Αριθμός 254/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δ. Φ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Κουνέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ ΑΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παντελίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-5-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2015 και 2544/2015 μη οριστικές και 1007/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2103/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-9-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη, από 12 Σεπτεμβρίου 2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. 9299/892/8-10-2019), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 2103/2019 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφαλίσεώς του (άρθρα 666, 667, 670-376 και 681Α του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων, με την ένδικη, από 13 Μαΐου 2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. 72206/3086/2014) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματός του σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρεία να του καταβάλει τα στην αγωγή αναφερόμενα ποσά, ως αποζημίωση για τις θετικές και αποθετικές του ζημίες και πρόσθετη αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ, εξαιτίας του τραυματισμού του, κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, που προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου με αριθμό κυκλ. ΝΧΥ-... ΔΧΦ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις από αυτό ζημίες σε τρίτους στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 16/2015 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως προκειμένου να διενεργηθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη και, στη συνέχεια, μετά τη διενέργεια αυτής, η υπ' αριθμ. 2544/2015 μη οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, ανέστειλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως μέχρι την τελεσιδικία της υπ' αριθμ. 86/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, που εκδόθηκε επί της προγενέστερης από 25.11.2012 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 1895/263/3.12.2012 αγωγής του ενάγοντος κατά του οδηγού ΔΧΦ αυτοκινήτου και της εναγομένης, ως άνω, ασφαλιστικής εταιρίας, με την οποία κρίθηκε ότι ο ενάγων ήταν συνυπαίτιος του ένδικου ατυχήματος κατά ποσοστό 25% και ο οδηγός του φορτηγού κατά ποσοστό 75%. Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1007/2017 οριστική απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει στον ενάγοντα, το συνολικό ποσό 35.739 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ο ενάγων άσκησε την από 27-6-2017 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 1007/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, στη συνέχεια, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της ουσίας την αγωγή την έκανε εν μέρει δεκτή και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει στον ενάγοντα συνολικό ποσό 50.513 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση Κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ., "Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του" και κατά τη διάταξη του άρθρου 298 του ίδιου Κώδικα "Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται, ότι, σε περίπτωση παράνομης και υπαίτιας βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση, εκτός από τη θετική ζημία, δηλαδή τη μείωση της περιουσίας, περιλαμβάνει και την αποθετική τοιαύτη (διαφυγόν κέρδος). Την έννοια του διαφυγόντος κέρδους, η οποία αποτελεί έννοια νομική και όρον εφαρμογής του άρθρου 298 του Α.Κ., παρέχει η διάταξη αυτή κατά την οποία "(ως τοιούτο) λογίζεται το κέρδος εκείνο, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί" (Α.Π. 1445/2018, Α.Π. 1155/2007). Προκύπτει, επίσης, ότι το διαφυγόν κέρδος αποτελεί ζημία, η οποία θα επέλθει στο μέλλον και κατ' ανάγκην συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν εμφανίζει την βεβαιότητα της θετικής ζημίας. Για την απόδειξή της, που είναι δύσκολη για τον ζημιωθέντα συγκριτικά με τη θετική ζημία, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση. Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 298 εδάφ. β' του Α.Κ. έχει ουσιαστικό μεν χαρακτήρα, εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξιώσεως αποζημιώσεως, αλλά και δικονομικό χαρακτήρα, εφόσον επιτρέπει στον δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση (Α.