ΑΡΙΘΜΟΣ 957/201 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Xαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέτα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπoύλου-Κατσαβριά, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα - Εισηγήτρια και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Απριλίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Aναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της ΑΤ4813/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Με κατηγορούμενους. 1. Ε. Κ. του Κ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Παπανικολάου. 2. Θ. Δ. του Γ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. 3. Ι. Β. του Ι., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. 4. Ι. Ρ. του Α., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Χλούπη. 5. Ι. Χ. του Ε., κάτοικο Πειραιά, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελπίδα-Μαρία Μπουρανάκου. 6. Κ. Κ. του Α., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. 7. Κ. Τ. του Γ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. 8. Σ. Ω. του Π., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κυπριώτη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 57 και ημερομηνία 21 Δεκεμβρίου 2012 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1378/12. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των 1ου, 4ου, 5ου και 8ου κατηγορουμένων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 505 παρ.2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ.2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση για κάθε απόφαση, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου με την από 21-2-2012 ενώπιον του γραμματέα του Αρείου Πάγου δήλωσή του, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 57/2012 έκθεση, δήλωσε ότι σύμφωνα με τα άρθρα 463 εδ.α, 474, 479 παρ.2, 505 παρ.2α και 509 παρ.1β ΚΠΔ ασκεί αναίρεση κατά της με αριθμό ΑΤ4813/2012 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς (που καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠΔ στις 3-12-2012), η οποία έπαυσε υφ' όρον κατ' άρθρο 4 παρ.1 του Ν. 4043/2012 την ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της χρήσης πλαστών πιστοποιητικών, την οποία δέχθηκε, ότι διέπραξαν οι αναιρεσείοντες κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από την αξιόποινη πράξη της χρήσης πλαστών εγγράφων του άρθρου 216 ΠΚ. II. Επειδή, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι δια την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας με την μορφή της νοθεύσεως εγγράφου, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει με την χρήση του νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες μπορεί να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επετεύχθη ή όχι η παραπλάνηση. Εξ άλλου κατά την διάταξη του αρθρ. 217 §1 Π.Κ., όποιος με σκοπό να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού του ιδίου ή άλλου καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πιστοποιητικό ή μαρτυρικό ή άλλο έγγραφο που μπορεί να χρησιμεύσει συνήθως για τέτοιους σκοπούς ή εν γνώσει του χρησιμοποιεί τέτοιο πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας πιστοποιητικού συνίσταται στην κατάρτιση πλαστού ή νόθευση εγγράφου δημοσίου ή ιδιωτικού, που ανήκει στην κατηγορία των πιστοποιητικών ή μαρτυρικών. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου να διευκολύνει με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου πιστοποιητικού ή μαρτυρικού την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού ή άλλου, δηλαδή να έχει κάποια ωφέλεια αυτός ή άλλος, σχετικά με τις παραπάνω βιοτικές ανάγκες χωρίς όμως εντεύθεν να επέρχεται ευθέως βλάβη στις έννομες σχέσεις άλλου. Η διαφορά μεταξύ της διατάξεως του αρθρ. 216 Π.Κ. και της εξαιρετικής του αρθρ. 217 Π.