Αριθμός 1298/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Σ.. Α. «Α., που εδρεύει στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «Α. Κ. υ Κ. Α. ντε Σ. υ Ρ.", που εδρεύει στη Μαδρίτη Ισπανίας, διατηρεί δε υποκατάστημα στον Δήμο Αμαρουσίου Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "A. C. I. N..V..". Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Βυτινιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1688/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2256/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-6-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ο θεσμός της παραγραφής είναι δημόσιας τάξης, γιατί εξυπηρετεί την ασφάλεια των συναλλαγών και τη βεβαιότητα του δικαίου, καθώς και την ανάγκη ταχύτερης εκκαθάρισης των σχετικών υποθέσεων, αποτελεί δε την από τον νόμο κύρωση στην αδράνεια του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξιώσεώς του εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος που προβλέπεται στο νόμο και γι' αυτό δεν είναι νοητή η παραγραφή της αξιώσεως, όταν αυτός έχει ενεργήσει ό,τι είναι αναγκαίο, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να μην χρειάζεται να κάνει κάτι ιδιαίτερο (ΑΠ 52/2021, ΑΠ 361/2019, ΑΠ 148/2017). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 251 ΑΚ, "η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της", ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 252 του ίδιου Κώδικα, "αν για την απαίτηση της παροχής απαιτείται προηγούμενη όχληση, η παραγραφή αρχίζει από τότε που η όχληση είναι δυνατή. Αν εκτός από την όχληση απαιτείται και η παρέλευση προθεσμίας, η παραγραφή αρχίζει από τότε που ήταν δυνατή η όχληση και πέρασε η προθεσμία". Με τη θεμελιακή πιο πάνω διάταξη του άρθρου 251 ΑΚ καθορίζονται οι προϋποθέσεις έναρξης της παραγραφής, οι οποίες είναι η γέννηση της αξίωσης και το εναγώγιμό της, δηλαδή το δικαστικά επιδιώξιμο αυτής, που πρέπει να συρρέουν αθροιστικά. Η αξίωση θεωρείται γεννημένη με την συμπλήρωση-συντέλεση των γεγονότων που συνιστούν τους όρους ύπαρξης του δικαιώματος από το οποίο απορρέει αυτή και, σε κάθε περίπτωση, αφότου δημιουργηθεί κατάσταση που είναι αντίθετη με το δικαίωμα. Στις αξιώσεις από ενοχικά δικαιώματα, αν πρόκειται για θετικές (προς πράξη), η αξίωση γεννιέται από τότε που ο δικαιούχος μπορεί να αξιώσει την παροχή, χωρίς να ασκεί επιρροή η έλλειψη υπερημερίας. Απαιτείται επιπροσθέτως όπως προαναφέρθηκε, η αξίωση να είναι δικαστικά επιδιώξιμη (εναγώγιμη), γιατί μπορεί αυτή να γεννηθεί αλλά από διάφορα κωλύματα να μην είναι δυνατή η σε δίκη καταγωγή της. Αποκλείεται η δυνατότητα αυτή μόνο από την ύπαρξη νομικών κωλυμάτων και όχι πραγματικών (ΑΠ 901/2014, ΑΠ 509/2012, ΑΠ 679/2008). Αυτά υπάρχουν, όταν, είτε από τον νόμο (π.χ. 1858 ΑΚ) είτε με τη βούληση του δικαιούχου, ο υπόχρεος δικαιούται να αρνηθεί την εκπλήρωση της αξίωσης για ορισμένο χρονικό διάστημα από τη γέννησή της, λόγω συμφωνημένης αναβλητικής αίρεσης ή προθεσμίας, η οποία έχει ως αναγκαίο, κατά νόμο, αποτέλεσμα τον αποκλεισμό της δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης για ορισμένο χρόνο, με συνέπεια να μην τρέχει η παραγραφή (ΑΠ 901/2014, ΑΠ 509/2012). Έτσι επί ενοχικών δικαιωμάτων, αν υπάρχει (συμφωνημένη) προθεσμία, μολονότι η αξίωση είναι γεννημένη, η παραγραφή αρχίζει από την παρέλευση της προθεσμίας, οπότε και καθίσταται δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης (ΑΠ 738/1975). Ο χρόνος αυτός της προθεσμίας