Αριθμός 1267/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Μ. Κ. και Σ. Α., κατά κόσμον Α. Α. του Αντωνίου, κατοίκου ... Χ. Κρήτης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Εμμανουηλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης, κατοικοεδρεύοντος στο Ηράκλειο Κρήτης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Κωστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2015 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης. Εκδόθηκε η 31/2018 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/1/2019 αίτησή του. Με την υπ' αριθμ. 117/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας εκδοθείσα υπ'αριθμό 31/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία απέρριψε την αίτηση του αναιρεσείοντος. Η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως επαναλαμβάνεται, αφού ορίσθηκε νέα δικάσιμος, η αναφερομένη στην αρχή της παρούσης, με την υπ'αριθ.117/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία κοινοποιήθηκε με κλήση για τη συζήτηση στους αντίκλητους δικηγόρους των διαδίκων (άρθρο 307 παρ.1 ΚΠολΔ). Οι διάδικοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, τόσο κατά την αρχική δικάσιμο της 13-1-2020, όσο και κατά την παρούσα δικάσιμο. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553,556,558,564,566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 109 παρ.1 του Συντάγματος, δεν επιτρέπεται η μεταβολή του περιεχομένου ή των όρων διαθήκης, κωδίκελου ή δωρεάς, ως προς τις διατάξεις τους υπέρ του Δημοσίου ή υπέρ κοινωφελούς σκοπού. Η συνταγματική αυτή διάταξη αποβλέπει στην προστασία και κατοχύρωση της θέλησης των διαθετών και δωρητών και εναντίον των πράξεων της Πολιτείας, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που έχουν νομοθετικό περιεχόμενο και σύμφωνα με αυτή δεν επιτρέπεται κατ' αρχήν, η μεταβολή του σκοπού περιουσίας που έχει ταχθεί υπέρ του Δημοσίου ή προς εξυπηρέτηση κοινής ωφελείας, όχι μόνο με διατάγματα, αλλά ούτε και με νόμο (ΟλΑΠ 1241/1979, ΑΠ 1547/2010). Κατ' εξαίρεση, όμως, επιτρέπεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου του Συντάγματος, η επωφελέστερη αξιοποίηση ή η διάθεση του καταλειφθέντος ή δωρηθέντος περιουσιακού στοιχείου, υπέρ του ιδίου ή άλλου (συγγενούς) κοινωφελούς σκοπού, στην ίδια περιοχή που όρισε ο διαθέτης ή ο δωρητής, ή στην ευρύτερη περιφέρειά της, όταν βεβαιωθεί με δικαστική απόφαση, είτε ότι η θέληση του διαθέτη ή του δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί για οποιοδήποτε λόγο, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της, ως προς τον ορισθέντα σκοπό, είτε ότι η θέληση αυτή μπορεί να ικανοποιηθεί πληρέστερα με τη μεταβολή της εκμετάλλευσης του υπ' όψη περιουσιακού στοιχείου, όπως ειδικός νόμος θα ορίσει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 10 παρ. 1, 2, 3 του Ν. 4182/10.9.2013, "1. Περιουσίες που καταλείπονται υπέρ κοινωφελών σκοπών αξιοποιούνται κατά τον τρόπο που όρισε ο διαθέτης ή δωρητής. Απαγορεύεται η μεταβολή, τόσο των παραπάνω κοινωφελών σκοπών, όσο και του τρόπου και των όρων διαχείρισης της περιουσίας, καθώς και των ορισμών για τον τρόπο διοίκησής της. 2. Αν υπάρχει αμφιβολία περί του περιεχομένου της βούλησης του διαθέτη ή δωρητή ή αμφισβήτηση επ' αυτού, αυτή επιλύεται από το αρμόδιο κατ' άρθρο 825 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας δικαστήριο. 