και όχι αυτήν του άρθρου 577 του ΑΚ, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα και, ως εκ τούτου, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του. Επίσης, το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη τη βάση της αδικοπραξίας, ότι δηλαδή ο εναγόμενος εκμισθωτής γνώριζε κατά την κατάρτιση της σύμβασης και δολίως απέκρυψε από τον ενάγοντα μισθωτή τα πιο πάνω πραγματικά ελαττώματα, μετά δε την κατάρτιση της μίσθωσης αδιαφόρησε να τα άρει, κρίνοντας ότι η ως άνω αναφερόμενη στην αγωγή συμπεριφορά του εναγόμενου εκμισθωτή, από δόλο και αμέλεια, διαπράχθηκε στο πλαίσιο της σύμβασης μίσθωσης, τόσο κατά την κατάρτισή της, που από δόλο απέκρυψε τα ελαττώματα, όσο και μετέπειτα, που αδιαφόρησε να τα άρει. Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, ως μη συρρέουσες με την ενδοσυμβατική ευθύνη στην ένδικη διαφορά από τη σύμβαση μίσθωσης, εφόσον, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η ζημιογόνος συμπεριφορά του εναγομένου εκμισθωτή δεν θα ήταν παράνομη, αν δεν υπήρχε η συμβατική σχέση, και οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέες ως αβάσιμες και επομένως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ο πρώτος λόγος. Εφόσον δε, η αξίωση αποζημίωσης του άρθρου 577 του ΑΚ στην ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ζητείται κατ' άρθρο 578 του ΚΠολΔ, προς αποτροπή δημιουργίας δεδικασμένου, η αναίρεση της προσβαλλόμενης ως προς την αιτιολογία της, σύμφωνα με την οποία ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δικαιούται κατ' άρθρο 576 του ΑΚ να μην καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα του από 15-09-2018 έως 07-02-2019 χρονικού διαστήματος, παρότι αυτός ζήτησε με την αγωγή του την επιδίκαση των ανωτέρω μισθωμάτων ως αποζημίωση για τη ζημία, που υπέστη από τη μη εκτέλεση της σύμβασης μίσθωσης κατ' άρθρο 577 του ΑΚ, αλυσιτελώς προβάλλεται. Συνακολούθως, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος ο συναφής λόγος αναίρεσης. Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε, ότι το αίτημα της αγωγής περί επιστροφής της δοθείσας εγγυοδοσίας, ύψους χιλίων (1.000) ευρώ, είναι απορριπτέο ως αόριστο, διότι δεν εκτίθεται σ' αυτήν (αγωγή), αν η εγγυοδοσία δόθηκε ως εξασφάλιση του μισθώματος ή ως αρραβώνας ή ως ποινική ρήτρα ή ως συμβατική εγγυοδοσία. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απορρίπτοντας ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, το ανωτέρω κονδύλιο, επειδή ο ενάγων μισθωτής και ήδη αναιρεσείων δεν αναφέρει στην αγωγή του την ειδικότερη συμφωνία των διαδίκων με την ένδικη σύμβαση μίσθωσης, ως προς τη λειτουργία και την τύχη του εν λόγω ποσού, δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο και οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθότερο χαρακτηρισμό από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου), ότι το κονδύλιο αυτό είναι ορισμένο, διότι ζητείται ως αποζημίωση κατ' άρθρο 577 του ΑΚ λόγω μη εκτέλεσης της σύμβασης, πρέπει ν' απορριφθούν, καθώς και ο σχετικός αναιρετικός λόγος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14-05-2021 (αριθμ. κατάθ. ../14-05-2021) αίτηση για αναίρεση της 6794/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