Αριθμός 2252/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ι. Γ. Ά., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μάλλιο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΣΑ - Vogel & Noot Ανώνυμη Εταιρεία Λευκοσιδηρουργίας" που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Κουτηφάρη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/10/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5407/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 161/2012 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/6/2012 αίτηση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 10/9/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι 1ος (κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις) και 2ος λόγοι αναιρέσεως και να απόρριφθούν κατά τα λοιπά οι λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 161/12 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 17/1/11 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 5407/10 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Με την απόφαση εκείνη, κατά παραδοχή της από 6/10/08 αγωγής της αναιρεσίβλητης, είχε υποχρεωθεί ο αναιρεσείων, να της καταβάλει ποσό 52.844 ευρώ, (νομιμοτόκως), ως αποζημίωση, λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του, ως άμισθου υποθηκοφύλακα. Ειδικότερα, του απέδιδε με την αγωγή ότι, αξίωσε, για την εγγραφή, στα οικεία κτηματολογικά βιβλία υποθήκης που εκείνη παραχώρησε προς εξασφάλιση κοινού ομολογιακού δανείου, την καταβολή σ' αυτόν αναλογικών δικαιωμάτων του ιδίου, ως αμοιβής του, ποσού 52.944 ευρώ, αντί πάγιων δικαιωμάτων, σύμφωνα με το ν. 3156/03, ποσού 100 ευρώ, τα οποία (αναλογικά δικαιώματα) η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη αναγκάστηκε να καταβάλει, προκειμένου να επιτύχει την εγγραφή της εγγραπτέας πράξεως. Ο αναιρεσείων-εναγόμενος, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είχε προβάλει ισχυρισμό για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της ένδικης υπόθεσης, ως αφορώσας διοικητική διαφορά ουσίας, τον οποίο σιωπηρά απέρριψε το δικαστήριο, χωρίς να επαναφερθεί με λόγο εφέσεως από τον εναγόμενο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Ήδη, με την κρινόμενη αίτησή του, ο αναιρεσείων επαναφέρει τον εν λόγω ισχυρισμό, παραδεκτά, διότι αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ. 2γ ΚΠολΔ). Όμως, η δικαστική επιδίωξη αποζημίωσης, εξαιτίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς υποθηκοφύλακα κατά την είσπραξη δικαιωμάτων υποθηκοφυλάκων, ως αμοιβής του, με εναγόμενο τον υποθηκοφύλακα (και όχι το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ.) δεν συνιστά διοικητική διαφορά ουσίας, ούτε δημιουργεί ευθύνη του Δημοσίου, των ΟΤΑ ή ν.π.δ.δ. κατά τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ (άρθρο 1 παρ. 2 περ. η' ν. 1406/83), ώστε να υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, κατ' άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά ιδιωτικού δικαίου διαφορά, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 2 του Συντάγματος. Επομένως, ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του αναιρεσείοντος που προβάλλεται με τον 6ο λόγο της αιτήσεως είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 εδ. α' του ν. 3156/2003, ομολογιακό είναι το δάνειο που εκδίδεται από ανώνυμη εταιρία που εδρεύει στην Ελλάδα (εκδότρια) και διαιρείται σε ομολογίες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν δικαιώματα των ομολογιούχων έναντι της εκδότριας κατά τους όρους του δανείου. Επίσης, στα άρθρα 6, 7, 8 και 9 του κεφαλαίου Β του ίδιου Νόμου που φέρει τον τίτλο "ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ", προβλέπονται, αντίστοιχα, το κοινό ομολογιακό δάνειο, το ομολογιακό δάνειο με ανταλλάξιμες ομολογίες, το ομολογιακό δάνειο με μετατρέψιμες ομολογίες και το ομολογιακό δάνειο με δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη, ενώ τα άρθρα 10 και 11, αναφέρονται στις ειδικές συμβάσεις και στις εταιρείες ειδικού σκοπού και αφορούν σε μεταβιβάσεις απαιτήσεων ή ακινήτων μεταξύ συμβαλλομένων αφ' ενός εμπόρων ή του Ελληνικού Δημοσίου ή νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή ανωνύμων εταιρειών εισηγμένων στο Χ.