Π. 1445/2018, Α.Π. 1306/2003). Εν όψει αυτών, στην περίπτωση που από την εκτίμηση των αποδείξεων προκύψει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η ζημία του ενάγοντος, που εμφανιζόταν, κατά την αγωγή, ως πιθανή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι απλώς ενδεχόμενη, η αγωγή απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς το στοιχείο της πιθανότητας του διαφυγόντος κέρδους, με την έννοια που προαναφέρθηκε. Για να επιδικασθεί αποζημίωση για την μελλοντική ζημία, θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά το χρόνο της αποφάσεως, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται, ως πρόωρη και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί (Α.Π. 1445/2018, Α.Π. 325/2016, Α.Π. 1105/2015, Α.Π. 2153/2013, Α.Π. 869/2013, Α.Π. 601/2010, Α.Π. 2076/2006, Α.Π. 122/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 του A.K., όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ιδίου κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία, είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια και δ) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 1267/2020, Α.Π. 1188/2020, Α.Π. 1116/2019). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 του Α.Κ., το οποίο αναφέρεται στην, κατά τα άρθρα 928 και 929 του Α.Κ., υποχρέωση αποζημιώσεως λόγω θανατώσεως ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, ορίζεται ότι η αξίωση αποζημιώσεως δεν αποκλείεται εκ του ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε. Με τη διάταξη αυτή (930 παρ. 3 του Α.Κ.) ο νομοθέτης, για να αποτρέψει την ανεπιεική λύση της απαλλαγής (ολικής ή μερικής) του ζημιώσαντος, εισάγει ειδικώς για τις περιπτώσεις υποχρεώσεως αποζημιώσεως ένεκα θανατώσεως ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου των άρθρων 928 και 929 του Α.Κ. εξαίρεση από την αρχή του καταλογισμού των ωφελειών ή συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους (Ολ. Α.Π. 807/1973). Η Α.Κ. 930 παρ. 3 αποτελεί έκφραση μιας γενικότερης αρχής ότι, σε περίπτωση προσβολής της ζωής, του σώματος ή της υγείας προσώπου με αδικοπραξία, ο υπεύθυνος δεν απαλλάσσεται της αστικής ευθύνης από το ότι τρίτος υποχρεούται από σύμβαση ή από τον νόμο σε ορισμένη παροχή προς τον παθόντα ή τους οικείους του. Η παροχή αυτή σκοπό έχει την εξασφάλιση και ανακούφιση του ζημιωθέντος και όχι την απαλλαγή του ζημιώσαντος. Ο παραπάνω σκοπός της Α.Κ. 930 παρ. 3 επιβάλλει την όσο το δυνατόν ευρεία ερμηνεία αυτής. Σύμφωνα έτσι με την παραπάνω γενική αρχή, η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 του Α.Κ., παρά το ότι από την γραμματική διατύπωσή της φαίνεται να αφορά στις περιπτώσεις, τις οποίες κάποιος άλλος έχει υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν, που ζημιώθηκε, αυτή εφαρμόζεται σε κάθε παροχή τρίτου, ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, είτε στηρίζεται σε σύμβαση, είτε στο νόμο, είτε γίνεται εκουσίως χωρίς νομική υποχρέωση και αποβλέπει στην άρση ή μείωση των συνεπειών της προσβολής κατά της ζωής, του σώματος ή της υγείας προσώπου και όχι να ωφελήσει τον βλάψαντα, του οποίου αφήνεται άθικτη η υποχρέωση αποζημιώσεως. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι "άλλος" με την έννοια της Α.Κ. 930 παρ. 3 μπορεί να είναι οποιοσδήποτε τρίτος (Δημόσιο, ασφαλιστικοί οργανισμοί, ασφαλιστικές εταιρίες, ιδιώτης, συγγενείς, εργοδότης κ.λπ.). Επομένως, κατ' εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 930 παρ. 3 του Α.Κ., ο παθών από αδικοπραξία δικαιούται σε σωρευτική απόληψη, πέραν των παροχών τρίτου και της οφειλομένης από τον αδικοπραγήσαντα αποζημιώσεως (Α.Π. 1635/2018, Α.Π. 593/2018, Α.Π. 152/2017, Α.Π. 1488/2014, Α.Π. 384/2013, Α.Π. 347/2009, Α.Π. 1127/2002, Α.Π. 1213/2001). Ειδικότερα, η υποχρέωση του τρίτου προς παροχή μπορεί να στηρίζεται και σε σχέση δημοσίου δικαίου, όπως στην περίπτωση που παρέχεται από το Δημόσιο μισθός ή σύνταξη σε πρόσωπο, που δεν μπορεί να προσφέρει εργασία λόγω ανικανότητάς του από ατύχημα (Α.Π. 1635/2018, Α.Π. 593/2018, Α.Π. 152/2017). Τέλος, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του εύλογου, ως άνω χρηματικού ποσού είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψιν η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 419/2019, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 1428/2018, Α.Π. 989/2018, Α.Π. 213/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 27/1998). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθ. 86/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, που έκρινε επί της από 25.11.2012 προγενέστερης αγωγής του ήδη ενάγοντος κατά της εναγόμενης και του Ν. Κ., με την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την υπό κρίση αγωγή, έχουν κριθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρα 321 επ. ΚΠολΔ), μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: 1) Στις ...5.2010 και ώρα 14.15 ο ενάγων οδηγούσε την υπ' αριθ. κυκλοφορίας ΙΚΟ ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, επί της Ε.Ο. …- Μ., με κατεύθυνση από Μ. προς την πόλη της …, κινούμενος στο δεξιό ρεύμα της οδού. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Ν. Κ. οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ΝΧΥ ... ΔΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, κινούνταν επί της ιδίας ως άνω Ε.Ο., με αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι από την πόλη της … προς Μ., στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού. Όταν ο ενάγων έφθασε στον οδικό κόμβο, όπου υπάρχει νησίδα, δυτικά και έξω από το χωριό Π., ο οδηγός του φορτηγού αιφνιδίως και αντικανονικά άλλαξε την κατεύθυνση του οχήματος του και κινήθηκε προς τα αριστερά, πραγματοποιώντας αριστερή στροφή, με κατεύθυνση προς το χωριό Π., χωρίς να θέσει σε λειτουργία τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης, με αποτέλεσμα να εισέλθει αιφνιδιαστικά αριστερά στον κόμβο και να καταλάβει κάθετα μέρος της λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία κινούνταν ο ενάγων, να παρεμβληθεί στην πορεία του και να του παρεμποδίσει εν μέρει την ομαλή έμπροσθεν κίνηση, παρόλο που αυτός προσπάθησε να τον αποφύγει, τροχοπεδώντας τη μοτοσικλέτα του και κάνοντας ελιγμό προς τα δεξιά, αντί αριστερά. Ο οδηγός του φορτηγού, όμως, συνέχισε την έμπροσθεν κίνησή του, εισερχόμενος στην κάθετη οδό της διασταύρωσης, με κατεύθυνση προς το Δημαρχείο Π., αλλά δεν πρόλαβε να την ολοκληρώσει, με αποτέλεσμα να επιπέσει ο ενάγων με τη μοτοσικλέτα του στο μέσο της δεξιάς πλευράς του φορτηγού και να τραυματισθεί πολύ σοβαρά. 2) Ότι συνυπαίτιοι για το ένδικο ατύχημα και τον εντεύθεν τραυματισμό του ενάγοντος είναι κατά ποσοστό 75% ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου Ν. Κ. και κατά ποσοστό 25% ο ενάγων. 3) Ότι, συνεπεία του ατυχήματος, ο ενάγων υπέστη κάταγμα μετωπιαίου οστού, κάταγμα βάσης κρανίου, κάταγμα σπλαχνικού κρανίου, κάταγμα δεξιού μηριαίου, κάταγμα δεξιού βραχιονίου και ρινόρροια. Διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο … "..." και αυθημερόν με το ΕΚΑΒ στο Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών, διασωληνωμένος υπό καταστολή, ως πολυτραυματίας, όπου εισήχθη στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Κατά τον απεικονιστικό έλεγχο διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί επισκληρίδιο και υποσκληρίδιο αιμάτωμα κροταφικά δεξιά, εκτεταμένο εμπιεστικό κάταγμα μετωπιαίου οστού, εγκεφαλικές θλάσεις μετωπιαίων λοβών άμφω, πολλαπλά κατάγματα σπλαχνικού κρανίου και βάσης κρανίου με παρουσία φυσαλίδων αέρα ενδοκράνια, κάταγμα βραχίονα και μηριαίου οστού δεξιά, κάταγμα λεκάνης, κάταγμα αριστερού ισχύου, θλάσεις πνευμονικού παρεγχύματος αιμοπνευμοθώρακα, τέθηκε δε σε καταστολή με μηχανική υποστήριξη της αναπνοής, παρουσίασε εκτεταμένη ρινόρροια εγκεφαλονωτιαίου υγρού και στις 13.5.2010 υποβλήθηκε χειρουργικά σε ανοικτή ανάταξη και σταθεροποίηση των καταγμάτων άκρων. Στις 14.5.2010 υποβλήθηκε εκ νέου χειρουργικά σε αμφιμετωπιαία κρανιοτομία, κρανιοποίηση μετωπιαίου κόλπου, πλαστική μήνιγγος προσθίου κρανιακού βόθρου, στεγανοποίηση και αποκατάσταση των καταγμάτων του μετωπιαίου οστού. Λόγω επιμονής της ρινόρροιας μετεγχειρητικά του τέθηκε οσφυϊκή παροχέτευση ΕΝΥ και του έγινε τραχειοτομία. Παρέμεινε στη ΜΕΘ έως 27.5.2010 και εξήλθε από το ως άνω Νοσοκομείο στις 30.6.2010. Μετά την έξοδό του παρουσίασε διπλωπία, αμφικροταφική ημιανοψία, μείωση οπτικής οξύτητας, απότοκα των κακώσεων του κρανίου, καθώς και πάρεση του δεξιού κερκιδικού νεύρου σε έδαφος του κατάγματος του βραχιονίου, επίσης δυσκαμψία στην έκταση του δεξιού αγκώνα. Του χορηγήθηκε δίμηνη αναρρωτική άδεια και του συστήθηκαν από τους ιατρούς φυσιοθεραπείες - κινητοποιήσεις, αποφυγή φόρτισης κάτω άκρου τουλάχιστον επί 15νθήμερο, οφθαλμολογική επανεκτίμηση μετά πάροδο διμήνου, αντιεπιληπτική και αντιθρομβωτική αγωγή και επανεξέταση μετά πάροδο διμήνου. Από 31.8.2010 έως 6.9.2010 νοσηλεύτηκε εν νέου στο Ν.