είναι άσχετος προς την παραγραφή, δεν είναι χρόνος παραγραφής. Με την προθεσμία αυτή δεν επιμηκύνεται ο χρόνος παραγραφής και, συνεπώς δεν προσκρούει στον απαγορευτικό κανόνα του άρθρου 275 ΑΚ (ΑΠ 621/2019, ΑΠ 2212/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 275 ΑΚ, δικαιοπραξία που αποκλείει την παραγραφή ή καθορίζει χρόνο συντομότερο ή μακρότερο από τον νόμιμο ή που, γενικά, κάνει τους όρους της παραγραφής βαρύτερους ή ελαφρύτερους, είναι άκυρη. Δηλαδή, απαγορεύεται η συμφωνία με την οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επιμηκύνεται ο χρόνος παραγραφής, ή για την ταυτότητα του νομικού λόγου, αυτός ορίζεται μικρότερος του νομίμου (βλ. και ΑΠ 271/1989). Ο αποκλεισμός της δικαιοπραξίας που μεταβάλλει τους όρους της παραγραφής, ο οποίος συνιστά έκφανση της γενικότερης αρχής, κατά την οποία η ιδιωτική βούληση δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή κανόνα δημοσίας τάξεως (άρθρο 3 ΑΚ), είναι αποτέλεσμα του θεσμού της παραγραφής ως δημόσιας τάξης. Η εφαρμογή της εκτείνεται, λόγω του ως άνω χαρακτήρα της, και στου άλλους κλάδους δικαίου, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη ειδική διάταξη. Επομένως, αποκλείεται οποιαδήποτε συμφωνία των μερών τροποποιητική της κανόνων της παραγραφής, ακόμη και αν είναι προς όφελος του οφειλέτη, ο καθορισμός βαρύτερων όρων παραγραφής, η υποβολή απαράγραπτης κατά νόμο αξίωσης σε παραγραφή, ο αποκλεισμός της παραγραφής με εκ των προτέων παραίτηση, καθώς και η σύντμηση του χρόνου παραγραφής. Σύντμηση του χρόνου της παραγραφής ούτε με συνομολόγηση αποσβεστικής προθεσμίας μπορεί να επιτευχθεί, γιατί και στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 279 Α.Κ. αναλόγως οι διατάξεις για την παραγραφή.`Αλλωστε δια δικαιοπραξίας ορισμός αποσβεστικής προθεσμίας είναι δυνατός σύμφωνα με τα άρθρα 275 και 279 Α.Κ. μόνον για δικαίωμα που δεν υπόκειται ήδη από το νόμο σε αποσβεστική προθεσμία ή παραγραφή, οπότε συμφωνία άλλως ορίζουσα περί αυτών δεν ισχύει κατά τα προλεχθέντα (ΑΠ 271/1989, υπό το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς του ΕμπΝ). Περαιτέρω, σύμφωνα με άρθρο 10 του Ν. 2426/1997, "αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται στις ασφαλίσεις ζημιών μετά από τέσσερα (4) χρόνια και στις ασφαλίσεις προσώπων μετά από πέντε (5) χρόνια, από του τέλους του έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκαν". Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 5 του ίδιου ως άνω ν. 2496/1997 ορίζεται ότι ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης να καταβάλει ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται στη μεν ασφάλιση ζημιών σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των λοιπών αναφερόμενων στην παράγραφο αυτή προσώπων, ενώ με την παρ. 6 εδ(α) του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων. Η προβλεπόμενη ως άνω δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την "κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων", πρέπει να νοηθεί στο ρυθμιστικό πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 33 παρ. 1 του ως άνω νόμου, κατά την οποία κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το σύνολο των διατάξεων του ν. 2496/1997 αποτελούν ρυθμίσεις "ημιαναγκαστικού" κατ' αρχήν δικαίου, με την έννοια ότι, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο νόμο αυτό, δεν μπορούν να περιοριστούν με την ασφαλιστική σύμβαση τα δικαιώματα των καλυπτόμενων προσώπων παρά μόνο να