Α.Α, ως μεταβιβαζόντων και αφ' ετέρου εταιρειών ειδικού σκοπού, που συστήνονται αποκλειστικώς για την αγορά και μόνο των απαιτήσεων και την εν συνεχεία περιορισμένη τιτλοποίηση και διάθεση των τίτλων (ομολογιών) με ιδιωτική τοποθέτηση. Εξάλλου, κατά τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 14 του πιο πάνω νόμου " 1. Η έκδοση ομολογιακού δανείου του νόμου αυτού, η παροχή κάθε είδους ασφαλειών, όλες οι συμβάσεις που προβλέπονται στο νόμο αυτό, καθώς και κάθε σχετική ή παρεπόμενη σύμβαση ή πράξη και η καταχώριση αυτή σε δημόσια βιβλία όπου απαιτείται, οι προσωρινοί και οριστικοί τίτλοι ομολογιών, η διάθεση και κυκλοφορία αυτών, η εξόφληση του κεφαλαίου από ομολογίες και από επιχειρηματικές απαιτήσεις που τις καλύπτουν και εν γένει η άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από ομολογίες που εκδίδονται σύμφωνα με το νόμο αυτόν και από επιχειρηματικές απαιτήσεις που τις καλύπτουν, η μεταβίβαση ομολογιών εντός ή εκτός οργανωμένης αγοράς ή χρηματιστηρίου απαλλάσσονται από κάθε άμεσο ή έμμεσο φόρο, περιλαμβανομένου και του φόρου υπεραξίας, τέλος, ανταποδοτικό ή μη, τέλος χαρτοσήμου, εισφορά, εισφορά του Ν. 128/1975, προμήθεια, δικαίωμα ή άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων με την επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν το Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών. 2. Για κάθε εγγραφή σύστασης ή μεταβίβασης ή άρση ή διαγραφή εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή σημειώσεων σε οποιοδήποτε δημόσιο βιβλίο, μητρώο ή κτηματολόγιο και για την καταχώριση των συμβάσεων των άρθρων 10 και 11 καταβάλλονται μόνο πάγια δικαιώματα εμμίσθων ή αμίσθων υποθηκοφυλάκων εκατό (100) ευρώ, αποκλειόμενης οποιασδήποτε άλλης επιβάρυνσης ή τέλους". Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του ν. 325/1976 οι άμισθοι υποθηκοφύλακες εισπράττουν από τους αιτούντες την εγγραφή στα τηρούμενα από αυτούς βιβλία, ανεξάρτητα των μονίμων τελών δικαιώματα πάγια και αναλογικά κατά τις διακρίσεις, που διαλαμβάνονται στα επόμενα άρθρα του νόμου αυτού. Τα δικαιώματα τα οποία ο άμισθος υποθηκοφύλακας δικαιούται με βάση τις διατάξεις του παραπάνω νόμου δεν είναι δικαιώματα υπέρ τρίτου, αλλά ίδια αυτού δικαιώματα, τα οποία αποτελούν τις αποδοχές του, όπως ακριβώς και τα δικαιώματα των συμβολαιογράφων, αποτελούν τις αποδοχές τους. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στην ατέλεια του άρθρου 14 ν. 3156/2003 υπόκειται και η εγγραφή υποθήκης, που ασφαλίζει απαίτηση από ομολογιακό δάνειο. Ενόψει δε του ότι ο περιορισμός του άρθρου 14 παρ. 2 του πιο πάνω νόμου δεν αφορά μόνο στα εισπραττόμενα από τον υποθηκοφύλακα δικαιώματα υπέρ τρίτων (Δημόσιο ΤΑΧΔΙΚ), αλλά και τα δικά του δικαιώματα, δηλαδή την αμοιβή του, η εγγραφή υποθήκης, εφόσον, κατά τα ανωτέρω, ασφαλίζει απαιτήσεις που απορρέουν από ομολογιακό δάνειο του ν. 3156/2003, οποιασδήποτε προβλεπόμενης σ' αυτόν μορφής, μεταξύ των οποίων και το κοινό ομολογιακό δάνειο, υπόκειται μόνο σε πάγια δικαιώματα υποθηκοφυλάκων (εμμίσθων ή αμίσθων) ποσού 100 ευρώ και όχι στα προβλεπόμενα από το ν. 325/1976 αναλογικά δικαιώματα, ανερχόμενα σε ποσοστό τρία τοις χιλίοις επί του κεφαλαίου του ομολογιακού δανείου. Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σύμφωνα με το επισκοπούμενο περιεχόμενό της, δέχτηκε ότι προκειμένης περιπτώσεως εγγραφής υποθήκης για την εξασφάλιση απαίτησης από σύμβαση κοινού ομολογιακού δανείου, διεπόμενου από τις διατάξεις του ν. 3156/03 και του Κ.