Αριθμός 2357/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων: 1) Χ1 που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Ζωγράφου, και 2) Χ2 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μιχαλόλια, περί αναιρέσεως της 7697/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον ...... Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 22.12.2006 και 18.12.2006 αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 168/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειουσών, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως, από 18.12.2006 της κατηγορουμένης Χ2 και από 22.12.2006 της κατηγορουμένης Χ1 , κατά της 7697/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Α. Επί της αιτήσεως της Χ2 Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η δε χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που να το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες μπορεί να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού του ίδιου ή άλλου καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πιστοποιητικό ή μαρτυρικό ή άλλο έγγραφο, που μπορεί να χρησιμεύσει συνήθως για τέτοιους σκοπούς ή εν γνώσει του χρησιμοποιεί τέτοιο πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αντικείμενο του εν λόγω εγκλήματος της πλαστογραφίας πιστοποιητικού μπορεί να είναι δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο (άρθρο 13 εδ. γ' ΠΚ), που ανήκει στην κατηγορία των πιστοποιητικών ή μαρτυρικών, όπως είναι μεταξύ άλλων και βεβαιώσεις σπουδών ή πιστοποιητικά που αναφέρονται στην οικογενειακή κατάσταση, τα προσόντα ή τις ιδιότητες προσώπων, πρέπει δε ο σκοπός του δράστη να στοχεύει στο να διευκολύνει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου πιστοποιητικού ή μαρτυρικού την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού ή άλλου, δηλαδή να έχει κάποια ωφέλεια αυτός ή άλλος σχετικά με τις συγκεκριμένες βιοτικές ανάγκες, χωρίς, όμως, εντεύθεν να βλάπτεται άλλος ευθέως στις έννομες σχέσεις του, και όχι στο να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οπότε έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η ανωτέρω αναιρεσείουσα κατηγορουμένη κηρύχθηκε ένοχη, σε δεύτερο βαθμό, πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν, ειδικά ως προς την ανωτέρω αναιρεσείουσα, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Κατά την ισχύουσα το έτος 2000 νομοθεσία ως προπτυχιακοί φοιτητές στο ΕΜΠ εγγράφονται εκείνοι που έχουν επιτύχει στις πανελλήνιες εξετάσεις με βάση έγγραφα, (καταλόγους), οι οριζόμενοι σε ειδικές αποφάσεις του ΥΠΕΠΘ για ειδικές περιπτώσεις, (αθλητές κλπ), οι πάσχοντες από ασθένειες οι οποίες καθορίζονται στην σχετική ΥΑ. Μεταξύ των προπτυχιακών φοιτητών των ΑΕΙ εσωτερικού οι οποίοι δικαιούνταν μεταγραφής στο ΕΜΠ ήταν και οι φοιτητές που είναι πολύτεκνοι ή τέκνα πολύτεκνων οικογενειών (4 παιδιά και άνω) οι οποίοι εγγράφονται από αντίστοιχα, του τμήματος υποδοχής, τμήματα χωρίς ποσοτικό περιορισμό. σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1966/91 αρθ. 2 παρ. 4α και 4β. Τα πιστοποιητικά για τις μεταγραφές αυτές, οι οποίες γίνονται με αίτηση των υποψηφίων στα τμήματα υποδοχής καθορίζονται, σε σχετική ΥΑ ενώ ότι ο φοιτητής είναι μέλος πολύτεκνης οικογενείας αποδεικνύονται με βεβαίωση της Ανώτατης Συνομοσπονδίας Πολυτέκνων Ελλάδος, Στην προκειμένη περίπτωση μετά την από ... αναφορά της υπαλλήλου του ΕΜΠ Υ1 προς τον Πρόεδρο του τμήματος Πολιτικών Μηχανικών ΕΜΠ, στην οποία γινόταν λόγος για έγγραφα αμφίβολης γνησιότητας που αφορούσαν φοιτητές που είχαν ζητήσει να μεταγραφούν στο ΕΜΠ και συγκεκριμένα την Φ1, Φ3. και Φ2 διενεργήθηκε έρευνα και διαπιστώθηκε ότι η πρώτη των κατηγορουμένων (εννοείται η ανωτέρω αναιρεσείουσα) εκμεταλλευόμενη την ιδιότητά της ως Προϊσταμένης της γραμματείας του τμήματος ηλεκτρολόγων μηχανικών και μηχανικών υπολογιστών του ΕΜΠ κατήρτισε πλαστά έγγραφα τα οποία συνόδευαν τις ...., .... και .... αιτήσεις των Φ2, Φ1 και Φ3 αντίστοιχα, με τις οποίες ζητούσαν την μεταγραφή των οι δύο πρώτοι και ο πατέρας της τρίτης για λογαριασμό της από το Πολυτεχνείο Πατρών στο ΕΜΠ. Συγκεκριμένα, κατήρτισε το από .....