Αριθμός 1270/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 2α Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Κ. και Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σταυρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Γ. συζύγου Χ. Μ., το γένος Π. και Π. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ηλιόκαυτο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 316/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 678/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-4-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 13-4-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 678/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η από 21-12-2018 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 316/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πατρών. Με την τελευταία αυτή απόφαση απορρίφθηκε η από 20-2-2018 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός ζήτησε να αναγνωρισθεί το εκ της προσωπικότητάς του απορρέον δικαίωμα προς χρήση της περιγραφόμενης ειδικότερα στην αγωγή κοινόχρηστης εδαφικής λωρίδας μήκους 85 μέτρων και πλάτους 1,5 μέτρου και να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να επαναφέρει την κοινόχρηστη αυτή δίοδο στην προτέρα κατάσταση με την αφαίρεση της περίφραξης που τοποθέτησε σε τμήματα αυτής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή η αίτηση (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 972, 1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 55 του ΕισΝΑΚ προκειμένου να κριθεί, μετά την εισαγωγή του ΑΚ, η ιδιότητα ενός πράγματος ως κοινοχρήστου, συνάγεται ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί, επομένως και οι αγροτικές, οι οποίες, εφόσον δεν ανήκουν στον Δήμο ή στην Κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο. Η αγροτική οδός, όπως και κάθε οδός, αποκτά την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος: α) από το νόμο, ήτοι με τον χαρακτηρισμό της ως οδού από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλεως, β) από τη βούληση των ιδιοκτητών, η οποία πρέπει να γίνει με νομότυπη δικαιοπραξία (διαθήκη ή δωρεά) ή και με παραίτηση από την κυριότητα, για την οποία όμως (παραίτηση) απαιτείται δήλωση του κυρίου περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποβαλλόμενη σε μεταγραφή, αφού περιέχει κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος και γ) με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν.3 παρ. 2 Πανδ. 43.7, ν. 2 παρ. 8, Πανδ. 39. 3, ν. 28 Πανδ. 22. 3) και σύμφωνα με την οποία η χρήση του πράγματος από Κοινότητα ή Δήμο ή από τους δημότες αυτών, μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινόχρηστου, εφόσον η αρχαιότητα στην άνω χρήση υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η καθεμία των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη (vetustas), οι οποίες έτσι γνώρισαν την παρούσα κατάσταση και είχε συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), ενόψει του ότι ο Κώδικας αυτός δεν αναγνωρίζει το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας (ΑΠ 1728/2022, ΑΠ 1823/2014, ΑΠ 410/2013). Ο επικαλούμενος την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, δηλαδή την αμνημόνευτου χρόνου παράδοση του ακινήτου σε κοινή χρήση πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η τώρα υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων υφίσταται από χρόνου τόσου ώστε η γενεά ανθρώπων που ζει κατά την εισαγωγή του ΑΚ και αυτή που αμέσως προηγήθηκε, κάθε μίας από αυτές νοούμενης και εκτεινόμενης επί 40 έτη, να μην γνώρισε διαφορετική κατάσταση (AΠ 1081/2019, ΑΠ 137/2015, ΑΠ 410/2013). Περαιτέρω, με την καθιέρωση του πράγματος ως κοινοχρήστου αποκτάται η εξουσία του κοινού να το χρησιμοποιεί. Χαρακτηριστικό δε στοιχείο της κοινής χρήσης είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Το περιεχόμενο και η έκταση της κοινής χρήσης εξαρτάται από τον προορισμό που δόθηκε στο πράγμα, την επάρκειά του και τον αριθμό των προσώπων που μετέχουν στην κοινή χρήση, αφού, όσο ευρύτερος είναι ο κύκλος των προσώπων που μετέχουν σ' αυτήν, τόσο περισσότερο εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον (ΑΠ 445/2011). Με την χρήση δε αυτή δεν αποκτάται η νομή και κατοχή του πράγματος, γιατί δεν προσπορίζεται άμεση εξουσία επί του κοινοχρήστου, αλλά ένα ιδιόρρυθμο δικαίωμα που απορρέει από την προσωπικότητα του χρήστη, το οποίο προσβάλλεται σε περίπτωση παρεμπόδισης της εν λόγω χρήσης και είναι προστατευτέο από τη διάταξη του άρθρου 57 εδ. α' του ΑΚ, που ορίζει ότι "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον" (ΑΠ 1639/2018, ΑΠ 954/2017, 652/2016). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι προϋπόθεση της παρεχόμενης με αυτήν προστασίας είναι η συνδρομή παράνομης πράξης, από την οποία επέρχεται μειωτική διαταραχή της προσωπικότητας σε κάποια έκφανσή της, τέτοια δε προσβολή δημιουργείται, σύμφωνα με τα παραπάνω, και όταν παρακωλυθεί η χρήση κοινόχρηστης οδού. Ενόψει όμως του ότι η κατά το άρθρο 967 Α.Κ. κοινοχρησία δεν είναι άμεση εξουσία επί του πράγματος, αλλά αποτελεί απόρροια του δικαιώματος επί της προσωπικότητας, έπεται ότι ο τρόπος με τον οποίο αυτή παρήχθη είναι αδιάφορος. Ως εκ τούτου, για τη θεμελίωση του αιτήματος προς άρση της προσβολής, αρκεί το γεγονός, ότι το πράγμα που εμποδίζεται παράνομα να χρησιμοποιήσει ο ενάγων είναι κοινόχρηστη οδός (ΑΠ 402/2022, ΑΠ 1226/2019, ΑΠ 1989/2014). Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης της διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με αυτήν του άρθρου 559 αριθ. 19 ιδίου Κώδικα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016). Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του για την ουσία των πραγματικών γεγονότων τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ήδη εκκαλών τυγχάνει πλήρης και αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος ενός αγροτεμαχίου, επιφάνειας 653,57 τ.μ., μετά των ευρισκομένων εντός αυτού δένδρων, κείμενου στον ... και στην ειδικότερη θέση "...", το οποίο συνορεύει βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Χ. του Χ., εν μέρει με ιδιοκτησία Μ. Κ. - Κ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Κ. του Κ., νότια εν μέρει με ιδιοκτησία Κ. Τ. και εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Σ., ανατολικά με δίοδο και πέραν αυτής με ιδιοκτησίες Α. Π. και Α. Μ. και δυτικά με ιδιοκτησία Ν. Τ. του Π.. Το προπαραγραφέν ακίνητο περιήλθε στον ενάγοντα λόγω πωλήσεως από την αληθή κυρία αυτού Χ. σύζυγο Χ. Γ., το γένος Χ. Μ., δυνάμει του υπ' αριθμόν ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πατρών Ι. Κ., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Πατρών στον τόμο ... και αριθμό 4. Η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη έχει στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή της ένα αγροτεμάχιο, κείμενο επίσης στον ... και στην ειδικότερη θέση "..." ή "...Ι", το οποίο συνορεύει κατά τον τίτλο κτήσεώς της βόρεια με αυλάκι και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Α. Π., νότια εν μέρει με ιδιοκτησία Χ. Μ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Τ., ανατολικά με αγροτικό δρόμο και δυτικά με ιδιοκτησία Γ. Τ.. Το προπεραγραφέν ακίνητο περιήλθε στην εναγομένη λόγω πωλήσεως από τους αληθείς συγκυρίους αυτού Σ. Κ. του Δ. και Ν. Κ. του Δ., δυνάμει του υπ' αριθμόν ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πατρών Α. Κ.