Αριθμός 1341/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Δημήτριου Κατωπόδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Τ. του Σ., κατοίκου … έως και 208) Ε. Κ. του Δ., κατοίκου ... . Οι 53ος, 62ος, 85ος, 99ος, 130ος, 177ος, 178ος και 180ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Ξύδη και οι λοιποί δεν παραστάθηκαν. Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "Δήμος Πετρούπολης" με έδρα την Πετρούπολη Αττικής που εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο Δήμαρχος Θ. Κ. και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Αναστάσιο Δαφνή. Υπέρ του αναιρεσείοντος και κατά των αναιρεσιβλήτων. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο ίδιος ως άνω δικηγόρος Αναστάσιος Δαφνής και άσκησε πρόσθετη παρέμβαση, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του Ομίλου για το Περιβάλλον, τον Πολιτισμό και την Ποιότητα Ζωής στην Πετρούπολη "Το Ποικίλο", με έδρα την Πετρούπολη που εκπροσωπείται νόμιμα. Υπέρ του αναιρεσείοντος και κατά των αναιρεσιβλήτων, χωρίς να καταθέσει προτάσεις. Κατά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο πληρεξούσιος του προσθέτως παρεμβαίνοντος Δήμου Πετρούπολης ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως, διότι, όπως δήλωσε, ο πληρεξούσιος δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση δεν μπορεί να παρευρεθεί σήμερα στο ακροατήριο για έκτακτους λόγους υγείας. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και δια του Προεδρεύοντος αυτού απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/5/1982 αγωγή των αρχικών διαδίκων ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 15/7/1982 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση των αρχικών διαδίκων ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17153/1982, 5829/2002 μη οριστικές, 4454/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 946/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/3/2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 22/9/2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 15/3/2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 946/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, για το παραδεκτό της ασκήσεως της από 15/3/2007 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, έχει προσκομισθεί αντίγραφο της 789/2007 γνωμοδότησης του αρμοδίου (Ε) τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 12 παρ. 1,2 του Ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε αρχικώς με το άρθρο 28 του Ν. 2579/1998 και ακολούθως με το άρθρο 42 του Ν. 2721/1999). Eπειδή, κατά το άρθρο 80 Κ.Πολ.Δ. αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να τον υποστηρίξει. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου ( Ολ.Α.Π. 1/1996, ΑΠ 1171/2012, ΑΠ 1269/2009). Εξάλλου , κατά το άρθρο 81 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με την επίδοση αντιγράφου αυτής στους διαδίκους. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 80 και 68 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης, είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται στο δικόγραφο της παρέμβασης κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 81 παρ.1 εδ.β Κ.Πολ.Δ.. Έννομο συμφέρον προς παρέμβαση υπάρχει όταν με αυτήν μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης. Πρέπει όμως είτε αυτά να απειλούνται από την δεσμευτικότητα η την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είτε να υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειες της. Έτσι για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης, δεν αρκεί η επίκληση από τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, γενικότερων ηθικών ή κοινωνικών συμφερόντων, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης, στην οποία παρεμβαίνει, να θίγει από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος τα έννομα συμφέροντα του. Στην προκειμένη περίπτωση, άσκησε, το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσείοντος - εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ο Δήμος Πετρούπολης, με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του (Αρείου Πάγου) και επιδόθηκε στους διαδίκους. Έχει δε έννομο συμφέρον να παρέμβει στην εκκρεμή κυρία δίκη, καθ' όσον, όπως αυτός επικαλείται στο επίδικο ακίνητο, τμήμα του οποίου βρίσκεται τόσον εντός του σχεδίου πόλης αυτού, όσον και εκτός, πέραν των ρυμοτομούμενων εκτάσεων για τη δημιουργία δρόμων και πλατειών, αλλά και των ήδη διαμορφωμένων δρόμων, πεζοδρόμων, πλατειών, δικτύων αποχέτευσης και ομβρίων, που έχουν κατασκευασθεί με δικές του δαπάνες, βρίσκονται και δημόσια σχολεία Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, τα οποία ανήκουν στην κυριότητα του και πρόκειται να ανεγερθούν νέα σχολεία, πάρκα, άλση και λοιποί κοινόχρηστοι χώροι για την κάλυψη των αναγκών των δημοτών του. Επομένως η πρόσθετη αυτή παρέμβαση είναι παραδεκτή και νόμιμη και πρέπει να γίνει δεκτή, συνεκδικαζόμενη με την αίτηση αναιρέσεως. Περαιτέρω η πρόσθετη παρέμβαση, που ασκήθηκε υπέρ του αναιρεσείοντος από τον όμιλο για το Περιβάλλον, τον Πολιτισμό, την Ποιότητα Ζωής στην Πετρούπολη "ΤΟ ΠΟΙΚΙΛΟ", με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, η οποία καταχωρήθηκε στα σχετικά πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, χωρίς να επιβληθεί δικαστική δαπάνη σε βάρος του προσθέτως αυτού παρεμβάντος και υπέρ των αναιρεσιβλήτων, αφού δεν προκλήθηκε στους τελευταίους πρόσθετη δικαστική δαπάνη από την παρέμβαση αυτή. Επειδή, κατά το άρθρο 94 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ.1 του ίδιου Κώδικα η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις μέχρι τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμα και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβαση της. Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, στην τελευταία των οποίων προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 δεύτερο εδάφιο, που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ.1 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν δε στη δίκη συμμετέχουν περισσότεροι και κάποιος από αυτούς απουσιάζει ή δεν συμμετέχει νόμιμα και δεν έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους εφόσον συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας. Στην περίπτωση όμως της απλής ομοδικίας κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς εκείνον που απουσιάζει και δεν κλητεύθηκε νομίμως, ή δε συμμετέχει νόμιμα και η συζήτηση προχωράει ως προς τους λοιπούς. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών και την καθιερούμενη από τη διάταξη της παρ.3 του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ. αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι συνάγεται και ότι στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης έχει γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), αν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο, ο οποίος για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση (Ολ.ΑΠ 8/2009, 26/2008, 13/2008, 7/2008). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.β', γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ.β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσης του κατά την αρχική δικάσιμο. Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσης του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευση του (ΑΠ 162/20Ί1, ΑΠ 87/20Ί1, ΑΠ 274/2010). Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94, 96, 97, 142, 143 Κ.Πολ.Δ., η επίδοση προς διάδικο μπορεί να γίνεται και προς το νόμιμα διορισμένο αντίκλητο του, εφόσον εξακολουθεί να έχει αυτήν την ιδιότητα. Ο διορισμός αντικλήτου γίνεται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 142 παρ.1 και 4 είτε με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του πρωτοδικείου της κατοικίας του διαδίκου είτε με ρήτρα σε σύμβαση, που καλύπτει μόνο τις σχετικές με τη σύμβαση αυτή πράξεις. Επίσης έχει την ιδιότητα του αντικλήτου και ο νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος, στον οποίο μπορούν να γίνονται μόνον οι επιδόσεις που ανάγονται στη δίκη για την οποία είναι πληρεξούσιος, συμπεριλαμβανομένης και της επίδοσης της οριστικής απόφασης. Μετά όμως την έκδοση της οριστικής απόφασης, σε περίπτωση ασκήσεως ενδίκου μέσου, μπορεί να γίνει μεν επίδοση της σχετικής κλήσης προς τον υπογράψαντα το ένδικο μέσον, ως πληρεξούσιο δικηγόρο, όχι όμως και προς τον κατά τη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση πληρεξούσιο δικηγόρο του καθ'ού το ένδικο μέσον, ο οποίος μετά την έκδοση της οριστικής αυτής αποφάσεως παύει να έχει την ιδιότητα του αντικλήτου, αν δεν διορίσθηκε αντίκλητος κατά το άρθρο 142 παρ.1 και 4 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 301/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε με εκφώνηση της από τη σειρά του πινακίου η αίτηση για αναίρεση της 946/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και η πρόσθετη παρέμβαση του Δήμου Πετρούπολης υπέρ του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, από τους 208 αναιρεσιβλήτους δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση, κατά τα άρθρα 242 παρ.2, 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., οι αναφερόμενοι στην αίτηση αναίρεσης με τους αριθμούς 1ος, 2ος, 3η, 4ος, 5ος, 6ος, 7η, 8η, 9ος, 10η, 11η, 12ος, 13ος, 14ος, 15ος, 16ος, 17η, 18ος, 19ος, 20ος, 21ος, 22ος, 23ος, 24ος, 25ος, 26ος, 27ος, 28ος, 29ος, 30ος, 31ος, 32ος, 33ος, 34ος, 35ος, 36ος, 37ος, 38ος, 39ος, 40ος, 41η, 42η, 43ος, 44ος, 45ος, 46ος, 47ος, 48ος, 49ος, 50ος, 51η, 52ος, 54ος, 55ος, 56ος, 57ος, 58ος, 59ος, 60ος, 61ος, 63ος, 64η, 65η, 66ος, 67ος, 68η, 69ος, 70ος, 71η, 72η, 73ος, 74η, 75ος, 76ος, 77ος, 78η, 79ος, 80ος, 81ος, 82ος, 83ος, 84ος, 86ος, 87ος, 88ος, 89ος, 90ος, 91ος, 92ος, 93ος, 94ος, 95ος, 96ος, 97ος, 98ος, 100ος, 101ος, 102ος, 103ος, 104ος, 105ος, 106ος, 107ος, 108ος 109η, 110ος, 111ος, 112ος 113η, 114ος, 115ος, 116ος, 117ος, 118ος, 119ος, 120ος, 121η, 122ος, 123ος, 124ος, 125η, 126ος, 127ος, 1280ς, 129ος, 131ος, 132ος, 133ος, 134η, 135ος, 136ος, 137ος, 138ος, 139ος, 140η, 141ος, 142ος, 143ος, 144ος, 145ος, 146ος, 147ος, 148ος, 149ος, 150ος, 151ος, 152ος, 153ος, 154ος, 155η, 156ος, 157η, 158ος, 1590ς, 160ος, 161ος, 162ος, 163ος, 164ος, 165ος, 166ος, 167ος, 168ος, 169ος, 170ος, 171ος, Ι72ος, 173η, 174ος, 175ος, 176ος, 179ος, 181ος, 182η, 183ος, 184η, 185ος, 186ος, 187ος, 188η, 189η, 190ος, 191ος, 192η, 193ος, 194ος, 195ος, 196ος, 197ος, 198η, 199ος, 200ος, 201η, 202ος, 203ος, 204ος, 205ος, 206η, 207η και 208ος, ενώ παραστάθηκαν, εκπροσωπούμενοι νομοτύπως, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ε. Ξύδη οι λοιποί αναιρεσίβλητοι. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι δικάσιμος για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε αρχικώς η 15/10/2008, κατά την οποία όμως η συζήτηση αναβλήθηκε, ερήμην των προαναφερομένων διακοσίων αναιρεσιβλήτων, με επισημείωση στο οικείο πινάκιο για την 17/3/2010, οπότε αναβλήθηκε διαδοχικώς με επισημειώσεις στο πινάκιο, ερήμην των ίδιων διακοσίων αναιρεσιβλήτων, για τις δικάσιμους της 18/5/2011, 22/2/2012 και τέλος αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως. Τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως κατά την παραπάνω αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, επισπεύδουν από κοινού όλοι οι αναιρεσίβλητοι, δια του δικηγόρου τους Ευάγγελου Ξύδη, με παραγγελία του οποίου αντίγραφο αυτής με κλήση προς συζήτηση (για την αρχική δικάσιμο) επιδόθηκε στο αναιρεσείον, όπως προκύπτει από την 463Β/16-4-2008 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., την οποία προσκομίζουν οι εξ' αυτών παριστάμενοι. Από κανένα όμως στοιχείο της δικογραφίας προκύπτει ότι οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι είχαν χορηγήσει νομίμως πληρεξουσιότητα στον παραπάνω δικηγόρο να επισπεύσει τη συζήτηση της υποθέσεως και επομένως η επίσπευση της συζήτησης από τους αναιρεσιβλήτους αυτούς είναι άκυρη. Εξάλλου δεν προκύπτει ότι οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστούν κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο από τους λοιπούς ομοδίκους τους - αναιρεσιβλήτους, που παραστάθηκαν κατ' αυτήν και εκπροσωπήθηκαν νομίμως ή από το αναιρεσείον. Επομένως η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή της στο πινάκιο για την μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση των απολειπομένων αναιρεσειόντων και συνακόλουθα έπρεπε αυτοί να κλητευθούν κατά τη νέα δικάσιμο, της 17/3/2010. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του προσθέτως εν τω μεταξύ παρεμβάντος υπέρ του αναιρεσείοντος Δήμου Πετρούπολης δόθηκε εντολή στο δικαστικό επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., να επιδοθεί βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα του δικαστηρίου τούτου (του Γ' Πολιτικού Τμήματος), για την αναβολή της υποθέσεως κατά την παραπάνω δικάσιμο της 17/3/2010, την οποία (βεβαίωση) είχε λάβει ο τελευταίος με αίτηση του, σε καθένα των αναιρεσιβλήτων "ή στον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευαγγ. Ξύδη" με κλήση για να παραστούν κατ' αυτήν. Από τις προσκομιζόμενες βεβαιώσεις της αρμόδιας γραμματέως του δικαστηρίου τούτου, σε κάθε μία των οποίων υπάρχει σημείωση του παραπάνω δικαστικού επιμελητή περί της επιδόσεως αυτής, δεν προκύπτει, ποιος είναι ο παραλήπτης αυτού του εγγράφου, αν δηλαδή είναι καθένας των απολειπομένων αναιρεσιβλήτων ή ο φερόμενος ως πληρεξούσιος και αντίκλητος αυτών δικηγόρος Ευαγγ. Ξύδης. Περαιτέρω από την .../29-10-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., την οποία προσκομίζουν οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι προκύπτει ότι επιδόθηκε στον ίδιο παραπάνω δικηγόρο Ευαγγ. Ξύδη, ως πληρεξούσιο και αντίκλητο και των απολειπομένων αναιρεσιβλήτων, με επιμέλεια του νομοτύπως παραστάντος στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, αλλά και στη μετ' αναβολήν και στην αναφερόμενη στην αρχή, ομοδίκου τους, αναιρεσιβλήτου Χ. Μ., βεβαίωση της ίδιας παραπάνω γραμματέως περί αναβολής της υποθέσεως για τη δικάσιμο της 18/5/2011, με κλήση για να παραστούν κατ' αυτήν. Τέλος από την .../30-11-2011 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., την οποία προσκομίζουν οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι επιδόθηκε στον ίδιο δικηγόρο, Ευαγγ. Ξύδη, ως πληρεξούσιο και αντίκλητο και των απολειπομένων αναιρεσιβλήτων με επιμέλεια του ίδιου παραπάνω ομοδίκου τους, Χ. Μ., βεβαίωση της ίδιας γραμματέως περί αναβολής της υποθέσεως για τη δικάσιμο της 22/2/2012 με κλήση για να παραστούν κατ' αυτήν. Συνεπώς οι απόντες αυτοί διάδικοι, οι οποίοι ήταν αντίδικοι του αναιρεσείοντος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, δεν κλητεύθηκαν κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 15/10/2008, δεν προκύπτει ότι κλητεύθηκαν νομίμως κατά την πρώτη μετ' αναβολή δικάσιμο της 17/3/2010, αφού δεν αποδείχθηκε αν παρέλαβε τη βεβαίωση της αναβολής για τη δικάσιμο αυτήν καθένας τούτων, οπότε θα υπήρχε νόμιμη κλήτευση, δεν κλητεύθηκαν νομίμως κατά τις μετ' αναβολή δικάσιμους της 18/5/2011 και 22/2/2012, καθ' όσον στις δύο αυτές περιπτώσεις, η επίδοση της βεβαίωσης περί αναβολής κατά τις δικάσιμους αυτές, με την κλήση να παραστούν κατ' αυτές, έγινε στο δικηγόρο Ε. Ξύδη, ο οποίος είχε εκπροσωπήσει αυτούς κατά τη δίκη στο Εφετείο και ο οποίος, όμως, μετά την έκδοση της αποφάσεως αυτής έπαυσε να έχει την ιδιότητα του αντικλήτου, αφού δεν αποδείχθηκε σχετικός διορισμός του κατά το άρθρο 142 παρ.1, 4 Κ.Πολ.Δ.. Τα ίδια ισχύουν και για την περίπτωση της κλήτευσης τους για τη δικάσιμο της 17/3/2010 και εφόσον προέκυπτε ότι παρέλαβε τη σχετική βεβαίωση ο ίδιος δικηγόρος, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι κλητεύθηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο. Επομένως σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς αυτούς η συζήτηση της αναίρεσης και να προχωρήσει ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, απλούς ομοδίκους αυτών. Επειδή κατά τις διατάξεις του Ν. 8 παρ. 8 Κωδ. (7-39), Ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50-4), Ν. 2 παρ. 20, Παν. (41-4), Ν. 6 πανδ. (44-3), Ν. 76 παρ.1, πανδ. (18-1) και Ν. 7 παρ. 3 πανδ. (23-3) του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (ΒΡΔ), με τις οποίες κρίνεται η απόκτηση του δικαιώματος κυριότητας πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα και έχουν ισχύ κατά το άρθρο 51 του Εισ.Ν. ΑΚ, μπορεί να αποκτηθεί κυριότητα επί των δημοσίων κτημάτων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα δημόσια δάση, λειβαδικές εκτάσεις, μετά από άσκηση νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού ο οποίος χρησιδέσποζε, να συνυπολογίζει στο χρόνο της νομής του και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Ως "καλή πίστη" νοείται, κατά τις διατάξεις των Ν. 27 παν. (18-1), 15 παρ. 3, 48 πανδ. (41-3), 11 πανδ. (51-4), 5 παρ. 5, 1 (41-10) και 109 πανδ. (50-16) η ειλικρινής πεποίθηση, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ' αυτού. Οι εμφανείς υλικές πράξεις νομής πρέπει να αναφέρονται στην αγωγή και σε περίπτωση αμφισβητήσεως να αποδεικνύονται από εκείνον, ο οποίος επικαλείται βούληση περί εξουσιάσεως του πράγματος, ενώ τη συνδρομή της καλής πίστης συνάγει το δικαστήριο, ενόψει της φύσεως της, ως ενδιάθετης κατάστασης, συμπερασματικώς από τα αποδεικνυόμενα περιστατικά. Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του Ν. δ/τος της 21.6/10-7-1837 "Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", προκύπτει ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί σε δημόσια κτήματα, εφόσον η τριακονταετής νομή επ' αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915. Κι' αυτό γιατί μετά την ημερομηνία αυτή δεν μπορούσε να επέλθει χρησικτησία των κτημάτων αυτών, όπως προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του Ν. Δ-Η/1912 και των Διαταγμάτων για το δικαιοστάσιο, που έχουν εκδοθεί με βάση αυτόν τον νόμο, με τα οποία είχε ανασταλεί η παραγραφή σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματα του και συνεπώς και η χρησικτησία τρίτων σ'αυτά και αφετέρου του άρθρου 21 του από 22.4/15.5.1926 Δ.