Ν. 2190/1920, που καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας και των αναφερόμενων σ' αυτήν ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών, ως ομολογιούχων δανειστριών, για τη συγκεκριμένη εγγραφή στο Κτηματολογικό Γραφείο Νίκαιας, απαιτείτο η καταβολή μόνο παγίων δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος-εναγόμενου υποθηκοφύλακα εκ ποσού 100 ευρώ, αποκλειομένης οποιασδήποτε άλλης επιβάρυνσης ή τέλους. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3156/03, την οποία δεν παραβίασε. Επομένως, 3ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγω ευθείας παράβασης του ουσιαστικού κανόνα δικαίου από το παραπάνω άρθρο, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχτηκε ότι η αμέσως παραπάνω διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 ν. 3156/03, καθιερώνοντας την καταβολή πάγιων δικαιωμάτων υποθηκοφυλάκων ποσού 100 ευρώ, για την εγγραφή υποθήκης, ασφαλίζουσας απαιτήσεις που απορρέουν από ομολογιακό δάνειο του ν. 3156/2003, κατ' αποκλεισμό των προβλεπόμενων από το ν. 325/1976 αναλογικών δικαιωμάτων δεν αντιβαίνει στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος που καθιερώνει την αρχή της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, καθώς και στην (συνταγματική) αρχή της αναλογικότητας. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 ν. 3156/03. Τούτο, ειδικότερα, διότι με την συγκεκριμένη διάταξη εισάγεται επιτρεπτός περιορισμός της οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας των υποθηκοφυλάκων που κρίνεται ευλόγως αναγκαίος και πρόσφορος για την υλοποίηση του σκοπού του ν. 3156/03 για τη δημιουργία ενός ευνοϊκού και σύγχρονου πλαισίου χρηματοδότησης των φερέγγυων ελληνικών επιχειρήσεων που θα ωθήσει τις εν λόγω επιχειρήσεις στην αναζήτηση κεφαλαίων και στη δημιουργία επενδύσεων εντός της ελληνικής κεφαλαιαγοράς, συμβάλλοντας έτσι στην ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας, καθώς και στη διατήρηση θέσεων εργασίας, εξυπηρετώντας με τον τρόπο αυτό το γενικότερο δημόσιο συμφέρον, χωρίς να καταργεί τον πυρήνα και την ουσία του ατομικού δικαιώματος των υποθηκοφυλάκων προς ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους, εφόσον δεν τους υποχρεώνει να προβούν σε πράξη υπαγόμενη στις επαγγελματικές τους αρμοδιότητες χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Ωσαύτως, δεν τυγχάνει κατ' αποτέλεσμα δυσανάλογος ο περιορισμός του δικαιώματος των υποθηκοφυλάκων στην απόληψη της αναλογικώς εισπραττόμενης αμοιβής τους σε σχέση με το επιδιωκόμενο όφελος, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο επίμαχος περιορισμός αφορά σε εξαιρετικά περιορισμένη κατηγορία εγγραπτέων πράξεων, ενώ κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας οι περισσότερες περιπτώσεις ομολογιακών δανείων αφορούν αναχρηματοδότηση επιχειρήσεων και αναδιάρθρωση των δανειακών τους υποχρεώσεων από συμβάσεις, για τις οποίες έχουν συσταθεί ήδη εμπράγματες ασφάλειες προς διασφάλιση των τραπεζών και τα σχετικά αναλογικά δικαιώματα των υποθηκοφυλάκων έχουν ήδη μία φορά εισπραχθεί. Επομένως, 4ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγω ευθείας παράβασης των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, προβάλλεται αβασίμως. Επίσης, το Εφετείο δέχτηκε ότι η αμέσως παραπάνω διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 ν. 3156/03 δεν αντιβαίνει στα άρθρα 107 παρ. 1 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην άρθρα 87 και 88 της ΣΕΚ), που απαγορεύουν τη χορήγηση ενισχύσεων υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό δια της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής, ως ασυμβίβαστων με την κοινή αγορά κατά το μέρος που επηρεάζουν τις μεταξύ των κρατών μελών συναλλαγές. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ανωτέρω κοινοτικές διατάξεις. Τούτο, διότι ο με την επίμαχη διάταξη περιορισμός της αμοιβής των υποθηκοφυλάκων δεν αποτελεί κρατική ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 107 παρ. 