Αριθμός 1617/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Τσουλό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 16η Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Τ. του Σ., 2) Μ. Τ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Σαράκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Α. Π. του Κ., 4) Η. Π. του Κ., κατοίκων ... Ιταλίας, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 176/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-3-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 10/3/2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθμ. 176/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με την οποία κατ'αποδοχή της από 4/12/2017 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων εξαφανίσθηκε η προσβληθείσα με αυτήν υπ' αριθμ. 56/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, και έγινε δεκτή η από 20/6/2012 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή τους κατά του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ), παρά την απουσία των τρίτου και τετάρτης των αναιρεσιβλήτων, που δεν εμφανίσθηκαν, μολονότι είχαν νομότυπα και εμπρόθεσμα κλητευθεί από το επισπεύδον τη συζήτηση αναιρεσείον (βλ. την υπ'αριθμ. .../28-7-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος Γ. Κ. προς τον Δικηγόρο Αγρινίου Ευάγγελο Καρρά ως πληρεξουσίου Δικηγόρου και αντικλήτου τους, δυνάμει του άρθρου 6Α του διατάγματος της 26.6/10.7.1944 "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου, όπως προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014). Κατά το άρθρο 62§1 εδ. β' του ν. 998/1979 "περί των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας" (ήδη άρθρ. 37§1 ν. 4280/2014) το κατά την §1 εδ. α' του ίδιου άρθρου τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων "δεν ισχύει εις τας περιφερείας του Πρωτοδικείου των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης και των Νομών Λέσβου, Σάμου και Χίου και των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων και Κυκλάδων". Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή ερμηνευτική άποψη για την νομική θέση των δασών στα Ιόνια νησιά, κατά την οποία το Ελληνικό δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση των Επτανήσων και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο από 16-11-1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", με αποτέλεσμα, προκειμένου περί δασών που βρίσκονται στα Επτάνησα, μόνη η επίκληση από το δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ' αυτήν, αλλά (να) πρέπει το δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προβλέπονται από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή τον Αστικό Κώδικα, μετά την 23-2-1946, ή τυχόν ειδικούς νόμους (ΑΠ 567/2020, ΑΠ 984/2017). Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου, είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των κληρονομιαίων, κινητών και ακινήτων, πραγμάτων, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομία, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σ' αυτό, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, μόνο εφόσον αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί αυτό. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 216 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής που στηρίζεται, καθόσον αφορά τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του ενάγοντα στο επίδικο ακίνητο, στην κληρονομική διαδοχή, αποτελούν αναγκαία στοιχεία του κύρους αυτής, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ : α) η κυριότητα του κληρονομουμένου στο επίδικο ακίνητο, β) η αποδοχή της κληρονομίας από τον ενάγοντα και η μεταγραφή της σχετικής δήλωσης ή η έκδοση κληρονομητηρίου και η μεταγραφή αυτού, γ) η αφαίρεση ή κατακράτηση της νομής ή κατοχής του επίδικου ακινήτου από τον εναγόμενο και δ) η ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, με προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητά του. Η ακριβής περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνει και με αποτύπωση σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα, γιατί