Δ/τος "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", κατά το οποίο "τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμίαν υπόκεινται στο μέλλον παραγραφήν, η δε αρξαμένη, ουδεμίαν κέκτηται συνέπειαν αν μέχρι της δημοσιεύσεως του Δ/τος αυτού δεν συνεπληρώθη η τριακονταετής κατά τους ισχύοντας νόμους παραγραφή" και των διατάξεων των άρθρων 2 και 4 του Α.Ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων δασών θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν ουδεμίαν ενήργησε επ'αυτών πράξη νομής και ότι τα επί ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου δεν υπόκεινται σε καμία παραγραφή (Ολ.ΑΠ 75/1987, ΑΠ 178/2004, ΑΠ 351/2003, ΑΠ 1140/2002). Περαιτέρω, και ειδικότερα σε σχέση με το στοιχείο της καλής πίστης^ το δικαστήριο της ουσίας πρέπει μεν να εξειδικεύει στην απόφαση του τα περιστατικά που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν την έννοια της καλής πίστης, χωρίς να αρκεί η απλή χρήση του όρου αυτού, αν όμως περιοριστεί στο τελευταίο δεν παραβιάζει ευθέως τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αλλά υποπίπτει ενδεχομένως μόνο στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αφού έτσι η απόφαση του είναι δυνατόν να μην έχει νόμιμη βάση, λόγω ελλείψεως της απαιτούμενης κατά τις περιστάσεις αιτιολογίας ως προς τη συνδρομή του συγκεκριμένου αυτού όρου εφαρμογής των εν λόγω ουσιαστικών διατάξεων. Πιο συγκεκριμένα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 502/2007, ΑΠ 92/2002, ΑΠ 448/2001). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης και κατά το μέρος της που αυτή αφορά τους παρακάτω κρινόμενους λόγους της αναίρεσης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση από τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, δυνάμει της υπ' αριθ. 17153/1982 προδικαστικής αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που περιέχονται στην επικαλούμενη και νομίμως προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 1007/1990 Εισηγητική Έκθεση, την από 8-6-1992 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Α. Ρ., Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού, που ορίσθηκε με την ανωτέρω μη οριστική απόφαση του Πρωτοβαθμίου δικάσαντος δικαστηρίου, την από 23-8-1995 τεχνική έκθεση του Δασολόγου Χ. Γ. και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα από τους διαδίκους αποδεικνύονται τα εξής: Το επίδικο έκτασης 79.500 τ.μ., βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Πετρούπολης Αττικής. Εμφαίνεται στο από Σεπτεμβρίου 1964 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Α., που είναι προσαρτημένο στο υπ' αριθ. .../1964 συμβόλαιο του Συμ/φου Αθηνών Γεωργίου Περράκη, με τα στοιχεία.... Το επίδικο με την αρχική του μορφή, δηλαδή πριν την επέκταση του σχεδίου πόλεως και τη δημιουργία των άνω τμημάτων απέκτησαν οι εκ των εναγόντων Κ. Γ. (αριθ. 96 κατά σειρά στην αγωγή) και Α. Χ. (αριθ. 199 κατά σειρά στην αγωγή) κατά τα 7.035/1000 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και οι λοιποί ενάγοντες κατά 3.517/1000 εξ αδιαιρέτου ο καθένας με αγορά από τον Ν. Π. (πρώτο ενάγοντα, αποβιώσαντα, ... (ακολουθεί σειρά μεταβιβάσεων) ... . Το όλο ως άνω ακίνητο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης γνωστής με την τοπωνυμία "..." ή "..." ή "...", συνολικής επιφάνειας 3.500 στρεμμάτων. Βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας Άνω Λιοσίων, τέως Δήμου Αθηναίων. Αποτελείται από πεδινή και ορεινή έκταση, από καλλιεργήσιμες και μη γαίες, βοσκότοπους εντός αυτών, ποιμνιοστάσια και οικίες, δάσους και πεύκων και διαφόρων άλλων αγρίων δένδρων. Συνορεύει ανατολικά με κτήματα ... και ..., δυτικά με κτήμα ..., με κτήμα κληρονόμων Κων/νου, με κτήμα κληρονόμων Κ. Λ. και με κτήματα (βουνό) του χωριού ... της ... καλούμενα ... βόρεια με ..., όρια του χωριού ... και ... και με Εθνικές γαίες, νότια με κτήματα κληρονόμων Δ. και με Κόκκινη Εκκλησία (Άγιο Γεώργιο) και με κτήματα κληρονόμων Δ. και Ι. Τ.. Ολόκληρο το άνω ακίνητο περιήλθε στον απώτατο δικαιοπάροχο των εναγόντων και των ανωτέρω δικαιοπαρόχων τους, Π. Σ. Β. μετά από διανομή που έγινε μεταξύ αυτού, της αδελφής του Σ. Σ. Β. και της ανηψιάς του Α. θυγ. Α. Β. του Σ. δυνάμει του υπ' αριθ. .../11-5-1847 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών τότε Παναγιώτη Πούλου. Με το συμβόλαιο αυτό διανομής, που βρίσκεται στα αρχεία του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Αθηνών, περιήλθε στον ανωτέρω Π. Σ. Β. εδαφική έκταση, αποτελούμενη από καλλιεργήσιμους και μη αγρούς, με διάσπαρτα άγρια δένδρα και με το όνομα "...". Η έκταση αυτή βρίσκεται στη θέση "..." και συνορεύει, κατά το συμβόλαιο αυτό διανομής, ανατολικά και βόρεια με αγρούς ..., δυτικά με κτήμα "..." και νότια με τμήματα "..." και "..." και αγρούς Δ.. Στο συμβόλαιο αυτό δεν προσδιορίζεται το εμβαδόν της έκτασης αυτής, προδήλως, γιατί ήταν δυσχερής η καταμέτρηση της και γιατί κατά το συμβόλαιο αυτό, όλη η έκταση, όση και αν ήταν, περιήλθε στον Π. Σ. Β., ενώ στις άλλες συμβαλλόμενες, αδελφή και ανηψιά του περιήλθε από κοινού ένα οικόπεδο στην πόλη των Αθηνών. Έκτοτε ο Π. Σ. Β. νεμόταν το ακίνητο αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως με τη διενέργεια επ'αυτού όλων των πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση του. Καλλιεργούσε τα τμήματα που επιδεχόταν την καλλιέργεια, με δημητριακά συνέλεξε τη ρητίνη από τα πεύκα, χωρίς να παρενοχληθεί από τρίτον μέχρι τον θάνατο του το 1852, οπότε το ακίνητο περιήλθε στον μόνο εξ αδιαθέτου κληρονόμο του Α. Π. ή Π. Β., ο οποίος υπεισήλθε στην κληρονομιά του δι' αναμείξεως με πρόθεση κληρονόμου, επιχειρώντας σ' αυτό όλες τις ανωτέρω διακατοχικές πράξεις συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι το 1862 που πέθανε. Μετά το θάνατο του το ακίνητο περιήλθε στην σύζυγο του Κ. χα Α. Β. και στα τέκνα του