-Κ., νομίμως μεταγραφέντος στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο ... και αριθμό 243. Στην ευρύτερη περιοχή, όπου ευρίσκονται και τα ακίνητα των διαδίκων, κατασκευάστηκε πριν από πολλά έτη αρδευτικό δίκτυο, αποτελούμενο από τον κεντρικό δημοτικό υδραύλακα, που άρχεται από τον ποταμό ..., καθώς και δευτερεύοντες δημοτικούς υδραύλακες, για την πληρέστερη εκμετάλλευση των υδάτινων πόρων της εν λόγω περιοχής και την εξυπηρέτηση των αρδευτικών αναγκών των κειμένων σ' αυτή αγρών. Παράλληλα, με τους δημοτικούς υδραύλακες είχαν διανοιχθεί από τους ιδιοκτήτες των αγροτικών ακινήτων της περιοχής μικρότερα αυλάκια για την άρδευση αυτών. Ένα τέτοιο αυλάκι, πλάτους 0,50 μ. περίπου είχε διανοιχθεί κατά μήκος και σε επαφή με το εκτεινόμενο νότια αυτού προπεριγραφέν αγροτεμάχιο της εναγομένης. Ο εν λόγω υδραύλακας άρχιζε από το βορειοανατολικό άκρο του ακινήτου της εναγομένης, όπου εφάπτεται του κεντρικού αγροτικού δρόμου, συνέχιζε με κατεύθυνση προς τα δυτικά και σε επαφή με τη βόρεια πλευρά του αγροτεμαχίου αυτού και ακολούθως με την ιδιοκτησία Τ. και, μετά από απόσταση 85 μ., τελείωνε στο νοτιοανατολικό άκρο του αγροτεμαχίου του ενάγοντος... Στο σημείο αυτό έκαμπτε προς τα βόρεια και συνέχιζε κατά μήκος της ανατολικής πλευράς του αγροτεμαχίου του ενάγοντος και έπειτα προς τα δυτικά κατά μήκος της βόρειας πλευράς του, φθάνοντας μέχρι το μέσον αυτής περίπου. Παράλληλα και σ' επαφή με τον υδραύλακα αυτόν από τη βόρεια πλευρά του είχε διανοιχθεί δίοδος, πλάτους 1 μ. περίπου, η οποία συνέχιζε με κατεύθυνση προς τα δυτικά κατά μήκος και σε επαφή με τη νότια πλευρά της ιδιοκτησίας Α. Π., ενώ μετά από απόσταση 85 μ. έφθανε στην ιδιοκτησία του ενάγοντος, όπου και σε επαφή με τον υδραύλακα κατέληγε επίσης στο μέσο περίπου της βόρειας πλευράς του εν λόγω αγροτεμαχίου... Τον καθαρισμό του ανωτέρω υδραύλακα επιμελούνταν είτε οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες των αγρών πέριξ αυτού είτε οι υδρονομείς της περιοχής, στους οποίους ανατίθετο η επίβλεψη του ποτίσματος από την τότε Κοινότητα ... ή από τους κυρίους των ακινήτων. Σύμφωνα μάλιστα με τις από 18-4-1986 και 15-6-1987 αποφάσεις της τότε Κοινότητας ..., η τελευταία προκήρυξε κατά τα εν λόγω έτη μειοδοτικό διαγωνισμό για τον καθαρισμό των κεντρικών αρδευτικών αυλαικιών, ενώ σε περίπτωση που δεν θα υπήρχε μειοδότης για την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου θα επιβαρύνονταν με το κόστος εκτέλεσης αυτού οι κάτοχοι των αρδεύσιμων εκτάσεων. Η δίοδος που διανοίχθηκε παράλληλα και σε επαφή με το αυλάκι εξυπηρετούσε τόσο την ανάγκη παρακολούθησης του αυλακιού για τη συντήρηση και ρύθμιση της χρήσης του νερού, καθώς και τις ανάγκες επικοινωνίας των ιδιοκτητών των εφαπτόμενων σ' αυτό αγροτεμαχίων, δοθέντος ότι δεν υπήρχε άλλη δυνατότητα επικοινωνίας με τις ιδιοκτησίες τους για διέλευση πεζή ή με έμφορτα ζώα και τη μεταφορά των παραγόμενων προϊόντων. Τα ανωτέρω προκύπτουν ιδίως τόσο από τα ενόρκως βεβαιωθέντα από τους Ι. Κ., Κ. Σ., Π. Κ. και Α. Κ., όσο και από το ότι στο προμνημονευθέν συμβολαιογραφικό έγγραφο κτήσης της κυριότητας της εναγομένης μνημονεύεται ως όριο αυτής προς βορρά αυλάκι που έχει καταργηθεί, αλλά και από το ότι στο υπ' αριθμόν ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πατρών Κ. Η.-Ν., που συνιστά τίτλο κτήσης της προειρημένης κείμενης προς βορρά ιδιοκτησίας της Α. Π. ως όριο της τελευταίας προς νότο αναγράφεται γράνα και πέραν αυτής αρδευτικό αυλάκι και πέραν αυτού η προπεριγραφείσα ιδιοκτησία της εναγομένης. Επιπροσθέτως, και στο υπ' αριθμόν ... διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πατρών Ε. Μ. και στο υπ' αριθμόν ... συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Σ., που αφορούν την εκτεινόμενη δυτικά του ακινήτου της εναγομένης ιδιοκτησία των θυγατέρων Σ. Τ., αναγράφεται ως όριο αύλακας. Ωστόσο, ο εν λόγω υδραύλακας και η παρακείμενη σ' αυτόν δίοδος εξυπηρετούσαν τις ανάγκες άρδευσης και επικοινωνίας ορισμένων ακινήτων και πιο συγκεκριμένα των ιδιοκτησιών Μ., Τ., Κ. και Χ., καθώς