Αριθμός 501/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αλεξόπουλο, περί αναιρέσεως της 92/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1380/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Έλλειψη της από τα αρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, συντρέχει όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, προς την οποία εξομοιώνεται και εκείνη που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού. Και ναι μεν το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό της αποφάσεως, στο οποίο ως λογικό συμπέρασμα καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο όλο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση τους, πλην όμως η συμπλήρωση αυτή δεν μπορεί να φθάσει μέχρι σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά που αναγράφονται στο διατακτικό της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Λιβαδειάς καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων για τις αξιόποινες πράξεις των παραβάσεων των άρθρων 30 παρ. 12, 31 παρ. 4, 35 παρ. 1 και 30 παρ. 15 του Ν.Δ. 136/46, με την εξής αιτιολογία: "αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της παράβασης των άρθρων 30 παρ. 12, 31 παρ. 4, 35 παρ. 1 και 30 παρ. 15 του Ν.Δ. 136/46 οι οποίες του αποδίδονται με το κατηγορητήριο, όπως τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πράξεων αυτών εξειδικεύονται στο διατακτικό. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται ιδίως από το υπ' αριθμόν ... πρωτόκολλο δειγματοληψίας, την υπ' αρ. 285/2000 έκθεση εξέτασης της Δ΄ Χ.Υ. Πειραιά, το από 1-11-2000 πρωτόκολλο επανεξέτασης και το υπ' αριθμόν 5112/2000 έγγραφο της Ν.Α. Βοιωτίας, όπως και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, ο οποίος ρητώς κατέθεσε ότι οι αντλίες λειτουργούσαν με τηλεχειριστήριο, ότι υπήρχε κρυφό στόμιο από το οποίο έβαζαν στη δεξαμενή πετρέλαιο, ότι έγιναν 3 δειγματοληψίες, μία σε κάθε πρατήριο, ότι σε έγγραφο του ΣΔΟΕ αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος τοποθέτησε ο ίδιος τηλεχειριστήριο στην αντλία και κρυφά στόμια, ότι η μία δεξαμενή είχε 100% νοθευμένο περιεχόμενο, ότι οι υπάλληλοι δεν είχαν τιμολόγια. Πρέπει λοιπόν να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται". Η αιτιολογία όμως αυτή δεν είναι η επιβαλλόμενη εκ του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αφού δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων, και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις διατάξεις που εφάρμοσε, και οι ελλείψεις αυτές δεν μπορεί να αναπληρωθούν από όσα περιέχονται στο διατακτικό, στο οποίο παραπέμπει το σκεπτικό. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ σχετικός λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχή αυτού να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθμ. 92/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Λιβαδειάς. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