Αριθμός 2213/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Εμμανουήλ Κλαδογένη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Θεόδωρο Λύτρα και Σπυρίδωνα Τσαντίνη που παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία " …", που εδρεύει στο …της …και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μάρκου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-4-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/1997 μη οριστική και 3234/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2214/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 6-7-2012 αίτησή της και τους από 20-8-2013 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 10-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη και των δύο λόγων της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 2214/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο δίκασε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων και δέχθηκε μερικώς την από 26-7-2004 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 3234/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει δεκτή, μεταξύ άλλων, και ως προς την αναιρεσείουσα η από 28-4-1995 αγωγή της αναιρεσίβλητης, ενώ είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας για συντρέχον πταίσμα της ενάγουσας στην πρόκληση της ζημίας της. Το Εφετείο, δικάζοντας μετ' αναίρεση, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μόνο ως προς το κεφάλαιο της ως άνω ενστάσεως, διακράτησε την υπόθεση και απέρριψε την ένσταση αυτή ως αβάσιμη. Η αίτηση αναιρέσεως και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτά και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Λόγος αναιρέσεως για ανεπαρκή αιτιολογία ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αποφάσεως τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (ΑΠ Ολομ. 1/1999). Περαιτέρω, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 614/2009). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στα πλαίσια της ... μεταξύ τους συμφωνίας, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εταιρεία (πωλήτρια) απέστειλε αρχικώς στην αγοράστρια εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡ ΚΡΕΑΤΑΓΟΡΑ Α.Ε." κατά το χρονικό διάστημα από 2-8-1001 έως 10-8-1991 επτά (7) φορτία κρεάτων, συνολικής αξίας 2.319.859 αυστριακών σελινίων, για τα οποία εξέδωσε ... τιμολόγια, επί των οποίων αναγράφονταν οι όροι πληρωμής του τιμήματος, ήτοι κατάθεση του ποσού από την αγοράστρια σε λογαριασμό της πωλήτριας εντός προθεσμίας επτά (7) εργασίμων ημερών από την έκδοση του αντίστοιχου τιμολογίου, με παράλληλη βεβαίωση της εκκαλούσας Τράπεζας προς αυτή (πωλήτρια), μετά την παρέλευση της ως άνω επταήμερης προθεσμίας, ότι το ποσό εκάστου τιμολογίου έχει κατατεθεί σε λογαριασμό επ' ονόματί της στην Ελλάδα, έμβασμα του κατατεθέντος ποσού στον αναγραφόμενο επί εκάστου τιμολογίου ... λογαριασμό της πωλήτριας στην Τράπεζα ... στην Αυστρία, ... τριάντα μία (31) ημέρες μετά την άφιξη του φορτηγού στην Ελλάδα και έκδοση εκ μέρους της αγοράστριας υποσχετικής επιστολής για την κατάθεση του τιμήματος σε δραχμές στην εντολοδόχο Τράπεζα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την αναχώρηση του φορτηγού ... Επειδή, μετά την πάροδο της προθεσμίας των επτά εργασίμων ημερών, η εφεσίβλητη δεν έλαβε από την εκκαλούσα βεβαίωση σχετικά με την κατάθεση εκ μέρους της αγοράστριας του τιμήματος