Ν.Α. και υποβλήθηκε σε επανέλεγχο, κυρίως για τα ορθοπεδικά και οφθαλμολογικά προβλήματα που παρουσίαζε, ενώ του χορηγήθηκε νέα αναρρωτική άδεια δύο μηνών. Από 11.11.2010 έως 12.11.2010 νοσηλεύθηκε εκ νέου στο Ν.Ν.Α. και του χορηγήθηκε νέα αναρρωτική άδεια δύο μηνών, με επανεκτίμηση της κατάστασής του μετά δίμηνο. Στις 11.1.2011 εισήχθη εκ νέου στο Ν.Ν.Α. και νοσηλεύθηκε σ' αυτό μέχρι τις 18.1.2011, οπότε διαπιστώθηκε ότι παρά το εντατικό πρόγραμμα φυσιοθεραπείας που είχε ακολουθήσει, συνέχιζε να παρουσιάζει πάρεση, δυσκαμψία, και οφθαλμολογικά προβλήματα, ημιανοψία, ατροφία οπτικού νεύρου, κυρίως δεξιά, και εξωτροπία κοντά και μακριά. Παραπέμφθηκε στην Ανώτατη Ναυτική Υγειονομική Επιτροπή, από την οποία του χορηγήθηκε νέα εξάμηνη αναρρωτική άδεια, με τη σύσταση να γίνει επανεκτίμηση της κατάστασής του μετά το πέρας της. Από 18.7.2011 έως 19.7.2011 νοσηλεύθηκε εκ νέου στο Ν.Ν.Α. και διαπιστώθηκε ότι συνεχίζει να παρουσιάζει διαταραχές οράσεως, αμφικροταφική ημιανοψία, ατροφία οπτικών νεύρων κυρίως δεξιά και διπλωπία, ορμονολογικές διαταραχές από την υπόφυση λόγω χαμηλής έκκρισης γοναδικών ορμονών, παραπέμφθηκε δε στην Α.Ν.Υ.Ε., με το σκεπτικό να αναλάβει μόνιμη υπηρεσία γραφείου, αφού οι διαταραχές από τα οπτικά νεύρα και το χίασμα, που επέμεναν πλέον του έτους, έπρεπε να θεωρηθούν πλέον οριστικές. Δυνάμει της υπ' αριθ. 3028/19.7.2011 Γνωμάτευσης της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής του Ναυτικού διαπιστώθηκε ότι παρουσιάζει υπολειμματικές λειτουργικές διαταραχές και αποφασίστηκε ότι η πάθησή του χρήζει μόνιμης υπηρεσίας γραφείου, στην οποία τέθηκε με την υπ' αριθ. πρωτ. Ε.1126/412/11/7348/7.9.2011 απόφαση του Υπαρχηγού του Λιμενικού Σώματος και ότι δεν θα μπορούσε να ασκεί τα καθήκοντα που ασκούσε πριν από το τροχαίο, αφού η αναπηρία του θεωρήθηκε οριστική. Ακόμη και σήμερα αντιμετωπίζει μία δυσμενή κατάσταση της υγείας του, που αφορά μόνιμες αναπηρίες, διαταραχές οράσεως, ατροφία οπτικών νεύρων κυρίως δεξιά και διπλωπία, ορμονολογικές διαταραχές από την υπόφυση, συνέπεια της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης που υπέστη, και χωλότητα στο δεξιό πόδι. Περαιτέρω, από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι στις 26.10.2012 ο ενάγων εξετάστηκε εκ νέου στην Οφθαλμολογική Κλινική του Ν.Ν.Α. από τον θεράποντα ιατρό του Ν.. Ζ., ο οποίος διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, ότι η όραση στο δεξιό οφθαλμό του είναι ελαττωμένη με καλύτερα διορθούμενη όραση 3/10 και μετατραυματικά έχει εμφανισθεί αμφικροταφική ημιανοψία, καθώς και ελάττωση της ευαισθησίας σε πολλά από τα πεδία των υπολειπόμενων οπτικών πεδίων και στους δύο οφθαλμούς. Η βλάβη είναι ευρεία και πιο βαθιά σε ελάττωση της ευαισθησίας στο δεξιό οφθαλμό. Τα ανωτέρω προβλήματα αποδίδονται στην μετατραυματική οπτική νευροπάθεια. Παρουσιάζει επίσης εξωτροπία Δ.Ο., η οποία αντιρροπείται στην παρούσα φάση με suppression του Δ.Ο. με αποτέλεσμα όμως τη διαταραχή στην στερέοψη (βλ. από 26.10.2012 ιατρική γνωμάτευση του ως άνω ιατρού). Στις 27.10.2012 εξετάστηκε στο Ενδοκρινολογικό Εξωτερικό Ιατρείο του ως άνω Νοσοκομείου και διαπιστώθηκε ότι στα πλαίσια της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, που υπέστη από το τροχαίο ατύχημα, μετατραυματικά παρουσίασε υπογοναδοτροπικό υπογοναδισμό και απαιτήθηκε αγωγή αποκατάστασης με τεστοστερόνη. Σε πρόσφατο έλεγχο διαπιστώθηκε μερική ανάκαμψη του άξονα υπόφυσης-γονάδων, καθώς τόσο οι γοναδοτροπίνες όσο και η τεστοστερόνη κυμαίνονται στα κατώτερα φυσιολογικά όρια (βλ. ιατρική γνωμάτευση του ενδοκρινολόγου του ως άνω Ναυτικού Νοσοκομείου...). Στις 24.10.2013 εισήχθη εκ νέου στο Ν.Ν.Α. και υποβλήθηκε σε επέμβαση αφαίρεσης των υλικών εσωτερικής οστεοσύνθεσης από το δεξιό μηρό του και εξήλθε στις 26.10.2013, με οδηγίες και λήψη αναρρωτικής αδείας 7 ημερών. Στις 30.10.2013 εισήχθη εκ νέου στο ως άνω Νοσοκομείο και υποβλήθηκε στον αναγκαίο επανέλεγχο της ως άνω επέμβασης και εξήλθε αυθημερόν, με λήψη αναρρωτικής αδείας 30 ημερών, ήτοι έως 30.11.2013. Την ιδία ημέρα διακομίσθηκε στην οικία του στη …, με αερομεταφορά, πλην όμως, στις ....11.2013 υπέστη πνευμονική εμβολή, διακομίστηκε δε στο Γενικό Νοσοκομείο … "...", όπου νοσηλεύτηκε έως 14.11.2013 και εξήλθε με σύσταση για τακτική παρακολούθηση του INR και από πνευμονολόγο. Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο ενάγων, συνεπεία των ως άνω χειρουργικών επεμβάσεων που υποβλήθηκε φέρει: α) μετεγχειρητική κρόταφο-βρεγματική ουλή άμφω, μήκους 25 εκ. και πλάτους 0,5 εκ. κατά τόπους περίπου, β) μετεγχειρητική ουλή έξω επιφάνειας δεξιού βραχίονος, μήκους 20 εκ. και πλάτους 1 εκ. κατά τόπους, με έντονη υπερτροφία, γ) μετεγχειρητική ουλή δεξιού μηρού μήκους 33 εκ. και πλάτους 1,5 εκ. και δ) 2 μετατραυματικές ουλές μετώπου, μήκους 5 εκ. και πλάτους 0,3 εκ. περίπου. Οι ανωτέρω ουλές εμφανίζουν επίσης έντονες συμφύσεις με τα υποκείμενα στρώματα και για την αποκατάστασή τους ο ενάγων απαιτείται να υποβληθεί σε πλαστική χειρουργική επέμβαση. Ειδικότερα, αρχικά για την αντιμετώπιση της δεύτερης ως άνω ουλής απαιτείται θεραπεία με συντηρητική αγωγή για καταστολή της υπερτροφίας και για την ολοκλήρωση της θεραπείας απαιτούνται τρεις (3) συνεδρίες, με μεσοδιάστημα 30 ημερών. Μετά το πέρας της συντηρητικής αγωγής απαιτείται χειρουργική αφαίρεση και επανασυρραφή των λοιπών ουλών, με γενική αναισθησία. Στη συνέχεια, για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα και την αντιμετώπιση των ουλών απαιτείται δερμοαπόξεση με τη χρήση Laser C02. Το κόστος συντηρητικής αγωγής και των επεμβάσεων αυτών ανέρχεται στο ποσό των 1 1.500 ευρώ (βλ. ... την από 9.4.2014 ιατρική γνωμάτευση του πλαστικού χειρουργού..., η οποία ουδόλως αντικρούεται ανταποδεικτικώς από αντίθετο αποδεικτικό μέσο, οι δε ουλές διαπιστώθηκαν και κατά την από κοινού εξέταση του ενάγοντος από τους ανωτέρω διορισθέντα από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνώμονα και τον διορισθέντα από την εναγομένη τεχνικό σύμβουλο). Με τα ανωτέρω δεδομένα, ενόψει και της νεαρής ηλικίας του κατά το χρόνο του ατυχήματος (34 ετών, γεννηθείς το έτος 1976), είναι πρόδηλη η ανάγκη υποβολής του παθόντος ενάγοντος στις επανορθωτικές πλαστικές επεμβάσεις, προκειμένου να αντιμετωπιστούν και βελτιωθούν οι δύσμορφες ουλές και δικαιολογημένη η επιθυμία του για τούτο, συνάμα δε, προκύπτει ότι έχει πρόθεση να προβεί στις ως άνω πλαστικές επανορθωτικές επεμβάσεις και να υποβληθεί στη σχετική απαιτούμενη δαπάνη, έχοντας, μάλιστα, επιλέξει τον ως άνω πλαστικό χειρουργό, ο οποίος ήδη τον εξέτασε και τον ενημέρωσε σχετικά και με το κόστος των απαιτούμενων επεμβάσεων. Συνεπώς, κρίνεται βέβαιο ότι θα υποβληθεί στο μέλλον στη σχετική δαπάνη. Κατ' ακολουθίαν τούτων, ο ενάγων δικαιούται να αξιώσει το άνω ποσό των 11.500 ευρώ ως αποζημίωση για τη μέλλουσα αυτή βέβαιη θετική ζημία του, η έκταση της οποίας εκ των προτέρων μπορεί να προσδιοριστεί, όπως και έχει προσδιοριστεί εν προκειμένω, και η αποκατάσταση της οποίας μπορεί να αξιωθεί και πριν από την πραγματοποίησή της, χωρίς να απαιτείται η οπωσδήποτε εκτέλεση των επιβαλλόμενων πλαστικών εγχειρήσεων, καθώς αρκεί η αναγκαιότητα των άνω πλαστικών χειρουργικών επεμβάσεων και η πρόθεση του παθόντος να υποβληθεί σ' αυτές και τη σχετική δαπάνη, στοιχεία που συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενώ περαιτέρω η ελεύθερη επιλογή του θεράποντος ιατρού και νοσοκομείου ανήκει στον ίδιο τον παθόντα. Να σημειωθεί, ότι η πλαστική εγχείρηση τότε εκτελείται, σύμφωνα με τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης, όταν θα έχει σταθεροποιηθεί πλέον η σωματική κατάσταση του παθόντος (...). Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την εκκαλούμενη οριστική του απόφαση απέρριψε το σχετικό κονδύλιο της αγωγής ως προώρως ασκηθέν, για το λόγο ότι δεν αποδεικνύεται το κόστος της χειρουργικής αυτής επέμβασης, εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και ο σχετικός πρώτος λόγος της εφέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος. Εξάλλου, αποδεικνύεται, λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι λόγω του είδους και της έκτασης των άνω σωματικών βλαβών, των πολλαπλών καταγμάτων, της ταλαιπωρίας στην οποία υποβλήθηκε ο οργανισμός του, των χειρουργικών επεμβάσεων και της φαρμακευτικής αγωγής που ακολούθησε (ισχυρά παυσίπονα, αντιβίωση, αντιεπιληπτικά, αντιθρομβωτικά κλπ), ήταν αναγκαία και επιβεβλημένη, επί 154 ημέρες μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο, ήτοι από 30.6.2010 έως 8.12.2010, αφαιρουμένων των 8 ημερών νοσηλείας του, η λήψη ειδικής βελτιωμένης τροφής για την ταχύτερη αποκατάσταση των καταγμάτων και την ενδυνάμωση του ταλαιπωρημένου και εξασθενημένου οργανισμού του, ήτοι τροφής πλούσιας σε ασβέστιο, πρωτεΐνες, βιταμίνες, για την κάλυψη της οποίας υποχρεώθηκε να