Θ., Π., Π. συζ. Κ. Φ., το γένος Α. Β. και Κ. συζ. Ι. Μ., το γένος Α. Β., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων, οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά του δι' αναμείξεως με πρόθεση κληρονόμου, ενεργώντας με καλή πίστη και διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως τις ίδιες ανωτέρω διακατοχικές πράξεις, από κοινού μέχρι το θάνατο της μητέρας τους το 1883. Στη συνέχεια τα άνω τέκνα της και του συζύγου της, οι οποίοι υπεισήλθαν στην εξ αδιαθέτου κληρονομιά της, δι' αναμείξεως με πρόθεση κληρονόμου, επιχειρώντας τις αυτές άνω διακατοχικές πράξεις, επί πλέον εκμισθώνοντας σε τρίτους τη χορτονομή, τις βοσκήσιμες εκτάσεις, το δικαίωμα τους επί της ρητινοσυλλογής και της ξυλείας, αλλά και προς καλλιέργεια μέχρι το 1902. Στη συνέχεια δυνάμει του υπ' αριθ. .../5-2-1902 συμβολαίου του Συμ/φου τότε των Αθηνών Χρήστου Χατζησπύρου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία των μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων (τόμο 826 και α/α 444) οι ανωτέρω γιοι Θ. Α. Β., Π. χα Κ. Φ., το γένος Α. Β., Κ. συζ. Ι. Μ., το γένος Α. Β. και ο Η. γιος του Π. Α. Β., ως μόνος κληρονόμος του κατά το έτος 1892 αποβιώσαντος πατέρα του, στην κληρονομιά του οποίου υπεισήλθε δι' αναμείξεως με πρόθεση κληρονόμου από το 1892 μέχρι το 1902, από κοινού, προς αποφυγήν ερίδων και διενέξεων αναγνώρισαν αμοιβαίως ότι έκαστος τυγχάνει κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου συγκύριος και κάτοχος του άνω κτήματος, έκτασης 3.000 στρεμμάτων. Με το συμβόλαιο αυτό ανέλαβαν την υποχρέωση να προβούν εντός έτους από την κατάρτιση του συμβολαίου αυτού στη διανομή του κτήματος σε τέσσερα ίσα μέρη, δια κλήρου, συντασσομένου προς τούτο επισήμου διανεμητηρίου συμβολαίου. Έτσι οι ανωτέρω κληρονόμοι του Α. Π. Β., Π. Β. και Κ. χας Α. Β. κατέστησαν συγκύριοι του άνω κτήματος, κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας δι' εκτάκτου χρησικτησίας, αφού νέμονταν αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου από το έτος 1847 μέχρι το έτος 1902, συνυπολογίζοντας και τον χρόνον νομής των δικαιοπαρόχων του, επιχειρώντας τις ανωτέρω διακατοχικές πράξεις, ήτοι με ειλικρινή πεποίθηση, ότι με την κτήση της νομής του, δεν προσβάλλεται το δικαίωμα κυριότητος άλλου και του Δημοσίου επ' αυτού, από το οποίο ουδέποτε ενοχλήθηκαν. Στη συνέχεια το 1908 απεβίωσε ο εκ των ανωτέρω συγκυρίων αδελφών Θ. Α. Β. και στην εξ αδιαθέτου κληρονομιά του υπεισήλθαν η σύζυγος του Β. το γένος Δ. Α., τα τέκνα του Χ. συζ. Α. Σ., Ε. συζ. Γ. Α., Π. Θ. Β., Κ. Θ. Β. και ο εγγονός του Π. Κ. Η., τέκνο της προαποβιώσασας θυγατέρας του Κ. συζ. Κ. Η.. Το 1913 απεβίωσε ο Π. Θ. Β. και κατελιπε ως μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τα τέκνα του Κ., Σ. και Ι. και τη σύζυγο του Ε. χα Π. Β.. Το έτος 1919 απεβίωσε η Β. χα Θ. Β. και κατέλειπε ως μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους τους τα ανωτέρω τέκνα της Χ. συζ. Α. Σ., Ε. συζ. Γ. Α., Κ. Θ. Β. και τους εγγονούς της Π. Κ. Η., τέκνο της προαποβιώσασας θυγατέρας της Κ. συζ. Κ. Η., Σ., Κ. και Ι. Π. Β., τέκνα του προαποβιώσαντος γιου της Π. Θ. Β.. Οι ανωτέρω τέσσερις συγκύριοι εξ αδιαιρέτου του κτήματος από του έτους 1902 και στο εξής συνέχισαν να νέμονται αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου μέχρι το έτος 1927, εκτός από του Θ. Α. Β., ο οποίος το νεμόταν με τα ανωτέρω προσόντα μέχρι το έτος 1908 που απεβίωσε. Στις κληρονομιές του Θ. Α. Β. και των προαναφερομένων αποβιωσάντων Π. Θ. Β. και Β. χήρας Θ. Β. υπεισήλθαν διαδοχικά οι ανωτέρω κληρονόμοι τους δι'αναμείξεως με πρόθεση κληρονόμου, επιχειρώντας τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου αυτού, ήτοι ξύλευση, καλλιέργεια, φύλαξη, μισθώσεις από κοινού μέχρι το έτος 1923, εφεξής μέχρι το 1927 οι άνω κληρονόμοι, εκτός του Κωνσταντίνου Θ. Β. και Π. Κ. Η., οι οποίοι τα ιδανικά τους μερίδια επί του κτήματος μεταβίβασαν με τα νομίμως μεταγεγραμμένα υπ'αριθ. .../1923 και .../1923 συμβόλαια του συμ/φου Αθηνών Γεωργίου Τσέλιου, στον Α. Μ. (όπως προεκτέθηκε), ο οποίος στη συνέχεια το ιδανικό μερίδιο που αγόρασε μεταβίβασε κατ' ισομοιρία στις Ε. Α. και Χ. συζ. Α. Σ. με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ'αριθ. .../1924 συμβόλαιο του Συμ/φου Αθηνών Γεωργίου Τσέλιου. Οι τελευταίοι νέμονταν και αυτοί με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, τα ιδανικά τους μερίδια, επί του κτήματος μέχρι το 1927, επιχειρώντες τις ίδιες διακατοχικές πράξεις. Με το υπ'αριθ. .../16-2-1927 συμβόλαιο του Συμ/φου Αθηνών Εμμανουήλ Βλάσση, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι συγκληρονόμοι αφενός Χ. συζ. Α. Σ., το γένος Θ. Α., Ε. συζ. Γ. Α., το γένος Θ. Α. Β., Ε. χα Π. Θ. Β., η οποία ενεργούσε για τον εαυτό της και ως νόμιμος εκπρόσωπος των ανηλίκων τέκνων της Σ. Π. Β. και Ι. Π. Β. και Κ. Π. Β. και αφετέρου οι Ι. Κ. Φ. και Σ. Κ. Φ., κληρονόμοι εξ αδιαθέτου της κατά το έτος 1924 αποβιώσας μητέρας τους Π. χας Κ. Φ., το γένος Α. Β., συμφώνησαν και αναγνώρισαν τα εξής: Το κατά τα ανωτέρω περιελθόν σαυτούς και τους δικαιοπαρόχους Θεόδωρο Α. Β. και Π. χα Κ. Φ., κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου κτήμα, συνολικής έκτασης 3.500 στρεμμάτων περίπου, "συγκεκριμένο εκ πεδινής και ορεινής εκτάσεως, εκ καλλιεργησίμων και μη γαιών, βοσκοτόπων, μετά των εν αυτοίς ποιμνιοστασίων και οικιών, δάσους εκ πεύκων και διαφόρων άλλων αγρίων δένδρων και συνορευόμενο ανατολικώς με κτήματα ... και βαθύ ρέμμα, δυτικώς με κτήμα ..., με κτήμα κληρονόμων Κ. Λ. και με κτήματα (Βουνό) του χωρίου ... ... και με Εθνικός γαίας, μεσημβρινώς με κτήματα κληρονόμων Δ. και με Κόκκινη Εκκλησία (Άγιον Γεώργιον) και με κτήματα κληρονόμων Δ. και Ι. Τ.", διαίρεσαν με βάση τη διαμορφωθείσα μέχρι τότε πραγματική διανομή σε δύο ίσα μέρη. Ειδικότερα συμφώνησαν και αναγνώρισαν τα εξής: "Το όλον κτήμα διαιρείται σε δύο ίσα μέρη δια γραμμής......