έτσι ο εναγόμενος μπορεί να αμυνθεί και να ταχθούν οι δέουσες αποδείξεις. Εάν δεν αναφέρονται τα παραπάνω στοιχεία, η αγωγή είναι αόριστη και δεν μπορεί η αοριστία αυτή να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης της αγωγής. Ο τρόπος κτήσης της νομής του κληρονομουμένου (παράγωγος ή πρωτότυπος) δεν αποτελεί στοιχείο της ανωτέρω αγωγής (ΑΠ 1607/2002). Μόνον αν ο εναγόμενος αμφισβητεί με τις προτάσεις της πρωτοβάθμιας συζήτησης την κυριότητα του κληρονομουμένου και των δικαιοπαρόχων του επί του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρει είτε με την αγωγή, καθ' υποφορά, είτε με τις προτάσεις του της ίδιας συζήτησης το νόμιμο τρόπο με τον οποίο τα ανωτέρω πρόσωπα έγιναν κύριοι του ακινήτου, τέτοιος δε τρόπος μπορεί να είναι και εκείνος της κτήσης κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία (ΑΠ 547/2018). Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 του ΑΚ και 593, 2063 και 2092 του Ιονίου Αστικού Κώδικα, που εφαρμόζονται σύμφωνα με τα άρθρα 64 και 65 του Εισ.Ν.Α.Κ. στην έκτακτη χρησικτησία, όταν αυτή συμπληρώνεται πριν την εισαγωγή του ΑΚ ή και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, πριν όμως συμπληρωθεί εικοσαετία, προκύπτει ότι υπό την ισχύ του ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα ακίνητο γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία), υπό δε την ισχύ του προϊσχύσαντος Ιονίου Κώδικα, κύριος του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία (παραγραφή) γίνεται αυτός που το διακατέχει συνεχώς, αδιακόπτως, ειρηνικώς, δημοσίως, αναμφιβόλως και επί λόγω κυριότητας για μια τριακονταετία(ΑΠ 1346/2010).Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 του ΑΚ, συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα του νομέα να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών νομή συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω στο ακίνητο που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να έχει το ακίνητο για δικό του, τέτοιες δε πράξεις, εφόσον πρόκειται για χρησικτησία επί δάσους ή δασικής έκτασης, αποτελούν η βοσκή, η υλοτομία, η εκμίσθωση σε τρίτους για βοσκή ή υλοτομία, η οριοθέτηση, η επίβλεψη, η καταμέτρηση τούτου και η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων, μέσα στο χρόνο χρησικτησίας (ΑΠ 984/2017, ΑΠ 2192 /2013).Τέλος, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 εδ. α'του ΑΝ 1539/1938 ''περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων'', "νομή παρά τρίτου θεωρείται ασκουμένη α)επί των δασών, των μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων ή λιβαδίων και των χορτολιβαδικών εδαφών μόνο δια της, κατά τας εκάστοτε ισχύουσας διατάξεις βάσει αδειών της δασικής αρχής υλοτομίας ή εκμεταλλεύσεως αυτών ως ιδιωτικών εκτάσεων...", κατά δε η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 998 της 28/29-12-1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων" ως δάσος νοείται "πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλοεπιδράσεως οργανικήν ενότητα, και η οποία δύναται να προσφέρη προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι για τη κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία ακινήτου που χαρακτηρίζεται ως δάσος, ακόμη και αν αυτό βρίσκεται στα Επτάνησα, όπου δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, απαιτείται η άσκηση, επί 20 τουλάχιστον έτη, πράξεων νομής που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του δάσους, όπως είναι η βοσκή, η υλοτομία, η εκμίσθωση σε τρίτους για βοσκή ή υλοτομία, η οριοθέτηση και όχι άλλες πράξεις που δεν φέρουν αυτό το χαρακτήρα (ΑΠ 984/2017). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου κώδικα αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Για την πληρότητα του άνω από τον αριθμό 19 λόγου πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 353/2020,ΑΠ 1008/2018), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010, 651/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 1373/2019), 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 121/2014).Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1265/2017, 674/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, μετ'ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επίδικο αποτελεί αγροτεμάχιο, επιφάνειας κατά νεότερη και ακριβέστερη 8.170.26 μ2. που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της ... του Δήμου Λευκάδας, όπως τούτο αποτυπώνεται με τα αριθμητικά στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-8-9-1 στο από Μαΐου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - μηχανικού Κ. Π. και συνορεύει, σύμφωνα με αυτό, ανατολικά σε πλευρά 9- 1 μήκους 107.75 μ με ακαθόριστο αιγιαλό και θάλασσα, σε τεθλασμένη πλευρά 3-4-5 μήκους 22.11 μ. συν 34.04 μ. με ιδιοκτησία αγνώστου, βόρεια σε τεθλασμένη πλευρά 1- 2-3 μήκους 36.72 μ. συν 63.87 μ. με ιδιοκτησία αγνώστου και νότια σε τεθλασμένη πλευρά 5-6-7-8-9 μήκους 26.09 μ. συν 35.73 μ. συν 38.82 μ. συν 22.27 μ. με ιδιοκτησία άγνωστου. Το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στις δύο πρώτες ενάγουσες αιτία κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος στις 11.6.1997 πατέρα τους Σ. Τ. και δη αρχικά κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου σε καθεμία και κατά 2/8 εξ αδιαιρέτου στην μητέρα τους Α. χα Σ. Τ., δυνάμει της με αριθ. .../3.2.1998 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αγρίνιου Βασιλείου Μαγκλάρα, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σολλίου, ενώ ακολούθως η τελευταία (μητέρα τους) με το με αριθ. .../18.12.2009 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αγρίνιου Βασιλικής Μαραγιάννη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια βιβλία μεταγραφών μεταβίβασε το εξ αδιαιρέτου περιελθόν σε αυτή κληρονομικό της μερίδιο ισομερώς (1/16) σε καθεμία από τις δύο πρώτες ενάγουσες. Στους τρίτο και τέταρτη των εναγόντων το επίδικο ακίνητο περιήλθε κατά τα ανωτέρω ποσοστά αιτία κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος στις 12.12.2009, άνευ διαθήκης, πατέρα τους Κ. Π., δυνάμει της με αριθμ. .../1.2.2011 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αγρίνιου Βασ. Στραβοδήμου, που μεταγράφηκε στα ίδια βιβλία μεταγραφών. Στους ανωτέρω δικαιοπαρόχους των εναγόντων είχε περιέλθει αιτία αγοράς από τους αληθείς συγκύριους - πωλητές, Ε. χα Κ. Μ., το γένος Σ. Γ. και Δ. Γ., σε έκταση 9.680 μ2. μετά των σε αυτόν διαφόρων αγρίων δέντρων, όπως αποτυπώνεται στο συνημμένο σχεδιάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Μ. Κ., δυνάμει του με αριθμ .../3.2.1973 συμβολαίου αγοράς του συμβολαιογράφου Σολλίου Νικολάου Νταή, που μεταγράφηκε στα ίδια βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σολλίου. Στους ως άνω πωλητές το επίδικο είχε περιέλθει κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου αιτία κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής του αποβιώσαντος το έτος 1945 πατέρα τους, Σ. Γ. ή Γ., οι οποίοι έκτοτε ασκούσαν επ' αυτού κάθε πράξη νομής και κατοχής συμβατή με τη φύση και την μορφολογία του καλλιεργώντας αυτό, εκμισθώνοντας σε τρίτους για τη βόσκηση των ποιμνίων τους, ξυλεύοντας τα δασικά του προϊόντα και γενικώς προστατεύοντας τη νομή και κατοχή του έναντι τρίτων. Ο δε Σ. Γ. ή Γ. ασκούσε επ' αυτού συνεχώς και αδιαλείπτως τις προσήκουσες πράξεις νομής και κατοχής από τις αρχές ταυ 20ου αιώνα, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 30ετίας καθιστάμενος κατά τον τρόπο αυτό κύριος του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Άπαντες οι προαναφερόμενοι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων κατείχαν και νέμονταν το όλο ακίνητο, αρχικά με τις προϋποθέσεις του Ιόνιου Πολιτικού Κώδικα για την απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία δηλαδή συνεχώς, αδιακόπως, ειρηνικώς, αναμφιβόλως και επί λόγω κυριότητας, και στη συνέχεια (από 23.2.1946) με τις προϋποθέσεις, του Αστικού Κώδικα ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις και συγκεκριμένα το επόπτευαν, επιμελούνταν των ορίων του, το καλλιεργούσαν, το εκμίσθωναν σε κτηνοτρόφους της περιοχής και εισέπρατταν τα μισθώματα όπως βεβαιώνουν οι μάρτυρας Ι. Κ. και Ν. Ν., καταθέτοντας επί αγωγής αναγνωριστικής νομής του επιδίκου που άσκησαν συγγενείς των πωλητών του επιδίκου κατά των αγοραστών Σ. Τ. κ.