διευρυνθούν. Εκδηλώνεται έτσι, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, η προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη προς το ασθενέστερο στη σύμβαση ασφάλισης μέρος, που είναι κατά κανόνα το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον ασφαλιστή για λόγους μη επαγγελματικούς, αφού στην ιδιωτική ασφάλιση, η οποία αποτελεί καταναλωτικό αγαθό ευρείας χρήσης, είναι εμφανής στην περίπτωση αυτή η ανάγκη τέτοιας προστατευτικής παρέμβασης υπέρ του ασφαλισμένου, ενόψει του ότι ελλείπει τότε η διαπραγματευτική ισοδυναμία των μερών, με κίνδυνο η παρεχομένη ασφαλιστική κάλυψη να φαλκιδευτεί στην περίπτωση αυτή μέσω της ασκουμένης υπό ανίσους όρους συμβατικής ελευθερίας (ΟλΑΠ 14/2013). Αντίθετα στις περιπτώσεις της ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, δηλαδή κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης, δεν είναι αναγκαία εξ ορισμού η ως άνω προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη και μπορούν κατά περίπτωση να διαμορφωθούν ελεύθερα οι όροι των ασφαλιστικών συμβάσεων, όταν μεταξύ των μερών μπορεί να λειτουργήσει η ιδιωτική αυτονομία με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας. Ο νομοθέτης, δηλαδή, δεν έχει επιτρέψει την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης σε κάθε περίπτωση ασφάλισης επαγγελματικών κινδύνων, αλλά μόνο σε όσες περιπτώσεις είτε ειδικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρ. 33§1 του ν. 2496/1997 είτε γίνεται με τη διάταξη αυτή παραπομπή σε άλλες διατάξεις του ίδιου νόμου υπό την έννοια ότι ναι μεν δεν κατονομάζονται ρητά στην εν λόγω διάταξη, καλύπτονται όμως από την περιεχόμενη σ' αυτή γενική επιφύλαξη, ότι τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος δεν επιτρέπεται να περιοριστούν συμβατικά, εκτός αν κάτι άλλο ειδικά ορίζεται στο ν. 2496/1997. Τέτοια ειδική ρύθμιση είναι και αυτή του άρθρ. 7 παρ. 6 του ν. 2496/1997, η οποία έχει ευρεία διατύπωση, είναι ενταγμένη στο πρώτο τμήμα του νόμου αυτού (2496/1997), που περιέχει γενικές διατάξεις για τις ασφαλιστικές συμβάσεις και μπορεί έτσι να γίνει ασφαλώς δεκτό ότι η προβλεπόμενη με τη ρύθμιση αυτή δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, όταν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, αφορά ποικίλες κατ' αρχήν απαλλακτικές ρήτρες για όλα τα είδη των ασφαλιστικά καλυπτόμενων ζημιών (AΠ 957/2021). Έτσι, έχει ήδη κριθεί, με την υπ' αριθ. 14/2013 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ότι μπορεί έγκυρα να συμφωνηθεί, ως απαλλακτική ρήτρα, στην ασφάλιση πίστωσης κατά επαγγελματικών κινδύνων η διαμορφωμένη στη διεθνή ασφαλιστική πρακτική στερεότυπη ρήτρα "claims made policy" σύμφωνα με την οποία δεν αρκεί για τη γέννηση υποχρέωσης του ασφαλιστή προς καταβολή του ασφαλίσματος μόνον η πραγματοποίηση του κινδύνου κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής περιόδου, αλλά πρέπει και να προβληθούν κατά τη διάρκειά της οι αξιώσεις αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή ή κατά επιεικέστερη παραλλαγή να αναγγελθεί απλώς στον ασφαλιστή κατά τη διάρκειά της η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, που θα πρέπει έτσι να ανακαλυφθεί κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής περιόδου (ρήτρα ανακάλυψης της ζημίας). Ωστόσο, στη δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, όταν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν προς κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων (όπως