ΑΡΙΘΜΟΣ 1174/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα,- Εισηγήτρια, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δήμητρα Μπουρνάκα και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου-Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Α. του Α., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μιχαλόλια, περί αναιρέσεως της 3427/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 24/13. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ'άρθρον 385 παρ.1 Π.Κ. "'Οποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου τιμωρείται: α) σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 380, παράγρ.1 και 2, αν η πράξη τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής β) αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματός του, ή άλλης δραστηριότητας που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών... 'Αν τις παραπάνω πράξεις τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις, κατά συνήθεια ή κατ'επάγγελμα, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών γ) σε κάθε άλλη περίπτωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". (όπως η περ.β' ετροποποιήθη με το άρθρο 1 παρ.10 του Ν.2408/1996). Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της εκβίασης, το οποίο τιμωρείται ως κακούργημα όταν εμπίπτει στις περιπτώσεις των εδαφίων α' και β', απαιτούνται α) εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποίαν επέρχεται ζημία στην περιουσία αυτού που εξαναγκάζεται η προσφορά προς παροχήν ή παροχή προστασίας για την αποτροπή προκλήσεως τοιαύτης βλάβης από τρίτον , β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής που είναι ικανές να αποκλείσουν το αυτοπροαίρετο της αποφάσεως του εξαναγκαζομένου ενώ η επαπειλούμενη εις βάρος του ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη. Και τούτο διότι εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθ' εαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή ασκήσεώς τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 ΠΚ. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως, ή και εμμέσως, να έχει μεταβιβαστεί και με άλλον, μπορεί δε να συνίσταται και στην παράλειψη εκπλήρωσης συμβατικής υποχρέωσης, αρκεί να είναι ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης του εξαναγκαζόμενου. Είναι αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι δια της απειλής εξαναγκάστηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος κατά του οποίου στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η απειλή ή εις τον οποίον υπήρξε προσφορά προς παροχήν ή παροχή προστασίας. Eξάλλου για την συγκρότηση της υποκειμενικής υποστάσεως απαιτείται σκοπός του δράστου να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Τοιούτος σκοπός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νομίμου απαιτήσεως, δηλαδή ότι δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντος ή όταν η πράξη ή παράλειψη αυτού που εξαναγκάζεται δεν αποτελεί έκφραση του παρεχομένου από τα άρθρα 2 παρ.1 και 5 παρ.1 του Συντάγματος και 361 του Α.Κ. στο πρόσωπο δικαιώματος της βουλήσεώς του και της ελευθερίας στις συναλλαγές. Αν όμως η απειλή ή η βία δεν προκάλεσαν στον απειλούμενο (ή του καθού η βία) φόβο και αυτός δεν ενέδωσε στον απειλούντα, προβαίνων εξαναγκαζόμενος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και ούτω δεν επήλθε περιουσιακή ζημία, το έγκλημα της εκβιάσεως δεν είναι τετελεσμένο, αλλ'υπάρχει απόπειρα, σύμφωνα με το άρθρο 42 ΠΚ, εφ'όσον συντρέχει αρχή εκτελέσεως. Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' Π.