3. Το κατά την προηγούμενη παράγραφο δικαστήριο αποφαίνεται επίσης, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, επί του εάν η βούληση του διαθέτη ή δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί για οποιονδήποτε λόγο, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος της και καθορίζει τον τρόπο της επωφελέστερης ή ασφαλέστερης αξιοποίησης της περιουσίας, καθώς και το σκοπό και την περιοχή για την οποία πρέπει αυτή να διατεθεί. Αν μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης του προηγούμενου εδαφίου, ο τρόπος αξιοποίησης που επετράπη με αυτήν κατέστη για οποιονδήποτε λόγο ανέφικτος, είναι δυνατή η αξιοποίηση της περιουσίας, σύμφωνα με τον τρόπο που περιέγραψε ο διαθέτης ή ο δωρητής, χωρίς να απαιτείται η έκδοση νέας απόφασης, με απόφαση του οργάνου διοίκησης της περιουσίας που κοινοποιείται στην αρμόδια αρχή εντός τριάντα (30) ημερών. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 10 του Ν. 4182/2013 συνάγεται ότι επιτρέπεται με απόφαση του καθ' ύλη και κατά τόπο αρμοδίου Εφετείου, που εκδίδεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. και 825 του ΚΠολΔ), να βεβαιωθεί με δικαστική απόφαση ότι η θέληση του διαθέτη ή του δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί για οποιοδήποτε λόγο, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της, ότι είναι δυνατή είτε η ικανοποίηση άλλου παρόμοιου κοινωφελούς σκοπού, είτε η πληρέστερη ικανοποίηση του ίδιου κοινωφελούς σκοπού και ότι προς τούτο είναι αναγκαία η μεταβολή της παρούσας εκμετάλλευσης του συγκεκριμένου καταλειφθέντος ή δωρηθέντος περιουσιακού στοιχείου ή και όλης της αφιερωθείσας υπέρ του κοινωφελούς σκοπού περιουσίας. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 825 του ΚΠολΔ, όπως αναδιατυπώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 77 παρ. 3 του Ν. 4182/2013, "κάθε αμφιβολία ή αμφισβήτηση για την ερμηνεία διαθήκης ή άλλης πράξης, με την οποία διαθέτονται περιουσιακά στοιχεία με κληρονομιά, κληροδοσία ή δωρεά υπέρ του κράτους ή κοινωφελών σκοπών, εφόσον αναφέρεται στον τρόπο της εκκαθάρισης και γενικά της διαχείρισης και της εκτέλεσης της περιουσίας που έχει διατεθεί για το κράτος ή για κοινωφελή σκοπό, υπάγεται στην αρμοδιότητα του Εφετείου της έδρας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης που εποπτεύει την κοινωφελή περιουσία. Αν η κοινωφελής περιουσία υπάγεται στην εποπτεία του Υπουργού Οικονομικών, αρμόδιο είναι το Εφετείο Αθηνών.". Από το συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 109 παρ. 1-2 του Συντάγματος, 10 του ν. 4182/2013, καθώς και των άρθρων 42, 50 και 58 παρ. 1 του ιδίου νόμου (4182/2013), 825 ΚΠολΔ, καθώς και εκείνων των άρθρων 108 -110επ. του ΑΚ, το καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο Εφετείο έχει δικαιοδοσία και καθίσταται αποκλειστικά αρμόδιο να κρίνει τις αναφερθείσες στην προηγούμενη νομική σκέψη υποθέσεις, με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, στις ακόλουθες αποκλειστικά περιπτώσεις: α) εάν η θέληση του διαθέτη περιουσίας υπέρ κοινωφελούς σκοπού έχει καταστεί απραγματοποίητη εν όλω ή κατά το μεγαλύτερο μέρος της, ώστε θα πρέπει να επιτραπεί η ικανοποίηση με την αφιερωθείσα περιουσία άλλου συγγενούς και εφικτού κοινωφελούς σκοπού, β) εάν η θέληση του διαθέτη, στο πλαίσιο του ταχθέντος από αυτόν κοινωφελούς σκοπού ή του επιτρεπομένου κατά την προηγούμενη περίπτωση νέου παρόμοιου εφικτού κοινωφελούς σκοπού, μπορεί να ικανοποιηθεί καλύτερα με μεταβολή της εκμετάλλευσης της αφιερωθείσας περιουσίας ή μέρους της, ώστε να αξιοποιηθεί ή να διατεθεί αυτή με επωφελέστερο τρόπο και γ) εφόσον ανακύπτει ανάγκη ερμηνείας της διαθήκης λόγω αμφιβολίας ή αμφισβήτησης σχετικά με τον τρόπο της εκκαθάρισης και, γενικά, της διαχείρισης και της εκτέλεσης της αφιερωμένης στον κοινωφελή σκοπό περιουσίας (ΑΠ 217/2021, ΑΠ 989/2020, ΑΠ 338/2020). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013). Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση ( ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 191/2018, ΑΠ 24/2015). Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 2267/2013). Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ357/2018, ΑΠ 1445/2017, ΑΠ1266/2011). Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 109 παρ.2 του Συντάγματος και 10 του Ν 4182/2013, απορρίπτοντας την ένδικη αίτηση, ενώ η θέληση του διαθέτη λόγω σημαντικής απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της, αλλά μπορεί να ικανοποιηθεί με τη μεταβολή του σκοπού του ιδρύματος και την επωφελέστερη αξιοποίηση της περιουσίας του, όπως πρότεινε ο αιτών, η οποία αποτυπώνει την αληθινή βούληση του διαθέτη. Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: << Δυνάμει της από 25-4-1966 ιδιόγραφης διαθήκης του Α. Γ., που δημοσιεύθηκε με το 119/1975 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, ιδρύθηκε και εγκρίθηκε με το ΠΔ 450/1975, που έχει δημοσιευθεί νόμιμα, ίδρυμα με την επωνυμία <Κ. Β. Ν. Α. Κ. Α. Γ.>. Σύμφωνα με τη διαθήκη και όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του οργανισμού του, σκοπός του ιδρύματος είναι: α) παροχή υποτροφιών εις ορφανούς και απόρους νέους και νεάνιδας, καταγομένους εκ της Κοινότητος …, εις καταγομένους εκ των Κοινοτήτων ..., προς σπουδήν εις Μέσας, Ανωτέρας και Ανωτάτας Σχολάς ημεδαπής και κατ'εξαίρεσιν εις Ανωτάτας Σχολάς Αλλοδαπής, εφόσον η υπό του υποψηφίου επιλεγείσα Επιστήμη αποδεδειγμένως δεν διδάσκεται εν Ελλάδι, ως και δια μεταπτυχιακάς σπουδάς, κατά την κρίσιν της Επιτροπής, πλην διαρκείας μέχρι δύο ετών. β) Προίκισις ορφανών και αποδεδειγμένως απόρων κορασίδων καταγομένων εκ της Κοινότητος …και κατοικουσών εις αυτήν, επικουρικώς δε εν περιπτώσει ελλείψεως τοιούτων εκ της Κοινότητος ...ς, εις καταγομένας εκ των Κοινοτήτων ... και πληρούσας τας ανωτέρω προϋποθέσεις. γ) Δημιουργία βιβλιοθήκης και αναγνωστηρίου δια τους παίδας και εφήβους της Κοινότητος ... και δ) Ίδρυσις και λειτουργία Οικοκυρικής Σχολής εις την εν ... οικία του διαθέτου. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι η Διοικούσα Επιτροπή του Ιδρύματος υπέβαλε στο Εφετείο Αθηνών την από 29-9-2011 αίτηση, σύμφωνα με την ισχύουσα τότε ρύθμιση του ΑΝ 2039/1939, με την οποία ζήτησε να βεβαιωθεί η μη πραγματοποίηση των κοινωφελών σκοπών που είχε ορίσει ο διαθέτης και περαιτέρω να βεβαιωθεί η θέληση του διαθέτη να ικανοποιηθεί πληρέστερα με τους σκοπούς που προτάθηκαν με την αίτηση. Η τελευταία έγινε δεκτή κατά ένα μέρος με την 1780/2012 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών σύμφωνα με την οποία βεβαιώνεται ότι η βούληση του αποβιώσαντος διαθέτη Α. Γ., η οποία περιέχεται στην από 25-4-1966 ιδιόγραφη διαθήκη του δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος της και η θέληση του διαθέτη μπορεί να ικανοποιηθεί πληρέστερα αν : α) παρέχονται υποτροφίες σε άπορους νέους και νέες που κατάγονται είτε από πατέρα είτε από μητέρα από τα δημοτικά διαμερίσματα του τέως Δήμου Ι ήτοι ..., Π, Π, Α, Κ, Έ, Β και Σ και με προτεραιότητα στους καταγόμενους από τις πρώην κοινότητες ... και ... για σπουδές δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην ημεδαπή ως και για μεταπτυχιακές σπουδές στην ημεδαπή ή στην αλλοδαπή, διάρκειας έως δύο ετών, εφόσον η κατοικία τους δεν βρίσκεται στην έδρα των σπουδών τους, β) παρέχεται βοήθημα (χρηματικό ή σε είδος) σε αποδεδειγμένα άπορα ή ορφανά είτε εκ μητρός είτε εκ πατρός κορίτσια που παντρεύονται και κατάγονται από τα δημοτικά διαμερίσματα του τέως Δήμου Ι. Προτεραιότητα θα δίνεται στα καταγόμενα από την κοινότητα ...