στην περίπτωση ασφάλισης πίστωσης έναντι της αφερεγγυότητας του οφειλέτη), δεν περιλαμβάνεται η σύντμηση του χρόνου της παραγραφής, ο οποίος ρητά και ειδικά προβλέπεται στο άρθρο 10 του ν. 2426/1997, καθόσον και στις αξιώσεις από σύμβαση ασφαλίσεως, λόγω του χαρακτήρα της παραγραφής ως δημόσιας τάξεως και ελλείψεως ειδικής αντίθετης διατάξεως στον οικείο νόμο, εφαρμόζεται συμπληρωματικά η ως άνω διάταξη του άρθρου 275 ΑΚ, που απαγορεύει τη συμφωνία με την οποία είτε επιμηκύνεται ο χρόνος παραγραφής, είτε ορίζεται μικρότερος του νομίμου. Συνεπώς, η πιο πάνω εξαιρετικά χορηγούμενη από το νόμο δυνατότητα διεύρυνσης των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, αναφέρεται στη συναλλακτική ελευθερία των συμβαλλομένων μερών να διαμορφώνουν τους όρους της σύμβασης σε σχέση με τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, τα οποία επιτρεπτά μπορούν να περιορίζουν, και δεν εξικνείται μέχρι του σημείου να καθορίζουν τα μέρη με τη σύμβαση ασφάλισης συντομώτερο χρόνο παραγραφής της αξίωσης, ενόψει μάλιστα και του ότι ο θεσμός της παραγραφής που ρυθμίζει το δικαστικά επιδιώξιμο αυτής (αξίωσης) δεν ανάγεται στα δομικά στοιχεία της συναφούς δικαιοπραξίας, ούτε και συνιστά περιεχόμενο των εξ αυτής δικαιωμάτων του λήπτη της ασφάλισης και, ως εκ τούτου, δεν δικαιολογείται η, άκρως ευνοϊκή για τον ασφαλιστή και ιδιαίτερα δυσμενής για τον ασφαλισμένο, σύντμηση του προβλεπόμενου από το νόμο χρόνου της παραγραφής. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είπε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ4/2005, ΑΠ 2032/2022). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 1002/2023, ΑΠ 636/2023). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα : "... Μεταξύ της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Σ..Α. Α." και με αντικείμενο εργασιών την κατασκευή και εμπορία ηλεκτρικών μηχανών και αντλητικών συστημάτων και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "A. C. lnsurance N..V.", της οποίας η εναγομένη είναι καθολική διάδοχος, καταρτίστηκε στην Αθήνα, την 19n-8-2008, σύμβαση ασφάλισης, για την οποία εκδόθηκε το υπ' αριθμόν 29326/19-8-2008 Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο Πιστώσεων. Με βάση τη σύμβαση αυτή, η διάρκεια της οποίας συμφωνήθηκε για ένα χρόνο, ήτοι, από την 1η-7-2008 μέχρι και την 30η-6-2009, η ασφαλιστική εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει έναντι ασφαλίστρου στην ενάγουσα, ως λήπτρια της ασφάλισης, παροχή σε χρήμα (ασφάλισμα), όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστική περίπτωση) και συγκεκριμένα όταν επέλθει η, λόγω αφερεγγυότητας, μη πληρωμή πίστωσης που θα χορηγούσε η ενάγουσα στους οφειλέτες της, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν, κατά τη σύναψη του ανωτέρω ασφαλιστικού συμβολαίου, η εταιρία "Δ. «Α.. Δηλαδή, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν την ασφάλιση της ενάγουσας έναντι του κινδύνου αφερεγγυότητας και της υπερημερίας των πελατών της επί της τιμολογιακής αξίας τμηματικών πωλήσεων προϊόντων οικοδομικών υλικών και ειδικότερα, σε περίπτωση επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, την καταβολή ασφαλίσματος προς αποζημίωση της ενάγουσας για τις ζημίες, που αυτή θα είχε υποστεί από ανείσπρακτες απαιτήσεις της για τιμολογημένες παραδόσεις εμπορευμάτων ή παροχή υπηρεσιών της, κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης, σύμφωνα με τους όρους και τις συμφωνίες, που διαλαμβάνονται