και των καθολικών ή ειδικών διαδόχων αυτών, ούτως ώστε να μην εντάσσεται στο κεντρικό αρδευτικό δίκτυο των δημοτικών υδραυλάκων, αλλά στα δευτερεύοντα μικρότερα αυλάκια, που διανοίχθηκαν από τους ιδιοκτήτες των αγροτεμαχίων της περιοχής για την άρδευση των καλλιεργειών τους από τους κεντρικούς υδραύλακες. Τα διαλαμβανόμενα στις ένορκες βεβαιώσεις των Ι. Κ., Κ. Σ., Π. Κ. και Α. Κ. περί κοινοχρήστου χαρακτήρα του επίμαχου υδραύλακα και της εφαπτόμενης σ' αυτόν διόδου λόγω χρήσης αυτών από αμνημονεύτων ετών δεν κρίνονται πειστικά ως προς το σημείο αυτό, καθώς από τα αναφερόμενα σ' αυτές πραγματικά περιστατικά δεν προκύπτει η χρήση αυτών από αμνημονεύτου χρόνου. Άλλωστε, στο υπ' αριθμόν ... δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πατρών Ι. Σ., που αποτελεί τον τίτλο κτήσης κυριότητας της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος Χριστίνας συζύγου Χ. Γ., το γένος Χ. Μ., δεν μνημονεύεται ότι το ακίνητο αυτό συνορεύει με αυλάκι ή οδό. Ως εκ τούτου, ο επίμαχος υδραύλακας ουδέποτε κατέστη κοινόχρηστος λόγω αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας, αφού δεν αφέθηκε ποτέ εκτεθειμένος στην κοινή χρήση με τη βούληση ή την ανοχή των δικαιοπαρόχων της εναγομένης και ιδιοκτητών της επίμαχης εδαφικής λωρίδας προς δημιουργία κοινόχρηστου υδραύλακα, υπό την έννοια να υφίσταται συνεχής χρήση αυτού επί δύο γενεές, η καθεμιά των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη και είχε συμπληρωθεί πριν από τις 23-2-1946, αλλά διανοίχθηκε αποκλειστικά και μόνο για την εξυπηρέτηση των αρδευτικών αναγκών του αγροτεμαχίου αυτού καθώς και των συνεχόμενων δυτικά και βόρεια ιδιοκτησιών Μ., Κ., Χ., Τ. και των καθολικών και ειδικών διαδοχών, μεταξύ των οποίων είναι και ο ενάγων. Αντίστοιχα, η εφαπτόμενη στον υδραύλακα δίοδος εξυπηρετούσε τόσο την ανάγκη παρακολούθησης του αυλακιού για τη συντήρηση και τη ρύθμιση της ροής και χρήσης του νερού, όσο και για την επικοινωνία των παραπάνω ιδιοκτησιών με το διερχόμενο ανατολικά αυτών κοινόχρηστο αγροτικό δρόμο. Η δίοδος αυτή εξυπηρετούσε τις ανάγκες επικοινωνίας συγκεκριμένων μόνο παρόδιων αγρών, προκειμένου να μεταβαίνουν εκεί οι ιδιοκτήτες τους ή όσοι διέθεταν δικαίωμα κατοχής επ' αυτών προς εκτέλεση καλλιεργητικών εργασιών και δεν αποτελούσε τμήμα ευρύτερου οδικού δικτύου της περιοχής ούτε χρησιμοποιείτο από αμνημονεύτων ετών από ευρύτερο αριθμό ανθρώπων με την πεποίθηση ότι χρησιμοποιούν κοινόχρηστη οδό για χρονικό διάστημα ογδόντα (80) τουλάχιστον ετών μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το υπ' αριθμόν ... έγγραφο του Προέδρου της τοπικής κοινότητας ..., τις με αριθμούς ... και ... αποφάσεις του συμβουλίου της τοπικής κοινότητας ... και το από 8-6-2017 έγγραφο του Προέδρου της προς την Πταισματοδίκη Πατρών, όπου ο υδραύλακας και η δίοδος χαρακτηρίζονται ως κοινόχρηστα, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτές συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ο κοινόχρηστος χαρακτήρας του υδραύλακα και της εφαπτόμενης με αυτόν διόδου, ενώ οι δήμοι και οι κοινότητες δεν έχουν εξουσία αναγνώρισης και διαπίστωσης της ύπαρξης δημοτικού ή κοινοτικού δρόμου (ά. 75, 86,93,106 και 110 Ν. 3463/2006 Κ.Δ.Κ....). Μάλιστα, στα εν λόγω έγγραφα γίνεται ρητή αναφορά ότι εξυπηρετούσαν μόνο τις παρακείμενες ιδιοκτησίες. Κατόπιν τούτων, η ένδικη αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου, που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το ως Εφετείο δικάζον Μονομελές Πρωτοδικείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της απόφασης, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο και δικαιολογούν το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι η επίδικη δίοδος δεν έχει καταστεί κοινόχρηστη. Με το μοναδικό λόγο αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, διατείνεται