ΑΡΙΘΜΟΣ 1740/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαϊου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .................., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κυπριώτη, περί αναιρέσεως της 558/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαϊου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 977/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφ' όσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ με καθυστέρηση, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού ανάλογα με το είδος του οφειλόμενου φόρου και το ποσόν της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με την πιο πάνω αντικατάσταση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τελωνεία και αφ' ετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες κατέστησαν πλέον ανέγκλητες. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του από τις διατάξεις αυτές προβλεπόμενου πιο πάνω εγκλήματος που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση είναι: α) η ύπαρξη βεβαιωμένων χρεών, β) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, γ) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή με δόσεις) και δ) το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος καταβολής του, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε και η μη πληρωμή του μέσα σε ορισμένη προθεσμία. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου (25 παρ. 1 ν. 1882/1990) όπως ίσχυε με το ν. 2523/1997 στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου: α) Για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικοί διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω. Ενώ, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου του ίδιου Νόμου, για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους πλην ιδιωτών που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, 19 και 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι προκειμένου περί των ιδιωνύμων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής που προβλέπονται από αυτές τις διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στην μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για τη νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο διατάξεων προβλεπομένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσης φορολογικής του παράβασης, η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης. Η έλλειψη δε της προϋπόθεσης αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής δίωξης και καθιστά αυτή σε περίπτωση άσκησής της απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή, η οποία, ως εισάγουσα ευμενέστερη για τον δράστη των εγκλημάτων αυτών ρύθμιση, εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 24 του ν. 2523/1997, και επί εκείνων που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του, δεν απαιτείται, προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και, συνεπώς, για την δίωξη αυτών δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης αλλά ούτε σε περιπτώσεις άσκησης προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβίαση της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ' λόγο αναίρεσης, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή (και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή) εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέλος, η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 558/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κερκύρας, καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος σε δεύτερο βαθμό, εκπροσωπηθείς στη δίκη από συνήγορο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση, σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών ανασταλείσα επί τριετία. Στην αιτιολογία της απόφασης, προκύπτουσα από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού αναφέρεται, ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, και από την όλη συζήτηση της υπόθεσης, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσης, τα οποία συνιστούν την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι, αυτός, στην Κέρκυρα, κατά το χρονικό διάστημα από 31-12-2001 έως 30-3-2002, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, παραβίασε την, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις προθεσμία καταβολής των χρεών του προς το Δημόσιο που εισπράττονται από τις Δ.Ο.Υ. και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής και, συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα, ως Πρόεδρος του Δ.Σ. της εδρεύουσας στο Σκριπερό Κέρκυρας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΩΚΕΑΝΙΣ Α.Ε.", δεν κατέβαλε στο Δημόσιο το συνολικό ποσό των Ε 163,774,03, από τα οποία: α) ποσό Ε 23.830,12 αφορά παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δάνεια και β) ποσό Ε 139.943,91 αφορά σε λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, τα οποία ήταν βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στην Α' ΔΟΥ Κερκύρας, όπως τα χρέη αυτά κατά είδος φόρου, ποσό αιτία, τρόπο, ημερομηνία βεβαίωση και υποχρέωση καταβολής αναφέρονται κατωτέρω, τα παραπάνω δε χρέη γεννήθηκαν και ανάγονται σε χρόνο που ο κατηγορούμενος είχε την πιο πάνω ιδιότητα (Πρόεδρος του Δ.Σ. της παραπάνω Α.