Αριθμός 1359/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη-Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ1 , που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ΄ αριθμ. 13177/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιουλίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1431/06. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή, με αριθμό 520/17.11.06, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι) Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την υπ΄αριθμ. 13177/19-12-2001 απόφασή του απέρριψε ως ανυποστήρικτη την υπ΄αριθμ. 5292/19-10-99 έφεση του Χ1 κατά της υπ΄αριθμ. 34865/99 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής, η οποία φέρεται ότι επιδόθηκε σ΄αυτόν στις 21-2-2002, άσκησε την υπ΄αριθμ. 348/26-7-2006, ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, αναίρεση ισχυριζόμενος ότι καθ΄υπέρβαση εξουσίας απέρριψε την άνω έφεσή του διότι η κλήτευσή του στο άνω δικαστήριο κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του δεν ήταν νόμιμη και ειδικώτερον ότι: α) από το συνημμένο αποδεικτικό της 19-11-2001 του επιμελητή ..... προκύπτει ότι η επίδοση έγινε στην οδό ..... (με θυροκόλληση) ενώ έδει να γίνει στην οδό ......, την οποία είχε δηλώσει στην άνω έκθεση εφέσεως. β) από το συνημμένο αποδεικτικό της 29-11-2001 του αυτού επιμελητή προκύπτει ότι η επίδοση αφού προηγήθηκε επίδοση με θυροκόλληση σ΄αυτόν- στον αντίκλητό του (και πληρεξούσιο) δικηγόρο Αθηνών Νικόλαο Μούσα στην οδό ......, ενώ έδει να γίνει στην οδό ....., όπου είχε μετεγκατασταθεί. Επί πλέον διότι δεν βεβαιούται ότι το όργανο της επίδοσης για να κάνει την επίδοση με θυροκόλληση έπρεπε να μεταβεί και στην οικία του άνω αντικλήτου ενώ μετέβη μόνο στο γραφείο του. Στην αυτήν έκθεση αναιρέσεως προβάλλει και (δεδομένου ότι τυπικά αυτή εμφανίζεται ως εκπρόθεσμη, αφού η επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως έλαβε χώραν αφενός μεν με τα από 18-2-2002 (στον ίδιο με θυροκόλληση) και 21-2-2002 (στον αντίκλητο του με θυροκόλληση) του αυτού επιμελητή και ασκήθηκε 26-7-2006) τους αυτούς λόγους που δικαιολογούν το εκπρόθεσμο και συνεπώς είναι εμπρόθεσμη. ΙΙ) Επειδή, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας είναι και πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο από το αρμόδιο συμβούλιο ή δικαστήριο (σε συμβούλιο) κατά το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. και μάλιστα προ πάσης έρευνας περί του βασίμου ή μη των λόγων αυτού. Η νόμιμη (άρθρο 473 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.) προθεσμία άρχεται από της νόμιμης επίδοσης της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία όταν ο εκκαλών δικάστηκε "ωσεί παρών" άρχεται από αυτήν (νόμιμη επίδοσή της), και δη όταν δε ο αναιρεσείων δικάστηκε "ωσεί παρών" και του απορρίφθηκε η έφεσή του ως ανυποστήρικτη, άρχεται από την νόμιμη επίδοση της απόφασης αυτής η οποία όμως πρέπει να λάβει χώρα μετά την καταχώρισή της στο ειδικό βιβλίο κατά την παρ. 3 του άρθρου 473 Κ.Ποιν.Δ. Εάν το ένδικο μέσο ασκήθηκε μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας και προβάλλεται ακυρότητα της γενομένης επιδόσεως (η οποία, εάν γίνει δεκτή δεν κινεί την νόμιμη προθεσμία βλ. ΑΠ 861/2005, ΑΠ 128/2005 κ.ά.), τότε πρέπει να κριθεί ότι η γενομένη επίδοση είναι νόμιμη για να απορριφθεί το ένδικο μέσο, εδώ της αναιρέσεως, ως εκπρόθεσμο. ΙΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 501 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. η απόφαση που απορρίπτει την έφεση μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση από εκείνον του οποίου απορρίφθηκε η έφεση, οι δε σχετικοί λόγοι αναίρεσης αναφέρονται μόνο σε πλημμέλειες της απόφασης αυτής, μεταξύ των οποίων και η μη νόμιμη κλήτευση (βλ. ΑΠ 728/2004, ΑΠ 221/2003, ΑΠ 59/2003, ΑΠ 2406/2002, ΑΠ 381/2000 κ.