Αριθμός 1612/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Α. συζύγου Β. Δ., το γένος Ι. και Μ. Μ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αβρίθη, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-8-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και της ήδη αποβιωσάσης Μ. χήρας Ι. Μ., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λέρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2009 μη οριστική, 99/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 97/2019 (439/ΜΤ 114/2015) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-2-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔικ. προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωρεί η συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Επί πλέον κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' ΚΠολΔικ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ. αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την ημέρα που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο. Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ1 αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 162/2011, ΑΠ 87/2011, ΑΠ 274/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αυτεπάγγελτη έρευνα των διαδικαστικών εγγράφων, η συζήτηση της από 29.2.2020 αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδεται από την αναιρεσείουσα, η δικηγόρος της οποίας, Άντζη Ιωάννα - Μανώλη που ήταν εφοδιασμένη και με την απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 96 παρ. 3 ΚΠολΔ δικαστική πληρεξουσιότητα, δυνάμει του .../23.10.2020 πληρεξουσίου του συμβολαιο-γράφου ..., κατέθεσε το δικόγραφο της, ορίστηκε δε δικάσιμος για τη συζήτησή της στις 2.2.2022, από την οποία, αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, στην οποία μεταφέρθηκε η υπόθεση με εγγραφή της στη σειρά των υποθέσεων (πινάκιο) που έπρεπε να συζητηθούν κατά τη μετ'αναβολή αυτή δικάσιμο. Η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε δήλωση κατ' άρθρο 242 & 2 ΚΠολΔ. Συνεπώς, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 576 & 1 και 2 Κ.Πολ.Δικ. η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 73, 286 περ. α, 287, 290, 291, 292 και 313 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται και όταν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, με αποτέλεσμα την ακυρότητα κάθε διαδικαστικής πράξης που ενεργείται μετά από αυτήν και πριν από την επανάληψή της, εκτός αν την ενεργήσει ο διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψη της δίκης, κοινοποιώντας στο διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε διακοπή δικόγραφο για επανάληψη της δίκης. Έτσι ο θάνατος του διαδίκου που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης εφόσον δεν υπάρχει αμφισβήτηση της ιδιότητας τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 22/2000). Αν όμως ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Εφετείου ή, πολύ περισσότερο, μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας, δε υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 598/2021 ΑΠ 715/2020) και τα ένδικα μέσα κατά της άνω αποφάσεως άρα και η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απευθύνονται ή αναλόγως να ασκούνται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ή 556 παρ. 1 ΚΠολΔ κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων του αποβιώσαντος) ή αναλόγως να ασκούνται από τους κληρονόμους αυτού (ΑΠ 988/2018, ΑΠ 728/2014, ΑΠ 644/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η έκδοση της 97/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, που δίκασε ως Εφετείο, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κω ασκήθηκε από τις ενάγουσες Α. συζύγου Β. Δ., ήδη αναιρεσείουσα, και την μητέρα της Μ. χήρα Ι. Μ., η από 7.8.2007 διεκδικητική κυριότητας αγωγή, κατά των ασκούντων την γονική μέριμνα γονέων του ήδη αναιρεσίβλητου Ι. Μ., οι οποίοι τον εκπροσωπούσαν. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 99/2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Κω, με την οποία αυτή έγινε δεκτή. Κατά της ως άνω αποφάσεως ασκήθηκε έφεση από τον ήδη τότε ενήλικο αναιρεσίβλητο, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία απάντων των διαδίκων η 97/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, που δίκασε ως Εφετείο, με την οποία αυτή έγινε τυπικά και κατ'ουσίαν δεκτή και μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως (και της συμπροσβαλλομένης 5/2009 προδικαστικής αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου) και την εκδίκαση της αγωγής από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας της. Κατά της αποφάσεως αυτής στρέφεται η υπό κρίση, από 29.2.2020 αίτηση αναιρέσεως, η οποία όπως αναφέρεται στο δικόγραφο της, ασκείται από την ερημοδικαζόμενη ενάγουσα - εφεσίβλητη Α. σύζυγο Β. Δ., για τον εαυτό της ατομικά και ως νόμιμη κληρονόμος της αποβιωσάσης μητέρας της, Μ. χήρας Ι. Μ.. Από τα διαδικαστικά όμως έγγραφα δεν προκύπτει ο θάνατος και ο χρόνος θανάτου της ενάγουσας - εφεσίβλητης Μ. χήρας Ι. Μ., με την προσκόμιση της οικείας ληξιαρχικής πράξης θανάτου, ώστε να διαπιστωθεί ότι πράγματι επήλθε ο θάνατος της μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης της υποθέσεως ενώπιον του δικάζοντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, ή μετά την έκδοση αυτής, οπότε, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη, μη υπάρχοντος πλέον σε αμφότερες τις περιπτώσεις σταδίου εκκρεμούς δίκης ώστε να επέλθει βίαιη διακοπή αυτής, να είναι δυνατή η άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής από τους κληρονόμους της αποβιώσασας. Επί πλέον δεν προκύπτει ούτε η ιδιότητα της αναιρεσείουσας ως κληρονόμου της αρχικής διαδίκου μητέρας της. Συνεπώς η ένδικη αίτηση αναιρέσεως όσον αφορά την άσκησή της από την αναιρεσείουσα με την ιδιότητα της ως κληρονόμου της μητέρας της Μ. χήρας Ι. Μ., είναι απαράδεκτη. Όσον αφορά δε ατομικά την αναιρεσείουσα η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ,Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, και συνακόλουθα κατ' άρθρο 560 αριθ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν πρόκειται για αναίρεση κατά απόφασης του Ειρηνοδικείου, καθώς και απόφασης του Πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Συνδέεται δηλαδή η νομική αοριστία της αγωγής με την εκτίμηση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, αποτελούν δε προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα μολονότι διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, και συνακόλουθα από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα κατά των προαναφερόμενων αποφάσεων, ενώ αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου, τότε ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν συμπεριλαμβάνεται στους λόγους αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδόθηκαν σε έφεση κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων. (ΑΠ 299/2020, ΑΠ 886/2018, ΑΠ 2086/2014, ΑΠ 1106/2014, ΑΠ 944/2013). Σε κάθε περίπτωση, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους που κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και, ειδικώς, δεν αφορά στη δημόσια τάξη. Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να εκτίθεται ότι προβλήθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο περί αοριστίας ισχυρισμός της αγωγής, ο οποίος πρέπει να αναφέρεται στις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού αιτήματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί. Επί πλέον, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την πληρότητα και το ορισμένο της διεκδικητικής αλλά και αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής ακινήτου (άρθρ 1094 ΑΚ, 70 ΚΠολΔ) ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει το δικαίωμα της κυριότητάς του πάνω σε αυτό το οποίο απέκτησε με κάποιο προβλεπόμενο από το νόμο (παράγωγο ή πρωτότυπο) τρόπο και ότι ο εναγόμενος νέμεται ή κατέχει το επίδικο ακίνητο ή αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητάς του επί αυτού, του οποίου απαιτείται να προσδιορίζονται η θέση, τα όρια και η έκταση, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητά του. Επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας για το ορισμένο αυτής αρκεί κατ' αρχήν να γίνει επίκληση της σύμβασης, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του άμεσου δικαιοπαρόχου του, κυρίου του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νόμιμα. Στην περίπτωση δε που ο παράγωγος τρόπος κτήσεως της κυριότητας, που επικαλείται ο ενάγων, είναι η κληρονομική διαδοχή, εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου, αυτός έχει υποχρέωση να αναφέρει όλα τα περιστατικά, τα οποία κατά τα άρθρα 1193, 1198 και 1846 ΑΚ απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας, ήτοι την κυριότητα του κληρονομουμένου επί του επιδίκου ακινήτου, την αποδοχή της κληρονομιάς από τον ίδιο με δημόσιο έγγραφο και ότι μετέγραφε την αποδοχή κληρονομιάς, ή ότι έχει εκδοθεί κληρονομητήριο το οποίο έχει μεταγραφεί. Ο τρόπος με τον οποίο (παράγωγος ή πρωτότυπος) κατέστη κύριος ο πιο πάνω δικαιοπάροχος του ενάγοντα η κυριότητα του οποίου μεταβαίνει αναδρομικώς στον κληρονόμο, από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομιά και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του (ΑΠ 547/2018) δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής (ΑΠ 547/2018), διότι μόνο σε περίπτωση αμφισβήτησης από τον εναγόμενο και της κυριότητας του τελευταίου υποχρεούται ο ενάγων να καθορίσει με τις προτάσεις της συζήτησης τον τρόπο απόκτησης αυτής. Αν ο εναγόμενος με τις προτάσεις του της πρωτοβάθμιας δίκης αμφισβητήσει όχι μόνο την κυριότητα του ενάγοντος, αλλά ειδικά και την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του (άμεσου ή και απωτέρων) επί του επιδίκου, τότε ο ενάγων, αν δεν το έχει κάνει καθ'υποφορά με το δικόγραφο της αγωγής είναι υποχρεωμένος, με τις προτάσεις της ίδιας πρωτοβάθμιας δίκης, να καθορίσει, με σαφή έκθεση γεγονότων, τον τρόπο κτήσης κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχο του και, αν είναι ανάγκη και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, φθάνοντας μέχρι πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας, όπως είναι η τακτική ή η έκτακτη χρησικτησία, να επικαλεστεί δε τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο σαν δικό του Η παράλειψη του ενάγοντος να συμπληρώσει την αγωγή με τον άνω τρόπο ή καθ' υποφορά στην αγωγή των άνω στοιχείων, επιφέρει την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης. (ΑΠ1781/2022, ΑΠ982/2021, ΑΠ432/2019, ΑΠ547/2018, ΑΠ643/2017). Επιπροσθέτως, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 976-979, 1045 και 1046 ΑΚ συνάγεται ότι εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επ'αυτού μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια, που μαρτυρεί, κατά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού. Έτσι, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Συνεπώς η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό (corpus) και το βουλητικό (animus domini), το πρώτο από τα οποία εκδηλώνεται με υλικές (όχι απλώς νομικές) πράξεις φυσικής εξουσιάσεως του πράγματος, το δε animus, δηλαδή το πνευματικό στοιχείο της νομής, υποδηλώνεται, είτε ρητώς είτε σιωπηρώς, με πράξεις, τις οποίες επιχειρεί συνήθως ο ιδιοκτήτης του πράγματος ή ο αντιπρόσωπος του. Άσκηση νομής η οποία απαιτείται για τη κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη (αλλά και με τακτική) χρησικτησία, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες πάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση σε τρίτο, η φύλαξή του, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχηση, η ανοικοδόμηση κ.α., αν δε πρόκειται για αστικό ακίνητο η ενοικίαση σε αυτό και γενικά οι αρμόζουσες στην φύση του πράξεις εξουσίασης, χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ενώ περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 416/2020, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 1079/2019, ΑΠ 401/2018). Από δε τη διάταξη του άρθρου 983 ΑΚ, με το οποίο ορίζεται ότι η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα, συνάγεται ότι ο κληρονόμος, χωρίς να αποκτήσει τη φυσική εξουσία επί των κληρονομιαίων πραγμάτων και, ακόμη, χωρίς να γνωρίζει την επαγωγή της κληρονομιάς και των αντικειμένων της αυτής, θεωρείται (κατά πλάσμα δικαίου) ως νομέας αυτών, διαδεχόμενος ολόκληρη την έννομη σχέση της νομής και τα εξ αυτής δικαιώματα και με την προϋπόθεση βέβαια ότι ο κληρονομούμενος είχε τη νομή κατά το χρόνο του θανάτου του. Για να αποκτήσει ο κληρονόμος φυσική εξουσία επί κληρονομιαίου πράγματος πρέπει να καταλάβει το πράγμα σωματικά, ώστε η έννοια της ανωτέρω διάταξης (άρθρου 983 ΑΚ) είναι ότι στον κληρονόμο μεταβιβάζεται το δικαίωμα της νομής, δυνάμει του οποίου μπορεί πλέον αυτός να επιληφθεί του πράγματος και να ιδρύσει νέα φυσική εξουσία, ήτοι δική του νομή. (ΑΠ 811/2020, ΑΠ 1079/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την από 7.8.2007 (αριθ. καταθ. 32/2007) αγωγή που άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λέρου η αναιρεσείουσα και η μητέρα της Μ. χήρα Ι. Μ., κατά των Ν. Μ. του Ι. και Σ. Π. του Γ. συζ. Ν. Μ., αμφοτέρων ως (συν)ασκούντων τη γονική μέριμνα επί του ανηλίκου τέκνου τους Ι. Μ., εξέθεταν ότι δυνάμει της υπ'αριθμ. .../29-12-2004 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ..., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου του Δήμου Λέρου, έχουν καταστεί (συγ)κύριες, (συν)νομείς και (συγ)κάτοχοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εκάστη ενός οικοπέδου, επιφανείας 2.766,69 τ. μ. κείμενου στη θέση "Κ." της νήσου …, το οποίο περιγράφουν λεπτομερώς στο δικόγραφο ως προς τα όρια και τις πλευρικές του διαστάσεις. Ότι το παραπάνω ακίνητο περιήλθε στον κληρονομούμενο και δικαιοπάροχο τους Χ. Γ. του Ν. το έτος 1931 με άτυπη δωρεά από τη μητέρα του Κ. συζ. Ν. Γ., το γένος Μ. Κ., ο οποίος έκτοτε το νεμόταν συνεχώς και δημόσια μέχρι το θάνατό του το έτος 1979, έχοντας αποκτήσει την κυριότητά του με τις προϋποθέσεις της έκτακτης χρησικτησίας, ενώ στη δικαιοπάροχο αυτού τούτο είχε περιέλθει με προίκα από τον πατέρα της Μ. Κ., δυνάμει του με ημερομηνία 14/26 Νοεμβρίου 1899 ιδιωτικού συμφωνητικού προσυμφώνου εγγράφου, που επικυρώθηκε από τον Αρχιερατικό Επίτροπο … στις 