Ε.). Συγκεκριμένα: 1) την 31-12-2001 παραβίασε την προθεσμία καταβολής βεβαιουμένου και ληξιπρόθεσμου χρέους ΦΠΑ - οριστική βεβαίωση, το οποίο ήταν καταβλητέο σε δόσεις ποσού Ε 23.830,12, 2) Την 30-3-2002 παραβίασε την προθεσμία καταβολής βεβαιουμένου και ληξιπρόθεσμου χρέους από εισόδημα - οριστική βεβαίωση (μη παρακρ.), το οποίο ήταν καταβλητέο σε δόσεις ποσού Ε.50.383,11, 3) την 30-32002 παραβίασε την προθεσμία καταβολή του βεβαιουμένου και ληξιπρόθεσμου χρέους από εισόδημα - οριστική βεβαίωση (μη παρακρ.), το οποίο ήταν καταβλητέο σε δόσεις ποσού Ε.31.647,80, 4) την 30-3-2002 παραβίασε την προθεσμία καταβολής βεβαιουμένου και ληξιπρόθεσμου χρέους από εισόδημα - οριστική βεβαίωση (μη παρακρ.), το οποίο ήταν καταβλητέο σε δόσεις ποσού Ε. 24.684,53, 5) την 30-3-2002 παραβίασε την προθεσμία καταβολής βεβαιουμένου και ληξιπρόθεσμου χρέους από εισόδημα - οριστική βεβαίωση (μη παρακρ.), το οποίο ήταν καταβλητέο σε δόσεις ποσού Ε.3.671,73 και 6) την 30-2-2002 παραβίασε την προθεσμία καταβολής βεβαιουμένου και ληξιπροθέσμου χρέους από υπεραξία εταιρικών μεριδίων, το οποίο ήταν καταβλητέο σε δόσεις, ποσού Ε. 29.556,74. Τα ανωτέρω χρέη αναφέρονται στον συννημένο και αποτελούντα αναπόσπαστο τμήμα της παρούσας πίνακα χρεών με στοιχεία - αύξοντες αριθμούς: 3, 14, 15, 16, 17 και 18. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος είχε την προαναφερθείσα ιδιότητα του Προέδρου της ανωτέρω Α.Ε. κατά χρονικό διάστημα από το έτος 1993 έως 30-6-1998 και από 29-2-1996 έως 9-9-1999, οπότε η Α.Ε. τέθηκε σε κατάσταση εκκαθάρισης, οι δε οφειλές στον πίνακα χρεών οι οποίες βεβαιώθηκαν το έτος 2001, αφορούν στα ανωτέρω χρονικά διαστήματα στα οποία αυτός (κατηγορούμενος) είχε την ως άνω ιδιότητα. Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση και του επέβαλε την αναφερόμενη ποινή φυλάκισης. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της κατ' εξακολούθηση καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένων χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, την οποία εφάρμοσε ορθά, χωρίς να την παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, στην απόφαση προσδιορίζονται α) η αρχή που προέβη στην βεβαίωση των χρεών β) το είδος και το ύψος των χρεών και συνολικά και αναλυτικά γ) ο τρόπος πληρωμής που με σαφήνεια προκύπτει ότι πρόκειται για καταβολή με δόσεις και δ) ο ακριβής χρόνος που κάθε ένα από τα μερικότερα χρέη κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και συνακόλουθα ο χρόνος τέλεσης κάθε μίας μερικότερης πράξης. Διευκρινίζεται δε στην απόφαση ότι τα καθυστερούμενα χρέη είναι χρέη προς το Δημόσιο και όχι προς τρίτους και αφορούν ΦΠΑ, εισόδημα και υπεραξία εταιρικών μεριδίων. Από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό με σαφήνεια προκύπτει ότι τα εν λόγω χρέη γεννήθηκαν και ανάγονται στα έτη 1993, 1997, 1998 και 1999, και ότι αυτά βεβαιώθηκαν την 31-10-2001 το πρώτο και στις 19-12-2001 όλα τα υπόλοιπα. Περαιτέρω, στο αιτιολογικό και στο διατακτικό σαφώς προσδιορίζεται ότι κατά τους ανωτέρω χρόνους που γεννήθηκαν και ανάγονται τα χρέη ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα του Προέδρου της παραπάνω Α.Ε. και ως εκ τούτου σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας, ευθύνεται γι' αυτά, ανεξαρτήτως του ότι κατά τους ως άνω χρόνους βεβαιώσεως των χρεών και καταβολής τούτων δεν είχε την εν λόγω ιδιότητα, λόγω της θέσεως της εταιρίας υπό εκκαθάριση. Ως εκ περισσού δε και πλεοναστικά αναφέρεται στο αιτιολογικό και το διατακτικό ότι αυτός (αναιρεσείων) είχε την ιδιότητα του Προέδρου της άνω Α.Ε. και κατά τους χρόνους βεβαιώσεως και καταβολής των χρεών. Εξάλλου όσον αφορά το δόλο του αναιρεσείοντος δεν απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για τη στοιχειοθέτηση του επίδικου εγκλήματος για τους λόγους που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης που αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων προέβαλε κατά τη συζήτηση ότι έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη η ασκηθείσα ποινική δίωξη, για το λόγο ότι η αίτηση του προϊσταμένου της Α' ΔΥΟ Κέρκυρας προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, με την οποία ζητείτο η άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του, δεν συνοδευόταν από α) αντίγραφο της οικείας έκθεσης φορολογικού ελέγχου β) από επικυρωμένο αντίγραφο καταλογιστικών πράξεων των ενδίκων φόρων και γ) από επικυρωμένο αντίγραφο στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής. Όμως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας, στην περίπτωση του αναιρεσείοντος, ο οποίος καταδικάστηκε για παραβίαση προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την άσκηση της ποινικής δίωξης δεν ήταν απαραίτητη η επισύναψη στη μηνυτήρια αναφορά των ανωτέρω στοιχείων, και, επομένως, το Δικαστήριο ορθώς απέρριψε και τον ως άνω ισχυρισμό. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας, λόγω του ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν κήρυξε απαράδεκτη την ασκηθείσα ποινική δίωξη, αλλά προχώρησε στην έρευνα της υπόθεσης και τον καταδίκασε ως ανωτέρω είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18 Μαϊου 2006 αίτηση του ............, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 558/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονταν σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Αυγούστου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Σεπτεμβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