ά.). ΄Ετσι η απόφαση αυτή, για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρει, το αποδεικτικό και ημερομηνία αυτού και του ονόματος του επιδόσαντος οργάνου (βλ. ΑΠ 287/98, ΑΠ 250/98, ΑΠ 1497/2005, ΑΠ 2462/2005 κ.ά.) από το οποίο θα προκύπτει η νόμιμη κλήτευση διότι άλλως, εάν δηλ. δεν έχει κλητευθεί νόμιμα, πρέπει να κηρύξει τη συζήτηση απαράδεκτη, και όχι την έφεση ως ανυποστήρικτη, αφού εάν δε πράξει αυτό υπερβαίνει την εξουσία του (βλ. ΑΠ 1545/2002, ΑΠ 2049/2001 κ.ά.). ΄Ετσι, δεν υπάρχει νόμιμη κλήτευση εάν αυτή όντως έγινε σε άλλη διεύθυνση από αυτή που είχε ο εκκαλών δηλώσει στην έκθεση εφέσεως (-βλ. ΑΠ 1169/2003, ΑΠ 1267/2003, ΑΠ 29/2003, ΑΠ 677/2000 κ.ά.), όπως επίσης εάν η κλήση στον αντίκλητο έγινε σε άλλη διεύθυνση από αυτή που δηλώθηκε στην έκθεση εφέσεως (βλ. ΑΠ 1667/95 ΠΧΡ ΜΣΤ 1268=ΝοΒ 1996 σελ. 706). Για να γίνει νόμιμα η επίδοση με θυροκόλληση στη διεύθυνση κατοικίας δεν απαιτείται να μεταβεί το επιδίδων όργανο, προ της θυροκόλλησης, στον τυχόν τόπο διαμονής, γραφείου κλπ, αφού κάτι τέτοιο δεν ορίζεται από το νόμο (βλ. και ΑΠ 385/85 Π.Χρ. ΛΕ σελ. 878). Το άρθρο 155 Κ.Ποιν.Δ. αναγράφει ότι η επίδοση γίνεται είτε..... είτε....είτε.....χωρίς να απαιτεί σειρά προτεραιότητας και υπό την έννοια ότι ο επόμενος προϋποθέτει έλεγχο και αδυναμία τήρησης του προηγουμένου. Εξ΄άλλου, από καμμία διάταξη νόμου απαιτείται όπως το επιδίδον όργανο αναζητήσει τον αντίκλητο σε άλλη διεύθυνση από αυτήν που αναγράφεται και δηλώνει αυτός που τον διώρισε. Μάλιστα δε το αντίθετο θα καθιστούσε την επίδοση άκυρη, όπως ελέχθη, κατά τα άρθρα 154, 155 Κ.Ποιν.Δ. (Πρ. βλ. και 273, 498 Κ.Ποιν.Δ.). Επειδή η προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς αναφέρει τα αποδεικτικά επιδόσεως, τον χρόνον επιδόσεως αυτών και του οργάνου επιδόσεως. Αφ΄ετέρου από τα με ημερομηνία 18-2-2002 και 21-2-2002 στον εκκαλούντα και αντίκλητον αυτού αντίστοιχα αποδεικτικά του επιμελητή δικαστηρίων...... σαφώς προκύπτει ότι η προσβαλλομένη επίδοση έγινε στις 21-2-2002 και μετά την γενομένη στις 14-1-2002 καθαρογραφή αυτής (βλ. οικεία βεβαίωση) όλα δε στις διευθύνσεις που είχε δηλώσει ο εκκαλών στην έφεσή του. Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι οι άνω επιδόσεις, όπως από τα οικεία αποδεικτικά προκύπτει (τα οποία επιτρεπτά ελέγχονται αφού συνάπτονται με τους λόγους αναίρεσης και του εκπροθέσμου αυτής), είναι νόμιμες. Και ναι μεν εμφανίζεται να υπάρχει διαφορά στη διεύθυνση του εκκαλούντος, δηλ. "....." αντί ".....", πλην όμως η διαφορά αυτή είναι καθαρά τυπική αφενός μεν διότι πρόκειται περί διευθύνσεως στην αυτήν περιοχή αφετέρου διότι δεν προκύπτει ότι πρόκειται ουσιαστικά περί άλλης διευθύνσεως. Η παράλειψη δηλ. της λέξεως ".....και" κατ΄ουδέν σημαίνει άλλη διεύθυνση. Ούτε ο εκκαλών ισχυρίζεται κάτι τέτοιο, πρόκειται συνεπώς περί της αυτής διευθύνσεως. Επομένως -και εφόσον η υπό κρίση αναίρεσης ασκήθηκε μεν κατ΄αποφάσεως δεκτικής αναιρέσεως αλλά μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας (οι δε λόγοι του βασίμου αυτής στηρίζονται συγχρόνως, στα αυτά γεγονότα-) πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη (εν ταύτω και αβάσιμη). ΙV) Για την ολοκλήρωση του θέματος θα πρέπει να σημειώσουμε ότι τυχόν αναίρεσης της προσβαλλομένης αποφάσεως κατ΄ουδέν ωφελεί τον εκκαλούντα, λαμβανομένου υπόψη ότι η από αυτόν, ή ορθότερον η για λογαριασμόν αυτού από την πληρεξουσία του ασκηθείσα υπ΄αριθμ. 