ς και σε περίπτωση ελλείψεως σε κορίτσια που κατοικούν στις πρώην κοινότητες … και ..., γ) δημιουργεί βιβλιοθήκη και αναγνωστήριο σε όποια περιοχή του τέως δήμου Ι. λειτουργεί σχολική μονάδα. Άλλως σε περίπτωση που δεν λειτουργεί σχολική μονάδα στην εδαφική περιφέρεια του τέως δήμου Ι., σε όποιο δημοτικό διαμέρισμα αυτού έχει περισσότερο πληθυσμό και αναλογία σε νέους που κατοικούν σ'αυτό. Με την προαναφερόμενη απόφαση απορρίφθηκε το αίτημα της αίτησης με το οποίο ζητείτο να βεβαιωθεί ως αληθής βούληση του διαθέτη, αντί να δημιουργηθεί Οικοκυρική Σχολή στην κατοικία του διαθέτη στη ... Χανίων, να διαμορφωθεί η τελευταία σε χώρο εκδηλώσεων, επειδή δεν περιγραφόταν σε ποια κατάσταση βρισκόταν η κατοικία του διαθέτη, αν μπορούσε αυτή να αποφέρει εισοδήματα ή όχι, ώστε να κριθεί ποια θα ήταν η επωφελέστερη γι'αυτήν αξιοποίηση σύμφωνα με τη θέληση του διαθέτη. Στη συνέχεια δημοσιεύθηκε το από 29-5-2014 ΠΔ, με το οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 2 του προηγούμενου ΠΔ, σύμφωνα με την παραπάνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι με το 343/1976 ΠΔ, το οποίο τροποποιήθηκε με το από 29-1-1997 ΠΔ, συστήθηκε κοινωφελές ίδρυμα με την επωνυμία <Α. Ι. Ο. Α. Σ. Α. Γ. Κ. Ι. Α.>, το οποίο λειτουργεί γηροκομείο και παρέχει υπηρεσίες υγείας και νοσηλείας, περιθάλψεως και φυσικής αποκαταστάσεως εν γένει και παροχής βοήθειας σε ηλικιωμένους και αναξιοπαθούντες της επαρχίας Κ Χ. Επίσης με την 10/2010 απόφαση της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας της Κρήτης συστήθηκε κοινωφελές ίδρυμα της Ιεράς Μητροπόλεως Κ και Σ που φέρει την επωνυμία <Τ. Π.-Π.-Π. Ι. Μ. Κ. και Σ.>, σκοπός του οποίου είναι η άσκηση εκκλησιαστικής ποιμαντικής, η εκμάθηση εκκλησιαστικών τεχνών, η επιμόρφωση των εκκλησιαστικών στελεχών, η μελέτη και αντιμετώπιση κοινωνικών θεμάτων, η λειτουργία ωδείου, βιβλιοπωλείου και εκδόσεων, η λειτουργία πνευματικού κέντρου, η ίδρυση και λειτουργία σχολής γονέων, σχολής αγιογραφίας, ραδιοφωνικού εκκλησιαστικού σταθμού, βιβλιοθήκης και αναγνωστηρίου, ιεραποστολής, φιλοξενίας, εκμαθήσεως ηλεκτρονικών υπολογιστών και λειτουργίας εκθεσιακού κέντρου στα γεωγραφικά πλαίσια της πνευματικής δικαιοδοσίας της Ιεράς Μητροπόλεως Κ και Σ. Περαιτέρω η Διοικούσα Επιτροπή του ιδρύματος, πρόεδρος της οποίας είναι ο αιτών, με την 4/2015 απόφασή της ζητά την τροποποίηση του άρθρου 2 του οργανισμού του ιδρύματος που αφορά στους σκοπούς του ως εξής : α) < παροχή υποτροφιών σε οικονομικά αδύνατους νέους και νέες που κατάγονται είτε από πατέρα είτε από μητέρα από τα δημοτικά διαμερίσματα του τέως Δήμου Ι., ήτοι ... και με προτεραιότητα στους καταγόμενους από τις πρώην κοινότητες , … και ... για σπουδές δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην ημεδαπή ως και για μεταπτυχιακές σπουδές στην ημεδαπή ή στην αλλοδαπή διαρκείας έως δύο ετών, εφόσον η κατοικία τους δεν βρίσκεται στην έδρα των σπουδών τους( σε ποσοστό 30%), β) ενίσχυση των δράσεων του Τ. Π. Π. της Ι. Μ. Κ. και Σ. (σε ποσοστό 40%) και γ) ενίσχυση της λειτουργίας του Α. Θ. της Ι. Μ. Κ. και Σ. (σε ποσοστό 30%). Από τις προαναφερόμενες παραδοχές συνάγεται ότι η βούληση του διαθέτη ήταν να διατεθεί η περιουσία του για την ενίσχυση και επαγγελματική αποκατάσταση νέων κοριτσιών. Ο σκοπός του ιδρύματος που συστήθηκε για το λόγο αυτό, προκύπτει ήδη και από τον τίτλο τον οποίο ο ίδιος ο διαθέτης όρισε στην από …1966 διαθήκη του ότι θα έχει το ίδρυμα ως <Κ. Β. Ν. Α. και Ά. Γ.