Αριθμός 1247/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Χ. Π. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Κωνσταντίνας Χόρτη, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Υ. Κ. Ν. Μ.-Α. Ε." και το δ.τ. "Υ. Κ. Ν..Μ. Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Μπακόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-10-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν η 94/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 19/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 24-7-2017 αίτησή της. Εκδόθηκε η 139/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε εν μέρει την απόφαση και παρέπεμψε για περαιτέρω εκδίκαση την υπόθεση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο. Εκδόθηκε η 60/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-4-2022 αίτηση αναίρεσης και τους από 4-11-2022 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση από 27-4-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 11/29-4-2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές, υπ' αριθ. 60/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 564 αντικ. με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο Ν. 4335/2015). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, με το από 4-11-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 141/4-11-2022) αυτοτελές δικόγραφο, το οποίο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τούτο τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 (βλ. υπ' αριθ. 9432/4-11-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Καλαμάτας, που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων), ο τελευταίος άσκησε εμπρόθεσμα και παραδεκτά πρόσθετους λόγους, οι οποίοι πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο τούτων (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενοι με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, δικηγόρος, με την από 24-10-2011 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας ισχυρίστηκε ότι δυνάμει της από 12-7-2005 σύμβασης έμμισθης εντολής, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, για το προσωπικό της οποίας ισχύει κανονισμός που προβλέπει μονιμότητα, παρείχε σ' αυτήν νομικές υπηρεσίες με πάγια περιοδική αμοιβή. Ότι την 29-7-2011 η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη μεταξύ τους σύμβαση με καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Ότι η ανωτέρω καταγγελία είναι άκυρη, διότι αφενός δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος γι' αυτήν και αφετέρου έγινε με προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ. Με βάση το ως άνω ιστορικό, ζήτησε Α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης και Β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει α) τις δεδουλευμένες αποδοχές από τη σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών για τους μήνες Μάρτιο έως Ιούλιο του έτους 2011 και το επίδομα αδείας του έτους 2011, β) τις συμφωνημένες αποδοχές από 30-7-2011 (ήτοι από την επομένη της καταγγελίας) έως την άρση της υπερημερίας της, γ) τις αποδοχές και την προσαύξηση 100% για αιτηθείσα και μη χορηγηθείσα άδεια των ετών 2006 έως 2011 και δ) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όπως τα επιμέρους ποσά υπολογίζονται και αναφέρονται στην αγωγή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 94/2014 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, για τις αντιμισθίες του χρονικού διαστήματος από την επομένη της καταγγελίας έως την άρση της υπερημερίας της εναγομένης και ως αβάσιμη κατ' ουσίαν για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ δέχθηκε αυτήν κατά τα λοιπά, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας ως γενομένης άνευ σπουδαίου λόγου και, συμψηφίζοντας το ποσό της καταβληθείσας στον ενάγοντα αποζημίωσης απόλυσης με το ποσό των οφειλόμενων αποδοχών και αποζημίωσης για αιτηθείσα και μη χορηγηθείσα άδεια των ετών 2006 έως 2011, επιδίκασε σ' αυτόν το ποσό των 13.298 ευρώ, που αφορά δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Μαρτίου έως και Ιουλίου 2011 και επίδομα αδείας έτους 2011. Ειδικότερα, ως προς το αυτοτελές κεφάλαιο αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας ως γενομένης άνευ σπουδαίου