Κ. κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Αποτελεί συνήθως επιβαρυντική περίσταση που επιτείνει την τιμώρηση του βασικού εγκλήματος, για τον χαρακτηρισμό δε της κατ'επάγγελμα τελέσεως αντικειμενικά μεν απαιτείται η επανειλημμένη τέλεση και δεν είναι αναγκαία η προηγουμένη καταδίκη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστου να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του, ενώ εάν δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση αρκεί για το κατ'επάγγελμα να διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως προκύπτει σκοπός του προς πορισμόν εισοδήματος. Τέλος εκ του άρθρου 45 Π.Κ. κατά το οποίον " Αν δύο ή περισσότερα τελέσουν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός" προκύπτει ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, γνωρίζων ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση. (Ολ.ΑΠ50/1990). Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μάσα κατ'είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ'όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ'επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ (ΟλΑΠ 1/2005). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και η εσφαλμένη ανάλυση αυτών ως και η εσφαλμένη αξιολόγηση του περιεχομένου κάθε αποδεικτικού στοιχείου κεχωρισμένως ως και σε συνδυασμό μετά των άλλων, διότι εις την περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου περί τα πράγματα. Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο, αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει, το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 3427/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών τούτο με αναφορά όλων κατ'είδος των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβεν υπ'όψη και δη καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά", εδέχθη κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (ότι απεδείχθησαν) τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο εγκαλών Κ. Α.-Χ. διατηρούσε εστιατόριο με τον τίτλο "Δια χειρός και στη λαδόκολλα" στην περιοχή .., στη συμβολή των οδών και .., που άρχισε τη λειτουργία του στις 6-8-2004. Λίγες ημέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 11 ή 12 Αυγούστου 2004 επισκέφθηκε το κατάστημα του μηνυτή ο Β. Σ., ο οποίος ζήτησε ονομαστικά τον πρώτο όταν εισήλθε στο πιο πάνω κατάστημα. Ο μηνυτής και ο κατηγορούμενος Β. Σ. εξήλθαν του καταστήματος για να συζητήσουν και τότε διαπίστωσε ο μηνυτής ότι εκεί βρισκόταν άλλα τέσσερα άτομα, άγνωστα σ'αυτόν, μεταξύ των οποίων βρισκόταν και ο κατηγορούμενος Γ. Α.. Ο Β. Σ. ανέφερε στο μηνυτή ότι " μας ενδιαφέρει το μαγαζί σου" και όταν ο τελευταίος τον ρώτησε " τι εννοείς" αυτός απάντησε "ξέρεις τώρα, θα σε προστατεύουμε από φασαρίες, πρεζόνια κλπ". Ο μηνυτής, για να κερδίσει χρόνο, ανέφερε στο Β. Σ. ότι θα πρέπει να συνεννοηθεί και με το συνέταιρό του. Ένα μήνα αργότερα επισκέφθηκε το μηνυτή ο Β. Σ. και ο Γ. Α. και κατά την συνάντηση αυτή συμφωνήθηκε να καταβάλει ο μηνυτής 100 ευρώ την εβδομάδα για την προστασία της επιχείρησής του. Ο τελευταίος, μετά την πιο πάνω συμφωνία, τους ζήτησε να του δώσουν κάποιο τηλέφωνο για να επικοινωνεί μαζί τους και πράγματι ο Γ. Α. του έδωσε τον αριθμό του κινητού του τηλεφώνου (...) και το μικρό του όνομα (Γ.), τα οποία ο μηνυτής έγραψε επάνω σε μία κάρτα, η οποία κατασχέθηκε από τους αστυνομικούς στη συνέχεια. Ακολούθως, στις 10 ή 11 Νοεμβρίου 2004, μετέβη στο κατάστημα του μηνυτή ο Β. Σ., ο οποίος παρέδωσε σε αυτόν ένα χαρτί, στο οποίο έγραφε "... Β.", το οποίο κατασχέθηκε από τους αστυνομικούς, λέγοντας στο μηνυτή ότι μπορεί να επικοινωνεί μαζί του σε αυτό το τηλέφωνο. Στις 14-11-2004 ο Κ. Α. Χ. επισκέφθηκε αργά τη νύχτα την πλατεία Ψυρρή και είδε τον κατηγορούμενο Β. Σ. έξω από το κατάστημα με την