>. Με την 1780/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ήδη βεβαιώθηκε ότι η βούληση του διαθέτη δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος της λόγω αλλαγής των συνθηκών και για το λόγο αυτό, ερμηνεύοντας ευρύτερα τη βούληση του τελευταίου, επιτράπηκε να διατεθούν βοηθήματα σε νέους της ευρύτερης περιοχής του τέως Δήμου Ι.. Αντίθετα, ο αιτών ζητά τη χρηματοδότηση δύο φορέων της Μητρόπολης που αφορούν ο πρώτος ηλικιωμένους και αναξιοπαθούντες και ο δεύτερος εκκλησιαστικά στελέχη και μάλιστα με διάθεση των εσόδων κατά ποσοστό 70%. Συνεπώς, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αφενός δεν προκύπτει αδυναμία υλοποίησης της θέλησης του διαθέτη μετά την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, αφετέρου η αξιοποίηση της περιουσίας του ιδρύματος που προτείνεται από τον αιτούντα και οριοθετείται από το αίτημα της κρινόμενης αίτησης, δεν αποτυπώνουν την αληθινή βούληση του διαθέτη, ο οποίος αν ήθελε να ενισχύσει τους παραπάνω φορείς θα μπορούσε εξ αρχής να διαθέσει την περιουσία του για το λόγο αυτό, αφού αντίστοιχες ομάδες ανθρώπων (ηλικιωμένοι, εκκλησιαστικά στελέχη) υπήρχαν ίδιες ή παρεμφερείς και κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης του. Συνακόλουθα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ'ουσίαν >>. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 109 παρ.2 του Συντάγματος και 10 του Ν 4182/2013, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, η αληθής βούληση του διαθέτη ήταν να διατεθεί εν όλω η περιουσία του για την παροχή υποτροφιών σε ορφανούς και άπορους νέους και νέες, καταγομένους από τις αναφερόμενες στη διαθήκη του κοινότητες, καθώς και για την προίκιση των ορφανών και άπορων κοριτσιών, καταγομένων από τις ίδιες κοινότητες. Αντίθετα αν η αληθής βούληση του διαθέτη ήταν να διατεθεί ένα μέρος της περιουσίας του υπέρ των ηλικιωμένων και αναξιοπαθούντων και των εκκλησιαστικών στελεχών θα το είχε ορίσει ρητά στη διαθήκη του και το ιδρυθέν δυνάμει της διαθήκης του ίδρυμα δεν θα έφερε την επωνυμία <Κέντρον Βοηθείας Ν. Α. και Ά. Γ.>. Άλλωστε μετά την έκδοση της 1780/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία βεβαιώθηκε ότι η ως άνω βούληση του διαθέτη δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος της και η βούλησή του μπορεί να ικανοποιηθεί πληρέστερα με την παροχή υποτροφιών σε άπορους νέους και νέες, καταγομένους από την ευρύτερη περιοχή του τέως Δήμου Ι. και την παροχή βοηθήματος σε άπορα ή ορφανά κορίτσια που παντρεύονται και κατάγονται από την ίδια περιοχή, δεν προέκυψε αδυναμία πραγματοποιήσεως εν όλω ή κατά το μεγαλύτερο μέρος της βουλήσεως του διαθέτη, στο πλαίσιο του επιτραπέντος με την ως άνω απόφαση παρόμοιου εφικτού κοινωφελούς σκοπού. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος. Με τη διάταξη αυτή εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και μη προταθέντων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και άρα είναι απεριόριστη, λαμβάνει δε υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ και αποδεσμεύεται από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης. Συνεπώς, κατά την ανωτέρω διαδικασία δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τα εδάφια 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 2176/2013, ΑΠ 11/2010, ΑΠ 1844/2009, ΑΠ 2228/2007). Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες με την ένδικη αίτηση ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος που δικαιολογούν τη μεταβολή του σκοπού της διαθήκης και την επωφελέστερη αξιοποίηση της περιουσίας του διαθέτη. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, με την οποία εκδικάστηκε η ένδικη αίτηση, δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι και αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος και τους απέρριψε κατ'ουσίαν. Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι η θέληση του διαθέτη δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με την μεταβολή του σκοπού και την επωφελέστερη αξιοποίηση της περιουσίας του, με τον τρόπο που ο αναιρεσείων πρότεινε με την ένδικη αίτηση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, που εντοπίζεται η αντίφαση, ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, ούτε εκτίθενται οι παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και ακολούθως, στηριζόμενο στο συγκεκριμένο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη (ΑΠ 909/2008). Δεν περιλαμβάνεται όμως στο λόγο αυτό και η περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του, να σχημάτισε το δικαστήριο της ουσίας αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του. Για να είναι δε ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο, γ) ποιό ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση περί ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) ποιά ουσιώδη επιρροή άσκησε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου επί του διατακτικού της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο συμπέρασμα για τον αναιρεσείοντα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και στ) να εκτίθενται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 432 ΚΠολΔ (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 333/2011, ΑΠ 909/2008, ΑΠ 1573/2006). Για τη θεμελίωση του ως άνω αναιρετικού λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας. Διαφορετικά ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 751/2017, ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 533/2009). Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από …1966 ιδιόγραφης διαθήκης του διαθέτη Α. Γ., δεχόμενο ότι η αληθής βούληση του διαθέτη συνίστατο στην ενίσχυση και την επαγγελματική αποκατάσταση νέων κοριτσιών, τη στιγμή που τούτο ήταν κατά την αληθή βούληση του διαθέτη μέρος μόνο της επιθυμίας του. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, παρεκτός του ότι είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε η διαθήκη, ποιά ουσιώδη επιρροή άσκησε η λανθασμένη ανάγνωση της διαθήκης στο διατακτικό της αποφάσεως, δηλ. το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, είναι και αβάσιμος ως αναπόδεικτος, εφόσον ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει την επίμαχη διαθήκη. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1, 3 του Ν 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ.18 ΕισΝΚΠοΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3-1-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμό 31/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Αυγούστου 2023. O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