λ.π. οι οποίοι γνωρίζουν όσα καταθέτουν από ιδία αντίληψη, καθώς ο πρώτος εργάστηκε στο αγροτεμάχιο του Ν. και βεβαιώνει ότι "ο Γ. είχε 6-7-8 στρέμματα...στο επίδικο έβλεπα συνεχώς τον Σ. Γ.... μου είχε πει να σπείρω και το δικό του (επίδικο) που ήταν συνέχεια στου Ν.", ο δε δεύτερος, μισθωτής του επιδίκου κατά τα έτη 1926 έως 1940 βεβαιώνει ότι "είναι 10 στρέμματα και από το 1926 μέχρι και το 1940 έβοσκα σε αυτό τα πρόβατά μου. ήταν του Γ., πατέρα των καθών.." (βλ πρακτικά της με αριθμ. 20/1973 απόφασης του Ειρηνοδικείου Βόνιτσας). Τα πιο πάνω επιστηρίζονται και από τα όσα καταθέτει στην με αριθμ. .../2014 ένορκη βεβαίωση ο μάρτυρας Π. Δ., αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι "είχε ρωτήσει (ο Τ.) μεγάλους σε ηλικία κατοίκους και γνώστες της περιοχής, αλλά και συνορίτες του κτήματος και όλοι του είχαν πει ότι το κτήμα αυτό ανήκει στον Σ. Γ. ή Γ., πατέρα των πωλητών, ο οποίος μάλιστα το καλλιεργούσε μέχρι το θάνατό του. Μετά το θάνατό του. τα παιδιά του συνέχισαν να το καλλιεργούν για κάποια χρόνια και να εκμεταλλεύονται τα διάσπαρτα πεύκα και άλλα δένδρα που υπήρχαν σε αυτό (κοπή δένδρων κλπ), όταν εγκατέλειψαν την καλλιέργεια το έδιναν σε κτηνοτρόφους για βόσκηση των αιγοπροβάτων τους". Τα ίδια καταθέτει και ο μάρτυρας Ν. Β., εγγονός του ως άνω Σ. Γ. ή Γ., "το ακίνητο ήταν του παππού μου. το αγόρασαν οι Τ. από το θείο μου και τη μάννα μου, ο παππούς μου το είχε κληρονομιά πέθανε το 1945, το έσπερνε ο παππούς μου σιτάρια" (βλ πρακτικά της 453/2004 απόφασης του Μ.Πρ.Λευκάδος επί της από 16.1.2004 αγωγής των ήδη εναγόντων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία έγινε δεκτή πρωτοδίκως ως βάσιμη και κατ' ουσία, απορρίφθηκε όμως λόγω αοριστίας με την 649/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών. Τις ίδιες πράξεις νομής συνέχισαν να ενεργούν επί του επιδίκου από της περιελεύσεως της νομής του σε αυτούς και οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, με συνέπεια να έχουν καταστεί συγκύριοι αυτού, εκτός από τον παραγωγό τρόπο και με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία προσμετρώντας και τη νομή των δικαιοπαρόχων τους. Επομένως οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων εφόσον απέκτησαν από αληθείς συγκύριους, από της μεταγραφής του παραπάνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου έγιναν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου και ακολούθως και οι αποδεχθέντες, κατά τα ανωτέρω την κληρονομιά τους, ενάγοντες. Ωστόσο το εναγόμενο, με το με αριθμ. πρωτ. .../4.5.1999 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Λευκάδος, απαντώντας στην από 19.4.1999 αίτηση της Α. Τ. περί χορηγήσεως βεβαιώσεως ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν προβάλλει απαιτήσεις επί του επιδίκου χαρακτήρισε το επίδικο ως δασική έκταση, αμφισβητώντας με τον τρόπο αυτό την κυριότητα των εναγόντων επί του εν λόγω ακινήτου. Τον ίδιο ισχυρισμό περί δασικού χαρακτήρα του επιδίκου και εντεύθεν περί ιδίας κυριότητας σ' αυτό προέβαλε και κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προς απόκρουση της υπό κρίση αγωγής, επαναφέρει δε και ενώπιον του παρόντος με τις προτάσεις του, επικαλούμενο μάλιστα την με αριθμ. πρωτ. …/10.4.2008 έκθεση φωτοερμηνείας του Διευθυντή Δασών Μ Λευκάδος Γ. Λ.. σύμφωνα με την οποία σε ζεύγη αεροφωτογραφιών του 1945 στο επίδικο "διακρίνονται μεγάλης ηλικίας πεύκα σε αραιή και δενδρώδη μορφή και σε μεγαλύτερο αριθμό προς το νότιο τμήμα της έκτασης. Η ύπαρξη διάκενων μεταξύ των πεύκων κυρίως προς το βόρειο τμήμα αυτής πιθανότατα οφείλεται σε τμηματική αγροτική καλλιέργεια, όπου αυτή ήταν δυνατή", ενώ στις μετέπειτα αεροφωτογραφίες (1960.1971.1985). παρατηρείται ανάπτυξη νεαρών ατόμων πεύκων, με υποχώρηση της αγροτικής καλλιέργειας και σήμερα αποτελεί δάσος πεύκης όπως και η ευρύτερη περιοχή. Η ως άνω έκθεση φωτοερμηνείας αντικρούεται από την από 9.8.1996 όμοια έκθεση του ιδιώτη μελετητή Δασολόγου Χ. Τ.. την οποία προσκομίζουν με επίκληση οι ενάγοντες και από την οποία προκύπτει