λόγου, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η ύπαρξη σπουδαίου λόγου συνιστά ένσταση της εναγομένης, ως εντολέα, την οποία η τελευταία δεν είχε προβάλει παραδεκτά, ήτοι με προφορική δήλωση στο ακροατήριο και καταχώριση στα πρακτικά. Γι' αυτό, χωρίς αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού ως προς το ουσιώδες ζήτημα του σπουδαίου λόγου, κατέληξε σε καταφατικό πόρισμα ως προς την ακυρότητα της καταγγελίας. Κατά της ανωτέρω απόφασης ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις εκ μέρους των διαδίκων, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 19/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Με αυτή έγιναν τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτές αμφότερες οι εφέσεις, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της για το ενιαίο του εκτελεστού τίτλου, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και α) αναγνωρίστηκε ότι η από 29-7-2011 καταγγελία της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής είναι άκυρη λόγω μη συνδρομής σπουδαίου λόγου, β) υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα 1) ποσό 20.961,07 ευρώ ως υπόλοιπο οφειλόμενου ποσού για αντιμισθίες υπερημερίας από 1-8-2011 έως 12-3-2013 (ημ/νία συζήτησης αγωγής) με το νόμιμο τόκο από την επομένη της δήλης ημέρας καταβολής, αφού από το οφειλόμενο για την ανωτέρω αιτία ποσό των 48.790,38 ευρώ αφαίρεσε το ποσό της καταβληθείσας αποζημίωσης απόλυσης 27.829,31 ευρώ, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης συμψηφισμού που προβλήθηκε από την εναγομένη, 2) ποσό 26.358,78 ευρώ για αποδοχές και αποζημίωση αιτηθείσας και μη χορηγηθείσας αδείας των ετών 2006 έως 2011, με το νόμιμο τόκο από την 31/12 εκάστου έτους. Ειδικότερα, με την ως άνω εφετειακή απόφαση έγινε δεκτό ότι με την έφεση του ενάγοντος προσβλήθηκαν και συνεπώς μεταβιβάστηκαν στο Εφετείο μόνο τα κεφάλαια που αφορούν α) την επιδίκαση αντιμισθιών υπερημερίας και β) την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, όχι όμως και εκείνο που αφορά την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, ως προς το οποίο έκρινε ότι η πρωτόδικη απόφαση έχει τελεσιδικήσει. Με το σκεπτικό αυτό απέρριψε ως αλυσιτελή την ένσταση περί ύπαρξης σπουδαίου λόγου καταγγελίας, που προβλήθηκε παραδεκτά από την εφεσίβλητη - εναγομένη, κατ' άρθρο 527 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης του ενάγοντος. Κατά της ανωτέρω υπ' αριθ. 19/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας η εναγομένη άσκησε αναίρεση, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 139/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε ότι με την έφεση του ενάγοντος είχε μεταβιβασθεί στο εφετείο (και) το κεφάλαιο της αγωγής για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, ως αναγκαστικά συνεχόμενο με το κεφάλαιο για την επιδίκαση αντιμισθιών υπερημερίας, η οποία (επιδίκαση) ως λογικό προαπαιτούμενο είχε την ακυρότητα της καταγγελίας και ότι, συνεπώς, παραδεκτά η εναγομένη είχε προβάλει την ένσταση περί συνδρομής σπουδαίου λόγου ως άμυνα κατά της έφεσης του ενάγοντος. Περαιτέρω, έκρινε ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είχε ασαφείς και εν μέρει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αφενός της άρνησης της εναγομένης να χορηγήσει στον ενάγοντα την ετήσια άδεια αναψυχής και αφετέρου της υπαιτιότητάς της για τη μη χορήγηση. Κατά παραδοχή δε των αντίστοιχων λόγων αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 και 19 αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση ως προς τα κεφάλαια που αφορούν το κύρος της καταγγελίας και την άδεια αναψυχής. Ακολούθως, με την από 13-4-2019 κλήση της εναγομένης, εισήχθη προς συζήτηση στο δικαστήριο της παραπομπής μόνο η έφεση αυτής κατά της υπ' αριθ. 94/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Το Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας, ως δικαστήριο της παραπομπής, εξέδωσε την υπ' αριθ. 161/2019 απόφαση, με την οποία α) απέρριψε την ως άνω κλήση κατά το μέρος που αφορούσε το κεφάλαιο του κύρους της καταγγελίας, ως προς το οποίο είχε αναιρεθεί η υπ' αριθ. 19/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, επειδή με την αναιρετική απόφαση είχε κριθεί ότι ο εν λόγω ισχυρισμός μπορεί να προταθεί