επωνυμία "ΑΣΠΡΟ", ο οποίος όταν τον αντελήφθη έσκυψε και προσπάθησε να μη γίνει αντιληπτός από το μηνυτή. Μετά απ'αυτό το γεγονός ο μηνυτής αποφάσισε να μην υποκύψει στον εκβιασμό των παραπάνω προσώπων και απευθύνθηκε στο Τμήμα Δίωξης Εκβιαστών της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής (ΥΔΕΖΙ), με υπόδειξη δε αστυνομικών του Τμήματος αυτού προσημειώθηκαν τέσσερα χαρτονομίσματα των 50 ευρώ, που παρέδωσε στους αστυνομικούς, αντίγραφο των οποίων υπάρχει στη δικογραφία προκειμένου αυτά να αποτελέσουν μέρος του ποσού που θα δίνονταν στους κατηγορουμένους. Στις 24-11-2004 και περί ώρα 00.30 μετέβησαν στο κατάστημα του μηνυτή οι Β. Σ. και Γ. Α. και απαίτησαν από αυτόν την καταβολή του ποσού των 400 ευρώ. Ο εγκαλών, υπό την απειλή πρόκλησης βλάβης στην επιχείρησή του η οποία δεν ήταν μεν ρητή, αλλά σιωπηρή, συναγόμενη από την όλη συμπεριφορά των κατηγορουμένων και τις συστάσεις του εξ αυτών Β. Σ. προς τον εγκαλούντα ότι θα τον προστατεύσουν από ενδεχόμενες φασαρίες, από ναρκομανείς κλπ αναγκάστηκε να καταβάλει στα χέρια του Β. Σ. το ποσό των 400 ευρώ, προκειμένου να παράσχουν οι κατηγορούμενοι προστασία στο κατάστημά του για χρονικό διάστημα ενός μήνα. Μετά την έξοδο των κατηγορουμένων Β. Σ. και Γ. Α. από το κατάστημα του μηνυτή επενέβησαν οι αστυνομικοί, που παρακολουθούσαν τις κινήσεις τους, και τους συνέλαβαν. Ακολούθως διενεργήθηκε σωματική έρευνα στους κατηγορούμενους και βρέθηκε στην κατοχή του Β. Σ. το ανωτέρω χρηματικό ποσό, στο οποίο βρέθηκαν και τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα, υπ'αριθμ. ..., ..., ... και ..., καθώς και το κινητό του τηλέφωνο μ'αριθμό .... Στη συνέχεια αστυνομικοί μετέβησαν στις κατοικίες των κατηγορουμένων, στη …και στην …αντίστοιχα, όπου αυτοί παρέδωσαν στους αστυνομικούς ο μεν Β. Σ. ένα πιστόλι μάρκας BERETTA, διαμετρήματος 9mm, με αριθμό σειράς 657595, με δύο γεμιστήρες, με έξι και επτά φυσίγγια αντίστοιχα, καθώς και είκοσι τρία φυσίγγια διαφόρων διαμετρημάτων, ο δε παρών κατηγορούμενος Γ. Α. ένα περίστροφο μάρκας ZASTAVA 357 MAGNUM, με αριθμό σειράς 22951, με έξι φυσίγγια (τα τρία απ'αυτά διαμετρήματος, 357 MAG και τα υπόλοιπα τρία διαμετρήματος 38 SPECIAL), τα οποία κατείχε παράνομα χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου της κατοικίας του. Όπως δε προκύπτει από την αναγνωσθείσα έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Υπ/νσης Δίωξης Εγκλημάτων Κατά Ζωής και Ιδιοκτησίας της ΕΛΑΣ, υπ'αρ. 1053/4/371-ζ/17-10-2007, τα ανωτέρω κατασχεθέντα είναι λειτουργικά και αποτελούν όπλα κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ.1 εδ.α' του Ν. 2168/1993, ενώ και τα φυσίγγια που κατασχέθηκαν είναι ενεργά και χαρακτηρίζονται πυρομαχικά σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 εδ. δ του Ν.2168/1993. Περαιτέρω, στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι ο Γ. Α., από κοινού δρώντας με το Β. Σ. και κατόπιν συναπόφασης, έχοντας ως σκοπό να αποκομίσουν αυτοί παράνομο περιουσιακό όφελος με βλάβη της περιουσίας του μηνυτή, αφού απείλησε το μηνυτή με βλάβη στην επιχείρησή του, απειλή η οποία δεν ήταν ρητή, αλλά σιωπηρή, έμμεση συναγόμενη από την όλη συμπεριφορά του ως άνω κατηγορουμένου (πρώτη επίσκεψη στο κατάστημά του με άλλους τρεις "σωματώδεις" και "γυμνασμένους" άνδρες προειδοποίηση του μηνυτή ότι κινδυνεύει η επιχείρησή του από αλλοδαπούς, ναρκομανείς κ.λ.