ότι μετά από ερμηνεία των ίδιων αεροφωτογραφιών, ταυτίζονται κατ' αποτέλεσμα ως προς την σημερινή μορφή του επιδίκου (δάσος πεύκης), πλην όμως, κατ' αυτόν, κατά το έτος 1945 διακρίνονται αραιές βαθμίδες σε κανονική διάταξη, όχι ενιαία σε όλη την έκταση, γεγονός που πιστοποιεί καλλιεργήσιμη έκταση, το 1960 διαπιστώνεται ανάπτυξη φρυγανώδους βλάστησης με θαμνώδη μορφή και με αυξημένη πυκνότητα δένδρων, και στη συνέχεια λόγω εγκατάλειψης της καλλιέργειας επήλθε φυσική δάσωση και από το έτος 1985 παρουσιάζει την μορφή δάσους πεύκης. Ωστόσο, και υπό την εκδοχή ότι το επίδικο αποτελούσε ανέκαθεν δασική έκταση, ο ισχυρισμός αυτός του εναγόμενου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, μόνη η δασική μορφή της έκτασης δεν αποτελεί απόδειξη η τεκμήριο για τη θεμελίωση δικαιώματος κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, αφού, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, στα δάση των Ιονίων Νήσων δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, που θεσπίστηκε με το β.δ της 16.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", αλλά το Δημόσιο ισχυριζόμενο ότι η δασική έκταση είναι δημόσια οφείλει να το αποδείξει, επικαλούμενο τον ειδικό λόγο κτήσης της κυριότητας αυτής με ένα από τους προβλεπόμενους από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή από τον Αστικό Κώδικα (μετά την 23.2.1946) τρόπους κτήσης κυριότητας, δηλαδή τον τίτλο αγοράς ή δωρεάς, διαθήκη, κατάληψη αδέσποτου ή ενδεχομένως βάσει κάποιου ειδικού νόμου, που όμως, το εναγόμενο όχι μόνο δεν απέδειξε, αλλά ούτε καν επικαλέστηκε. Σημειωτέον ότι το εναγόμενο με τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αλλά και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητα του ως αδέσποτο και ανεξουσίαστο κατά τον χρόνο της ένωσης της Επτανήσου με την Ελλάδα και ότι σε κάθε περίπτωση απέκτησε την κυριότητα αυτού με τακτική και έκτακτη χρησικτησία (τουλάχιστον από το έτος 1985). αφού έκτοτε το κατέλαβε και το διαχειρίζεται δια των αρμοδίων οργάνων του. Ωστόσο, καμία πράξη νομής και κατοχής δεν επικαλείται και πολύ περισσότερο δεν αποδεικνύει. καθώς για πρώτη φορά αμφισβητεί την κυριότητα των εναγόντων μόλις το 1999 με το προαναφερόμενο έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Λευκάδας. Επομένως, εφόσον το εναγόμενο δεν έλαβε ως διάδοχο του Ιονίου Κράτους κανένα περιουσιακό στοιχείο της διανεμηθείσης επιχωρίου περιουσίας και ως εκ τούτου δεν έχει εφαρμογή το από 16.11.1836 βασιλικό διάταγμα που αναγνωρίζει τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου για τις αποτελούσες δάση εκτάσεις, αλλά οφείλει να διαχειρίζεται, ως δημόσια μόνο τα δάση ή τις δασικές ή χορτολιβαδικές εκτάσεις για τις οποίες έχει πράγματι αποκτήσει κυριότητα με νόμιμους τίτλους ή χρησικτησία και όχι όλα τα δάση και τις δασικές εκτάσεις, των οποίων διοικητικώς ή δικαστικώς δεν έχει κριθεί η κυριότητα τους έναντι αυτού. Περαιτέρω σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω δεν αποδεικνύεται ότι το επίδικο ανήκει σε εκείνα τα αγροτεμάχια που δεν υπήρξαν ποτέ στην κυριότητα κανενός, δηλαδή ήταν εξ αρχής αδέσποτο ή ότι κατέστη μεταγενέστερα αδέσποτο με εγκατάλειψη του προηγουμένου κυρίου, οπότε, για το νομότυπο της εγκατάλειψης αυτής απαιτείται μονομερής δήλωση του κυρίου με συμβολαιογραφικό έγγραφο ότι παραιτείται από την κυριότητα επί ορισμένου ακινήτου και μεταγραφή αυτής". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού απέρριψε τους ισχυρισμούς του Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας αυτού, δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη κατ'αποδοχή της έφεσης των εναγόντων, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που είχε δεχθεί τα αντίθετα. Σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα των μεν δύο πρώτων εκ των αναιρεσιβλήτων, κατά συνολικό ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου σε καθεμία, αφενός μεν αιτία κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος πατέρα τους, δυνάμει νομίμως μετ/νης πράξης αποδοχής κληρονομιάς και αφετέρου, ως γονική παροχή από τη μητέρα τους δυνάμει νομίμως μετ/νου