ειδικότερα στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται οι όροι ότι εκτός από τις συμφωνίες που περιγράφονται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, η σύμβαση ασφάλισης πιστώσεων υπόκειται στις διατάξεις του ελληνικού δικαίου, εκτός εάν συμφωνηθεί διαφορετικά, ενώ η Αθήνα αποτελεί τον τόπο εκπλήρωσης και τον τόπο δωσιδικίας. Η διάρκεια της σύμβασης αυτής ανανεώθηκε για έναν ακόμη χρόνο, δηλαδή από την 1-7-2009 μέχρι και την 30η-6-2010, για την οποία εκδόθηκε την 29η-9-2009 το ασφαλιστήριο συμβόλαιο με τον ίδιο αριθμό 29326/29-9-2009. Σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην αγωγή, αφενός μεν, η σύμβαση ασφάλισης κάλυπτε την περίπτωση της μη καταβολής πίστωσης, που θα χορηγούσε η ενάγουσα στους οφειλέτες της, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν η εταιρία "Δ. «Α., ως προς την οποία, μεταξύ των συμβαλλομένων, στη σύμβαση ασφάλισης πίστωσης, είχε συμφωνηθεί, ως εγκεκριμένο πιστωτικό όριο το ποσό των 200.000 ευρώ, αφετέρου δε, κατά το χρονικό διάστημα ισχύος της σύμβασης ασφάλισης (από την 1 n-7-2008 μέχρι και την 30η-6-2009), η ενάγουσα πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στην προαναφερόμενη ανώνυμη εταιρεία, η οποία είχε αναλάβει την εκτέλεση του έργου του "Αποχετευτικού Δικτύου Βαθέως Σάμου", προϊόντα που αναλυτικά αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο, αντί τιμήματος 251.213,76 ευρώ, εκδίδοντας τα αντίστοιχα τιμολόγια πώλησης. Από το ανωτέρω ποσό, η "Δ. «Α. κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των 48.616,07 Ευρώ και απέμεινε ανείσπρακτο υπόλοιπο ποσού 202.597,69 ευρώ. Η ανωτέρω απαίτηση της ενάγουσας παρέμεινε ανείσπρακτη πέραν της προθεσμίας ανοχής των έξι μηνών, μετά τη λήξη της περιόδου πίστωσης και του χρόνου της παράτασης αλλά και του χρόνου χάριτος, παρήλθε δε συνολικό διάστημα πλέον των 14 μηνών από την έκδοση όλων των τιμολογίων. Με την επίκληση, δε, της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, η ενάγουσα ζήτησε με την ένδικη αγωγή να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σ' αυτήν το συμφωνημένο ασφάλισμα, το οποίο ανέρχεται στο προαναφερθέν ποσό των 202.597,69 ευρώ. Σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 19 δεύτερο εδάφιο των γενικών ασφαλιστικών όρων (Γ.Α.Ο.) της ένδικης σύμβασης ασφάλισης, συμφωνήθηκε ότι όλες οι απαιτήσεις κατά του ασφαλιστή παραγράφονται έξι μήνες μετά από την ημέρα, κατά την οποία ο ασφαλιστής θα γνωστοποιήσει την άρνησή του για την πληρωμή μιας ζημίας, το χρονικό δε όριο αυτό μπορεί να διακοπεί μόνο με τη σύναψη συμβιβασμού, με διαιτησία ή με την έναρξη δικαστικών ενεργειών από τον ασφαλισμένο εναντίον του ασφαλιστή. Στην προκειμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι μετά την αναγγελία της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, η εναγομένη, με την από 1η-7-2010 επιστολή της προς την εφεσίβλητη, δήλωσε προς την τελευταία ότι, για τους λόγους που εκτίθενται ειδικότερα στην επιστολή της εκείνη, αρνείται να εκπληρώσει την παροχή της, δηλαδή να ανταποκριθεί στην κάλυψη της ζημίας του (ορθόν: που) η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη από τη μη πληρωμή προς αυτήν του πιστωμένου τιμήματος για την πώληση εμπορευμάτων προς την οφειλέτρια αυτής, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Δ. «Α.. Η αμέσως προαναφερόμενη επιστολή της εκκαλούσας παρελήφθη με τηλεομοιοτυπία από την εφεσίβλητη αυθημερόν (1η-7-2010), όπως τούτο προκύπτει από