Κ. συνίσταται, αφ' ενός μεν εις το ότι στην τελευταία διάταξη δεν εμπίπτουν όλα τα κατά την έννοια του αρθρ. 13 στοιχ. γ' έγγραφα, αλλά μόνο τα εις αυτό αναφερόμενα, αφ' ετέρου δε εις τον ειδικό σκοπό για τον οποίο το έγκλημα του αρθρ. 217 Π.Κ., τελείται. Εκ των διατάξεων τούτων συνάγεται, πρώτον, ότι, αντικείμενον της κατά το αρθρ. 217 πλαστογραφίας δεν συνιστούν πάντα τα κατά το αρθρ. 13 §1 γ Π. Κ. έγγραφα, αλλά μόνον πιστοποιητικά ή μαρτυρικά ή και έτερο έγγραφο στοιχείο συναφές, δυνάμενο, συνήθως, να χρησιμοποιηθεί ως τοιούτο και δεύτερον ότι ο συνδεόμενος με την τέλεση του αδικήματος του αρθρ. 217 Π. Κ. σκοπός του υπαιτίου πρέπει να αποβλέπει αποκλειστικώς στην άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο του δράστου ή κάποιου άλλου, χωρίς όμως η προσδοκώμενη - εκ της πράξεως ωφέλεια ή η αντίστοιχη ζημία τρίτου να έχουν την σημασία, την οποία έχουν για την θεμελίωση της βασικής διατάξεως του αρθρ. 216 Π.Κ. Στην περίπτωση όμως που εκ της πλαστογραφίας βλάπτεται άλλος ευθέως στις έννομες αυτού σχέσεις, ή το συμφέρον της δημοσίας υπηρεσίας, ή αν, γενικώτερα, η πλαστογραφία γίνεται για άλλο σκοπό, εκτός του υπό του αρθρ. 217 αναφερομένου, τότε και αν ακόμη χρησιμοποιούνται έγγραφα προβλεπόμενα υπό του ιδίου άρθρου ως πιστοποιητικά ή μαρτυρικά, εφαρμοστέα τυγχάνει η βασική περί πλαστογραφίας διάταξη του αρθρ. 216 §1ΠΚ και όχι η ειδική διάταξη του αρθρ. 217 ΠΚ. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της δικαστικής αποφάσεως συνιστά και η έλλειψη της υπό των διατάξεων των άρθρων 93 παρ. 3 και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Τοιαύτη δε έλλειψη, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν, οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, δια των οποίων έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που απεδείχθησαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθενται τι προέκυψε κεχωρισμένως από το καθένα από αυτά, ούτε να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των, αρκεί να προκύπτει ανενδοιάστως ότι για τον σχηματικό του αποδεικτικού πορίσματος περί της ενοχής του κατηγορουμένου το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και εξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον, επιλεκτικώς, μερικά από αυτά. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την επ' ακροατηρίου διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υφίσταται αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας, που τα περιέχει, και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για τη ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρούνται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά που την εξέδωσε, δικάσαν κατ' έφεση, εδέχθη, ανελέγκτως, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύονται κατά το είδος τους, απεδείχθηκε ότι τα επίδικα έγγραφα πιστοποιούσαν θαλάσσια υπηρεσία των ναυτικών-κατηγορουμένων, με τα οποία το ΝΑΤ, αφού του προσκομίστηκαν, θα χορηγούσε σ' αυτούς συντάξεις ή θα αυξανόταν το ποσό της ήδη χορηγηθείσας σύνταξης. Επομένως με τα πιστοποιητικά αυτά επιδιωκόταν η άμεση συντήρηση των εν λόγω ναυτικών ή η βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου προς διευκόλυνση της κοινωνικής τους προόδου και ως εκ τούτου , θα πρέπει η κατηγορία να μεταβληθεί επιτρεπτά σε χρήση πλαστών πιστοποιητικών (217 ΠΚ) για το οποίο προβλέπεται ποινή φυλακίσεως έως 1 έτους ή χρηματική ποινή και ως τέτοιο αδίκημα τελεσθέν προ 31-12-11 θα πρέπει να παύσει υφ' όρον η ποινική δίωξη κατ' άρθρ.4 παρ.1 του Ν. 4043/2012". Ακολούθως το Δικαστήριο, αφού μετέτρεψε την κατηγορία από χρήση πλαστού εγγράφου σε χρήση πλαστού πιστοποιητικού κατά άρθρο 217 παρ.2 ΠΚ έπαυσε υφ' όρον την ποινική δίωξη του ότι: "Στον Πειραιά, στις 10/9/07 ο πρώτος, στις 20/12/07 ο δεύτερος, στις 3/4/07 ο τρίτος, στις 24/1/08 ο τέταρτος, στις 22/11/07 ο πέμπτος, στις 16/4/07, ο έκτος, στις 3/10/06 ο έβδομος και στις 15/11/07 ο όγδοος, χρησιμοποίησαν εν γνώσει τους πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσουν άλλον σχετικά