Αριθμός 1598/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. Σ. του Π. και 2. Δ. Τ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Παναγιώτη Πετρόπουλου, ο οποίος ανακάλεσε την δήλωσή του και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Π. του Ι., κατοίκου ..., και προσωρινά ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Κατρά, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 22278/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8798/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 548/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-4-2011 αίτησή τους και τους από 9-1-2012 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 15-2-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναίρεσης και του δεύτερου προσθέτου αυτής και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 404 ΑΚ "Ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα) για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή" και κατά τη διάταξη του άρθρου 405 του αυτού κώδικα "Η ποινή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία. Η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμία ζημία". Από τις άνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με αυτές του άρθρου 361 ΑΚ, συνάγεται, ότι στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεως, είναι έγκυρος ο όρος του μισθωτηρίου, κατά τον οποίο, αν καταγγελθεί η μίσθωση λόγω παραβάσεως όρου της συμβάσεως, καθίστανται απαιτητά και ληξιπρόθεσμα όλα τα μη δεδουλευμένα μισθώματα, ενώ στην πραγματικότητα ο όρος αυτός αποτελεί συνομολόγηση ποινικής ρήτρας. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 1 εδ α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ανεπαρκής δε ή αντιφατική αιτιολογία υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση ή δεν εφαρμόστηκε. Ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση τους κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση νόμιμης βάσεως της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στη Θεσσαλονίκη, την 30η Απριλίου 2007, ο ενάγων, νομίμως εκπροσωπούμενος από τον Σ. Π., δυνάμει συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου εγγράφου, συνήψε με την πρώτη εναγομένη σύμβαση εμπορικής μίσθωσης, η οποία περιέχεται στο υπό ιδία ημερομηνία "Ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως επαγγελματικής στέγης", το οποίο κατατέθηκε στη Δ.Ο.Υ. Αριδαίας, σύμφωνα με το άρθρο 77§§1 και 2 του Ν. 2238/ 1994, από την οποία και έλαβε αριθμό θεώρησης 17/03-05-2007. Με την ενοχική αυτή σύμβαση (μίσθωση) ο ενάγων εκμίσθωσε στην πρώτη εναγομένη ένα ισόγειο κατάστημα εμβαδού 85,50 μ2, με πατάρι εμβαδού 28,88 μ2 και υπόγειο εμβαδού 106,53 μ2, που βρίσκεται στην επί της οδού ... πολυκατοικία, στην ..., για να το χρησιμοποιήσει η τελευταία για την άσκηση της επαγγελματικής της δραστηριότητας, ήτοι ως βιοτεχνία κατασκευής φωτιστικών και για την εμπορία φωτιστικών, ηλεκτρολογικών υλικών και διακοσμητικών ειδών και δώρων. Η διάρκεια της μίσθωσης αυτής ορίστηκε για πέντε έτη, ήτοι από 1ης Μαΐου 2007 έως 30ης Απριλίου 2012 (Α2 όρος). Το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 1.100,00 € (πλέον τέλους χαρτοσήμου) για το πρώτο μισθωτικό έτος και για κάθε επόμενο έτος συμφωνήθηκε το μίσθωμα αυτό να αναπροσαρμόζεται κατά 5% και συγκεκριμένα για το δεύτερο μισθωτικό έτος (01-05-2008/30-04-2009) συμφωνήθηκε στο ποσό των 1.155,00 €, για το τρίτο μισθωτικό έτος (01-05-2009/30-04-2010) συμφωνήθηκε στο ποσό των 1.212,75 €, για το τέταρτο μισθωτικό έτος (01-05-2010/30-04-2011) συμφωνήθηκε στο ποσό των 1.273,40 € και για το πέμπτο μισθωτικό έτος (01-05-2011/30-04-2012) συμφωνήθηκε στο ποσό των 1.337,05 € (Α4 όρος). Συμφωνήθηκε, επίσης, με τον Α20 όρο του άνω ιδιωτικού μισθωτηρίου συμβολαίου ότι κάθε παράβαση οποιουδήποτε όρου ή συμφωνίας του μισθωτηρίου συμβολαίου, που θεωρήθηκαν όλοι ουσιώδεις, καθώς και η καθυστέρηση ή η μη πληρωμή μέρους ή όλου μισθώματος ή μισθωμάτων και λοιπών χρηματικών υποχρεώσεων εκ μέρους της μισθώτριας παρείχε το δικαίωμα στον εκμισθωτή να