πιστοποιητικό του τμήματος πολιτικών μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Πατρών με το οποίο βεβαιωνόταν ότι ο Φ2 είχε εγγραφεί στις .... στο τμήμα για το ακαδημαϊκό έτος 2000-01 κατόπιν εξετάσεων με αριθμό μητρώου τμήματος ..., το από .... με αριθμό πρωτοκόλλου .... πιστοποιητικό του Δήμου .... με το οποίο βεβαιωνόταν ότι ο Φ2 ήταν τέκνο πολύτεκνης οικογένειας όπως και το .... απόσπασμα βεβαίωσης οικογενειακής κατάστασης της Ανώτατης Συνομοσπονδίας Πολυτέκνων (Α.Σ.Π.Ε), με το οποίο βεβαιωνόταν ότι ο πατέρας του Φ2 και (η) σύζυγός του ήταν πολύτεκνοι. Επίσης κατήρτισε το από ....πιστοποιητικό του τμήματος πολιτικών μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Πατρών, με το οποίο βεβαιωνόταν ότι η Φ1 είχε εγγραφεί στις .... στο ανωτέρω για το ακαδημαϊκό έτος 2000-01 κατόπιν γενικών εξετάσεων με αριθμό μητρώου τμήματος ...., το από .... με αριθμό πρωτοκόλλου .... πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως του Δήμου ...., από το οποίο προέκυπτε ότι η Φ1 ήταν τέκνο πολύτεκνης οικογένειας και το με αρ. .... απόσπασμα βεβαίωσης οικογενειακής κατάστασης της Ανώτατης Συνομοσπονδίας Πολυτέκνων Ελλάδας με το οποίο βεβαιωνόταν ότι οι γονείς της ήταν πολύτεκνοι. Ομοίως κατήρτισε το από .... πιστοποιητικό της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Πατρών με το οποίο βεβαιωνόταν ότι η Φ3 είχε εγγραφεί στις .... στο ανωτέρω τμήμα για το ακαδημαϊκό έτος 2000-01 κατόπιν γενικών εξετάσεων με αριθμό μητρώου τμήματος ...., το με αριθμό πρωτοκόλλου .... πιστοποιητικό της κοινότητας .... από το οποίο προέκυπτε ότι η Φ3 ήταν τέκνο πολύτεκνης οικογένειας και το αριθμ. .... απόσπασμα βεβαίωσης οικογενειακής κατάστασης της ανώτατης συνομοσπονδίας πολυτέκνων Ελλάδας με το οποίο βεβαιωνόταν ότι οι γονείς της ήταν πολύτεκνοι. Σε όλα τα άνω έγγραφα έθεσε την υπογραφή και σφραγίδα των οικείων υπαλλήλων και φορέων (Πανεπιστημίου Πατρών, Δήμου, Συνομοσπονδίας Πολυτέκνων), έτσι ώστε να φαίνεται ότι πραγματικά τα άνω πρόσωπα (φοιτητές) είχαν τις προϋποθέσεις που βεβαιώνονταν σ' αυτά, τα επισύναψε στις άνω αναφερόμενες για καθένα αυτών αιτήσεις και τα υπέβαλε στα αρμόδια όργανα του ΕΜΠ. Με την κατάρτιση και χρήση (υποβολή) των άνω εγγράφων σκόπευε να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους του ΕΜΠ ότι οι συγκεκριμένοι φοιτητές συμπλήρωναν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για ναμεταγραφούν στο ΕΜΠ και επιτύχει έτσι την μεταγραφή των. Πάντα τα ανωτέρω η πρώτη κατηγορουμένη ομολόγησε με αναφορά της προς τον Πρύτανη όταν η αρμόδια υπάλληλος για τον έλεγχο των δικαιολογητικών Υ1 με αναφορά της προς τον Πρόεδρο του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών του ΕΜΠ ανέφερε για ορισμένες παρατυπίες που είχε διαπιστώσει σε δικαιολογητικά που είχαν υποβληθεί και συγκεκριμένα ότι οι φοιτητές Φ3, Φ2 και Φ1 δεν ήταν φοιτητές του Πανεπιστημίου Πατρών στο τμήμα πολιτικών μηχανικών, όπως βεβαιωνόταν με τα άνω έγγραφα, ούτε βέβαια τέκνα πολύτεκνων οικογενειών ..........". Ακολούθως, αφού παραθέτει το δικάσαν Εφετείο τις νομικές σκέψεις του σε σχέση με τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 216 και 217 ΠΚ, καταλήγει ως εξής: "Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση που η κατηγορουμένη προέβη στην κατάρτιση των άνω πλαστών εγγράφων προκειμένου να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους του ΕΜΠ που θα ενέκριναν την μεταγραφή των