όλοι συγκληρονόμοι των αποβιωσάντων Θ. Α. Β. και της συζύγου του Β., αναγνώρισαν τη διανομή που έγινε με το ανωτέρω υπ' αριθ. .../1927 συμβόλαιο του περιγραφομένου κτήματος σε δύο ίσα μέρη, το δυτικό και το ανατολικό, υπό τα καθοριζόμενα όρια και ότι το μεν πρώτο, δυτικό, τμήμα περιέρχεται στην κυριότητα νομή και κατοχή των ανωτέρω "αφετέρου" συμβαλλομένων Χ. συζ. Α. Σ. κλπ, το δε δεύτερο ανήκει στους ανωτέρω "αφ'ενός" συμβαλλόμενους, κατά τις αναφερόμενες στο συμβόλαιο αυτό διακρίσεις ως προς τους Ι. και Σ. Κ. Φ.. Μέσα στα όρια του δυτικού τμήματος, του όλου κτήματος, έκτασης 1.400 στρεμμάτων, βρίσκονται και τα επίδικα ακίνητα, ως τμήματα συνολικής εκτάσεως 79.600 τ.μ., με τη μορφή που αυτή είχε πριν την επέκταση του σχεδίου πόλεως στην περιοχή. Η έκταση αυτή αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης 147.000 τ.μ., γνωστής ως πεδίο βολής πυροβολικού, η οποία είχε επιταχθεί το έτος 1952 στα χέρια των δικαιοπαρόχων του Ν. Π. δυνάμει της υπ'αριθ. 95200/215492/29-6-1952 Δ/γής του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (ΓΕΣ Κλάδος Γ) για τις ανάγκες του Κέντρου Εκπαιδεύσεως Χαϊδαρίου. Το εκκαλούν-εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο από της επιτάξεως κατέβαλε μίσθωμα στους δικαιοπαρόχους του Ν. Π. (δικαιοπαρόχου των εναγόντων) δυνάμει των υπ'αριθ. 245/1966, 245/1967, 246/1967, 247/1967 και 247/1967 αποφάσεων του Διοικητικού Δικαστηρίου Στρατιωτικών επιτάξεων, ενώ με τις υπ'αριθ. 52α/1965 και 182/1970 αποφάσεις του αυτού Διοικητικού Δικαστηρίου διατασσόταν το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλλει αποζημίωση στον Ν. Π. για την επιταχθείσα επίδικη έκταση. Το Γενικό Επιτελείο Στρατού με τα υπ'αριθ. Φ919.12/22Α/656540 ΒΣΤ 902/30-1-1965, Φ 913.3/5γ/726498 ΒΣΤ 902/21-7-1966 και Φ 913.12/22Α/375839 ΒΣΤ 902/21-8-1968 έγγραφα του γνωστοποιούσε στην τότε Γενική Συνομοσπονδία Πολεμιστών Ελλάδος, την αδυναμία άρσεως της επιτάξεως, λόγω της αναγκαιότητας της επιταχθείσας εκτάσεως για τη Στρατιωτική Υπηρεσία, διαβεβαιώνοντας τους συγχρόνως, ότι για το λόγο αυτό έχει ήδη αρχίσει τη διαδικασία απαλλοτριώσεως της. Το Συμβούλιο της Επικρατείας εν Ολομέλεια με την υπ' αριθ. 3451/1972 απόφαση του, επιληφθέν της υποθέσεως μετά από αίτηση του Ν. Π., δικαιοπαρόχου των εναγόντων, ακύρωσε την άρνηση της Διοικήσεως να άρει την επιβληθείσα με την υπ'αριθ. 92500/2/154920/26-8-1952 απόφαση του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, η οποία τροποποιήθηκε με την υπ'αριθ. Φ 91 3.1 2/22Α/55/65601 6/25-1-1 965 απόφαση, επίταξη της άνω έκτασης. Παρά ταύτα και μετά την απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, στην εν λόγω έκταση διατηρήθηκαν οι εγκαταστάσεις του στρατού μέχρι το 1979, που απομακρύνθηκαν όλες, εκτός από ένα επανδρωμένο φυλάκιο, το 1980. Μετά την απομάκρυνση και του φυλακίου αυτού οι ενάγοντες συνέχισαν να νέμονται το ακίνητο αυτό που περιλαμβάνονται και τα επίδικα, με διάνοια κυρίου, επιχειρώντας σαυτό διακατοχικές πράξεις, όπως τοποθέτηση ορόσημων και πινακίδων στα οικοδομικά τετράγωνα, επιχωμάτωση των υφισταμένων ορυγμάτων που είχαν διανοιχθεί από το στρατό. Γενικά ασκούσαν διακατοχικές πράξεις προσιδιάζουσες στη φύση του, δεδομένης και της εντάξεως αυτού κατά ένα μέρος του στο σχέδιο πόλεως. Μάλιστα ο εκ των εναγόντων Κ. Γ. ανήγειρε οικοδομή στο επίδικο (454 Ο.Τ.), κατόπιν της υπ' αριθ. .../1982 Οικοδομικής Άδειας της Δ/νσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αττικής. Οι άνω πράξεις νομής των εναγόντων και του αμέσου δικαιοπαρόχου τους Ν. Π. αποτελούν συνέχεια των με τα ίδια προσόντα πράξεων νομής των απωτέρων και απωτάτων δικαιοπαρόχων τους. Συγκεκριμένα από το 1927 και στο εξής μέχρι τη μεταβίβαση του επιδίκου στον Ν. Π. (1964 και 1965), νέμονταν αυτό με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη οι ανωτέρω συμβαλλόμενοι στα υπ' αριθ. .../1927 και .../1927 συμβόλαια του Συμ/φου τότε Αθηνών Εμμανουήλ Βλάσση και οι αναφερόμενοι καθολικοί τους διάδοχοι τους, οι οποίοι μέχρι την 23-2-1946 υπεισήλθαν δι' αναμείξεως με πρόθεση κληρονόμου και στη συνέχεια οι κληρονόμοι των μετέπειτα αποβιωσάντων δικαιοπαρόχων αποδέχθηκαν, όπως προεκτέθηκε, την κληρονομιά τους, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του όλου δυτικού τμήματος της έκτασης των 1.400 στρεμμάτων και επί των συγκεκριμένων μερικότερων εδαφικών τμημάτων αυτού δυνάμει των αναφερομένων τίτλων, συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι της αποκτήσεως αυτού από τους ενάγοντες, κατά τα αναφερόμενα ιδανικά μερίδια. Συγκεκριμένα οι δικαιοπάροχοι (άμεσοι, απώτεροι και απώτατοι) των εναγόντων νέμονταν, όπως προεκτέθηκε, τα επίδικα ως τμήμα ευρύτερης έκτασης του κτήματος "...", εμβαδού 3.500 στρεμμάτων. Τα επίδικα αναφέρονταν και περιγράφονταν στο χάρτη του έτους 1883 του αρχαιολογικού Ινστιτούτου Γερμανίας (χάρτη Κάουπερτ), ως δασική έκταση φέρουσα βλάστηση από πεύκα (δάσος) και αείφυλλα πλατύφυλλα (θάμνους), απέχουσα 1100 μέτρα περίπου από την πλησιέστερη αγροτική έκταση. Από το έτος 1847 μέχρι το 1915 και στο εξής οι κατά καιρούς δικαιοπάροχοι των εναγόντων, ασκούσαν συνεχώς και αδιακόπτως πράξεις νομής σ' αυτά, ως τμήματα της ευρύτερης έκτασης του κτήματος "...", με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ήτοι ρητινοσυλλογή, ξύλευση και καλλιέργεια με βίκο και άλλα δημητριακά των τμημάτων που επιδέχονταν καλλιέργεια. Εκμίσθωναν αυτά σε τρίτα πρόσωπα για καλλιέργεια, χορτονομή και βόσκηση των ποιμνίων, όπως προκύπτει, από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους ενάγοντες υπ' αριθ. .../1891, .../1893, .../1893, .../1894, .../1896, .../1898, .../1899, .../1900, .../1901 μισθωτήρια συμβόλαια του Συμ/φου τότε Αθηνών Φ. Παπούλια, υπ' αριθ. .../1905 του Συμ/φου τότε Αθηνών Χ. Χατζησπύρου και υπ' αριθ. .../1915, .../1915, .../1916 και .../1917 του Συμ/φου τότε Αθηνών Δ. Κλάδη. Εντός της επίδικης έκτασης υπάρχει άμπελος που καταλαμβάνει 3.270 τ.μ. Τούτο αναφέρει, στην από 8-6-1992 έκθεση πραγματογνωμοσύνης ο Πραγματογνώμων Α. Ρ., ο οποίος δια της αυτής πραγματογνωμοσύνης του αποφαίνεται ότι το επίδικο εμβαδού 80.539 τ.