καταγγείλει τη μίσθωση και να επιδιώξει την έξωση της μισθώτριας από το μίσθιο, όπως και κάθε τρίτου έλκοντας δικαιώματα από τη μισθώτρια ή κατέχοντος το μίσθιο για λογαριασμό της και "σε τέτοια περίπτωση, καθίστανται τα τυχόν μη δεδουλευμένα μισθώματα, μέχρι της λήξεως της συμβατικής διάρκειας της μισθώσεως, ληξιπρόθεσμα και απαιτητά και θα καταπίπτουν υπέρ του εκμισθωτού, λόγω ποινικής ρήτρας υπέρ αυτού, επιφυλασσομένου επί πλέον και κάθε άλλου δικαιώματος αποζημιώσεως του". Στην ανωτέρω από 30-04-2007 μισθωτική σύμβαση συνεβλήθη εκ τρίτου και ο δεύτερος εναγόμενος "ως εγγυητής υπέρ της μισθώτριας", ο οποίος και συνυπέγραψε τη σύμβαση αυτή. Συγκεκριμένα ως εκ τρίτου συμβαλλόμενος αποδέχθηκε όλους τους όρους της άνω σύμβασης μισθώσεως και ανέλαβε την ευθύνη και υποχρέωση να πληρώσει στον εκμισθωτή, εις ολόκληρον μετά της ως άνω μισθώτριας και συζύγου του, τα μισθώματα και όλες τις λοιπές χρηματικές υποχρεώσεις που απέρρεαν από τη σύμβαση αυτή και επί πλέον παραιτήθηκε κάθε σχετικής ενστάσεως του, όπως διζήσεως κτλ (βλ. Δ' όρο σύμβασης). Σε εκτέλεση της μισθωτικής αυτής σύμβασης, ο ενάγων παρέδωσε τη χρήση του άνω μισθίου ακινήτου στην πρώτη εναγομένη και η τελευταία χρησιμοποίησε αυτό ακωλύτως ως βιοτεχνία κατασκευής φωτιστικών και ως κατάστημα εμπορίας φωτιστικών, ηλεκτρολογικών υλικών, διακοσμητικών ειδών και δώρων. Όμως, η τελευταία, παρότι χρησιμοποιούσε το μίσθιο, δεν κατέβαλε στον ενάγοντα τα μισθώματα των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου 2008, συνολικού ποσού [(1.100,00 € +3,60% =1.139,60 € Χ 4 μήνες=)..4.558,40 €-+'(1.155,00 € +3,60% για το Μάιο)=1.196,58 €=] 5.754,98 €. Για το λόγο αυτό ο ενάγων κατήγγειλε την άνω σύμβαση μίσθωσης, με την κρινόμενη αγωγή του (597 ΑΚ), η οποία επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 29-5-2008 (βλ. 7397Ε/29-5-2008 και 7398Ε/29-5-2008 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ...). Τα αποτελέσματα της καταγγελίας αυτής, επειδή ούτε η πρώτη εναγόμενη-μισθώτρια, ούτε και ο σύζυγος της εγγυητής δεύτερος εναγόμενος, κατέβαλαν τα άνω οφειλόμενα μισθώματα, τους τόκους και τα τυχόν έξοδα καταγγελίας εντός προθεσμίας ενός μηνός από αυτήν, επήλθαν στις 30-6-2008, οπότε και λύθηκε για το μέλλον η ένδικη μίσθωση (587, 597 ΑΚ). Μετά ταύτα, η πρώτη εναγόμενη μισθώτρια είναι υποχρεωμένη να αποδώσει στον ενάγοντα τα χρήση του μισθίου ακινήτου και αμφότεροι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον ο καθένας, η πρώτη τούτων ως μισθώτρια και ο δεύτερος τούτων ως εγγυητής, το ποσό των 5.754,98 €, για οφειλόμενα δεδουλευμένα μισθώματα, όπως έκρινε η εκκαλούμενη και κατά το μέρος αυτό (απόδοση μισθίου και καταβολή δεδουλευμένων μισθωμάτων) δεν προσβάλλεται με την έφεση. Πέραν όμως των άνω δεδουλευμένων μισθωμάτων, οι εναγόμενοι οφείλουν στον ενάγοντα, λόγω συμφωνημένης ποινικής ρήτρας, και τα μισθώματα (χωρίς τέλος χαρτοσήμου) για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα έως τη συμπλήρωση του συμβατικού χρόνου μίσθωσης, ήτοι έως 30-04-2012, που ανέρχονται: α) για το χρονικό διάστημα από 01.06.2008 έως 30.04.2009 στο ποσό των (1.155,00 € Χ 11 μήνες=) 12.705,00 €, β) για το χρονικό διάστημα από 01-05-2009 έως 30-04-2010 στο ποσό των (1.212,75 € Χ 12 μήνες=) 14.553,00 €, γ) από 01-05-2010 έως 30-04-2011 το ποσό των (1.273,40 € Χ 12 μήνες=) 15.280,80 € και δ) από 01-05-2011 έως 30-04-2012 το ποσό των (1.337,05 € Χ 12 μήνες=) 16.044,60 € και συνολικά ανέρχονται στο ποσό των 58.583,40. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, ενόσω δέχθηκε ότι ο εναγόμενος μισθωτής παραβίασε τον 20ο όρο του μισθωτηρίου ως ανωτέρω συμφωνητικού, δυνάμει του οποίου η αθέτηση οιουδήποτε όρου του μισθωτηρίου θα παρείχε στον εκμισθωτή το δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης καθώς και το δικαίωμα να επιδιώξει την έξωση της μισθώτριας από το μίσθιο και να αξιώσει όλα τα τυχόν μη δεδουλευμένα μισθώματα μέχρι τη λήξη της συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης, ορθώς εφήρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που αναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη και υποχρέωσε τους εναγόμενους (την πρώτη ως μισθώτρια και το δεύτερο ως εγγυητή υπέρ της μισθώτριας) στην καταβολή των δεδουλευμένων μέχρι τη λήξη της μίσθωσης μισθωμάτων συνολικού ποσού 58.583,40ευρώ, και διέλαβε στην απόφαση του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς όλο τα πραγματικά περιστατικά, που ήταν αναγκαία για τη θεμελίωση των κανόνων δικαίου που εφάρμοσε. Επομένως, πρέπει ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και ο ομοίου περιεχομένου με αυτόν πρώτος πρόσθετος με τους οποίους προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επειδή κατά το άρθρο 409 ΑΚ, αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, από το δικαστήριο στο μέτρο που αρμόζει. Αντίθετη συμφωνία δεν ισχύει. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και προς τα άρθρα 404 και 405 ΑΚ, συνάγεται ότι το δικαστήριο που κρίνει για το βάσιμο της ένστασης του οφειλέτη για μείωση της ποινικής ρήτρας ως δυσανάλογα μεγάλης δεν λαμβάνει υπόψη του απλώς την ποινή με την αξία της αντιπαροχής που βαρύνει τον δανειστή και συνεκτιμά τα περιστατικά τα οποία συντρέχουν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή την έκταση της συμβατικής παράβασης του οφειλέτη, το βαθμό του πταίσματός του, την ωφέλειά του από την μη εκπλήρωση της παροχής, τα απώτερα επιβλαβή αποτελέσματα της αθέτησης, κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή και ενδεχομένως την οικονομική κατάσταση των διαδίκων. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται κατά το άρθρο 559 αρ 1 και 19 ΚΠολΔ για την ορθή υπαγωγή στα ανωτέρω κριτήρια του άρθρου 409 ΑΚ των περιστατικών που έγιναν δεκτά, δεν ελέγχεται όμως ο προσδιορισμός του ποσού κατά το οποίο θα μειωθεί η ποινική ρήτρα. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τ' ακόλουθα πέραν των άνω δεδουλευμένων μισθωμάτων, οι εναγόμενοι οφείλουν στον ενάγοντα, λόγω συμφωνημένης ποινικής ρήτρας και τα μισθώματα για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα έως τη συμπλήρωση του συμβατικού χρόνου μίσθωσης ήτοι έως 30.4.2012, που ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 58.583,40 €. Η ένσταση μειώσεως της άνω ποινικής ρήτρας στο προσήκον μέτρο πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι η πρώτη εφεσίβλητη, που πρότεινε την ένσταση αυτή, ουδέν αποδεικτικό μέσο προσκόμισε (έγγραφα), ούτε μάρτυρα εξέτασε, προς απόδειξη των συγκροτούντων την ένσταση αυτή πραγματικών περιστατικών. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την εξειδίκευση της εννοίας του προσήκοντος μέτρου της ποινής, εξ αιτίας των οποίων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή όχι εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 409ΑΚ διότι ειδικότερα, παρέλειψε να υπαγάγει τα επικληθέντα από τους αναιρεσείοντες προς επιστήριξη της ενστάσεώς τους αυτής πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά παρατίθενται στην αναιρεσιβαλλόμενη στην ανωτέρω διάταξη βάσει των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, δηλαδή εκείνων τα οποία προσκομίστηκαν από τον εκκαλούντα - ενάγοντα και κατέστησαν ως εκ τούτου κοινά αποδεικτικά μέσα (άρθρ. 346 ΚΠολΔ). Επομένως, ο δεύτερος πρόσθετος της αναιρέσεως λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε την από το άρθρο 409 ΑΚ ένσταση των αναιρεσειόντων εναγομένων, είναι βάσιμος. Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα πρέπει κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου της από 1.4.2011 αιτήσεως αναιρέσεως και του από 9.1.2012 πρώτου πρόσθετου, να γίνει δεκτή η ως ανωτέρω αίτηση για αναίρεση της 548/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος αυτό να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013 στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς, στη δικαστική δαπάνη τν αναιρεσειόντων, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρ. 173,183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 548/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