των ... φορτίων, μεταξύ 11 και 13-8-1991 υπήρξε τηλεφωνική επικοινωνία της πρώτης με τους προστηθέντες υπαλλήλους της δεύτερης, ... οι οποίοι της γνωστοποίησαν, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις τους κατά τη συνάντηση που είχε λάβει χώρα στο κατάστημα Μακρυγιάννη της εκκαλούσας Τράπεζας, τον Ιούνιο του έτους 1991, ότι δεν ήταν δυνατόν να ανοιχθεί στην Ελλάδα λογαριασμός στο όνομά της (επειδή επρόκειτο για αλλοδαπή εταιρεία), στον οποίο να κατατίθεται από την αγοράστρια το τίμημα των πωλουμένων φορτίων κρεάτων, καθώς και ότι για το έμβασμα του ποσού του τιμήματος στο εξωτερικό δεν απαιτείται προηγουμένως να κατατεθεί τούτο και να παραμείνει δεσμευμένο επί τριάντα (30) ημέρες σ' αυτήν (εκκαλούσα), της πρότειναν δε την αλλαγή των ... όρων πληρωμής, ώστε στο εξής να απαιτείται η έκδοση από την αγοράστρια υποσχετικής επιστολής για την καταβολή του τιμήματος σε δέκα (10) ημέρες από την έκδοση εκάστου τιμολογίου, το δε έμβασμα του ποσού του τιμήματος στον ... λογαριασμό της πωλήτριας στην Τράπεζα της Αυστρίας να διενεργείται εντός της ίδιας προθεσμίας, πρόταση την οποία και αποδέχθηκε η τελευταία Ακολούθως η εφεσίβλητη, έχοντας πεισθεί ότι η καθυστέρηση καταβολής του τιμήματος των επτά (7) πρώτων φορτίων οφείλεται στα ανωτέρω διαδικαστικά προβλήματα, τα οποία δημιουργήθηκαν εξαιτίας των εσφαλμένων πληροφοριών που της δόθηκαν από την εκκαλούσα - εντολοδόχο της σχετικά με τον τρόπο καταβολής του τιμήματος στην Ελλάδα και κατάθεσης αυτού στη συνέχεια υπό μορφή εμβάσματος σε τραπεζικό λογαριασμό στην Αυστρία, καθώς και ότι με την αλλαγή των όρων πληρωμής, σύμφωνα με τις υποδείξεις της τελευταίας, εξασφαλίζεται η πληρωμή του τιμήματος των πωλουμένων φορτίων κρεάτων, απέστειλε στην αγοράστρια εταιρεία, κατά το χρονικό διάστημα από 13-8-1991 έως 21-8-1991, ακόμη έξι (6) φορτία κρεάτων συνολικής αξίας 2.550.859,50 αυστριακών σελινιών, για τα οποία εξέδωσε τιμολόγια... επί των οποίων αναγράφονταν οι όροι πληρωμής του τιμήματος, ήτοι έκδοση εκ μέρους της αγοράστριας υποσχετικής επιστολής για την κατάθεση του τιμήματος σε δραχμές στην εντολοδόχο Τράπεζα σε δέκα (10) ημέρες από την ημερομηνία φόρτωσης... η προθεσμία δε αυτή αφορούσε και τη διενέργεια του εμβάσματος στον προαναφερόμενο λογαριασμό της πωλήτριας στην Τράπεζα της Αυστρίας. Επειδή, όμως, παρά την αλλαγή των όρων πληρωμής, η αγοράστρια δεν εξέδωσε επρόθεσμα τις απαιτούμενες υποσχετικές επιστολές ούτε κατέβαλε το συμφωνηθέν τίμημα και δη εντός της ανωτέρω δεκαήμερης προθεσμίας, εκπρόσωποι της εφεσίβλητης ήλθαν στην Αθήνα και συναντήθηκαν στις 20-8-1991 με το νόμιμο εκπρόσωπο της αγοράστριας εταιρείας... οι οποίοι επικαλέστηκαν ταμειακές δυσχέρειες και ακολούθως, στις 22-8-1991, ο δεύτερος τους παρέδωσε πέντε συναλλαγματικές συνταγμένες στην ελληνική γλώσσα, αποδοχής της αγοράστριας εταιρείας "ΙΝΤΕΡ ΚΡΕΑΤΑΓΟΡΑ Α.Ε.", χωρίς ημερομηνία λήξης, ποσού 20.000.000 δραχμών η καθεμία, με τη διαβεβαίωση ότι έχει τριτεγγυηθεί νόμιμα υπέρ της αποδέκτριας ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής...Τις ανωτέρω συναλλαγματικές επέδειξαν οι εκπρόσωποι της εφεσίβλητης στον προστηθέντα υπάλληλο της εκκαλούσας....ο οποίος τους διαβεβαίωσε ότι αυτές πληρούσαν τις προϋποθέσεις του νόμου, καθώς και ότι η αγοράστρια εταιρεία είναι φερέγγυα...