παραδεκτά μόνον ως άμυνα της εναγομένης κατά της έφεσης του ενάγοντος και όχι στα πλαίσια εκδίκασης της ασκηθείσας από αυτήν έφεσης, την οποία και μόνο είχε επαναφέρει προς συζήτηση η εναγομένη με την ανωτέρω κλήση της και β) δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης μόνο κατά το μέρος που αφορούσε την επιδίκαση αποδοχών και αποζημίωσης αδείας των ετών 2006 έως 2011, ήτοι το έτερο κεφάλαιο ως προς το οποίο είχε αναιρεθεί η προαναφερόμενη απόφαση, και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο τούτο, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το σχετικό αίτημα της αγωγής. Ακολούθως, με κλήση της εναγομένης, εισήχθησαν προς συζήτηση στο δικαστήριο της παραπομπής αμφότερες οι εφέσεις (ενάγοντος και εναγομένης) κατά της ανωτέρω υπ' αριθ. 94/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Το Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας, ως δικαστήριο της παραπομπής, με την υπ' αριθ. 60/2021 απόφασή του δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση μόνον ως προς το κεφάλαιο του κύρους της καταγγελίας και το αναγκαίως συνεχόμενο με αυτό κεφάλαιο της επιδίκασης μισθών υπερημερίας και, αφού δίκασε την αγωγή μόνο κατά τα εν λόγω κεφάλαια, την απέρριψε ως προς αυτά ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, διατάσσοντας παράλληλα την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο ενάγων με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους παραδεκτά ασκηθέντες πρόσθετους λόγους. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου, ερεύνησε τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και, για τον λόγο αυτό, απέρριψε την ύπαρξη ή δέχθηκε τη ύπαρξή του. Αν η απόφαση δεν ασχολήθηκε με το δεδικασμένο που προτάθηκε, δεν ιδρύεται ο εκ του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, αλλά ενδεχομένως ο λόγος από τον αριθμό 8 (ΟλΑΠ 1339/1985, ΑΠ 14/2022). Ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει, με βάση αυτή, τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 15/1998, ΑΠ 1491/2022, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 416/2019). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως "πράγματα" οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 26/2022, ΑΠ 19/2022), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 68/2022, ΑΠ 26/2022, ΑΠ 19/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο αυτής προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι εκ των αριθμών 14 και 16, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, κατ' ορθή δε νομική υπαγωγή αυτών η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, η οποία (πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ) προσάπτεται στην ως άνω απόφαση και με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, συνίσταται δε αυτή στο ότι το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε σιωπηρώς τον παραδεκτώς προβληθέντα από τον τότε εκκαλούντα - εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείοντα, με τις έγγραφες προτάσεις του, ισχυρισμό περί ύπαρξης δεδικασμένου που απορρέει από την υπ' αριθ. 19/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας κατά το μη αναιρεθέν μέρος αυτής, ειδικότερα δε, τον ισχυρισμό του ότι με την ανωτέρω απόφαση είχαν κριθεί με δύναμη δεδικασμένου αμφότεροι οι λόγοι της από 11-9-2014 έφεσης αυτού κατά της υπ' αριθ. 94/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, οι οποίοι (λόγοι) έπλητταν την εκκαλούμενη απόφαση α) ως προς το κεφάλαιο που αφορούσε την επιδίκαση αντιμισθιών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης έως την άρση της υπερημερίας της εναγομένης, το οποίο είχε απορριφθεί ως αόριστο (πρώτος λόγος έφεσης) και β) ως προς το κεφάλαιο που αφορούσε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, το οποίο είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο (δεύτερος λόγος έφεσης), και ότι συνεπώς το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε το ως άνω δεδικασμένο, δεχόμενο την ένσταση της εναγομένης περί συνδρομής σπουδαίου λόγου καταγγελίας της ένδικης σύμβασης και απορρίπτοντας στη συνέχεια το αίτημα της αγωγής του για επιδίκαση αντιμισθιών υπερημερίας, ενώ θα έπρεπε να απορρίψει την ένσταση αυτή ως απαράδεκτη, καθόσον είχε