με γεγονός που έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα, γνωρίζοντας ότι το περιεχόμενο των κάτωθι αναφερόμενων πιστοποιητικών θαλάσσιας υπηρεσίας ήταν νοθευμένο από άγνωστα έως σήμερα στην προανάκριση άτομα, αφού είχαν τεθεί επί αυτών κατ' απομίμηση αφενός η υπογραφή του Πρόξενου, αφετέρου η αντίστοιχη υπηρεσιακή σφραγίδα του Προξενείου όπου, φέρονταν ότι δήθεν θεωρήθηκαν οι υπογραφές των πλοιάρχων που το είχαν συμπληρώσει, μετέβησαν κατά τις ανωτέρω αναφερόμενες ημερομηνίες στα γραφεία του NAT και κατέθεσαν τα πιστοποιητικά, αυτά ως δικαιολογητικά της αίτησης αναγνώρισης της θαλάσσιας υπηρεσίας η οποία αναγραφόταν επί αυτών, με σκοπό να παραπλανήσουν το ασφαλιστικό ταμείο ως προς την νομιμότητα προσμέτρησης του χρόνου αυτού στα συντάξιμα χρόνια τους. Τα ανωτέρω δε πλαστά πιστοποιητικά που προσκόμισαν οι κατηγορούμενοι ήταν: 1) Ο πρώτος: Το από 12/2/98 πιστοποιητικό, φερόμενο ως θεωρημένο στο Προξενείο της Σεούλ 2) Ο δεύτερος: Το από 26/5/98 πιστοποιητικό, φερόμενο ως θεωρημένο στο Προξενείο του Σάντος 3) Ο τρίτος: Τα από 7/10/99 και 3/10/06 πιστοποιητικά, φερόμενα ως θεωρημένα στα Προξενεία της Αλεξάνδρειας και της Νεάπολης αντίστοιχα 4) Ο τέταρτος: Το από 21/9/89 πιστοποιητικό, φερόμενο ως θεωρημένο στο Προξενείο της Αλεξάνδρειας 5) Ο πέμπτος: Το από 13/7/93 πιστοποιητικό, φερόμενο ως θεωρημένο στο Προξενείο της Νεάπολης 6) Ο έκτος: Το από 2/9/01 πιστοποιητικό, φερόμενο ως θεωρημένο στο Προξενείο της Μασσαλίας 7) Ο έβδομος: Τα από 2/11/90 και 2/7/92 πιστοποιητικά, φερόμενα ως θεωρημένα στα Προξενεία της Μασσαλίας και της Ντουάλας, αντίστοιχα 8) Ο όγδοος : Τα από 13/4/83 και 23/5/85 πιστοποιητικά, φερόμενα ως θεωρημένα στα Προξενεία της Κούβας και του Σάντος, αντίστοιχα. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν δικαστήριο δεν διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, παράλληλα δε διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες εξαιτίας των οπίων επέρχεται σύγχυση και ασάφεια αφενός μεν μεταξύ των παραδοχών του αιτιολογικού αφετέρου δε μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού που καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου. Ειδικότερα στο αιτιολογικό ενώ δέχεται στην αρχή, ότι οι κατηγορούμενοι με πλαστά πιστοποιητικά που προσεκόμισαν στο ναυτικό απομαχικό ταμείο (ΝΑΤ) επεδίωξαν, ως ναυτικοί ασφαλισμένοι σ' αυτό, παραπλανώντας τους υπαλλήλους του με τη χρήση πλαστών εγγράφων να τύχουν είτε, αναλόγως, σύνταξης από το ταμείο αυτό, είτε αύξηση της ήδη χορηγουμένης τοιαύτης δηλαδή δέχεται τη συνδρομή συμπεριφοράς, η παραδοχή της οποίας μπορεί να θεμελιώσει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 216 παρ.2 ΠΚ, εν συνεχεία, όλως αντιφατικώς, δέχεται ότι ο σκοπός των κατηγορουμένων περιοριζόταν, διαλαμβάνοντας μάλιστα περί αυτού κατά τρόπο διαζευκτικό, "στην άμεση συντήρηση των εν λόγω ναυτικών ή στη βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου προς διευκόλυνση της κοινωνικής των προόδου", περιστατικά που προσιδιάζουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 217 ΠΚ. Περαιτέρω η προσβαλλομένη απόφαση ενώ δέχεται στο σκεπτικό, ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της χρήσης πλαστού πιστοποιητικού του άρθρου 217 παρ.2 ΠΚ και παύει υφ' όρον την ποινική δίωξη για την πράξη αυτή, στο διατακτικό παύει την ποινική δίωξη για την πράξη, τα στοιχεία της οποίας προσήκουν στην αντικειμενική υπόσταση της πράξης του άρθρου 216 παρ.2 ΠΚ. Με βάση, όμως, τις αντιφατικές αυτές παραδοχές, η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, που καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο και συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου πρέπει να γίνει δεκτός ως και κατ' ουσίαν βάσιμος. Ακολούθως πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. ΑΤ4813/2012 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, το ποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