Αριθμός 60/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θωμά, περί αναιρέσεως της 10236/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27.2.2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 781/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' του ΠΚ από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση (έστω και με την έννοια της αμφιβολίας) των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή να συντελέσει με την ενέργειά του στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και επιπροσθέτως, σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάρτιση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Ως χρήση πλαστού εγγράφου νοείται κάθε ενέργεια που καθιστά τούτο προσιτό στο πρόσωπο, το οποίο επιδιώκει να παραπλανήσει ο χρήστης, με την παροχή σ' αυτόν της δυνατότητας να λάβει γνώση του περιεχομένου του. Εξάλλου, κατά το άρθρο 8 του ν. 1599/1986 "Γεγονότα ή στοιχεία που δεν αποδεικνύονται με το δελτίο ταυτότητας ή τα αντίστοιχα έγγραφα του άρθρου 6, μπορεί ν' αποδεικνύονται ενώπιον κάθε αρχής ή υπηρεσίας του δημόσιου τομέα με υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερομένου που συντάσσεται σε ειδικό σφραγιστό χαρτί αξίας 100 δραχμών" (παρ. 1). "Ο τύπος και το περιεχόμενο της υπεύθυνης δήλωσης, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια καθορίζονται με κοινή απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης και Οικονομικών" (παρ. 2). Περαιτέρω, κατά την παρ. 6 του άρθρου 22 του ως άνω Νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 αριθ. 13 του ν. 2479/1997 "Όποιος εν γνώσει του δηλώνει ψευδή γεγονότα ή αρνείται ή αποκρύπτει τα αληθινά με έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών .........". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά ή να αξιολογούνται καθ' έκαστον ή να συσχετίζονται ειδικώς ή να συγκρίνονται προς άλληλα ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου τούτων. Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον αμέσως ανωτέρω λόγον αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα την 2.2.1999 με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε περισσότερα από ένα εγκλήματα και δη Α) κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τα πλαστά δε αυτά έγγραφα τα χρησιμοποίησε αυτός. Συγκεκριμένα δε, αυτός στην Αθήνα την 2.2.1999 κατήρτισε το με αριθμό .... σειρά .... Π.Σ Δίπλωμα (πτυχίο) του Πανεπιστημίου Σόφιας Βουλγαρίας με την ονομασία "ΑΓΙΟΣ ΚΛΙΜΕΝΤ ΟΧΤΡΙΣΚΙ" και το συνοδεύον αυτό Παράρτημα περί ολοκλήρωσης ανωτάτης εκπαίδευσης με εκπαιδευτικό ειδικευτικό βαθμό, θέτοντας παράνομα εν αγνοία και παρά τη θέληση του Πρύτανη και του Κοσμήτορα του εν λόγω Πανεπιστημίου τις υπογραφές τους κάτωθι του κειμένου (του εν λόγω διπλώματος και Παραρτήματος, τα οποία έχουν ως εξής ..... Τα ως άνω πλαστά έγγραφα τα εχρησιμοποίησε αυτός, αφού τα κατέθεσε μαζί με αίτησή του ως δικαιολογητικά, στο Διαπανεπιστημιακό Κέντρο Αναγνώρισης τίτλων σπουδών της αλλοδαπής (ΔΙΚΑΤΣΑ) με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους του ΔΙΚΑΤΣΑ ως προς το ότι τα υπ' αυτού κατατεθέντα ως άνω έγγραφα είναι γνήσια και να του αναγνωρίσουν το ως άνω πλαστό πτυχίο ως ισότιμο τίτλο προς αυτούς των Νομικών Σχολών των ημεδαπών Πανεπιστημίων. Β) Στην Αθήνα την 2.2.1999, εν γνώσει του δήλωσε ψευδές γεγονός ως αληθινό με έγγραφη δήλωση του άρθρου 8 ν. 1599/1986. Συγκεκριμένα, αυτός με την από 2.2.1999 υπεύθυνη δήλωσή του που κατέθεσε την ίδια ημερομηνία στο ΔΙΚΑΤΣΑ δήλωσε ψευδώς στην εν λόγω υπηρεσία ότι τα ως άνω πιστοποιητικά που υπέβαλε σ' αυτήν είναι γνήσια, ενώ η αλήθεια, την οποία αυτός γνώριζε, ήταν ότι αυτά ήσαν πλαστά, γεγονός που δεν αμφισβήτησαν ούτε οι μάρτυρες υπεράσπισης, οι οποίοι αποδίδουν την πράξη του κατηγορουμένου στην ψυχολογική βία που του είχαν ασκήσει για τη λήψη του πτυχίου, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στην τέλεση των ως άνω πράξεων. Πρέπει, επομένως, είπε το Εφετείο, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις αξιόποινες πράξεις του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ και άρθρων 8 και 22 παρ. 6 Ν. 1599/1986, αναγνωριστεί όμως σ' αυτόν το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου (άρθρο 842α ΠΚ). Και με τις σκέψεις αυτές το Τριμελές Εφετείο πράγματι κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για πλαστογραφία με χρήση και για παράβαση των άρθρων 8 και 22 παρ. 6 του Ν. 1599/1986, όπως η παρ. 6 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 αριθ. 13 του Ν. 2479/1997 αναγνωρίζοντας συγχρόνως σ' αυτόν την προαναφερόμενη ελαφρυντική περίπτωση, του επέβαλε δε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών για κάθε πράξη και συνολική ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν. Με αυτά που δέχθηκε το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, αναφορικά με τη σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν πράγματι την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1, 94, 216 παρ. 1 του ΠΚ και 8 και 22 παρ. 6 του Ν. 1599/1986, όπως η παρ. 6 ισχύει, που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω, ειδικότερα, αντιγραφής του σκεπτικού της από το διατακτικό της, της μη συσχέτισης και αξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων, της μη λήψεως υπόψη του των καταθέσεων των μαρτύρων υπερασπίσεως και της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, με τη μορφή της έλλειψης νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 1 ΠΚ τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή όποιος με σκοπό να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού του ίδιου ή άλλου καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πιστοποιητικό ή μαρτυρικό ή άλλο έγγραφο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί συνήθως για τέτοιους σκοπούς. Αντικείμενο του εν λόγω εγκλήματος μπορεί να είναι δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο (άρθρο 13 εδ. γ' ΠΚ) που ανήκει στην κατηγορία των πιστοποιητικών ή μαρτυρικών, όπως και τα πιστοποιητικά σπουδών, πρέπει δε ο σκοπός του δράστη να στοχεύει στη διευκόλυνση της άμεσης συντήρησης, της κίνησης ή της κοινωνικής προόδου του ίδιου ή άλλου και όχι στο να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οπότε έχει εφαρμογή η γενική για την πλαστογραφία διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ. Συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση, όπου, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στην κατάρτιση του πλαστού διπλώματος (πτυχίου) και το συνοδεύον αυτό παράρτημα περί ολοκλήρωσης ανώτατης εκπαίδευσης με εκπαιδευτικό ειδικευτικό βαθμό προέβη ο κατηγορούμενος, προκειμένου να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους του ΔΙΚΑΤΣΑ ως προς το ότι τα εν λόγω έγγραφα είναι γνήσια και ότι κατά συνέπεια αυτοί έπρεπε να αναγνωρίσουν ως ισότιμους τίτλους με τους χορηγουμένους από τα ημεδαπά πανεπιστήμια, ορθώς εφαρμόσθηκε η περί πλαστογραφίας γενική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 και όχι η του άρθρου 217 ΠΚ, γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ). Ύστερα από όλα αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27.2.2006 αίτηση του .... , για αναίρεση της 10236/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2006. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιανουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