Αριθμός 1470/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις δύο αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Χ και 2. Ζ, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Θαλασσινό, για αναίρεση της 555/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.. Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 23 Δεκεμβρίου 2005 δύο αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 209/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες από 23-12-2005 (δύο) αιτήσεις αναιρέσεως του Χ και του Ζ (με αριθ. πρωτ. 11215/27-12-2005 και 11216/27-12-2005, αντίστοιχα), στρεφόμενες κατά της 555/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Κατά το άρθρο 33 παρ.1 του Ν. 1975/1991, (που ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου τελέσεως της πράξεως, αλλά και ως επιεικέστερος νόμος), τιμωρούνται με τις στη διάταξη αυτή προβλεπόμενες ποινές, τα αναφερόμενα στην εν λόγω παράγραφο πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και οι οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου, οι οποίοι μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπούς, που σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, καθώς και αυτοί που τους προωθούν στο εσωτερικό τη Χώρας ή διευκολύνουν την μεταφορά τους ή την προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη .Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ.1 του ίδιου νόμου, κάθε αλλοδαπός μπορεί να εισέλθει στο Ελληνικό έδαφος, όταν κατέχει κανονικό και ισχύον διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο, αναγνωριζόμενο από διεθνείς συμβάσεις και φέρει, εφόσον απαιτείται, έγκυρη και ισχύουσα θεώρηση εισόδου (VISA). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ.2 του ίδιου νόμου, το οποίο προβλέπει ποινική ευθύνη και των αλλοδαπών που εισέρχονται στο Ελληνικό έδαφος χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, προκύπτει ότι θεσμοθετείται αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, τελούμενο με οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους τρόπους, άρα τιμωρούνται και τα πρόσωπα τα οποία προωθούν στο εσωτερικό της Χώρας αλλοδαπούς που δεν έχουν το προς τούτο δικαίωμα, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, γνωρίζοντες βεβαίως τη αυθαίρετη είσοδο τούτων ως λαθρομεταναστών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη όμως του δόλου, που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, για τη θεμελίωση όμως της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων, εκτός αν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος . Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, που δίκασε εφέσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο πρώτος κατηγορούμενος,Χ, συμφώνησε με τον Ψ, ο οποίος είναι Αλβανός υπήκοος και έμενε στην ... και ο οποίος επρόκειτο να μεταβεί στην Αλβανία, όταν θα γύριζε εκ νέου στην Ελλάδα, μαζί με άλλους ομοεθνείς του, να τους μεταφέρει στην Αθήνα. Πράγματι στις 26-11-2000, τον τηλεφώνησε ο παραπάνω Αλβανός από την Αλβανία και κανόνισαν να βρεθούν στο ... και να παραλάβει αυτόν και άλλους οκτώ (8) ομοεθνείς του, που είχαν εισέλθει παράνομα στην Ελλάδα, συμφωνήθηκε δε ως τίμημα για τη μεταφορά αυτή το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) δραχμών από έκαστο μεταφερόμενο άτομο. Για το σκοπό αυτό, ο πρώτος κατηγορούμενος και επειδή δεν επαρκούσε για τη μεταφορά το αυτοκίνητο του, ζήτησε και την βοήθεια του δευτέρου κατηγορουμένου Ζ, ο οποίος δέχθηκε να κάνει τη μεταφορά αυτή έναντι του παραπάνω ποσού. Κατόπιν οι κατηγορούμενοι τη νύκτα της 29/30-11-2000 μετέβησαν με τα με αριθμούς κυκλοφορίας ... και ... ΙΧΕ αυτοκίνητα, αντίστοιχα, στο προκαθορισμένο σημείο συνάντησης και επιβίβασαν ο πρώτος τέσσερις (4) και ο δεύτερος πέντε (5) λαθρομετανάστες, κατευθυνόμενοι για την Αθήνα, πλην όμως στην..., έγιναν αντιληπτοί από αστυνομικά όργανα. Όλα τα παραπάνω προκύπτουν από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και ιδίως από τις αναγνωσθείσες καταθέσεις των μαρτύρων. Οι κατηγορούμενοι με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, ισχυρίζονται ότι προέβησαν στην παραπάνω μεταφορά από πραγματική πλάνη, καθόσον τον Ψ τον γνώριζαν πολλά χρόνια στην Ελλάδα και θεωρούσαν ότι ήταν νόμιμος, πλην όμως αυτός ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων δεν μπορεί