δαπανήσει το ποσό των 8,00 ευρώ ημερησίως και συνολικά το ποσό 1.232 ευρώ [154 ημ. X 8,00 €] επιπλέον εκείνου που θα δαπανούσε, χωρίς να μεσολαβήσει ο, συνεπεία του ένδικου ατυχήματος, τραυματισμός του, για τη συνήθη διατροφή του, κατά το οποίο και πρέπει να γίνει δεκτό ως κατ' ουσίαν βάσιμο το σχετικό κονδύλιο της ένδικης αγωγής, για τη θεμελίωση του οποίου δεν απαιτείται η επίκληση και προσκόμιση ιατρικής βεβαίωσης, από την οποία να προκύπτει η αναγκαιότητα λήψης βελτιωμένης, πέραν της συνήθους, διατροφής, το είδος αυτής και το αναγκαίο διάστημα λήψης της (...). Επίσης αποδείχθηκε ότι κατά την ένδικη σύγκρουση καταστράφηκε το τζιν παντελόνι και το αντιανεμικό μπουφάν μοτοσικλέτας, που φορούσε ο ενάγων, αξίας, ως μεταχειρισμένων, 50 και 150 ευρώ, αντιστοίχως, καθώς και το κράνος του, μάρκας NOLAN, αξίας, ως μεταχειρισμένου, 100 ευρώ, ανέρχεται δε η ζημία του για την αιτία αυτή στο συνολικό ποσό των 300 ευρώ. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα τα αγωγικά αιτήματα για βελτιωμένη διατροφή του ενάγοντος και καταστροφή της ενδυμασίας του έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και οι σχετικοί τρίτος και τέταρτος λόγοι της εφέσεως πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτοί ως κατ' ουσίαν βάσιμοι. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είναι μόνιμος λιμενικός και μέχρι τον τραυματισμό του εργαζόταν ως κελευστής του Λιμενικού Σώματος, απασχολούμενος στο Λιμενικό Σταθμό … και ως μηχανοδηγός στο σκάφος του Σταθμού .... Συνεπεία του τραυματισμού του, κατά το χρονικό διάστημα από 10.5.2010 έως και 19.7.2011 αδυνατούσε να εργασθεί και απουσίαζε από την εργασία του μετά τη λήψη αναρρωτικής άδειας και δικαιούται να λάβει για την εν λόγω αιτία ως αποζημίωση το ποσό που αντιστοιχεί στις μικτές αποδοχές του ως άνω χρονικού διαστήματος. Η επιδίκαση του εν λόγω ποσού δεν αποκλείεται από το γεγονός ότι άλλος υποχρεούται, εν προκειμένω το Ελληνικό Δημόσιο, ως εργοδότης να καταβάλει το μισθό στον παθόντα, ο οποίος δεν δύναται να προσφέρει εργασία λόγω πρόσκαιρης ανικανότητάς του από το ατύχημα (...). Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι για την ως άνω αιτία δικαιούται το συνολικό ποσό των 36.079,53 ευρώ, στο οποίο ανέρχονται οι τακτικές αποδοχές, που θα ελάμβανε, το επίδικο χρονικό διάστημα, εάν δεν μεσολαβούσε το ένδικο ατύχημα. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε βάσιμος από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, καθόσον ο ενάγων δεν προσκομίζει τις αναλύσεις των αποδοχών και κρατήσεών του εκάστου μηνός του επίδικου χρονικού διαστήματος, παρά μόνο προσκομίζει την ανάλυση των αποδοχών του μηνός Ιανουάριου του 2010, βάσει της οποίας οι μεικτές αποδοχές του τον εν λόγω μήνα ανέρχονται σε 2.213,10 ευρώ, καθώς και την από 24.4.2014 βεβαίωση του Εκκαθαριστή Αποδοχών Προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ-ΑΚΤ., στην οποία βεβαιώνεται ότι ο ενάγων από Μάιο του 2010 έως και τον Ιούλιο του 2011 δεν ελάμβανε "αποζημίωση για εργασία πέραν του πενθημέρου την εβδομάδα", από τα έγγραφα, όμως, αυτά δεν προκύπτει ότι οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα θα ανέρχονταν σε 2.213,10 ευρώ, όπως ισχυρίζεται στην αγωγή. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε το αγωγικό αίτημα της αποζημίωσης για στέρηση εισοδημάτων, έστω και με άλλη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρ. 534 ΚΠολΔ), ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Με βάση τα προεκτεθέντα, η συνολική ζημία του ενάγοντος ανέρχεται σε 13.032 ευρώ (11.500+1.232+300), η οποία πρέπει να μειωθεί κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας (25%) που τον βαρύνει. Επομένως δικαιούται να λάβει ως αποζημίωση για τις ανωτέρω ένδικες αιτίες το ποσό των 9.774 [13.032-3.258] ευρώ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τυπικώς και κατ' ουσίαν την από 27-6-2017 (εκθ. καταθ. 553251/503143/2017) έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτοδίκου υπ' αριθμ. 1007/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και ήδη αναιρεσίβλητης να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 50.513 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το αγωγικό κεφάλαιο της αποθετικής ζημίας (απώλεια εισοδημάτων) του αναιρεσείοντος, ποσού 36.079,53 ευρώ, αντιστοίχου των τακτικών αποδοχών, που θα ελάμβανε από την εργασία του (ως μόνιμος λιμενικός - κελευστής του Λιμενικού Σώματος), κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (από 10-5-2010 έως 19-7-2011) και απώλεσε, λόγω βλάβης της υγείας του, εξαιτίας του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298, 929 και 930 παρ.3 του Α.