συμβολαίου, στους δε τρίτο και τέταρτη ομοίως κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στο καθένα αιτία κληρονομικής διαδοχής του δικού τους πατέρα, δυνάμει νομίμως μετ/νης πράξης αποδοχής κληρονομιάς. Ότι οι αναφερόμενοι κατά σειρά άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων (με αναγωγή μέχρι των αρχών του 20ου αιώνα) κατείχαν και νέμονταν διαδοχικά το όλο ακίνητο, αρχικά με τις προϋποθέσεις του Ιόνιου Πολιτικού Κώδικα για την απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία δηλαδή συνεχώς, αδιακόπως, ειρηνικώς, αναμφιβόλως και επί λόγω κυριότητας για μια τριακονταετία, και στη συνέχεια (από 23.2.1946) με τις προϋποθέσεις, του Αστικού Κώδικα ασκώντας πλέον των είκοσι ετών όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις και συγκεκριμένα το επόπτευαν, επιμελούνταν των ορίων του, το καλλιεργούσαν, το εκμίσθωναν σε κτηνοτρόφους της περιοχής και εισέπρατταν τα μισθώματα, έχοντας έτσι αποκτήσει την κυριότητα του, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, και τέλος ότι δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, με κτήση του α) ως αδέσποτο και β) με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, καθόσον ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προσκόμισε για την απόδειξη τους. Επιπλέον ότι ο ισχυρισμός του τελευταίου περί του ότι περιήλθε σ'αυτό η κυριότητα του ως δάσος, δεν ευσταθεί δεδομένου ότι κατ' άρθρ. 62§1 εδ. β' του ν. 998/1979 "περί των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας" (ήδη άρθρ. 37§1 ν. 4280/2014) επί των Ιονίων νήσων, όπως στη προκείμενη περίπτωση, δεν έχει εφαρμογή το από 16.11.1836 βασιλικό διάταγμα που αναγνωρίζει τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου για τις αποτελούσες δάση εκτάσεις, πέραν βεβαίως του ότι σαφώς δέχεται ότι δεν προέκυψε ότι το επίδικο αποτελούσε δασική έκταση. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 εδ. α' του ΑΝ 1539/1938, που για την εφαρμογή της προϋποθέτει το χαρακτήρα του επιδίκου ως δασικού, εφόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης το επίδικο δεν αποτελούσε δασική έκταση, ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις του ν. 2310/20 "περί της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής" και του Βυζαντιρωμαϊκού δικαίου (Ν.12 Πανδ. (28,7), Ν.14 και 8 Πανδ. (92,2), Ν.2 Εισ.2.19.2 Εισ.31 και Ν.3 Κωδ 6.30) αναφορικά με τον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας (εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή) των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων, εφόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης την κυριότητα επί του επιδίκου απέκτησαν οι τελευταίοι (και) με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του Ιονίου Αστικού Κώδικα και του ΑΚ (μετά την εισαγωγή του), ο οποίος και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό. Επομένως, οι δεύτερος και πρώτος, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ αντίστοιχα, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, αποδίδεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθμ.19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια ότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την κρίση του περί του αγροτικού χαρακτήρος και όχι δασικού του επιδίκου. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, πρωτίστως, εξαιτίας αοριστίας, διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο και μάλιστα ενάριθμα ο φερόμενος ή οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, αλλά και διότι βάλλουν κατά της εκτίμησης των αποδείξεων. Κατόπιν αυτών, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των παρασταθέντων πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος που οι τελευταίες, υπέβαλαν με τις προτάσεις τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.) μειωμένα κατ' άρθρο 22 του ν.3693/1957,κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ειδικότερα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10/3/2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 176/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