5292/99 έφεση είναι απαράδεκτη διότι ασκήθηκε από πρόσωπο μη δικαιουμένο και συγκεκριμένα από πρόσωπο στερούμενο νόμιμης εξουσιοδότησης αφού αυτή στην οποία στηρίχθηκε για την άσκησή της δεν φέρει την απαιτούμενη βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του (=εκκαλούντος) και δη την υπογραφή του φερομένου ως βεβαιούντος αυτή (465 παρ. 1, 96 παρ.2, 42 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ.). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω όπως απορριφθεί η υπ΄αριθμ. 348/2006 έκθεση αναίρεσης του Χ1 κατά της υπ΄αριθμ.13177/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα 2 Οκτωβρίου 2006 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ. 1 473 παρ.1,3 και 474 παρ.1 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, αν η αναίρεση ασκείται από τον κατηγορούμενο με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και αυτός δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της προσβαλλόμενης τελεσίδικης απόφασης, η προθεσμία ασκήσεως εκείνης είναι δεκαήμερη και αρχίζει από την επομένη της έγκυρης επίδοσης της πιο πάνω απόφασης, εφόσον αυτή είναι μεταγενέστερη της καταχώρησης της απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, διαφορετικά αρχίζει από την επομένη της μεταγενέστερης καταχώρησης, κατά το άρθρο 155 ΚΠοινΔ, η επίδοση γίνεται με παράδοση του εγγράφου στα χέρια του ενδιαφερομένου, ή αν αυτός απουσιάζει, με εγχείριση στα πρόσωπα που ορίζονται στο άρθρο αυτό, ή τέλος με θυροκόλληση στην πόρτα της κατοικίας κ.λ.π του ενδιαφερομένου, κατά τα ειδικότερα στο ίδιο άρθρο οριζόμενα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 273 παρ. 1 εδ. γ΄ ΚΠοινΔ, "ωσότου η καταδικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεστεί, κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο, αν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής του που δηλώθηκε αρχικά, σύμφωνα με τα παραπάνω, εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση. Τέτοια δήλωση ως προς την μεταβολή της κατοικίας ή της διαμονής, μαζί με την ακριβή διεύθυνση, πρέπει να γίνεται εγγράφως στον εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη... Ως τέτοια δήλωση κατοικίας ή διαμονής θεωρείται και εκείνη που αναγράφεται στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου ή της προσφυγής κατά της απευθείας κλήσεως ή στην περί αναιρέσεως δήλωση...". Από τις ανωτέρω και τις λοιπές διατάξεις του ίδιου άρθρου συνάγεται, ότι αν πρόκειται για επίδοση στον κατηγορούμενο απόφασης του Εφετείου, που απέρριψε την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, ή ερήμην αυτού ως απαράδεκτη, η επίδοση αυτή, για να είναι νόμιμη και να θέσει σε κίνηση την προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, πρέπει να γίνεται, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 155 ΚΠοινΔ, στη δηλωθείσα στην έκθεση εφέσεως κατοικία του, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν δήλωσε εγγράφως, μετά την άσκησή του ως άνω ένδικου μέσου, στον Εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη, μεταβολή της κατοικίας ή διαμονής του. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για να κριθεί το παραδεκτό της αναιρέσεως, προκύπτει ότι με την 34865/1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσείων Χ1 καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, που μετατράπηκε σε χρηματική για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Κατά τις πιο πάνω απόφασης ο αναιρεσείων άσκησε στις 19-10-1999 την με αριθμό εκθέσεως 5292 έφεση. Στην εν λόγω έκθεση, που συντάχθηκε για την άσκηση του ένδικου αυτού μέσου από το γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, ο εκκαλών δήλωσε ως διεύθυνση κατοικίας του την οδό ...... στην Αθήνα. Κατά την εκδίκαση της εφέσεως, που είχε οριστεί για τη δικάσιμο της 19-12-2001, ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε. Λόγω της απουσίας