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθόσον δεν συνιστά εκροή υπό οποιαδήποτε μορφή δημόσιου χρήματος προς την επιχείρηση που ζήτησε την εγγραφή και σε κάθε περίπτωση η επίμαχη ρύθμιση έχει εφαρμογή επί όλων των εγκατεστημένων στην ελληνική επικράτεια επιχειρήσεων, ανεξάρτητα από τα αντικείμενο δραστηριοτήτων τους, αλλ' ούτε επηρεάζει τις μεταξύ των κρατών-μελών συναλλαγές. Επομένως, 5ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγω ευθείας παράβασης των παραπάνω διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1344 ΑΚ, ο φύλακας υποθηκών ευθύνεται σε αποζημίωση όποιου ζημιώθηκε για κάθε πράξη ή παράλειψη σχετική με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που του επιβάλλονται. Εάν δηλαδή, για την εγγραφή της σχετικής πράξεως στα οικεία απ' αυτόν τηρούμενα βιβλία, ζήτησε και έλαβε αμοιβή μεγαλύτερη από αυτή που προβλέπει ο νόμος, τότε αυτός έχει υποχρέωση βάσει της ως άνω διάταξης, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 914 ΑΚ, να αποζημιώσει εκείνον που κατέβαλε αμοιβή μεγαλύτερη από τη νόμιμη (ΑΠ 410/1988). Αποζημίωση μπορεί να ζητηθεί, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, προς αποκατάσταση κάθε ζημίας (θετικής ή αποθετικής) που έχει προκληθεί από ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, οφειλόμενη σε συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, δηλαδή συμπεριφορά που όχι μόνον είναι αντίθετη προς το νόμο, αλλά οφείλεται σε πταίσμα, δόλο ή αμέλεια. Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε -με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του- θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, κατά την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει της από 27-7-2007 σύμβασης υπό τον τίτλο "Πρόγραμμα εκδόσεως κοινού ομολογιακού δανείου, μετά συμβάσεων καλύψεως και πρωτογενούς διαθέσεως και ορισμού διαχειριστή πληρωμών και εκπροσώπου των ομολογιούχων δανειστών", όπως τροποποιήθηκε με την από 21-5-2008 πρόσθετη πράξη της, η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία ... συνομολόγησε με ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες ως ομολογιούχες δανείστριες, κοινό εμπραγμάτως εξασφαλισμένο ομολογιακό δάνειο ποσού 16.000.000 ευρώ, διεπόμενο από τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 και του Κ.Ν. 2190/1920 καθώς και από τους ειδικότερους όρους της εν λόγω σύμβασης, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από αυτήν (ενάγουσα), ως εκδότρια, για την αναχρηματοδότηση των υφιστάμενων τραπεζικών υποχρεώσεών της. Προς εξασφάλιση των απορρεουσών από την ανωτέρω σύμβαση ομολογιακού δανείου τοκοφόρων απαιτήσεων των ομολογιούχων δανειστριών, καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της τραπεζικής εταιρίας "ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" ως εκπροσώπου των ομολογιούχων δανειστριών, σύμβαση παροχής υποθήκης, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../22-5-2008 πράξης συμβολαιογράφου ... με την οποία παραχωρήθηκε από την ενάγουσα εκδότρια εταιρία δικαίωμα εγγραφής, μεταξύ άλλων, υποθήκης υπέρ της ως άνω τραπεζικής εταιρίας και για λογαριασμό όλων των ομολογιούχων δανειστριών, ποσού 17.648.000 ευρώ επί δύο ακινήτων, ιδιοκτησίας της. Σημειώνεται ότι, βάσει όρου (αναφερόμενου με αριθμό …) της ανωτέρω σύμβασης παροχής υποθήκης, συμφωνήθηκε ότι τα έξοδα, μεταξύ άλλων, της εγγραφής και εξάλειψης της ασφαλίζουσας την σύμβαση υποθήκης βαρύνουν την εκδότρια εταιρία. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα την 27-5-2008 υποβλήθηκε προς το αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο Νίκαιας ... η σχετική αίτηση του συμβολαιογράφου για λογαριασμό της ...