π. και προσφορά αυτών να του παράσχει μελλοντικά προστασία έναντι αμοιβής) και γνώριζαν ότι αυτός (μηνυτής) περιήλθε σε καταναγκαστική κατάσταση και περαιτέρω είχε τη θέληση να τον εξαναγκάσει σε καταβολή 100 ευρώ την εβδομάδα σ'αυτούς, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του μηνυτή, εξανάγκασε πράγματι το μηνυτή να του καταβάλει στις 24-11-2004 το ποσό των 400 ευρώ για προστασία ενός μήνα, ποσό το οποίο δεν αποτελούσε αντικείμενο νόμιμης αξίωσης, εφόσον στην πραγματικότητα ο κατηγορούμενος δεν θα παρέσχε κάποια συγκεκριμένη εργασία και ο εγκαλών δεν είχε πρόθεση να τον προσλάβει ως προστάτη της επιχείρησης, δηλαδή αυτός τέλεσε σε βάρος του μηνυτή την πράξη της εκβίασης. Την ανωτέρω μάλιστα πράξη τέλεσε ο Γ. Α. κατ'επάγγελμα, σύμφωνα με την ανωτέρω έννοια, καθόσον αυτός αποδείχθηκε ότι είχε διαμορφώσει υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης της εκβίασης, από την οποία (υποδομή) προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος και συγκεκριμένα αυτός μαζί με το Β. Σ., είχε επισκεφθεί επανειλημμένα το μηνυτή στο κατάστημά του, αρχικά με τη συνοδεία και άλλων τριών "γυμνασμένων" ανδρών και αργότερα μόνο οι δύο, προειδοποίησαν με τον πιο πάνω τρόπο το μηνυτή για τον κίνδυνο πρόκλησης βλάβης στην επιχείρησή του από τρίτο πρόσωπο, προσφέρθηκε να του παράσχει προστασία αντί 100 ευρώ την εβδομάδα (ποσό το οποίο καθόρισαν οι κατηγορούμενοι), κατείχε τα παραπάνω όπλα και πυρομαχικά στην κατοικία του και όπως κατέθεσε στους αστυνομικούς που τον συνέλαβαν, παρείχε ασφάλεια και σε άλλα καταστήματα έναντι αμοιβής που συμφωνούσε με τους καταστηματάρχες. Κατ'ακολουθία όλων αυτών πρέπει ο κατηγορούμενος Γ. Α. να κηρυχθεί ένοχος εκβίασης από κοινού και κατ'επάγγελμα και παράνομης κατοχής όπλου και πυρομαχικών, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, που αναγνωρίστηκε πρωτοδίκως (άρθρο 84 παρ.1 εδ.α του ΠΚ). Μετά ταύτα εκήρυξεν ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: 1) Στην .. , στις 24.11.2004, ενεργώντας από κοινού με το Β. Σ. του Δ., με σκοπό να αποκομίσουν αυτοί παράνομο περιουσιακό όφελος εξανάγκασε κάποιον με απειλή σε πράξη, από την οποία επήλθε ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου και προσφέρθηκε να παράσχει προστασία γα την αποτροπή πρόκλησης βλάβης στην επιχείρηση που ασκούσε ο εξαναγκαζόμενος από τρίτον, τέλεσε δε την ανωτέρω πράξη κατ'επάγγελμα, συντρέχει δε κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Συγκεκριμένα ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναποφάσεως με το Β. Σ. του Δ., με σκοπό να αποκομίσουν αυτοί παράνομο περιουσιακό όφελος μετέβη στο κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος (εστιατόριο) με τοv διακριτικό τίτλο "Δια χειρός και στη λαδόκολλα", που διατηρούσε ο εγκαλών Κ. Α.- Χ. του Ι., κάτοικος ..., στα ..., επί της οδού .., και τον εξανάγκασε, με απειλή που στρεφόταν κατά της περιουσίας του, να καταβάλει σ'αυτόν το ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ, προκειμένου να παράσχει προστασία στην ανωτέρω επιχείρησή του για χρονικό διάστημα ενός μηνός και να αποτρέψει βλάβη που θα μπορούσε να προκληθεί σ' αυτήν από τρίτα πρόσωπα. Τέλεσε δε την ανωτέρω πράξη κατ' επάγγελμα, δεδομένου ότι είχε διαμορφώσει υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτής από την οποία (υποδομή) προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και συγκεκριμένα είχε επισκεφθεί επανειλημμένως τον εγκαλούντα, με συνοδεία άλλων ατόμων, ενώ ήταν μόνος στο κατάστημά του, του επισήμανε ότι στην ίδια περιοχή το ποσοστό εγκληματικότητας είναι ανησυχητικό και ότι υπάρχει ορατός κίνδυνος πρόκλησης βλάβης στην επιχείρησή του από τρίτα πρόσωπα προσφέρθηκε δε να του παράσχει προστασία αντί ορισμένου χρηματικού ποσού, το οποίο θα καθόριζε ο ίδιος και θα απαιτούσε κάθε εβδομάδα, ενώ, εξάλλου, κατείχε παρανόμως όπλο και πυρομαχικά στην κατοικία του στην …και συγκεκριμένα ένα περίστροφο μάρκας ZASTAVA, τύπου 357 MAGNUM MAG, με αριθμό 22951, το οποίο περιείχε