προβληθεί ως άμυνα κατά της έφεσης αυτού (ενάγοντος), η οποία όμως έφεση είχε ήδη κριθεί αμετακλήτως με την υπ' αριθ. 19/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας κατά το μη αναιρεθέν σκέλος αυτής. Οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, καθώς και ο πρόσθετος λόγος αυτής, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι με την υπ' αριθ. 139/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 19/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, μεταξύ άλλων, και κατά το κεφάλαιο που αφορούσε το κύρος της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής, συνακόλουθα δε, αναιρέθηκε αυτή και κατά το αναγκαστικά συνεχόμενο κεφάλαιο για την επιδίκαση αντιμισθιών υπερημερίας, η οποία (επιδίκαση) ως λογικό προαπαιτούμενο είχε την ακυρότητα της καταγγελίας. Συνεπώς, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, απορρίπτοντας σιωπηρώς τον παραδεκτώς προβληθέντα ισχυρισμό του τότε εκκαλούντος - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος περί ύπαρξης δεδικασμένου απορρέοντος από την υπ' αριθ. 19/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας και δεχόμενο α) ότι παραδεκτώς ήχθησαν ενώπιόν του προς συζήτηση αμφότερες οι εφέσεις (ενάγοντος και εναγομένης) κατά της υπ' αριθ. 94/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, κατά το μέρος που αφορούν το αναιρεθέν κεφάλαιο της υπ' αριθ. 19/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας περί του κύρους της καταγγελίας και το αναγκαίως συνεχόμενο με αυτό κεφάλαιο της επιδίκασης αντιμισθιών υπερημερίας και β) ότι η ένσταση της εναγομένης περί συνδρομής σπουδαίου λόγου καταγγελίας της σύμβασης παραδεκτώς προβλήθηκε ως άμυνα κατά της έφεσης του ενάγοντος, απορρίπτοντας στη συνέχεια το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση αντιμισθιών υπερημερίας ως κατ' ουσίαν αβάσιμο κατά παραδοχή της εν λόγω ένστασης. Ο ΚΠολΔ ορίζει στο άρθρο 559 αριθ. 18, ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, στο άρθρο 579 παρ. 1 εδ. α' ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, στο άρθρο 580 παρ. 4 ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν και στο άρθρο 581 παρ. 2 ότι στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος δεχόμενος τον σχετικό λόγο αναίρεσης. Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση του είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο α) το νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος στη συγκεκριμένη υπόθεση και β) οι παραδοχές του δικαστηρίου της παραπομπής ως προς το ζήτημα αυτό, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί εάν το τελευταίο συμμορφώθηκε προς τη λύση που έδωσε ο Άρειος Πάγος ή έδωσε διαφορετική λύση. Ως "νομικό ζήτημα" θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση, μπορεί δε αυτός να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο, για τους κατ' ιδίαν λόγους αναίρεσης που θεσπίζει το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1176/2020, ΑΠ 1360/2018, ΑΠ 534/2015, 1708/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο, δικάζοντας ως δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν συμμορφώθηκε προς την υπ' αριθ. 139/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η υπ' αρ. 19/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας ως προς τα κεφάλαια που αφορούσαν το κύρος της καταγγελίας και την άδεια αναψυχής. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν ως άνω σε σχέση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και τον πρόσθετο λόγο αυτής, από τα οποία προκύπτει ότι το δικαστήριο της παραπομπής συμμορφώθηκε πλήρως προς την ως άνω αναιρετική απόφαση, αφού έκρινε περί του κύρους της καταγγελίας και το αναγκαίως συνεχόμενο με αυτά κεφάλαιο επιδίκασης μισθών υπερημερίας. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, καθώς και ο πρόσθετος λόγος αυτής. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27-4-2002 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 11/2022) αίτηση και τον από 4-11-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 141/2022) πρόσθετο λόγο αυτής για αναίρεση της υπ' αριθ. 60/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Αυγούστου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