εκπροσώπου των ομολογιούχων δανειστριών, περί εγγραφής της εν λόγω υποθήκης στα οικεία βιβλία ... Ο εναγόμενος, που είναι άμισθος υποθηκοφύλακας του Υποθηκοφυλακείου Νίκαιας και Προϊστάμενος του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου, αξίωσε από την εναγομένη εταιρία (η οποία βαρύνεται με τα έξοδα εγγραφής της υποθήκης βάσει όρου της σύμβασης κατά τα προαναφερόμενα), προκειμένου να προβεί στην αιτούμενη εγγραφή, την καταβολή υπέρ αυτού του συνολικού ποσού των 53.004,97 ευρώ, που αντιστοιχεί: α) σε ποσό 52.944 ευρώ, που αφορά τα αναλογικά δικαιώματά του (κατ' άρθρο 5 του Ν. 325/1976 σε συνδ. με την 100132/22-8- 1996 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης) για την εγγραφή της υποθήκης, συνιστάμενα σε ποσοστό τρία τοις χιλίοις (3/οοο) επί του ποσού της ασφαλιζόμενης απαίτησης (17.648.000 ευρώ) και β) σε συνολικό ποσό 60,97 ευρώ για τα λοιπά δικαιώματά του. Η αξίωση αυτή του εναγόμενου ως προς το υπό στοιχείο α' ποσό το επιπλέον των 100 ευρώ (ήτοι ως προς το ποσό των 52.844 ευρώ) δεν ήταν σύννομη, γιατί, στην προκειμένη περίπτωση, η αιτούμενη εγγραφή υποθήκης αφορούσε, όπως προαναφέρθηκε, την εξασφάλιση απαίτησης των ομολογιούχων δανειστριών ... απορρέουσας (της απαίτησης) από ... σύμβαση κοινού ομολογιακού δανείου του Ν. 3156/2003. Επομένως, για την συγκεκριμένη εγγραφή υποθήκης στο Κτηματολογικό Γραφείο Νίκαιας ... αφού με αυτήν (υποθήκη) εξασφαλιζόταν απαίτηση από κοινό ομολογιακό δάνειο του Ν. 3153/2003, απαιτείτο, κατ' εφαρμογή της ρητής διάταξης του άρθρου 14 παρ. 2 του νόμου αυτού, η καταβολή μόνο πάγιων δικαιωμάτων του εναγομένου υποθηκοφύλακα εκ ποσού 100 ευρώ, αποκλεισμένης οποιαδήποτε άλλης επιβάρυνσης ή τέλους. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε αμέσως για την ανωτέρω μη νόμιμη αξίωση του εναγομένου υποθηκοφύλακα και ζήτησε από τον τελευταίο την εγγραφή της υποθήκης με περιορισμό των δικαιωμάτων του (αμοιβής) κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3156/2003, ήτοι με καταβολή μόνο των πάγιων δικαιωμάτων του εκ ποσού εκατό (100) ευρώ. Όμως, ο εναγόμενος ενέμεινε στην ανωτέρω άποψή του για είσπραξη αναλογικών δικαιωμάτων και έτσι η ενάγουσα, θέλοντας να αποφύγει τη χρονική καθυστέρηση που θα συνεπαγόταν η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 791 ΚΠολΔ (ήτοι αίτηση ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, λόγω της άρνησης του υποθηκοφύλακα να προβεί σε εγγραφή της υποθήκης), αφού υπήρχαν άμεσα απαιτητές χρηματικές της υποχρεώσεις που καθιστούσαν επιβεβλημένη την εκταμίευση του δανείου ... κατέβαλε αυθημερόν (την 27-5-2008) στον εναγόμενο το αξιούμενο από αυτόν συνολικό ποσό των 53.004,97 ευρώ (52.944 ευρώ για τα αναλογικά δικαιώματά του για την εγγραφή της υποθήκης + 60,97 ευρώ για τα λοιπά δικαιώματά του), προκειμένου να γίνει η αιτούμενη εγγραφή υποθήκης ... ενώ ταυτόχρονα προέβαλε τις αντιρρήσεις της και επιφυλάχθηκε ρητώς των νομίμων δικαιωμάτων της με σχετική αναφορά της επιφύλαξης αυτής επί του εντύπου της από 27-5- 2008 αίτησης για την εγγραφή της υποθήκης. Στη συνέχεια δε η ενάγουσα με την από 18-8-2008 έγγραφη "εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση-δήλωση" προς τον εναγόμενο, που επιδόθηκε σ' αυτόν την 21-8-2008, τον κάλεσε να της καταβάλει το ανωτέρω παρανόμως εισπραχθέν από αυτόν ποσό των 52.844 ευρώ, πλην όμως χωρίς αποτέλεσμα.... Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι με την προαναφερόμενη πράξη του ο εναγόμενος παρά το νόμο ζημίωσε την ενάγουσα κατά το ποσό των 52.844 ευρώ, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, ενώ έπρεπε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3156/2003, να λάβει για την εγγραφή της υποθήκης μόνο τα πάγια δικαιώματά του εκ ποσού 100 ευρώ (αποκλεισμένης οποιασδήποτε άλλης επιβάρυνσης και τέλους), αυτός έλαβε το υπέρτερο συνολικό ποσό των 52.944 ευρώ. Βαρύνεται δε με υπαιτιότητα και συγκεκριμένα με αμέλεια για την πρόκληση της άνω ζημίας στην ενάγουσα, αφού δεν ενήργησε με την επιμέλεια του μέσου συνετού υποθηκοφύλακα. Ειδικότερα η αμέλεια του εναγομένου συνίσταται στο ότι: α) αυτός μπορούσε ευχερώς να διαπιστώσει την υπαγωγή της αιτούμενης εγγραφής υποθήκης στο προστατευτικό καθεστώς της διάταξης του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3156/2003 και όφειλε, ως εκ της ιδιότητάς του, να γνωρίζει την συγκεκριμένη ρύθμιση, η