του, το Εφετείο Αθηνών (Τριμελές Πλημμελημάτων), με την 13177/2001 απόφασή του, απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη. Η ερήμην αυτή απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο των καθαρογραμμένων αποφάσεων στις 14-1-2002, με αυξ. Αριθμό καταχώρησης ..., επιδόθηκε δε στον κατηγορούμενο στις 18-2-2002, δηλαδή μετά την εν λόγω καταχώρηση, με θυροκόλληση που έγινε στη διεύθυνση της κατοικίας του .... στην Αθήνα την οποία αυτός είχε δηλώσει, ως κατοικία του στην έκθεση εφέσεως, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή δικαστηρίων στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών ......, με την ίδια ημερομηνία. Επιπλέον, αντίγραφο της ίδιας απόφασης την 21-2-2002 επιδόθηκε με θυροκόλληση νομίμως και στον δικηγόρο Νικόλαο Μούσα στη διεύθυνση ...... στην Αθήνα, τον οποίο ο κατηγορούμενος είχε διορίσει ως αντίκλητό του με την ίδια έκθεση εφέσεως, όπως προκύπτει από το με ίδια ημερομηνία αποδεικτικό του δικαστικού επιμελητή στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών ........ Έτσι, η επίδοση στον κατηγορούμενο της πιο πάνω 13177/2001 απόφασης είναι έγκυρη και, συνεπώς, άρχισε από τότε η οριζόμενη από το άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ προθεσμία των 10 ημερών για την άσκηση αναιρέσεως. Όμως ο κατηγορούμενος άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της 13177/2001 απόφασης, δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Ελένης Παπαδέα με δήλωση της τελευταίας ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών στις 26-7-2006, δηλαδή πολύ μετά την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας. Στην έκθεση αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι ασκεί εμπρόθεσμα την αναίρεση, γιατί η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης τόσο προς τον ίδιο όσο και προς τον αντίκλητο δικηγόρο του δεν είναι έγκυρη. Και τούτο διότι η επίδοση της εν λόγω απόφασης όσον αφορά τον ίδιο έγινε με θυροκόλληση στη διεύθυνση "......." στην Αθήνα και όχι στη διεύθυνση της κατοικίας του "......" στην Αθήνα, την οποία είχε δηλώσει στην έκθεση της εφέσεώς του, όσον αφορά δε τον αντίκλητο δικηγόρο του έγινε μεν στη διεύθυνση οδός ..... στην Αθήνα που είχε δηλωθεί με την έκθεση της έφεσής του, πλην όμως ο εν λόγω αντίκλητος κατά το χρόνο της επίδοσης είχε αλλάξει διεύθυνση γραφείου και είχε μετεγκατασταθεί επίσης οδού ..... στην Αθήνα από 12-2-2002, την τελευταία δε αυτή διεύθυνση είχε γνωστοποιήσει εγκαίρως στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών και συνεπώς εκεί έπρεπε να γίνει η επίδοση. Οι ισχυρισμοί αυτοί του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ο μεν πρώτος διότι δεν ισχυρίζεται ότι στην ίδια περιοχή των Αθηνών όπου η κατοικία του υπήρχε εκτός από την "......" και άλλη οδός ......, ούτε ότι, ενόψει της ως άνω τυπικής διαφοράς στη διεύθυνσή του, δηλαδή "......" αντί ".......", πρόκειται ουσιαστικά περί άλλης διευθύνσεως, ο δε δεύτερος διότι η επίδοση προς αντίκλητο δικηγόρο έγινε νόμιμα στην αναγραφόμενη στην έκθεση της έφεσης διεύθυνσή του σύμφωνα με το άρθρο 155 ΚΠοινΔ, αφού το επιδίδον όργανο δεν υποχρεούνταν να αναζητήσει τον αντίκλητο σε άλλη διεύθυνση από αυτήν που αναγράφει και δηλώνει αυτός που τον διόρισε. Με όλα τα παραπάνω δεδομένα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι εκπρόθεσμη και επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠοινΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα άρθρο 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26 Ιουλίου 2006 αίτηση του Χ1 , για αναίρεση της υπ'αριθμ. 13177/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2007. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