μ., σε δύο τμήματα, όπως υποδείχθηκε από τα διάδικα μέρη, περιλαμβάνεται στα επικαλούμενα από τους ενάγοντες συμβόλαια. Εξ άλλου το έτος 1873 η Κ. χα Α. Β. υποθήκευσε το όλον κτήμα προς εξασφάλιση δανείου - που της χορηγήθηκε από τον Υπουργό Εκκλησιαστικών Δ. Καλλιφρονά. Με την υπ' αριθ. Ε/50814/24-12-1954 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας επετράπη στους κληρονόμους του Α. Β. και λοιπούς αξιούντες δικαιώματα συγκυριότητας επί του αγροκτήματος "..." συνολικής έκτασης 3.500 στρεμμάτων περίπου, να διανείμουν μεταξύ τους και να μεταβιβάζουν ελεύθερα το εν λόγω κτήμα, καθόσον τούτο κρίθηκε με την υπ' αριθ.Ε/45024/54 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, ως μη υποκείμενο σε απαλλοτρίωση κατά το άρθρο 104 του Συντάγματος. Με την υπ' αριθ. Ε/40758/14-10-1955 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας έγινε από τη Διεύθυνση εποικισμού (τμήμα Β) του Υπουργείου αυτού η διόρθωση της άνω απόφασης Ε/50814/1954 ... απόφαση ως προς την ονομασία του κτήματος στην ορθή "..." Ν. Λιοσίων Αττικής, ισχύουσα κατά τα λοιπά η διορθούμενη απόφαση ... . Ο πραγματογνώμων Α. Ρ. Αγρονόμος - τοπογράφος μηχανικός που διορίσθηκε με την υπ'αριθ. 17153/81 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην από 8-6-92 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αποφαίνεται ότι η επίδικη έκταση περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους και προσκομιζόμενους ανωτέρω τίτλους των εναγόντων με αρχικό το υπ' αριθ..../11-5-1847 συμβόλαιο διανομής του τότε συμ/φου Αθηνών Παναγιώτη Παύλου, σε συνεχή σειρά μέχρι τα συμβόλαια δυνάμει των οποίων περιήλθαν, όπως προαναφέρθηκε, στον καθένα ενάγοντα το εξ αδιαιρέτου ποσοστό". Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης του το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι οι αρχικοί δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων Α. Π. Β., Π. Β. και Κ. χήρα Α. Β. κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου (ΒΡΔ) και στέρησε έτσι την απόφαση του από νόμιμη βάση, επειδή διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την καλή πίστη των ανωτέρω προσώπων. Αυτό δε γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι συνέτρεχε στο πρόσωπο των ανωτέρω το στοιχείο της καλής πίστης. Ο λόγος όμως αυτός της αναίρεσης είναι ουσιαστικά αβάσιμος, καθ'όσον από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του για την ύπαρξη του στοιχείου της καλής πίστης των παραπάνω αρχικών δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων από τα εξής κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, πραγματικά περιστατικά: Ο απώτατος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Π. Σ. Β., στον οποίον περιήλθε το όλο ακίνητο με το υπ' αρ. .../11.5.1847 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Παύλου, ενώ ενεργούσε επ' αυτού εμφανείς πράξεις νομής ουδέποτε παρενοχλήθηκε από τρίτο μέχρι το θάνατο του το έτος 1852. Αλλά και οι εν συνεχεία απώτεροι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά δι' αναμείξεως με πρόθεση κληρονόμου, ενεργούντες και αυτοί ομοίως επί των επιδίκων ουδέποτε ενοχλήθηκαν από το Δημόσιο. Επίσης η εκ των αρχικών δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων Κ. χα Α. Β. το έτος 1873 υποθήκευσε το όλον κτήμα για την εξασφάλιση δανείου που της χορηγήθηκε από τον Υπουργό Εκκλησιαστικών Δ. Καλλιφρονά. Ακόμη οι αρχικοί δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων από το 1847 έως 1915 εκμίσθωσαν τα επίδικα σε τρίτα πρόσωπα, όπως αυτό προκύπτει από προσκομισθέντα σχετικά συμβόλαια. Τις ανωτέρω δε πράξεις, όπως και τις υπόλοιπες πράξεις νομής επί των στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφερομένων ακινήτων, οι αρχικοί δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων τις ενεργούσαν, όπως δέχεται η εν λόγω απόφαση, με ειλικρινή πεποίθηση, ότι με την κτήση της νομής των επιδίκων δεν πρόσβαλλαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ούτε δε και του Δημοσίου. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν στέρησε την απόφαση του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το γεγονός της ύπαρξης καλής πίστης στους αρχικούς δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε " κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια εκθέτοντας τα ίδια με όσα ισχυρίστηκε με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, δηλαδή ότι το Εφετείο εφάρμοσε τις περί χρησικτησίας διατάξεις του ΒΡΔ, χωρίς να αξιολογήσει και να εφαρμόσει το στοιχείο της καλής πίστης, αγνοώντας το ουσιαστικό περιεχόμενο αυτού. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σκέψη και αν ακόμη το δικαστήριο περιοριστεί στην απλή χρήση του όρου καλή πίστη δεν παραβιάζει ευθέως τις περί χρησικτησίας διατάξεις του ΒΡΔ. Επειδή, κατά τις διατάξεις των Ν. 12 πανδ. (18.7), Ν. 14 παρ. 8 πανδ. (11.7), Ν. 69 πανδ. (29.2), οι οποίες έχουν εφαρμογή κατ' αρθ. 92 ΕισΝΑΚ όταν ο κληρονομούμενος απεβίωσε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23.2.1946), οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, αποκτούν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά με μονομερή δήλωση της βουλήσεως τους για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομιά). Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική) είτε σιωπηρή και να συνάγεται από πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση για ανάμιξη στην κληρονομιά και απόκτηση της. Το ζήτημα δε αν μία πράξη ή συμπεριφορά του καλουμένου στην κληρονομιά αποτελεί ή μη ανάμιξη και συνεπώς φανερώνει σιωπηρή δήλωση περί υπεισελεύσεως σ' αυτήν, είναι πραγματικό, εξαρτώμενο από την εκτίμηση των περιστάσεων και η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν υπάρχει παραβίαση ουσιαστικής διάταξης (ΑΠ 723/2001, ΑΠ 201/2001, ΑΠ 33/1987). Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο με το να δεχθεί με ανεπαρκείς αιτιολογίες, δηλαδή χωρίς να μνημονεύει στην απόφαση του από ποια αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνάγεται ότι ο Α. Β. ήταν (ο μόνος) εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος το έτος 1852 πατρός του Π. Σ. Β., ότι το ακίνητο περιήλθε σ' αυτόν κατά τον ανωτέρω τρόπο και ότι νομίμως συνυπολογίσθηκε ο χρόνος χρησικτησίας του Π. Β. στο χρόνο νομής του Α. Β., παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΒΡΔ και στέρησε έτσι την απόφαση του από νόμιμη βάση. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθ' όσον με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, το Εφετείο, όπως από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, στον Α. Β. το ακίνητο περιήλθε ως μόνο εξ αδιαθέτου κληρονόμο του Π. Σ. Β., ο οποίος (Α. Β.) υπεισήλθε στην κληρονομιά του δι' αναμείξεως με πρόθεση κληρονόμου, επιχειρώντας σ' αυτό όλες τις σ' αυτήν αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι το 1862 που πέθανε. Εκτίθενται δηλαδή στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα εκείνα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά από τα οποία οδηγήθηκε το Εφετείο στην κρίση περί του ότι το επίδικο περιήλθε με νόμιμο τρόπο (καθολική διαδοχή) στον Α. Β.. Έτσι στο χρόνο νομής του τελευταίου νόμιμα συνυπολογίσθηκε και ο χρόνος χρησικτησίας του Π. Β.. Εξάλλου το ζήτημα αν οι αναφερόμενες σ'αυτήν πράξεις του ανωτέρω καλούμενου στην κληρονομιά αποτελούν ή όχι ανάμειξη στην κληρονομιά είναι πραγματικό και έτσι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω αναφορικά με την αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογεί επαρκώς ότι ο Α. Β. ήταν ο μόνος εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Π. Β., πρέπει να σημειωθεί ότι, ενόψει του ότι το Εφετείο κατέληξε σε σαφές πόρισμα σχετικά με το ζήτημα αυτό, η αιτίαση, αυτή, αφορώσα ελλείψεις σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέα (ΑΠ 2095/2009, ΑΠ 1473/2008, ΑΠ 1987/2007). Εξάλλου, ενόψει του ότι προκύπτουν σαφώς και επαρκώς από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωση των προαναφερθεισών διατάξεων του ΒΡΔ που εφαρμόστηκαν, πρέπει να απορριφθεί και ο τέταρτος λόγος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυριζόμενο τα ίδια με εκείνα του τρίτου λόγου, ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για ευθεία παραβίαση των προαναφερθεισών διατάξεων του ΒΡΔ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα (Ολ.ΑΠ 42/2002, ΑΠ 1072-3/2005). Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, Ολ.Α.Π. 14/2005). Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και η προικομιδή τους (Α.Π. 1851/2007, Α.Π. 239/2012, Α.Π. 228/2012). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ.3, 339, 432 επ. Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι οποιοδήποτε έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό, μπορεί να χρησιμεύει ως βάση για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Στην υπόθεση που κρίνεται από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά, τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του απορριπτικού πορίσματος του, και τα αναφερόμενα στον πέμπτο λόγο έγγραφα, δηλαδή την υπ' αριθμ. 64/1990 απόφαση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και την υπ' αρ. 7636/1996 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, τα οποία νομίμως προσκόμισε και επικαλέσθηκε κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση το αναιρεσείον. Επομένως ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου έγινε επίκληση και προσκομιδή των εγγράφων αυτών είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και η πρόσθετη παρέμβαση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ.1,3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 ΕισΝ.Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992, και ο προσθέτως παρεμβάς στη δικαστική δαπάνη των ίδιων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι υπέβαλαν ιδιαίτερο δικόγραφο προτάσεων επί της πρόσθετης παρέμβασης, μειωμένη σύμφωνα με το άρθρο 281 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων". ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 15/3/2007 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 946/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς τους 1°, 2°, 3η, 4°, 5°, 6°, 7η, 8η, 9°, 10η, 11η, 12°, 13°, 14°, 15°, 16°, 17η, 18ο, 19°, 20°, 21°, 22°, 23°, 24°, 25°, 26°, 27°, 28°, 29°, 30°, 31°, 32°, 33°, 34°, 35°, 36°, 37°, 38°, 39°, 40°, 41η, 42η, 43°, 44°, 45°, 46°, 47°, 48° 49°, 50°, 51η52°, 54°, 55°, 56°, 57°, 58°, 59°, 60°, 61 °, 63°, 64η, 65η, 66°, 67°, 68η, 69°, 70°, 71η, 72η, 73°, 74η, 75°, 76°, 77°, 78η, 79°, 80°, 81°, 82°, 83°, 84°, 86°, 87°, 88°, 89°, 90°, 91°, 92°, 93°, 94°, 95°, 96°, 97°, 98°, 100°, 101°, 102°, 103°, 104°, 105°, 106°, 107°, 108°, 109η, 110°, 111°, 112°, 113η, 114°, 115°, 116°, 117°, 118°, 119°, 120°, 121η, 122°, 123°, 124°, 125η, 126°, 127°, 128°, 129°, 131°, 132°, 133°, 134η, 135°, 136°, 137°, 138°, 139°, 140η, 141°, 142°, 143°, 144°, 145°, 146°, 147°, 148°, 149°, 150°, 151°, 152°, 153°, 154°, 155η, 156°, 157η, 158°, 159°, 160°, 161°, 162°, 163°, 164°, 165°, 166°, 167°, 168°, 169°, 170°, 171°, 172°, 173η, 174°, 175°, 176°, 179°, 181°, 182η, 183°, 184η, 185°, 186°, 187°, 188η, 189η, 190°, 191°, 192η, 193°, 194°, 195°, 196°, 197°, 198η, 199°, 200°, 201η, 202°, 203°, 204°, 205°, 206η, 207η και 208° αναιρεσιβλήτους. Απορρίπτει την πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσείοντος που ασκήθηκε προφορικώς από τον Όμιλο το "Ποικίλο". Συνεκδικάζει την αίτηση αναίρεσης με την από 6/10/2008 πρόσθετη παρέμβαση του Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "Δήμος Πετρούπολης" υπέρ του αναιρεσείοντος. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και την πρόσθετη παρέμβαση. Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ και τον προσθέτως παρεμβάντα στη δικαστική δαπάνη των ίδιων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν τον εξακοσίων (600) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιουνίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