οποία προκύπτει ευθέως από την γραμματική διατύπωση της ως άνω διάταξης, πολύ δε περισσότερο που έγινε αμέσως προς αυτόν, όπως αποδείχθηκε, ρητή επισήμανση αλλά και έγγραφη επιφύλαξη από την ενάγουσα περί της υποχρέωσής του να μην εισπράξει αναλογικά τέλη κατ' άρθρο 5 του Ν. 325/1976 για την αιτουμένη εγγραφή αλλά να περιορίσει την είσπραξη των δικαιωμάτων του μόνο στο πάγιο ποσό των εκατό (100) ευρώ κατ' εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης, β) αυτός, ενόψει της ως άνω ρητής επισήμανσης της ενάγουσας, μπορούσε, λόγω της ιδιότητάς του ως υποθηκοφύλακα και συνακόλουθα ως βοηθητικού προσώπου της δικαιοσύνης, να αναζητήσει τη νομολογία (μέσω δημοσιεύσεων σε νομικά περιοδικά και σε ηλεκτρονικές συλλογές νομικών πληροφοριών) επί του συγκεκριμένου ζητήματος (πλην όμως δεν το έπραξε), οπότε θα διαπίστωνε ευχερώς ότι κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της ενέργειάς του (ήτοι την 27-5-2008) η απολύτως κρατούσα νομολογία των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων υποχρέωνε τους υποθηκοφύλακες στην εγγραφή υποθήκης αλλά και προσημείωσης υποθήκης για την εξασφάλιση απαιτήσεων από κάθε είδους ομολογιακό δάνειο, αντί καταβολής μόνο των πάγιων δικαιωμάτων τους εκ ποσού 100 ευρώ ανά εγγραφή, δεχόμενη ότι η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3156/2003 αναφέρεται σε κάθε είδους ομολογιακό δάνειο του νόμου αυτού άρα και στα κοινά ομολογιακά δάνεια, και όχι μόνο στην τιτλοποίηση απαιτήσεων καθώς και ότι η διάταξη αυτή δεν είναι αντισυνταγματική ....... και γ) αυτός, ενόψει της ως άνω ρητής επιφύλαξης της ενάγουσας, δεν ενήργησε με την επιμέλεια του μέσου συνετού υποθηκοφύλακα, αφού μπορούσε να υποβάλει ερώτημα για το συγκεκριμένο ζήτημα στον αρμόδιο Εισαγγελέα κατ' άρθρο 25 παρ. 2 του Ν. 1756/1988 (Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών), πλην όμως δεν το έπραξε και δεν υπέβαλε σχετικό ερώτημα στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, μολονότι είχε τέτοια δυνατότητα, αλλά ενέμεινε στην άποψή του..... Συνεπώς, αφού πληρούται η προϋπόθεση της υπαιτιότητας στο πρόσωπο του ζημιώσαντος εναγομένου, με την έννοια της ύπαρξης αμέλειάς του, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην αναφερόμενη στην παράγραφο V της παρούσας νομική σκέψη, βασίμως η ενάγουσα διώκει την καταβολή του ανωτέρω ποσού ως αποζημίωση από την ανωτέρω σε βάρος της αδικοπρακτική συμπεριφορά του τελευταίου. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε σε όμοια κρίση, έστω και με ελλιπείς αιτιολογίες, οι οποίες πρέπει να συμπληρωθούν κατ' αυτό το μέρος τους με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε και ο σχετικός με το ανωτέρω ζήτημα της υπαιτιότητας τέταρτος λόγος (υπό αναγραφόμενο στοιχείο Β) της έφεσης του εναγόμενου, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τους κανόνες δικαίου από τις διατάξεις των άρθρων 330, 914, 1344 του ΑΚ. Τούτο, διότι σύμφωνα με τις ουσιαστικές και αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της αιρεσιβαλλομένης, με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες δέχτηκε ότι υπήρξε παράνομη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, συνιστάμενη στις εκτεθείσες πράξεις και παραλήψεις αυτού. Τα ανωτέρω περιστατικά στοιχειοθετούν αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνουσα τόσο το μη σύννομο χαρακτήρα αυτής, όσο και το πταίσμα του αναιρεσείοντος, με τη μορφή της αμέλειας, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς υποθηκοφύλακα και η οποία τελούσα σε αιτιώδη σχέση με την προκληθείσα στην αναιρεσίβλητη ζημία της, είναι θεμελιωτική της επίδικης αποζημιωτικής αξίωσης της αναιρεσίβλητης. Επομένως, ο 1ος λόγος της αιτήσεως κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω παράβασης των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμος. Το Εφετείο στήριξε την κρίση του, περί αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και στην παραδοχή ότι αυτός