Κ., καθόσον, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δικαιολογούν την απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος κατά το κεφάλαιο της αποθετικής ζημίας του, που ήταν απαιτητή στο σύνολό της, κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (15.4.2019). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων στην προκειμένη περίπτωση ως άνω ουσιαστικού δικαίου κανόνων, τους οποίους η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία και η παράθεση άλλων. Ο ίδιος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τις περιλαμβανόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις για ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, επειδή το Εφετείο α) δεν μνημονεύει τις ειδικές περιστάσεις ή δυσμενείς συνθήκες, που καθιστούσαν βέβαιη ή μη τη λήψη των τακτικών αποδοχών του αναιρεσείοντος και, ως εκ τούτου, προς απόδειξη του σχετικού κονδυλίου, ήταν αναγκαία η προσκομιδή των αποδείξεων εκάστου μηνός της μισθοδοσίας του του ενδίκου χρονικού διαστήματος, μη αρκούμενο, για την απόδειξη του εν λόγω κονδυλίου, στα έγγραφα, ήτοι της ανάλυσης των αποδοχών του μηνός Ιανουαρίου του 2010, βάσει της οποίας οι μεικτές αποδοχές αυτού κατά τον άνω μήνα ανέρχονταν σε 2.213,10 ευρώ, καθώς και την από 24.4.2014 βεβαίωση του Εκκαθαριστή Αποδοχών Προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ-ΑΚΤ., στην οποία βεβαιωνόταν ότι ο ενάγων από Μάιο του 2010 έως και τον Ιούλιο του 2011 δεν ελάμβανε "αποζημίωση για εργασία πέραν του πενθημέρου την εβδομάδα", με την αιτιολογία ότι από τα έγγραφα αυτά δεν προέκυπτε ότι οι μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσείοντος καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα θα ανέρχονταν σε 2.213,10 ευρώ και β) απαίτησε περισσότερα σε σχέση με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 928 του Α.Κ. στοιχεία, ήτοι ως προϋπόθεση για την επιδίκαση του κονδυλίου της αποθετικής ζημίας, τη συνδρομή περιστατικών, που καθιστούσαν βέβαιο το ποσό, που θα ελάμβανε, αν δεν τραυματιζόταν, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον με το πρόσχημα της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Όσον αφορά, ειδικότερα, την υπό στοιχείο β'αιτίαση, επιπροσθέτως, διότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού η προσβαλλομένη απόφαση δεν έκρινε επί μελλοντικών αξιώσεων απώλειας εισοδημάτων του αναιρεσείοντος, αλλά ήδη γεγεννημένων (της περιόδου από 10-5-2010 έως 19-7-2011), κατά το χρόνο ασκήσεως της ενδίκου από 13-5-2014 αγωγής του και, ως εκ τούτου, η προσκομιδή αποδεικτικών στοιχείων, ως προς το ακριβές ύψος των μηνιαίων αποδοχών του, για το επίδικο χρονικό διάστημα, ήταν αναγκαία προς απόδειξη του ύψους αυτών, κρίση, η οποία, σε κάθε περίπτωση, ως αναγόμενη στην εκτίμηση των αποδείξεων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "Η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξάρτητα από το φύλο, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στις παροχές, που προβλέπονται από τις ΑΚ 929 και 932, είναι δυνατό να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής στο μέλλον του προσώπου, αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η διατύπωση της Α.Κ. 931 παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παραδοχές από τις Α.Κ. 929 και 932. Επομένως, για την θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξιώσεως απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά, πέρα από εκείνα που απαιτούνται για την θεμελίωση αξιώσεων με βάση τις Α.Κ. 929 και 932, τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή να συντρέξουν ιδιάζοντα περιστατικά, εκτός και πέραν εκείνων που χρειάζονται για την στοιχειοθέτηση αξιώσεων κατά τις Α.Κ. 929 και 932, από τα οποία ειδικά περιστατικά θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του. Έτσι, κατά την διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. επιδικάζεται στον παθόντα για την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, το ύψος δε του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, την ηλικία του παθόντος, καθώς και με την συνεκτίμηση της αποκλειστικής υπαιτιότητας του υπαιτίου της αδικοπραξίας ή του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου ή του παθόντος στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. αξιώσεως για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (Ολ. Α.