ενώ όπως διαπίστωσε η εφεσίβλητη τον Νοέμβριο του έτους 1991, όταν απευθύνθηκε σε δικηγόρο στην Ελλάδα, στον οποίο και επέδειξε τις συναλλαγματικές, οι τελευταίες ήταν άκυρες, καθόσον δεν είχαν χαρτοσημανθεί ούτε έφεραν οποιαδήποτε πράξη της εκκαλούσας Τράπεζας μολονότι αφορούσαν εισαγωγές εμπορευμάτων από το εξωτερικό, η δε τριτεγγύηση του ως άνω προσώπου δεν ίσχυε υπέρ της αποδέκτριας, καθόσον δεν είχε αναγραφεί στο σώμα των συναλλαγματικών ότι δίδεται υπέρ αυτής... ελλείψεις τις οποίες είχε την ικανότητα να αντιληφθεί... λόγω της ιδιότητάς του ως τραπεζικού υπαλλήλου, ο οποίος και είχε την υποχρέωση να ενημερώσει σχετικώς τους εκπροσώπους της πωλήτριας εταιρείας, εφόσον ενεργούσε ως προστηθείς της εντολοδόχου της (πωλήτριας), πλην όμως δεν το έπραξε. Ακολούθως η εφεσίβλητη, έχοντας πεισθεί ότι με τις ως άνω συναλλαγματικές εξασφαλίζονται πλήρως οι απορρέουσες από τις προαναφερόμενες δέκα τρεις διαδοχικές συμβάσεις πώλησης απαιτήσεις της κατά της αγοράστριας εταιρείας, καθώς και ότι η τελευταία είναι φερέγγυα, απέστειλε σε αυτή : Α) Κατά το χρονικό διάστημα από 22-8-1991 έως 28-8-1991, έξι (6) φορτία κρεάτων συνολικής αξίας 2.885.147 αυστριακών σελινιών, για τα οποία εξέδωσε τιμολόγια... επί των οποίων αναγράφονταν οι όροι πληρωμής του τιμήματος, η προθεσμία δε αυτή αφορούσε και τη διενέργεια του εμβάσματος στον προαναφερόμενο λογαριασμό της πωλήτριας στην Τράπεζα της Αυστρίας. Β) Κατά το χρονικό διάστημα από 29-8-1991 έως 20-9-1991, δέκα τέσσερα (14) ακόμη φορτία κρεάτων συνολικής αξίας 6.876.543 αυστριακών σελινιών, για τα οποία εξέδωσε...τιμολόγια... επί των οποίων αναγράφονταν οι όροι πληρωμής του τιμήματος...Γ) Κατά το χρονικό διάστημα από 3-9-1991 έως 20-9-1991, άλλα έξι (6) φορτία κρεάτων συνολικής αξίας 2.533.883 αυστριακών σελινιών, για τα οποία εξέδωσε....τιμολόγια αντίστοιχα, επί των οποίων αναγράφονταν οι όροι πληρωμής του τιμήματος, που ταυτίζονταν με εκείνους των προηγούμενων δέκα τεσσάρων (14) φορτίων. Επειδή, όμως, η αγοράστρια εταιρεία δεν εξέδωσε εμπρόθεσμα τις υποσχετικές επιστολές για τα υπό στοιχ. Α' φορτία ούτε κατέβαλε το συμφωνηθέν τίμημα όλων των ανωτέρω (υπό στοιχ. Α', Β' και Γ') φορτίων και δη εντός της ορισθείσας δεκαήμερης προθεσμίας, εκπρόσωποι της εφεσίβλητης ήλθαν στην Αθήνα και συναντήθηκαν στις 20-9- 1991 με το νόμιμο εκπρόσωπο της αγοράστριας εταιρείας...οι οποίοι επικαλέστηκαν και πάλι ταμειακές δυσχέρειες και τους παρέδωσαν έξι (6) συναλλαγματικές συνταγμένες στην ελληνική γλώσσα, αποδοχής της αγοράστριας εταιρείας "ΙΝΤΕΡ ΚΡΕΑΤΑΓΟΡΑ Α.Ε.", χωρίς ημερομηνία λήξης, ποσού 20.000.000 δραχμών η καθεμία, με τη διαβεβαίωση ότι έχει τριτεγγυηθεί νόμιμα υπέρ της αποδέκτριας ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής...Τις ανωτέρω συναλλαγματικές επέδειξαν και πάλι οι εκπρόσωποι της εφεσίβλητης στον προστηθέντα υπάλληλο της εκκαλούσας ο οποίος τους διαβεβαίωσε ότι αυτές πληρούσαν τις προϋποθέσεις του νόμου, καθώς και ότι η αγοράστρια εταιρεία είναι φερέγγυα.... ενώ όπως διαπίστωσε η εφεσίβλητη τον Νοέμβριο του έτους 1991, όταν απευθύνθηκε σε δικηγόρο στην Ελλάδα, στον οποίο και επέδειξε τις συναλλαγματικές, οι τελευταίες ήταν άκυρες, καθόσον δεν είχαν χαρτοσημανθεί ούτε έφεραν οποιαδήποτε πράξη της εκκαλούσας Τράπεζας μολονότι αφορούσαν εισαγωγές εμπορευμάτων από το εξωτερικό, η δε τριτεγγύηση του ως άνω προσώπου δεν ίσχυε υπέρ της αποδέκτριας, καθόσον δεν είχε αναγραφεί στο σώμα των συναλλαγματικών υπέρ ποίου δίδεται, με συνέπεια να ισχύει υπέρ του εκδότη....