δεν ενήργησε με την επιμέλεια του μέσου συνετού υποθηκοφύλακα, αφού μπορούσε να υποβάλει ερώτημα για το συγκεκριμένο ζήτημα στον αρμόδιο Εισαγγελέα, πλην όμως δεν το έπραξε. Με μέρος του 1ου λόγου αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του παρά τον νόμο τα εν λόγω περιστατικά που δεν προτάθηκαν και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, άλλως η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του ίδιου άρθρου, με την αιτίαση ότι η παραδοχή αυτή δεν στηρίζεται στο νόμο. Όμως, οι αιτιάσεις αυτές είναι απορριπτέες, προεχόντως ως αλυσιτελείς διότι η υπαιτιότητα (αμέλεια) του αναιρεσείοντος θεμελιώνεται νομικώς και με μόνες τις υπόλοιπες πράξεις και παραλήψεις αυτού (ήτοι ακόμα και αν δεν είχε διαληφθεί η επίμαχη) και επομένως τα αντίστοιχα περιστατικά αρκούσαν για τη στοιχειοθέτηση της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, οι δε περί τούτων ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης στηρίζουν επαρκώς τοι διατακτικό της. Επομένως, ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Στον 1ο λόγο της αιτήσεως διαλαμβάνεται και η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλομένη στερείται νομίμου βάσεως (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), διότι το Εφετείο δεν αναφέρει σε ποια περιστατικά στηρίζει την κρίση του περί αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος. Η εν λόγω αιτίαση στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και ως τέτοια είναι αβάσιμη, διότι το Εφετείο προσδιορίζει κατά τα παραπάνω αναλυτικώς σε τι συνίσταται η αμελής συμπεριφορά του αναιρεσείοντος. Ωσαύτως, ο αναιρεσείων, με τον 1ο λόγο της αιτήσεως, επικαλείται επικουρικά εκ πλαγίου παράβαση των άρθρων 914, 330 και 1344 του ΑΚ, χωρίς να προσδιορίζει, αν πρόκειται για έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών και σε τι συνίσταται αυτή, ώστε κατά το μέρος αυτό ο 1ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας. Περαιτέρω, στην αναιρεσιβαλλομένη διαλαμβάνεται και το ότι: "προς ενίσχυση της κρίσης του Δικαστηρίου περί της ύπαρξης υπαιτιότητας και δη αμέλειας στο πρόσωπο του εναγομένου υποθηκοφύλακα, πρέπει να σημειωθεί το γεγονός ότι, αν και κατά το χρονικό διάστημα από την άσκηση της αγωγής μέχρι το χρόνο συζήτησης αυτής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (5/2/10) οι ανωτέρω κρίσεις των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων ως προς το επίμαχο ζήτημα του περιορισμού των δικαιωμάτων των άμισθων υποθηκοφυλάκων κατ' εφαρμογή του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3156/2003 είχαν επικυρωθεί και από τα δευτεροβάθμια δικαστήρια (βλ. τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη στην παράγραφο IV.A της παρούσας εφετειακές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατά το ως άνω ενδιάμεσο χρονικό διάστημα), ο εναγόμενος δεν επέστρεψε μέχρι τότε (αλλά ούτε και κατά το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα) στην ενάγουσα, παρά την όχληση της τελευταίας, το παρανόμως αξιούμενο από αυτόν ποσό των 52.844 ευρώ". Η εν λόγω παραδοχή συνιστά επιχείρημα του δικαστηρίου υπέρ του εξαχθέντος ήδη αποδεικτικού του πορίσματος και δεν μπορεί να αξιολογηθεί ως πλημμέλεια από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ώστε οι σχετικές περί τούτου αιτιάσεις που προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα κατά τα λοιπά, με μέρος του 1ου λόγου αναιρέσεως, είναι απαράδεκτες. Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην ένδικη περίπτωση, με τον 2ο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα που αυτός, μεταξύ άλλων, νόμιμα επικαλέστηκε με τις προτάσεις του και προσκόμισε στη συζήτηση της υποθέσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς ανταπόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού περί του ότι ενήργησε υπαιτίως και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη: 1) την 100/07 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος, την 106/07 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, την 157/07 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, την 50/06 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, οι οποίες όλες είχαν αποφανθεί υπέρ της απόψεως για είσπραξη αναλογικών δικαιωμάτων στις περιπτώσεις εγγραπτέων πράξεων που αφορούσαν κοινά ομολογιακά δάνεια και 2) τις από 27/5/08 οδηγίες που είχε εκδώσει η Ένωση Αμίσθων Υποθηκοφυλάκων Ελλάδος, απευθυνόμενο σε όλους τους υποθηκοφύλακες, για είσπραξη αναλογικών δικαιωμάτων στις περιπτώσεις όπως η επίδικη. Σύμφωνα με το επισκοπούμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, σύμφωνα με τις παραδοχές του, μεταξύ άλλων και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς. Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, ο 2ος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τον 7ο και τελευταίο λόγο, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι Εφετείο παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα απέρριψε, τον ισχυρισμό του, που προβλήθηκε με λόγο της εφέσεώς του, ως ένσταση οικείου πταίσματος της αντιδίκου του κατ' άρθρο 300 ΑΚ, με την αιτιολογία ότι προβλήθηκε απαράδεκτα για πρώτη φορά στο Εφετείο, χωρίς την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 527 ΚΠολΔ. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 5/2/10 έγγραφων προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αυτός στο τμήμα τους υπό τον τίτλο "ΙΣΤΟΡΙΚΟ" εξέθετε απλώς ότι η ενάγουσα, εφόσον διαφωνούσε με το ύψος των καταβαλλόμενων δικαιωμάτων, όφειλε, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το νόμο, να ζητήσει την έγγραφη άρνηση του υποθηκοφύλακα και ακολούθως να απευθυνθεί με αίτησή της στην εκούσια δικαιοδοσία, προκειμένου να κριθεί το ζήτημα και ακολούθως το αρμόδιο δικαστήριο να αποφανθεί επί αυτού, και όχι να τον εναγάγει με αγωγή αδικοπραξίας και αδικαιολόγητου πλουτισμού, και ζητούσε να απορριφθεί η αγωγή, ως αντικείμενη στους γενικούς κανόνες δικαίου που πρέπει να διέπουν τις συναλλαγές. Όμως, τα περιστατικά αυτά, στα οποία δεν γίνεται αναφορά σε ζημία, δεν τα συνέδεσε με ισχυρισμό ότι η ενάγουσα, εξαιτίας τούτων, συνετέλεσε από δικό της πταίσμα στη ζημία της ή την έκτασή της, ώστε να στοιχειοθετηθεί παραδεκτά ισχυρισμός από το άρθρο 300 ΑΚ. Ενώπιον του Εφετείου ο αναιρεσείων, με λόγο της εφέσεώς του πρότεινε, ως ένσταση οικείου πταίσματος της αντιδίκου του κατ' άρθρο 300 ΑΚ, το ότι η υποτιθέμενη ζημία της προκλήθηκε αποκλειστικά από δική της υπαιτιότητα, εφόσον δεν ακολούθησε στην επίδικη περίπτωση τη μόνη νόμιμη ενδεδειγμένη οδό, ήτοι αυτή του άρθρου 791 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα εφόσον διαφωνούσε με το ύψος των καταβαλλόμενων δικαιωμάτων, όφειλε, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το νόμο, να ζητήσει την έγγραφη άρνηση του υποθηκοφύλακα και ακολούθως να απευθυνθεί με αίτησή της στην εκούσια δικαιοδοσία, προκειμένου να κριθεί το ζήτημα και ακολούθως το αρμόδιο δικαστήριο να αποφανθεί επί αυτού και τελικά με τη συμπεριφορά της αυτή η αντίδικός του υπήρξε η μόνη πρόξενος της όποιας ζημίας της, για την οποία ευθύνεται η ίδια αποκλειστικώς και για την οποία εκείνος ουδεμία ευθύνη φέρει. Ο εν λόγω ισχυρισμός, όπως προβλήθηκε στο Εφετείο, δεν συνιστούσε ένσταση από το άρθρο 300 ΑΚ, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 1052/12). Κατ' ακολουθία τούτου, εφόσον δεν προβλήθηκε ισχυρισμός που να συνιστά την ένσταση του άρθρου 300 ΑΚ, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί η αποδιδόμενη στο Εφετείο πλημμέλεια της παράβασης του αρ. 14 άρθρου 559 ΚΠολΔ, ούτε εκείνη της παράβασης αρ. 1 ίδιου άρθρου για την απόρριψη του ίδιου ισχυρισμού, ως μη νομίμου, με επάλληλη αιτιολογία και ο σχετικός περί τούτων λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28/6/12 αίτηση του Ι. Ά. για αναίρεση της 161/12 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