18-5-1900. Ότι το εν λόγω ακίνητο από της περιελεύσεώς του στις ίδιες νέμονταν και κατείχαν με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, συνεχώς και αδιατάρακτα, ασκώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής και ειδικότερα το επέβλεπαν, το καταμετρούσαν και το εκμίσθωναν σε βοσκούς εισπράττοντας τα εξ αυτού εισοδήματα, χωρίς ποτέ να οχληθούν από οποιονδήποτε. Ότι τον Ιούλιο του έτους 2004 η δεύτερη εξ αυτών επιστρέφοντας στη … από την Αθήνα, όπου είχε μεταβεί τον Μάιο του ίδιου έτους, λόγω του επισυμβάντος στον υιό της Ι. σοβαρού τροχαίου ατυχήματος, πληροφορήθηκε ότι κατά το διάστημα της απουσίας της οι εναγόμενοι είχαν προβεί στην τοποθέτηση πασσάλων και συρματοπλεγμάτων στο άνω ακίνητό τους, με σκοπό να οριοθετήσουν την ιδιοκτησία του ανηλίκου τέκνου τους, καταλαμβάνοντας εξ ολοκλήρου παράνομα και χωρίς τη θέλησή τους το εν λόγω ακίνητο, αποστερώντας τους πλήρως την άσκηση φυσικής εξουσίας επ' αυτού και αποβάλλοντας τους από τη νομή του. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν να αναγνωριστεί η (συγ)κυριότητά τους κατά το αναφερόμενο ποσοστό εκάστης αυτών και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους το αποδώσουν. Με τις από 25.10.2008 προτάσεις των γονέων του ήδη αναιρεσίβλητου, οι οποίοι τον εκπροσωπούσαν στη δίκη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προβλήθηκε ένσταση αοριστίας της αγωγής με την αμφισβήτηση της κυριότητας του άμεσου δικαιοπαρόχου των εναγουσών επί του επίδικου ακινήτου. Ειδικότερα, διαλαμβάνεται στις ως άνω προτάσεις ότι από τον επικαλούμενο με την αγωγή τίτλο κτήσεως κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, ήτοι την 12.760/2.2.1971 δημόσια διαθήκη του Χ. Γ., την οποία αποδέχθηκαν οι ενάγουσες με την νόμιμα μεταγραμμένη 22.802/29.12.2004 αποδοχή κληρονομιάς, δεν προκύπτει ότι ο ως άνω φερόμενος ως δικαιοπάροχος των εναγουσών ήταν κύριος του επίδικου ακινήτου ως περιελθόντος στον ίδιο με άτυπη δωρεά από την μητέρα του το έτος 1931, όπως υποστηρίζουν με την αγωγή τους οι ενάγουσες, εφόσον στην ως άνω διαθήκη, με την οποία ο ίδιος διέθεσε την περιουσία του, δεν περιλαμβάνεται το ακίνητο αυτό, και συνεπώς τούτο, επί του οποίου ο δικαιοπάροχος των εναγουσών ουδεμία άσκησε πράξη νομής και κατοχής, ουδέποτε περιήλθε κατά οποιονδήποτε τρόπο στην κυριότητα, νομή και κατοχή του ίδιου και κατά συνέπεια και στην κυριότητα των εναγουσών ως εκ διαθήκης κληρονόμων του. Με τις από 27.10.2008 έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λέρου οι ενάγουσες επανέφεραν τους αγωγικούς ισχυρισμούς τους σχετικά με την περιέλευση του επίδικου ακινήτου τόσο στις ίδιες όσο και στον άμεσο δικαιοπάροχο τους με άτυπη δωρεά από τη μητέρα του το έτος 1931, ο οποίος αποτελούσε το μοναδικό της τέκνο, αλλά και στην απώτερη αυτή δικαιοπάροχο τους, στην δε από 30.8.2008 προσθήκη και αντίκρουση των προτάσεών τους, αναφερόμενες στην προβληθείσα με τις προτάσεις του εκπροσωπουμένου από τους γονείς του εναγομένου ένσταση αοριστίας της αγωγής για τους προαναφερόμενους λόγους, συμπλήρωσαν αυτήν, με τη μνεία, ότι ο δικαιοπάροχος τους ασκούσε επί του επιδίκου ακινήτου μέχρι το έτος 1979, οπότε αποβίωσε, όλες τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής και διακατοχής, εκμισθώνοντάς το στο Μ. Σ., έκτοτε δε οι ίδιες ως μοναδικές εκ διαθήκης κληρονόμοι του συνέχισαν να ασκούν την νομή επί αυτού, εκμισθώνοντάς το στον Δ. Σ.. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Κω, που δίκασε ως Εφετείο, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από τον αναιρεσίβλητο κατά της 99/2014 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Λέρου, με την οποία αυτή είχε γίνει δεκτή, κατά τα προαναφερόμενα, ασχολούμενο, όπως έχει δικαίωμα, με εκείνα τα ζητήματα, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ727/2017, 781/2017, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 279/2010), εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την αγωγή ως αόριστη. Συγκεκριμένα η προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με το ενδιαφέρον αυτό ζήτημα, αφού διέλαβε στις παραδοχές της το ως άνω περιεχόμενο της αγωγής και των προεκτιθέμενων ισχυρισμών του ήδη αναιρεσίβλητου, στη συνέχεια αναφέρθηκε στον ισχυρισμό αυτού περί ιδίας κυριότητάς του επί του επιδίκου ακινήτου δεχόμενη τα εξής: " ... ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι αποκλειστικός κύριος τούτου ήταν ο δικαιοπάροχος πάππος του Ι. Μ. του Μ., στο οποίο περιήλθε το επίδικο κατά το έτος 1940 με παραχώρηση από τον πατέρα αυτού Μ. Μ. του Ι., ο οποίος έκτοτε (από το έτος 1940) μέχρι το έτος 2001 ασκούσε όλες τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής, ειδικότερα δε το όργωνε κάθε χρόνο, το καλλιεργούσε με δημητριακά, συνέλεγε τους καρπούς του, έβοσκε εντός αυτού τα ζώα του, από δε το έτος 2001 που περιήλθε στον ίδιο (εναγόμενο) τη νομή αυτού συνέχισαν να ασκούν οι γονείς του για λογαριασμό του, καλλιεργώντας το κάθε χρόνο και περιφράζοντάς το τον Δεκέμβριο του 2001. Με τους ως άνω ισχυρισμούς του ο εναγόμενος αρνήθηκε την αγωγή, αμφισβητώντας το δικαίωμα κυριότητας των δικαιοπαρόχων των εναγουσών και πρόβαλε ένσταση ιδίας κυριότητας. Ωστόσο οι τελευταίες, ούτε καθ'υποφοράν με την αγωγή, ούτε με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συμπλήρωσαν την αγωγή, φθάνοντας μέχρι τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας και καθορίζοντας σαφώς τις διακατοχικές πράξεις των δικαιοπαρόχων τους με τις οποίες δηλώνονταν η βούλησή τους να έχουν το ακίνητο δικό τους, παρά... επικαλέσθηκαν αόριστα και γενικόλογα ότι στο δικαιοπάροχο τους Χ. Γ. του Ν. είχε περιέλθει το ακίνητο "με δωρεά από τη μητέρα του Κ. συζ. Ν. Γ. το γένος Μ. και Δ. Κ. κατά το έτος 1931 από χαριστική αιτία και άτυπα, κατά το τότε ισχύον τοπικό έθιμο, συμπληρουμένης δε στο πρόσωπο του των προϋποθέσεων της κατ'άρθρον 1045 ΑΚ χρησικτησίας, με τη συνεχή, ήσυχη και δημόσια κατοχή επί του ως άνω αναφερομένου ακινήτου από το έτος 1931 μέχρι το θάνατο του, επισυμβάντα εν έτει 1979. Στη δε δικαιοπάροχό του Κ. Γ. είχε περιέλθει με προίκα από τον πατέρα της Μ. Κ. δυνάμει του με ημερομηνία 14/26 Νοεμβρίου 1899 ιδιωτικού προικοσυμφώνου εγγράφου, το οποίο επικυρώθηκε από τον Αρχιερατικό Επίτροπο … στις 18-5-1900". Στη συνέχεια το Μονομελές Πρωτοδικείο Κω, που δίκασε ως Εφετείο, διέλαβε στις παραδοχές του ότι: "Εξαιτίας της άνω παράλειψης και μη συμπλήρωσης της αγωγής φθάνοντας σε πρωτότυπη κτήση, προσδιορίζοντας σαφώς τις διακατοχικές πράξεις των δικαιοπαρόχων τους με τις οποίες εκδήλωναν τη βούλησή τους να έχουν το ακίνητο δικό τους, η αγωγή είναι αόριστη και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.". Με βάση τα παραπάνω το Μονομελές Πρωτοδικείο Κω, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε την αγωγή των αρχικών εναγουσών ως απαράδεκτη λόγω (επιγενόμενης) αοριστίας. Όπως όμως ήδη αναφέρθηκε, οι ενάγουσες εξέθεταν στην αγωγή τους ότι είναι κυρίες (συγκυρίες) του επίδικου ακινήτου, την αναγνώριση τη κυριότητας του οποίου και την απόδοσή του σε αυτές ζητούσαν τόσο με παράγωγο τρόπο με εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή του άμεσου δικαιοπαρόχου τους, την οποία