Π. 18/2008, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 213/2017, Α.Π. 405/2015, Α.Π. 150/2015). Και στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 419/2019, Α.Π. 1428/2018, Α.Π. 1443/2013). Τέλος, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό των εύλογων αυτών χρηματικών ποσών είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψιν η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 989/2018, Α.Π. 213/2017). Στην συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα, σχετικά με το αίτημα του ενάγοντος για επιδίκαση αποζημιώσεως κατ' άρθρο 931 του Α.Κ. λόγω της αναπηρίας του: "Τέλος, ο ενάγων, ηλικίας κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος 34 ετών, κατέστη μερικά ανάπηρος και ειδικότερα προκλήθηκε σ' αυτόν μόνιμη αναπηρία κυρίως από τους οφθαλμούς του, με διπλωπία δεξιά, λόγω της μετατραυματικής οπτικής νευροπάθειας, μόνιμες κεφαλαλγίες και ζαλάδες με τη διαταραχή συγκέντρωσης, απότοκα της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, και μόνιμη έκτοπη οστεοποίηση στο δεξιό ισχίο και εξ αυτής πρόκληση δυσκαμψίας (βλ. ... την υπ' αριθ. 195/5.6.2015 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ορθοπεδικού χειρουργού Γ. Μ., που διορίστηκε με την υπ' αριθμ. 16/2015 μη οριστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Με τα δεδομένα αυτά, είναι βέβαιο ότι η μερική αναπηρία του ενάγοντος, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών συντρεχουσών περιστάσεων, όπως και η ηλικία του κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος (34 ετών), με δυνατότητα εξέλιξης τόσο στον επαγγελματικό όσο και στον κοινωνικό τομέα, οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική, επαγγελματική και οικονομική του εξέλιξη, αφού, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η αναπηρία αυτή αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης. Προκειμένου, επομένως, ο ενάγων να αντιμετωπίσει τις ως άνω δυσμενείς επαγγελματικές, κοινωνικές και προσωπικές επιπτώσεις από την ως άνω μερική μόνιμη αναπηρία του, πρέπει, αφού ληφθεί υπόψη και το ποσοστό συνυπαιτιότητας αυτού, να επιδικαστεί σ' αυτόν το ποσό των 30.000 ευρώ κατ' άρθρο 931 ΑΚ, το οποίο κρίνεται εύλογο λαμβανομένων υπόψη όλων των ως άνω συνθηκών, καθώς και του είδους, της έκτασης, των συνεπειών της μερικής μόνιμης αναπηρίας του, της ηλικίας του και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασής του. Με τα δεδομένα αυτά, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 25.000 € ως πρόσθετη αποζημίωση κατά την ΑΚ 931, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων κατά παραδοχή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμου του πέμπτου και τελευταίου λόγου της έφεσης". υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, ως προς τον ως άνω λόγο αναιρέσεως, δηλαδή με το να επιδικάσει στον ενάγοντα - αναιρεσείοντα χρηματικό ποσό 30.000 ευρώ για χρηματική παροχή εκ του άρθρου 931 του Α.Κ., δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε αυτό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπεται και, μάλιστα, καταφανώς, εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής παροχής εκ του άρθρου 931 του Α.Κ. Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση της πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αιτιάται ότι το Εφετείο, με το να επιδικάσει σ' αυτόν το προαναφερόμενο ποσό, που είναι δυσανάλογο μικρό, σε σχέση με το ποσό που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβασιν των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου, τους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου των άρθρων 25 παρ. 1 Συντάγματος και 931 του Α.Κ., αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή τους από όσα ο νόμος απαιτεί, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 12-9-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2103/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών στο σύνολό της και να καταδικαστεί οι αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Β' β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12-9-2019 αίτηση (ειδ. αρ. κατ. 892/2019) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2103/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Φεβρουαρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