να γίνει πιστευτός, αντιθέτως καταρρίπτεται από όλα τα παραπάνω στοιχεία. Επομένως, πρέπει, οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι, και ν' απορριφθεί ο προβληθείς ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός της πραγματικής πλάνης, όχι όμως με την επιβαρυντική περίσταση της με σκοπό παράνομου κέρδους τέλεσης της πράξης, για την οποία καταδικάσθηκαν πρωτοδίκως, αλλά για την προβλεπόμενη από το άρθρο 33 παρ 1 εδ. α Ν. 1975/1991 βασική μορφή του αδικήματος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 παρ.1 του Ποινικού Κώδικα. Αυτό δε γιατί η μεν ήδη καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 33 παρ.1 εδ.α' Ν. 1975/1991 είναι, ενόψει του ύψους των προβλεπομένων ποινών, ευμενέστερη της προβλέπουσας την ίδια αξιόποινη πράξη και ήδη ισχύουσας διάταξης του άρθρου 55 παρ.1 περ. α' Ν. 2910/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 37 Ν.3153/2003, η δε προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 33 παρ.1 εδ. γ' Ν.1975/1991 επιβαρυντική περίσταση της με σκοπό παράνομου κέρδους τέλεσης της πράξης έχει απαλειφθεί με τον ήδη ισχύοντα Ν.2910/2001, το άρθρο 55 παρ.1 περ.β' του οποίου προβλέπει μόνο τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης και της διάπραξης της από υπάλληλο ή από τουριστικό ή ναυτικό ή ταξιδιωτικό πράκτορα...". Κατ' ακολουθίαν του αιτιολογικού αυτού, το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ενόχους, τους κατηγορούμενους, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 περ. ε ΠΚ (καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη τους) για από κοινού προώθηση στη Χώρα αλλοδαπών, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη Χώρα (άρθρα 26 παρ.1α, 27παρ.1, 84παρ.2ε ΠΚ, 33 παρ.1 του Ν. 1975/1991) και επέβαλε στον κάθε αναιρεσείοντα με την προσβαλλόμενη απόφασή του ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών για τον καθένα μεταφερόμενο άτομο και συνολική ποινή φυλακίσεως τριάντα δύο μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4, 40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Δυτικής. Μακεδονίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της του άρθρου 33 παρ.1 του Ν. 1975/1991, για την οποία καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, του άρθρου 33 παρ.1 του Ν. 1975/1991 που εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Σε σχέση με τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και ειδικότερα με τη γνώση των αναιρεσειόντων ότι τα μεταφερόμενα πρόσωπα είχαν εισέλθει στην Χώρα χωρίς να έχουν το προς τούτο δικαίωμα, αυτή προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά τις οποίες, ο μεν πρώτος (Χ) συμφώνησε με τον Αλβανό Ψ"να παραλάβει αυτόν και άλλους οκτώ (8) ομοεθνείς του, που είχαν εισέλθει παράνομα στη Χώρα", δηλαδή, το ότι η μεταφορά αφορούσε πρόσωπα που είχαν εισέλθει παράνομα στη Χώρα ήταν περιεχόμενο της συμφωνίας μεταφοράς τους, για την μεταφορά δε αυτή (λαθρομεταναστών) ζήτησε ο πρώτος αναιρεσείων από τον δεύτερο να συμπράξει, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Άλλωστε, απορρίπτοντας το Τριμελές Εφετείο τους περί πλάνης ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων ότι, δηλαδή, αγνοούσαν ότι τα μεταφερόμενα από αυτούς πρόσωπα δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη Χώρα), σαφώς δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι διακινούσαν λαθρομετανάστες. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ του ΚΠΔ πρώτος κοινός λόγος αναιρέσεως και των δύο συνεκδικαζομένων αιτήσεων με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ειδικότερα δε ως προς το στοιχείο ότι οι αναιρεσείοντες γνώριζαν ότι μετέφεραν αλλοδαπούς που είχαν εισέλθει παράνομα στη Χώρα, είναι αβάσιμος. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι και οι από το άρθρο 30 ΠΚ περί πραγματικής πλάνης, και από το άρθρο 31 παρ.2 περί συγγνωστής νομικής πλάνης. που αποκλείουν τον καταλογισμό της πράξεως στο δράστη . Από τη διάταξη του άρθρου 30 ΠΚ προκύπτει ότι πραγματική πλάνη είναι η άγνοια ή εσφαλμένη αντίληψη κάποιου συστατικού όρου της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος ή κάποιου περιστατικού που επαυξάνει το αξιόποινο της πράξεως. Κύριο χαρακτηριστικό της πλάνης αυτής είναι ότι ο δράστης αγνοεί ή αντιλαμβάνεται εσφαλμένως τι πράττει και είναι αδιάφορο ποιά υπήρξε η πηγή της αγνοίας του ή της εσφαλμένης αντίληψής του. Από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.2 ΠΚ προκύπτει ότι, για να μη καταλογιστεί η πράξη στον δράστη, λόγω συγγνωστής νομικής πλάνης, απαιτείται να συντρέχει πεπλανημένη πίστη αυτού για το δικαίωμα του να εκτελέσει την πράξη και άγνοια του αδίκου χαρακτήρα της, τον οποίο δεν μπορούσε να γνωρίζει, οποιαδήποτε και αν κατέβαλλε επιμέλεια και προσπάθεια, ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων. Η απόρριψη των πιο πάνω αυτοτελών ισχυρισμών, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση ότι έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τις πιο πάνω διατάξεις, είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους. Στην προκειμένη περίπτωση οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες προέβαλαν ενώπιον του Εφετείου τον ισχυρισμό ότι τελούσαν σε πραγματική πλάνη "ως προς τα γεγονότα που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση της προώθησης λαθρομεταναστών στο εσωτερικό της Χώρας", δηλαδή, όπως αναφέρουν στις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις τους, αγνοούσαν ότι "η είσοδος των συγκεκριμένων αλλοδαπών ήταν αυθαίρετη" . Για να θεμελιώσουν τον περί "πραγματικής πλάνης", όπως τον χαρακτηρίζουν ισχυρισμό τους, προέβαλαν το ότι πίστευαν, ότι οι Αλβανοί ήταν νόμιμοι. Ειδικότερα ο πρώτος αναιρεσείων, ισχυρίζεται ότι πείστηκε περί τούτου, διότι γνώριζε από τετραετίας τον Αλβανό Ψ, και θεωρούσε ότι βρισκόταν νόμιμα στην Ελλάδα και έτσι, όταν αυτός έφυγε στη Αλβανία και θα επέστρεφε μετά ένα μήνα περίπου, δέχθηκε να τον εξυπηρετήσει, όταν του ζήτησε να μεταφέρει αυτόν και τους άλλους επτά συμπατριώτες του από την Ψ στην .... Ο δεύτερος αναιρεσείων υποστήριξε ότι δεν γνώριζε τους αλλοδαπούς, αλλά απλώς δέχθηκε όταν του το ζήτησε ο συγκατηγορούμενός του να μεταφέρει τους αλλοδαπούς με το όχημά του από την ..., πιστεύοντας ότι ήταν νόμιμη η είσοδός τους στην Ελλάδα. Ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι δεν γνώριζαν ότι οι πιο πάνω αλλοδαποί είχαν εισέλθει παρανόμως στη Χώρα, δεν συνιστά ισχυρισμό πραγματικής πλάνης, αφού το στοιχείο της εν λόγω γνώσεως, αφορά το καταλογιστό της πράξεως για την οποία καταδικάστηκαν και η οποία προϋποθέτει, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, δόλο και όχι στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω αδικήματος. 'Όπως δε προαναφέρθηκε, το Τριμελές Εφετείο, απέρριψε τους περί μη γνώσεως, ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων με την πιο πάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Περαιτέρω, ως περί συγγνωστής νομικής πλάνης εκλαμβανόμενος ο πιο πάνω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι, δεν περιέχει τα απαιτούμενα περιστατικά για τη θεμελίωσή του και ειδικότερα δεν περιέχει γεγονότα που θα καθιστούσαν συγγνωστή την άγνοια αυτών ως προς την ιδιότητα των λαθρομεταναστών . Ο δεύτερος αναιρεσείων, πλην του ότι του ζήτησε ο πρώτος να συμπράξει στην εν λόγω μεταφορά, χωρίς να του πει ότι πρόκειται για μεταφορά λαθρομεταναστών, ουσιαστικά ουδέν άλλο περιστατικό, επικαλείται, ενώ το υπό του πρώτου αναφερόμενο περιστατικό ότι απλώς και μόνο πίστεψε ότι ο Αλβανός Ψ ήταν νόμιμα στην Ελλάδα, λόγω του ότι τον γνώριζε από τετραετίας, και εκ τούτου δέχθηκε όσα του είπε, δεν αρκεί για να θεμελιώσει την βασιμότητα του περί συγγνωστής πλάνης ισχυρισμού τους. Ανεξαρτήτως αυτών, το Δικαστήριο της ουσίας, εκτός από το ότι δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες γνώριζαν την ιδιότητα των αλλοδαπών που μετέφεραν, ως λαθρομεταναστών, απέρριψε ως αβάσιμο και των περί πλάνης αυτών ισχυρισμό τους με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία κρίνοντας ότι τα πραγματικά περιστατικά που προέβαλαν οι αναιρεσείοντες, προκειμένου να δικαιολογήσουν την άγνοια αυτών, ήταν αβάσιμα και τα γεγονότα έλαβαν χώρα όπως εκτίθενται στην απόφαση. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ως προς την απόρριψη του περί πλάνης ισχυρισμού τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 23-12-2005 (δύο) αιτήσεις αναιρέσεως 1) του Χ και 2) του Ζ (με αριθ. πρωτ. 11215/27-12-2005 και 11216/27-12-2005, αντίστοιχα), κατά της 555/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας. Και Καταδικάζει τον καθένα αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