τριών άνω φοιτητών ότι δήθεν αυτοί πληρούσαν τις προϋποθέσεις για την μεταγραφή των πρέπει να εφαρμοστεί η γενική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 και όχι εκείνη του άρθρου 217 ΠΚ (πλαστογραφία πιστοποιητικού), αφού από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι αν η πλαστογράφηση γίνεται για άλλο σκοπό, εκτός του εις το άρθρο 217 ΠΚ διαλαμβανομένου, τότε και αν ακόμη αφορά έγγραφα προβλεπόμενα από το άρθρο αυτό (πιστοποιητικά κλπ), εφαρμογή έχει η γενική διάταξη του άρθρου 216 και όχι η εξαιρετική του άρθρου 217 ΠΚ. Επομένως, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των κατηγορουμένων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την περί πλαστογραφίας διάταξη του ως άνω άρθρου 216 παρ.1 ΠΚ, την οποία δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Δεν συνέτρεχε δε νόμιμη περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 217 ΠΚ, όπως αβασίμως υποστηρίζει η ανωτέρω αναιρεσείουσα, αφού κατά τα δεκτά γενόμενα από την απόφαση πραγματικά περιστατικά, με την κατάρτιση των συγκεκριμένων πλαστών εγγράφων και τη χρήση τους εν συνεχεία, σκόπευε η αναιρεσείουσα να παραπλανήσει τα αρμόδια όργανα του Μετσόβιου Πολυτεχνείου, ότι οι ως άνω τρείς φοιτητές πληρούσαν τις κατά νόμον προϋποθέσεις για τη μεταγραφή τους σ' αυτό, ως παιδιά πολυτέκνων και προερχόμενοι από αντίστοιχες Σχολές ΑΕΙ της Χώρας, και να αποφασισθεί έτσι η έγκριση των μεταγραφών αυτών, τις οποίες δεν εδικαιούντο οι εν λόγω φοιτητές, σκοπός ο οποίος δεν εμπίπτει στα διαγραφόμενα από το άρθρο 217 ΠΚ πλαίσια της άμεσης συντηρήσεως, της κινήσεως ή της κοινωνικής προόδου των φοιτητών αυτών, και με ευθεία εντεύθεν βλάβη του Πολυτεχνείου, το οποίο αναλαμβάνει την εκπαίδευση, με το οικείο κόστος, των νομίμως εγγραφομένων και μεταγραφομένων σ' αυτό φοιτητών. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος της ως άνω αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε΄ ΚΠοινΔ, συνακολούθως δε να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αυτή και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Β. Επί της αιτήσεως της Χ1 Κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 ΠΚ, υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνω με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου απ' αυτήν εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται α) ο δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263α ΠΚ, αρμόδιος για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' ΠΚ και δη δημόσιο και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η έννοια του δημοσίου εγγράφου δεν προσδιορίζεται σε διάταξη του Ποινικού Κώδικα, γι' αυτό έχει εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο το άρθρο 438 ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου δημόσιο έγγραφο είναι αυτό που συντάχθηκε από αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό, όχι δε και εκείνο το οποίο αφορά την εσωτερική υπηρεσία των δημοσίων αρχών. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπάλληλος, ο οποίος με πρόθεση νοθεύει, καταστρέφει, βλάπτει ή υπεξάγει έγγραφο που του εμπιστεύθηκαν ή του είναι προσιτό λόγω της υπηρεσίας του. Εξάλλου, έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως προς την ανωτέρω αναιρεσείουσα, μετά την εκτίμηση των διαλαμβανομένων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα: "αποδείχθηκε ότι ούσα υπάλληλος με ειδικότερα καθήκοντα τη σύνταξη δημοσίων εγγράφων βεβαίωσε ψευδώς στην κάρτα του σπουδαστή Σ1 ότι, αυτός ως φοιτητής του ΕΜΠ του τμήματος Πολιτικών Μηχανικών με αριθμό μητρώου .... και ............. ως πρόσφατα μεταγραφείς από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης ως πολύτεκνος εγγράφεται στο 3ο εξάμηνο σπουδών σε εκτέλεση δήθεν απόφασης του ΔΣ του οικείου