τρία φυσίγγια διαμετρήματος 357 MAG και τρία φυσίγγια διαμετρήματος 38 SPECIAL. Με αυτά που εδέχθη το άνω δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για τα οποία και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε ταύτα στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27, 45, 385 παρ.1 περ. β'εδ. β' ΠΚ και Ν. 2168/1993 και Ν.2943/2001 που εφήρμοσε και δεν τις παρεβίασεν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα η απόφαση αναφέρει όλα τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία έλαβεν υπ'όψη της, τον τρόπο δράσεως του κατηγορουμένου ήτοι δι'εξαναγκασμού με απειλές προς προσφοράν παροχής προστασίας στην επιχείρηση του παθόντος , την περιουσιακή ζημία η οποία επήλθε σ'αυτόν με την καταβολή του ποσού των 400 ευρώ για το αναφερόμενο χρονικό διάστημα εφ'όσον ο παθών ενέδωσε στην απειλή, ώστε να υπάρχει τετελεσμένο το έγκλημα της εκβιάσεως, αβασίμου ούσης της περί του αντιθέτου αιτιάσεως του κατηγορουμένου, ότι πρόκειται περί αποπείρας εκβιάσεως, την υποδομή την οποίαν είχε διαμορφώσει και με την κατοχή όπλων με ακριβή και συγκεκριμένα περιστατικά, ώστε να υπάρχει η κατ'επάγγελμα τέλεση. Κατ'ακολουθίαν αυτών οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως αιτιολογίας από την απόφαση και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, σχετικά με τα αντικειμενικά στοιχεία της εκβιάσεως, δι'ην κατεδικάσθη (άρθρ. 26 παρ.1, 27, 385 παρ.1 ΠΚ) είναι αβάσιμοι (Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν πλήττεται αυτοτελώς ως προς το κεφάλαιο της καταδίκης για παράνομη οπλοκατοχή δι'ο και δεν γίνεται λόγος περί αυτής, ειμή μόνο στα πλαίσια της αιτιολογίας της υποδομής ως ανωτέρω ανηφέρθη). Τέλος καθ'ο μέρος υπό την επίκλησή των επιχειρείται διάφορος εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων (του παθόντος Κ.Α.-Χ.) οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι διότι πλήττουν την ουσία της υποθέσεως. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 358, 364 παρ.1 και 369 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, ως αποδεικτικό μέσο, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του, έγγραφο που δεν ανεγνώσθη στο ακροατήριο, επέρχεται απόλυτη ακυρότης της διαδικασίας, κατ'άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' ιδίου Κώδικος, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α'Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, διότι αποστερείται ούτω ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και επεξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση έλαβεν υπ'όψη του έγγραφο το οποίο δεν ανεγνώσθη και δη την από 24/11/2004 προανακριτική του κατηγορουμένου κατάθεση ενώπιον των αρμοδίων αστυνομικών αρχών. Όμως, όπως προκύπτει από την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, ουδόλως ελήφθη υπ'όψη η άνω κατάθεση, αλλά το δικαστήριο εδέχθη ότι η κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος της εκβιάσεως απεδείχθη και από όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος στους αστυνομικούς που τον συνέλαβαν και ουδέν άλλο. Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, εκ της άνω επικαλουμένης πλημμελείας, είναι αβάσιμος, ερειδόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως. Κατ'ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινομένη αίτηση- δήλωση, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ'ουσίαν αβάσιμη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30/11/2012 αίτηση-δήλωση του Γ. Α. του Α., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 3427/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων πενήντα (250). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