το, συνημμένο στην επιστολή αυτή, αποδεικτικό αποστολής-παράδοσης. Περαιτέρω, η λήψη της ανωτέρω επιστολής από την εφεσίβλητη ενισχύεται και από την από 19-7-2010 επιστολή της εφεσίβλητης με την οποία παραπονείται για την υπό της εναγομένης - εκκαλούσας απόρριψη του αιτήματος της πληρωμής της επικαλούμενης ζημίας της, ως προς την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Δ. «Α.. Κατά συνέπεια, από την επόμενη ημέρα από την περιέλευση στην ενάγουσα της πιο πάνω αναφερόμενης γνωστοποίησης της εναγομένης ότι αρνείται να καταβάλει το ασφάλισμα, αφετηριάζεται η εξάμηνη παραγραφή της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο ειδικό συμβατικό όρο, ο οποίος είναι έγκυρος,.... Η βραχυχρόνια παραγραφή αποδεικνύεται ότι συμπληρώθηκε μετά την παρέλευση χρονικού διαστήματος έξι μηνών, δηλαδή με την παρέλευση της 1ης _ 7-2010 (άρθρα 241 παρ. I και 243 παρ. 2 του ΑΚ), χωρίς να μεσολαβήσει κατά τη διαδρομή της εξάμηνης παραγραφής κανένας λόγος διακοπής ή αναστολής της, τη συνδρομή του οποίου -λόγου διακοπής ή αναστολής της παραγραφής- άλλωστε δεν επικαλείται η ενάγουσα με την προβολή σχετικής αντένστασης, ενώ αποδεικνύεται ότι η άσκηση της ένδικης από 24-4-2011 [ΓΑΚ:.... /27-5-2011] αγωγής ανατρέχει σε χρόνο σημαντικά μεταγενέστερο από τη συμπλήρωση της παραγραφής, αφού η κατάθεσή της στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου έλαβε χώρα μόλις την 27n-5-2011. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, αφού απέρριψε, μεταξύ άλλων και την ένσταση παραγραφής, που νομότυπα είχε προτείνει η εναγομένη στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, με τις έγγραφες προτάσεις της και με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου Δικηγόρου της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστήριο, που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου εκείνου, ως μη νόμιμη, με την επίκληση της διάταξης του άρθρου 275 του ΑΚ, σύμφωνα με την οποία είναι άκυρη η δικαιοπραξία που αποκλείει την παραγραφή ή καθορίζει χρόνο συντομότερο ή μακρότερο από το νόμιμο ή που γενικά κάνει τους όρους της παραγραφής βαρύτερους ή ελαφρότερους, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όπως βάσιμα υποστηρίζεται από την εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεση. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, ως προς το εκκληθέν αγωγικό κονδύλιο εκ ποσού 202.597,69 ευρώ, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της εναγομένης-εκκαλούσας για την καταβολή του στην εφεσίβλητη-ενάγουσα, όπως επίσης και ως προς τη διάταξή της για την καταδίκη της εκκαλούσας να καταβάλει μέρος από τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και γενομένου δεκτού του 4ου λόγου έφεσης και απορριπτόμενων των αντιθέτων ισχυρισμών της εφεσίβλητης, ως αβασίμων, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως και κατ' ουσία βάσιμη,...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της αναιρεσείουσας και, στη συνέχεια, ερευνώντας εκ νέου την αγωγή, αφού δέχθηκε ως νόμιμη και ουσία βάσιμη την ένσταση της αναιρεσίβλητης περί επέλευσης της 6μηνης συμβατικής παραγραφής, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 275 ΑΚ και 10 του ν.2496/1997, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ.6 εδ.α, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 33 παρ.1 του ν.2496/1997, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη υπόθεση. Και τούτο, διότι, δέχθηκε εσφαλμένως ότι ο όρος της παραγράφου 19, δεύτερο εδάφιο, των γενικών ασφαλιστικών όρων της ένδικης σύμβασης ασφάλισης, σύμφωνα με τον οποίο όλες οι απαιτήσεις κατά του ασφαλιστή παραγράφονται έξι μήνες μετά από την ημέρα, κατά την οποία ο ασφαλιστής θα γνωστοποιήσει την άρνησή του για την πληρωμή μιας ζημίας, είναι έγκυρος, ως υπαγόμενος στην προβλεπόμενη από την παρ. 6 του άρθρου 7 του ν.2496/1997 δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, και ότι, συνακόλουθα, η συμβατική αυτή σύντμηση της προθεσμίας παραγραφής σε έξι μήνες αντί της προβλεπόμενης από το άρθρο 10 του ν. 2496/1997 των τεσσάρων ετών, υπάγεται στις επιτρεπόμενες ρήτρες απαλλαγής της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, ενόψει του ότι επρόκειτο για ασφάλιση για την "κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων" και δη επιχειρηματικών απαιτήσεων της αναιρεσείουσας από πίστωση, που ρητά εξαιρείται κατά το άρθρο 33 του ν.2496/1997, της ακυρότητας που απειλείται για κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, με συνέπεια να κρίνει, στη συνέχεια, εσφαλμένα ότι η ένδικη αξίωση της αναιρεσείουσας, ασφαλισμένης στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία για αφερεγγυότητα της οφειλέτιδάς της εταιρείας "Δ. «Α. προς καταβολή του ασφαλίσματος ύψους 202.597,69 ευρώ, λόγω επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τον παραπάνω όρο βραχυχρόνια παραγραφή, αφού, μετά την αναγγελία της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, η αναιρεσίβλητη, με την από 1-7-2010 επιστολή της προς την αναιρεσείουσα, δήλωσε ότι αρνείται να εκπληρώσει την παροχή της, έκτοτε δε και μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 24-4-2011 παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι (6) μηνών, χωρίς να μεσολαβήσει λόγος διακοπής ή αναστολής της παραγραφής, ενώ, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, στην ένδικη αξίωση της αναιρεσείουσας από την πιο πάνω αναφερόμενη σύμβαση ασφαλίσεως εφαρμόζεται συμπληρωματικά η ως άνω διάταξη του άρθρου 275 ΑΚ, που απαγορεύει τη συμφωνία, με την οποία ορίζεται χρόνος παραγραφής μικρότερος του νομίμου και, συνεπώς, η γενομένη με τον ως άνω επίμαχο όρο της σύμβασης ασφάλισης σύντμηση του προβλεπόμενου στο άρθρο 10 του ν. 2426/1997 χρόνου της παραγραφής, είναι άκυρη και δεν περιλαμβάνεται στη δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, όταν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν προς κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων (όπως στην περίπτωση ασφάλισης πίστωσης έναντι της αφερεγγυότητας του οφειλέτη), αφού ο καθορισμός συντομότερης προθεσμίας παραγραφής δεν περιλαμβάνεται στα δικαιώματα που αποκτά ο λήπτης της ασφάλισης από την αντίστοιχη ασφαλιστική σύμβαση που καταρτίζουν τα μέρη, ώστε να μπορεί να αποτελέσει συμβατικά αντικείμενο περιορισμού. Συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση της ευθείας παράβασης, με τη μη εφαρμογή τους, των άρθρων 275 ΑΚ και 10 ν. 2496/1997, είναι βάσιμος. Μετά ταύτα, κατά παραδοχή του άνω λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει τους λοιπούς αναιρετικούς λόγους, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η εκδίκασή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (αρθ.495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ) . ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 2256/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Αυγούστου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