ΑΡΙΘΜΟΣ 339/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Π. Κ. του Χ., κατοίκου ... και 2) Χ. Κ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ζαφειρόπουλο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 1018/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Α., κάτοικο ..., ο οποίος εμφανίστηκε στο ακροατήριο χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν υπέβαλε αίτημα αναβολής. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή τους η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1013/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και: α) να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του Π. Κ., για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και μιας από τις δύο επιμέρους πράξεις συκοφαντικής δυσφήμησης που φέρονται ότι τελέστηκαν την 5-11-2004 στο Αίγιο, σε βάρος των Α. Α. και Α. Α., β) να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του Χ. Κ., για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης που φέρονται ότι τελέστηκαν την 10-1-2005 στο Αίγιο, σε βάρος των Α. Α. και Α. Α. και γ) να παραπεμφθεί κατά τα λοιπά η υπόθεση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο του ΚΠΔ το Δικαστήριο στην κατ' έφεση δίκη μπορεί, ύστερα από αίτηση του Εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν, να εξετάσει και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο, και αν ακόμη τα ονόματα τους δεν γνωστοποιήθηκαν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης της απόφασης είναι και η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε το σχετικό αίτημα. Τέτοιο δικαίωμα αποτελεί και εκείνο του κατηγορουμένου, όταν υποβάλλει αίτημα κατά τη διάρκεια της δίκης όπως εξεταστούν οι προταθέντες από αυτόν κατά την έναρξη της επ' ακροατηρίω διαδικασίας, μάρτυρες υπεράσπισής του ( άρθρο 327 παρ. 2 του ΚΠΔ). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα υφίσταται : 1) Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν ... 4) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ.3 εδάφιο δ Ε.Σ.Δ.Α και 14 παρ.3 εδάφιο ε Δ.Σ.Α.Π.Δ, ο κατηγορούμενος δικαιούται σε εξέταση μαρτύρων υπερασπίσεως υπό τους αυτούς όρους όπως των μαρτύρων κατηγορίας. Η παραβίαση των διατάξεων αυτών, που αφορούν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ Κ.Π.Δ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 παρ.2 του Ν. 3904/2010, με το οποίο ορίζεται ότι ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται "αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα", η οποία ιδρύει τον υπό του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι οι οποίοι δικάζονταν σε δεύτερο βαθμό ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, ο μεν πρώτος για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση και της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, ο δε δεύτερος για τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδορκίας μάρτυρα, στην αρχή της διαδικασίας και δη κατά τη εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων που είχαν κληθεί, σε ερώτηση της προεδρεύουσας εάν είχαν κλητεύσει μάρτυρες υπεράσπισης, απάντησαν καταφατικά και παρέδωσαν κατάλογο που περιείχε τα ονόματά τους, ήταν δε αυτοί οι: α) Γ. Χ., β) Γ. Μ., γ) Λ. Α., δ) Α. Θ., ε) Α. Υ. και στ) Α. Π.. Σημειώνεται ότι κατά την εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων κατηγορίας, βρέθηκαν παρόντες πέντε από αυτούς. Μετά την εξέταση των παρόντων μαρτύρων κατηγορίας, εξετάσθηκαν από το δικαστήριο τρεις πρώτοι από τους προταθέντες από τους κατηγορούμενους μάρτυρες υπεράσπισης και πιο συγκεκριμένα η Γ. Χ., ο Γ. Μ. και η Λ. Α., όχι όμως και οι υπόλοιποι τρεις, το δικαστήριο δε στη συνέχεια κάλεσε τους κατηγορούμενους να απολογηθούν. Ακολούθως ο συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορουμένων υπέβαλε προς το Δικαστήριο αίτημα "να εξεταστούν και οι άλλοι τρεις προτεινόμενοι μάρτυρες υπεράσπισης". Το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο, δεν αποφάνθηκε επί του αιτήματος αυτού, αλλά συνέχισε και περάτωσε την αποδεικτική διαδικασία. Σημειώνεται