και εν προκειμένω της πωλήτριας εταιρείας, ελλείψεις τις οποίες είχε την ικανότητα να αντιληφθεί....λόγω της ιδιότητας του ως τραπεζικού υπαλλήλου, ο οποίος και είχε την υποχρέωση να ενημερώσει σχετικώς τους εκπροσώπους της πωλήτριας εταιρείας, εφόσον ενεργούσε ως προστηθείς της εντολοδόχου της (πωλήτριας), πλην όμως δεν το έπραξε. Κατόπιν αυτού η τελευταία, έχοντας πεισθεί ότι με τις ως άνω συναλλαγματικές εξασφαλίζονται οι απορρέουσες από τις ανωτέρω αναφερόμενες υπό στοιχ. Α', Β' και Γ' διαδοχικές συμβάσεις πώλησης απαιτήσεις της κατά της αγοράστριας εταιρείας, καθώς και ότι η τελευταία είναι φερέγγυα, απέστειλε σε αυτή : Α) Κατά το χρονικό διάστημα από 26-9-1991 έως 27-9-1991, τρία (3) φορτία κρεάτων συνολικής αξίας 1.309.868 αυστριακών σελινιών, για τα οποία εξέδωσε...τιμολόγια...επί των οποίων αναγράφονταν oι όροι πληρωμής του τιμήματος...Β) Στις 3-10-1991 ένα φορτίο κρεάτων συνολικής αξίας 370.264 αυστριακών σελινιών, για το οποίο εξέδωσε...τιμολόγιο, επί του οποίου αναγράφονταν οι όροι πληρωμής του τιμήματος,... υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι αμέσως μετά την παραλαβή του φορτίου θα χορηγηθεί εκ μέρους της εντολοδόχου Τράπεζας εγγύηση για την πληρωμή του ποσού. Γ) Στις 8-10-1991 ένα φορτίο κρεάτων συνολικής αξίας 100.082 γερμανικών μάρκων, για το οποίο εξέδωσε το υπ' αριθ. 457/91/8-10-1991 τιμολόγιο, επί του οποίου αναγράφονταν οι όροι πληρωμής του τιμήματος, που ταυτίζονταν με εκείνους του προηγούμενου τιμολογίου. Τους όρους πληρωμής του τελευταίου τιμολογίου άλλαξε την ίδια ημέρα η εφεσίβλητη με το...τιμολόγιο, με το οποίο ακυρώθηκε το προηγούμενο και τέθηκε ο όρος πληρωμής "τοις μετρητοίς έναντι φορτωτικών εγγράφων" στον ως άνω λογαριασμό της πωλήτριας στην Τράπεζα της Αυστρίας, προέβη δε στην αλλαγή αυτή, επειδή η αγοράστρια εταιρεία δεν είχε καταβάλει έως τότε το τίμημα των ανωτέρω υπό στοιχ. Α' φορτίων κρεάτων, μολονότι είχε παρέλθει η συμφωνηθείσα δεκαήμερη προθεσμία πληρωμής. Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα προκύπτει ότι η εφεσίβλητη δεν συντέλεσε από δικό της πταίσμα στην έκταση της ζημίας της, αλλά αντιθέτως κατέβαλε την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, λαμβάνοντας όλα τα απαιτούμενα μέτρα για την εξασφάλιση των απαιτήσεών της κατά της εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡ ΚΡΕΑΤΑΓΟΡΑ Α.Ε.". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, συμμορφούμενο με την 1183/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, έκρινε μεν νόμιμη την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος που είχε προτείνει η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη, στη συνέχεια, ωστόσο, απέρριψε την ένσταση αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, -που έκρινε αναιρετικώς ανέλεγκτα ως αποδεδειγμένα-, στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 300 ΑΚ, που εφάρμοσε, τους οποίους και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, διέλαβε δε σχετικώς στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής του νομικού αυτού κανόνα και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα ότι η αναιρεσίβλητη πωλήτρια έλαβε από την πλευρά της όλα τα απαιτούμενα μέτρα, προκειμένου να εξασφαλίσει τις αξιώσεις της κατά της αγοράστριας και κατά συνέπεια δεν συντέλεσε από δικό της πταίσμα στην έκταση της ζημίας της. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το μοναδικό λόγο της ατήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα. Περαιτέρω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων που υπάρχουν στη δικογραφία προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 28-4-1995 αγωγή της, πλην άλλων, και εναντίον της ήδη αναιρεσείουσας. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 3234/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε την αγωγή, πλην των άλλων, και ως προς την αναιρεσείουσα. Η τελευταία άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής έφεση και εκδόθηκε επ' αυτής η 4765/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, ειδικότερα δε ως μη νόμιμη την ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος, που είχε προτείνει η ίδια. Κατά της αποφάσεως αυτής η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 3-10-2005 αίτηση αναιρέσεως, ζητώντας για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους την αναίρεση της ως άνω αποφάσεως του Εφετείου. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 1183/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, στην οποία διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: "... Ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, παραλείποντας να προσφύγει σ' αυτές αν και εμμέσως διέγνωσε αμφιβολία, άλλως κακώς εφαρμόζοντας αυτούς, είναι αβάσιμος ... Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχθηκε δικαστική ομολογία της αναιρεσείουσας για γεγονότα που συγκροτούν τη βάση της αγωγής χωρίς η αναιρεσίβλητη να επικαλεσθεί την ομολογία αυτή είναι ... αβάσιμος. ... Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, ότι δέχθηκε παρά το νόμο χωρίς απόδειξη τον βασικό ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε σύμβαση εντολής ... είναι αβάσιμος. ... Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11, ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, ήτοι την ... κατάθεση εξαιρετέου μάρτυρα, είναι αβάσιμος. ... Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδει στην απόφαση την σχετική (ενν. από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) πλημμέλεια είναι αβάσιμος. ... Ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το σκέλος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 70, 185, 189, 192, 713 ΑΚ και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως με ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ... πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. ... Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερομένων σ' αυτήν τιμολογίων ... Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, αφού εμμέσως διαπίστωσε ασάφεια του περιεχομένου των τιμολογίων ως προς το κρίσιμο ζήτημα των περιεχομένων σ' αυτά εντολών, προέβη σε ερμηνεία τους χωρίς να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ... Και οι δύο όμως αυτοί λόγοι της αναιρέσεως είναι αλυσιτελείς και απορριπτέοι. ... Έτσι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η ... ένσταση συνυπαιτιότητας, χωρίς να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, ... με την αιτιολογία ότι ελλείπει ο απαιτούμενος κατά νόμο αιτιώδης σύνδεσμος, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, μη εφαρμόζοντας αυτήν ... και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως ... είναι βάσιμος. ...". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι με την ως άνω απόφασή του ο Άρειος Πάγος απέρριψε όλους τους αναφερόμενους στην αγωγή της αναιρεσίβλητης λόγους αναιρέσεως και δέχθηκε μόνο το λόγο αναιρέσεως που αναφερόταν στην ένσταση συντρέχοντος πταίσματος, την οποία έκρινε νόμιμη κατά ένα μέρος και ως προς τούτο ανήρεσε την 4765/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ορθά λοιπόν η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο στην προκειμένη περίπτωση, που απορρέει από τις μη αναιρεθείσες διατάξεις της 4765/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, και ειδικότερα ως προς τα ακόλουθα: α) ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε ατύπως στην Αθήνα τον Ιούνιο 1991 σύμβαση εντολής με περιεχόμενο τον τρόπο πληρωμής των πωλουμένων φορτίων κρεάτων από την αναιρεσίβλητη, που είναι αλλοδαπή εταιρεία, στην ελληνική εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡ ΚΡΕΑΤΑΓΟΡΑ Α.Ε." λόγω των συναλλαγματικών περιορισμών που ίσχυαν τότε. β) ότι η σύμβαση αυτή είχε ως περιεχόμενο την αποστολή εκ μέρους της πωλήτριας των προτιμολογίων και τιμολογίων για κάθε φορτίο κρέατος που θα πωλούσε στην ως άνω εταιρεία στη μεσολαβούσα Τράπεζα (αναιρεσείουσα), ώστε να ενημερώνεται αυτή για τους όρους πληρωμής του τιμήματος, και μόνο όταν η αγοράστρια εκπλήρωνε τις οριζόμενες από αυτούς υποχρεώσεις της, θα της παρέδιδε η αναιρεσείουσα τα απαιτούμενα από το νόμο έγγραφα για τον εκτελωνισμό και την παράδοση σ' αυτήν των κρεάτων προς περαιτέρω διάθεση. γ) ότι στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής η πωλήτρια απέστειλε κατά το χρονικό διάστημα από 2-8-1991 έως 8-10-1991 στην αγοράστρια τα αναλυτικά αναφερόμενα στην απόφαση αυτή φορτία κρεάτων, συνολικής αξίας 18.846.423,50 αυστριακών σελινίων και 100.082 γερμανικών μάρκων, ενώ πριν από κάθε πώληση είχε αποστείλει στην εντολοδόχο Τράπεζα τα προτιμολόγια και τα τιμολόγια κάθε φορτίου, στο καθένα των οποίων αναγράφονταν ειδικώς οι όροι πληρωμής, πλην όμως η τελευταία διά των προστηθέντων υπαλλήλων της αθέτησε τις απορρέουσες από τη σύμβαση εντολής υποχρεώσεις της, παραδίδοντας στην αγοράστρια τις εγκρίσεις και βεβαιώσεις εισαγωγής, που ήσαν απαραίτητες για την παραλαβή των εμπορευμάτων από το τελωνείο, με σκοπό την περαιτέρω διάθεσή τους, μολονότι δεν είχαν τηρηθεί από αυτήν (αγοράστρια) οι εν λόγω όροι, αποτέλεσμα δε της ως άνω αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγομένης - εκκαλούσας ήταν να υποστεί η ενάγουσα - εφεσίβλητη ζημία ίση προς την αξία των πωληθέντων φορτίων κρεάτων, η οποία ανέρχεται στο ποσόν των 18.846.423,50 αυστριακών σελινίων και 100.082 γερμανικών μάρκων. Συνακόλουθα τούτων, ο σχετικός από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, ότι δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο, τυγχάνει αβάσιμος. Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος, να εισαχθεί το παράβολο των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο, κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6-7-2012 αίτηση και τον από 20-8-2013 πρόσθετο λόγο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. για αναίρεση της 2214/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που κατατέθηκε με το υπ' αριθμ. 2358434 σειρά Ζ διπλότυπο της Δ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης και την ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