αποδέχθηκαν με νόμιμα μεταγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς, όσο και με πρωτότυπο τρόπο με την από τον θάνατο του δικαιοπαρόχου τους το έτος 1979, και μέχρι την άσκηση της αγωγής (2007), ήτοι για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία, άσκηση της νομής επί αυτού με διάνοια συγ(κυρίων) με την αναφορά ανενόχλητης άσκησης συγκεκριμένων πράξεων νομής (επίβλεψη, καταμέτρηση, εκμετάλλευση με την εκμίσθωσή του σε βοσκούς και είσπραξη των εξ αυτού εισοδημάτων), επικαλούμενες την συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου της έκτακτης χρησικτησίας στο πρόσωπο τους (1979 - 2007). Σχετικά δε με τον επικαλούμενο παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας, στην ως άνω αγωγή, σύμφωνα με το προαναφερόμενο περιεχόμενο της, εκτίθετο, καθ' υποφοράν, ο τρόπος κτήσεως της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, τόσο από τον άμεσο δικαιοπάροχο των εναγουσών, Χ. Γ. του Ν. με τη μνεία, ότι αυτό περιήλθε στον ίδιο το έτος 1931 με άτυπη δωρεά από την μητέρα του Κ. συζ. Ν. Γ., της οποίας αποτελούσε μοναδικό τέκνο και ότι έκτοτε ο ίδιος το νεμόταν συνεχώς και δημόσια μέχρι το θάνατο του το έτος 1979, έχοντας αποκτήσει την κυριότητά του με τις προϋποθέσεις της έκτακτης χρησικτησίας, όσο και από τους απώτερους δικαιοπαρόχους τους, με την αναφορά ότι στην Κ. συζ. Ν. Γ. το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει με προίκα από τον πατέρα της Μ. Κ., δυνάμει του με ημερομηνία 14/26 Νοεμβρίου 1899 ιδιωτικού συμφωνητικού προσυμφώνου εγγράφου, που επικυρώθηκε από τον Αρχιερατικό Επίτροπο … στις 18-5-1900. Μετά δε την αμφισβήτηση από τον ήδη αναιρεσίβλητο, με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου του τρόπου κτήσεως κυριότητας μόνο του άμεσου δικαιοπαρόχου τους, οι ενάγουσες με την προσθήκη και αντίκρουσή τους συμπλήρωσαν τη αγωγή με την αναφορά συγκεκριμένης πράξεως νομής επί αυτού από τον ίδιο, ήτοι της εκμισθώσεώς του σε κατονομαζόμενο τρίτο πρόσωπο τον Μ. Σ.. Συνακόλουθα, με τα παραπάνω το Μονομελές Πρωτοδικείο Κω, που δίκασε ως Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή των αρχικών εναγουσών, ήτοι της αναιρεσείουσας και της αποβιώσασας μητέρας της λόγω (επιγενόμενης) αοριστίας, και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, υπέπεσε στην, κατ' ορθή εκτίμηση, αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, καθόσον δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση για την έκβαση της δίκης, μολονότι αυτά διαλαμβάνονταν στην αγωγή, και όχι στην επικαλούμενη με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα. Συνεπώς, ο ως άνω μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να γίνει δεκτή η από 29.2.2020 αίτηση της Α. συζύγου Β. Δ. για αναίρεση της 97/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, που δίκασε ως Εφετείο, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση ως προς την ως άνω έφεση του αναιρεσίβλητου Ι. Μ., στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου σε εκείνον που το κατέθεσε. Διάταξη περί επιβολής δικαστικών εξόδων στον ηττηθέντα αναιρεσίβλητο δεν θα περιληφθεί στην παρούσα απόφαση, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και δικάσθηκε ερήμην. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 97/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, που δίκασε ως Εφετείο. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου σ' εκείνον που το κατέθεσε. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, ως προς την ως άνω έφεση του αναιρεσιβλήτου, στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