ότι στην απόφαση: α) γίνεται δεκτό ότι ο επίδικος υδραύλακας και η σε επαφή με αυτόν από τη βόρεια πλευρά του δίοδος είχε διανοιχθεί πριν από πολλά έτη, χωρίς να προσδιορίζει τον ακριβή χρόνο που έγινε η διάνοιξη αυτή και ο οποίος είναι ιδιαίτερα κρίσιμος για την υπαγωγή ή μη των κρίσιμων παραδοχών στον εφαρμοστέο εν προκειμένω κανόνα δικαίου περί της κοινοχρησίας της διόδου δυνάμει της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας, β) δεν αιτιολογείται η παραδοχή ότι δεν υφίστατο συνεχής χρήση αυτού (του υδραύλακα) επί δύο γενεές, η κάθε μία των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη και είχε συμπληρωθεί πριν από τις 23-2-1946, παρά αρκείται σε αρνητική διατύπωση του νόμου, γ) ενώ γίνεται δεκτό ότι το αγροτεμάχιο της εναγομένης συνορεύει κατά τον τίτλο κτήσης της βόρεια με αυλάκι και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Α. Π., στη συνέχεια γίνεται δεκτό ότι "ο επίμαχος υδραύλακας ουδέποτε κατέστη κοινόχρηστος λόγω αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας, αφού δεν αφέθηκε ποτέ εκτεθειμένος στην κοινή χρήση με του βούληση ή την ανοχή των δικαιοπαρόχων της εναγομένης και ιδιοκτητών της επίμαχης εδαφικής λωρίδας..", με αποτέλεσμα να προκύπτει αντίφαση από τις παραδοχές αυτές, αν ο υδραύλακας και η εφαπτόμενη σε αυτόν δίοδος είναι σύνορο του αγροτεμαχίου της εναγομένης ή τμήμα του, δ) δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά επί τη βάσει των οποίων στηρίζεται η διάκριση στην οποία προβαίνει η απόφαση, αφενός μεν του κεντρικού υδραύλακα, ο οποίος άρχεται από τον ποταμό ... και τον θεωρεί δημοτικό, αφετέρου δε του επίδικου υδραύλακα, τον οποίο όμως δεν θεωρεί κοινόχρηστο, όπως και την εφαπτόμενη με τον υδραύλακα από τη βόρεια πλευρά του δίοδο, παρά το γεγονός ότι αμφότεροι οι υδραύλακες, όπως και η επίδικη δίοδος κατασκευάστηκαν την ίδια χρονική περίοδο. Ωστόσο, οι ανωτέρω υπό στοιχεία α' και γ' αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Ειδικότερα, το ως Εφετείο δικάζον Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι ο δευτερεύων, σε σχέση με τους δημοτικούς, υδραύλακας και η παρακείμενη σ' αυτόν επίδικη δίοδος διανοίχθηκαν από τους αναφερόμενους συγκεκριμένους ιδιοκτήτες των αγροτεμαχίων της περιοχής για την εξυπηρέτηση των ακινήτων τους και ότι δεν αποδείχθηκε ότι η επίμαχη δίοδος χρησιμοποιείτο από αμνημονεύτων ετών από ευρύτερο αριθμό ανθρώπων, πέραν των συγκεκριμένων ιδιοκτητών. Δεν ασκεί επομένως επιρροή στην πληρότητα των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και στο αποδεικτικό της πόρισμα στο οποίο κατέληξε με βάση τις παραδοχές αυτές, το γεγονός ότι αναφέρεται σ' αυτήν ότι "Στην ευρύτερη περιοχή, όπου βρίσκονται τα ακίνητα των διαδίκων, κατασκευάστηκε πριν από πολλά έτη αρδευτικό δίκτυο, αποτελούμενο από τον κεντρικό δημοτικό υδραύλακα, καθώς και δευτερεύοντες δημοτικούς...", χωρίς να προσδιορίζεται επακριβώς χρονικά η διάνοιξη των υδραυλάκων αυτών. Ούτε ενδιαφέρει εν προκειμένω σε ποιον ανήκει η επίδικη δίοδος, αν δηλαδή περιλαμβάνεται ή όχι στην ιδιοκτησία της εναγομένης-αναιρεσίβλητης, ώστε να προκύπτει αντίφαση από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, δεδομένου ότι κρίσιμο ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είναι ο κοινόχρηστος χαρακτήρας της επίδικης διόδου και όχι η κυριότητας αυτής. Οι υπόλοιπες ως άνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, δεδομένου ότι με την επίφαση της παράβασης του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου περί της ουσίας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά συνέπεια η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13-4-2021 αίτηση του Γ.Κ. για αναίρεση της 678/2020 Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Αυγούστου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