τμήματος, ενώ η αλήθεια ήταν ότι δεν είχε εκδοθεί ποτέ τέτοια απόφαση, αφού ο συγκεκριμένος ήταν φοιτητής σε Πανεπιστήμιο του εξωτερικού και δεν προερχόταν από πολύτεκνη οικογένεια. Την άνω εγγραφή στην καρτέλα έπραξε προκειμένου να προωθηθεί αυτός στην οικεία σχολή του Πολυτεχνείου και συγκεκριμένα στο 3ο εξάμηνο σπουδών του ανωτέρω τμήματος παρά το γεγονός ότι στερείτο των σχετικών προϋποθέσεων, αφού ούτε από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης είχε μεταγραφεί, όντας φοιτητής μόνο Πανεπιστημίου της αλλοδαπής, ούτε τέκνο πολύτεκνης οικογένειας ήταν. Συνεπώς και η συγκεκριμένη κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της πράξης της πλαστογραφίας κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα". Εν συνεχεία των παραδοχών αυτών, κήρυξε ένοχη την εν λόγω αναιρεσείουσα και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών ανασταλείσα, για το ότι "Στην Αθήνα, την ..., ούσα υπάλληλος που στα καθήκοντά της ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη δημοσίων εγγράφων, με πρόθεση βεβαίωσε ψευδώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και ειδικότερα ως υπάλληλος του ΕΜΠ και συγκεκριμένα αναπληρώτρια -προϊστάμενη της γραμματείας πολιτικών μηχανικών, με σκοπό να προωθήσει στο 3ο εξάμηνο σπουδών της οικείας σχολής των πολιτικών μηχανικών τον Σ1 φοιτητή σε σχολή του εξωτερικού, βεβαίωσε στην "κάρτα σπουδαστή" που τον αφορούσε ότι αυτός ως (δήθεν) φοιτητής του ΕΜΠ στο τμήμα πολιτικών μηχανικών με αριθ. μητρώου ...., ο οποίος μάλιστα μόλις είχε μεταγραφεί από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ως τέκνο πολύτεκνης οικογένειας, εγγράφεται στο 3ο εξάμηνο σπουδών σε εκτέλεση σχετικής απόφασης του Δ.Σ του τμήματος πολιτικών μηχανικών της ...., ενώ η αλήθεια, την οποία αυτή γνώριζε, ως εκ της θέσεως της, ήταν ότι ουδέποτε εκδόθηκε τέτοια απόφαση, αφού ο συγκεκριμένος δεν ήταν φοιτητής του συγκεκριμένου ιδρύματος ούτε εκείνου του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης". Έτσι, όμως, αποφανθέν το Εφετείο για την αναιρεσείουσα Χ1, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της εκτίθεται, με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, αν η "κάρτα σπουδαστή", στην οποία φέρεται ότι έγινε η ψευδής βεβαίωση, είναι δημόσιο έγγραφο προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη, έναντι πάντων, των σ' αυτή βεβαιωμένων γεγονότων ή αν αυτή, αντιθέτως, αφορά στην εσωτερική υπηρεσία της γραμματείας της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, κατ' αυτόν δε τον τρόπο δεν προκύπτει με σαφήνεια πώς θα είχε έννομες συνέπειες και ποιές η ψευδής ως άνω εγγραφή στην υπόψη "κάρτα σπουδαστή", ενώ, εξάλλου, δημιουργείται ασάφεια από το ότι το Εφετείο παραθέτει στην απόφασή του, ως διάταξη της οποίας το πραγματικό συγκροτούν οι ανωτέρω παραδοχές του εκείνη της παρ. 2 του άρθρου 242 ΠΚ. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται, αναφορικώς προς την ανωτέρω αναιρεσείουσα, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει να αναιρεθεί κατά τον βάσιμο περί αυτού δεύτερο λόγο αναιρέσεως της ως άνω αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του πρώτου λόγου, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, δεδομένου ότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την εξέδωσαν (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 7697/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, κατά το μέρος της που αφορά στην αναιρεσείουσα Χ1. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει την από 18 Δεκεμβρίου 2006 αίτηση της Χ2, περί αναιρέσεως της ίδιας (7697/2006) αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα Χ2 στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Δεκεμβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