ότι και μετά την λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και την αγόρευση της εισαγγελέως, ο συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορουμένων , αφού πήρε τον λόγο (βλ. σελίδα 21 των πρακτικών) επανήλθε στο ως άνω αίτημα ζητώντας "να εξετασθούν και οι υπόλοιποι μάρτυρες υπεράσπισης, των οποίων το δικαστήριο, λόγω φόρτου εργασίας, δεν δέχθηκε την εξέταση". Το αίτημα για εξέταση και των υπολοίπων μαρτύρων υπεράσπισης, απορρίφθηκε τελικά από το Δικαστήριο με το σκεπτικό της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης (σελίδα 29 των πρακτικών), με την εξής, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία "Τέλος το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση και δεν κρίνει αναγκαία την εξέταση άλλων μαρτύρων υπεράσπισης". Από την απόρριψη του παραπάνω αιτήματος των κατηγορουμένων για εξέταση και των υπολοίπων μαρτύρων υπεράσπισης, αν όχι όλων, τουλάχιστον των δύο εξ αυτών, έτσι ώστε να είναι ίσος ο αριθμός των μαρτύρων κατηγορίας με τον αριθμό των μαρτύρων υπεράσπισης (σημειωτέον οι κατηγορούμενοι ήταν δύο και συνεπώς ο καθένας από αυτούς δικαιούταν αυτοτελώς και υπό τους αυτούς όρους, να ζητήσει την εξέταση μαρτύρων υπεράσπισης), παραβιάστηκε το δικαίωμα αυτών από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδάφιο δ' της "Ε.Σ.Δ.Α." (Ν.Δ. 53/1974) και από το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε' του " Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα" (Ν. 2462/1997), να εξετάσουν ή να ζητήσουν να εξεταστούν οι μάρτυρες υπεράσπισης υπό τους αυτούς όρους, όπως και οι μάρτυρες κατηγορίας, εξ αυτού δε του λόγου δημιουργήθηκε ακυρότητα από το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠΔ (Α.Π. 966/2008). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης του προαναφερόμενου δικαιώματος των αναιρεσειόντων, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί συνολικά η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 111,112 και 113 του Π.Κ. το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για τα πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β, 370 εδ. β και 511 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτή ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ (ΟΛ.Α.Π. 7/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, οι πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο και της συκοφαντικής δυσφήμησης που αποδίδονται στον πρώτο εκ των αναιρεσειόντων Π. Κ., φέρονται ότι τελέστηκαν την 5/11/2004 και 11/1/2005, οι πράξεις δε της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης που αποδίδονται στον δεύτερο των αναιρεσειόντων Χ. Κ., φέρονται ότι τελέστηκαν την 10/1/2005. Επειδή οι πράξεις αυτές τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος, έκτοτε δε και μέχρι τον χρόνο συζητήσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως (11/1/2013), όσον αφορά τις πράξεις που φέρονται ότι τελέστηκαν την 5/11/2004 και την 1/1/2005, αλλά και κατά τον χρόνο της διασκέψεως προς έκδοση της παρούσας απόφασης 25/1/2013), όσον αφορά την πράξη που φέρεται ότι τελέστηκε την 11/1/1005, παρήλθε το χρονικό διάστημα της οκταετίας, έχει εξαλειφθεί, με παραγραφή, το αξιόποινο των εν λόγων πράξεων και επειδή η υπό κρίση αίτηση περιέχει, κατά τα προεκτεθέντα, παραδεκτό λόγο αναίρεσης, ο οποίος κρίνεται βάσιμος, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων για τις παραπάνω πράξεις, λόγω παραγραφής. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 1018/ 2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά των: 1) Π. Κ. του Χ., για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, συκοφαντικής δυσφήμησης και απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο, που φέρονται ότι τελέστηκαν από αυτόν την 5/11/2004 και 11/1/2005 στο Αίγιο, σε βάρος των Α. Α. και Α. συζύγου Α. Α., και 2) Χ. Κ. του Π., για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης, που φέρονται ότι τελέστηκαν από αυτόν την 10/1/2005 στο Αίγιο σε βάρος των Α. Α. και Α. συζύγου Α. Α.. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