Αριθμός 915/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Μ. Τ. του Π., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καραβίδα και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/5/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 62/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/4/2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Αλειφεροπούλου ανέγνωσε την από 1/3/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 18/4/2012 αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, εφόσον δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.- Επί του προκειμένου, όπως προκύπτει από την, επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα, .../3-12-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου .., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως, για αναίρεση της 62/2012 τελεσίδικης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως αυτής για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 568 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., με επιμέλεια αυτής (αναιρεσείουσας), προς τον αναιρεσίβλητο. Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου ούτε κατέθεσε δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτήν, κατ' άρθρ. 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει, παρά τη δικονομική απουσία του, να συζητηθεί και να ερευνηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και εκείνος παρών (άρθρ. 576 παρ.2 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ.). Από το άρθρο 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος, πρέπει δηλαδή στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του λόγου αναιρέσεως με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση, οι προτάσεις των διαδίκων κλπ (Ολ.Α.Π. 27/1998, Ολ.Α.Π. 32/1996). Εξάλλου, από τα άρθρα 118 παρ.4, 566 παρ.1, 577 και 578 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και, επομένως, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατά τον αριθμό 1 των άρθρων 559 ή 560 Κ.Πολ.Δ., που ταυτίζονται ουσιαστικά, με τη διαφορά ότι το δεύτερο (άρθρ. 560) εφαρμόζεται κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, ενώ το πρώτο (άρθρ. 559) εφαρμόζεται κατά των αποφάσεων των υπόλοιπων Δικαστηρίων, δεν αρκεί η παράθεση στο αναιρετήριο της διατάξεως που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, της κατά τον αναιρεσείοντα έννοιας αυτής, καθώς και της περί αυτής κρίσεως του Δικαστηρίου της ουσίας και της δεκτής γενόμενης από αυτό έννομης συνέπειας, αλλά πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, έστω με συνοπτική αναφορά αλλά με σαφήνεια και πληρότητα, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως. Και τούτο, διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δε τελευταίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου. Επομένως, η παράθεση των τελευταίων στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, για να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενο αυτού, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, ενώ, όπως εκτέθηκε στην αρχή, δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση με αναφορά σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα και αυτήν την προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, σε περίπτωση ασκήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, που απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, πρέπει ο προβλεπόμενος από τα άρθρα 559 αριθ. 1 ή 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., υπό τις προεκτεθείσες διακρίσεις, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της ευθείας παραβάσεως κανόνα δικαίου, διότι το Δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ' όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (νομική αοριστία), να διαλαμβάνει ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της αγωγής, δηλαδή τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή της και ως προς ποιο σημείο ειδικότερα κρίθηκε ότι δεν ήταν πλήρης.- Στην προκειμένη περίπτωση, με τους, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., σχετικούς λόγους της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που δίκασε ως Εφετείο και δέχθηκε εν μέρει, ως ουσιαστικά βάσιμη, την ένδικη αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου, παραβίαση των αναφερόμενων στην αίτηση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρων 3 παρ.1γ Υ.Α. 19040/1981, 340, 341, 345, 346, 422, 423, 653, 655 παρ.1, 911 παρ.2 Α.Κ., 12 παρ.2 δ.σ.ε. 95/1948 και Σ.Σ.Ε. της Ενώσεως Προσωπικού Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών). Ενώ, όμως, εκτίθενται στο αναιρετήριο βραχύ διαδικαστικό ιστορικό της υποθέσεως και οι απόψεις της αναιρεσείουσας για το νομικό και ουσιαστικό μέρος της με περικοπές από το δικόγραφο της εφέσεως, που άσκησε η ίδια κατά της πρωτόδικης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Βόλου, δεν παρατίθενται, έστω συνοπτικά αλλά με σαφήνεια και πληρότητα, παρά μόνο σποραδικά, αποσπασματικά και ατελώς, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτό πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική κρίση του επί της εργατικής διαφοράς των διαδίκων, με συνέπεια, βάσει του περιεχομένου του αναιρετηρίου, συμπλήρωση του οποίου δεν επιτρέπεται, κατά τα προεκτεθέντα, να μην είναι δυνατό να ελεγχθούν και στοιχειοθετηθούν οι προαναφερθέντες λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις κατά της ανωτέρω αποφάσεως για τις κρίσεις της περί υπολογισμού των δώρων εορτών (δια των πρώτου, δεύτερου και τρίτου λόγων αναιρέσεως), περί τόκων υπερημερίας (δια των τέταρτου, πέμπτου και έκτου λόγων αναιρέσεως) και περί υπολογισμού των λοιπών αγωγικών κονδυλίων (δια των δέκατου τέταρτου και δέκατου πέμπτου λόγων αναιρέσεως) χωρίς, όμως, να μνημονεύονται τα ποσά, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι οφείλονται συγκεκριμένα για κάθε μία από τις αγωγικές αξιώσεις, τα οποία θα έπρεπε να προσδιορίζεται τουλάχιστον αριθμητικά για την εξειδίκευση των νομικών πλημμελειών, που αποδίδονται σ' αυτήν, ούτε να εξειδικεύονται οι παραδοχές της αναφορικά με κάθε μία από τις επί μέρους κριθείσες παροχές. Εφόσον, λοιπόν, στο αναιρετήριο δεν εκτίθενται, έστω συνοπτικά αλλά με πληρότητα, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε σχέση με τα πληττόμενα κεφάλαια αυτής, ώστε να είναι εφικτός ο εντελής έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και, συνακόλουθα, ο έλεγχος της ορθότητας του διατακτικού της αποφάσεως αυτής, οι ανωτέρω λόγοι, όπως ατελώς κατά περιεχόμενο διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, είναι αόριστοι και απορριπτέοι. Εξάλλου, με τους έβδομο, όγδοο, ένατο, δέκατο και ενδέκατο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο, επικυρώνοντας συναφώς την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε, ως αόριστα, τα αγωγικά κονδύλια, αφενός μεν ποσού 151 ευρώ, που αφορούσε αμοιβή της αναιρεσείουσας υπολογιζόμενη σε ποσοστό επί των εισπράξεων, αφετέρου δε δώρου Χριστουγέννων έτους 2007. Ωστόσο, όμως, στους ως άνω λόγους, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (με τον οποίο, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ελέγχεται και η νομική αοριστία της αγωγής), δεν εκτίθενται τα γεγονότα, που είχε επικαλεσθεί η αναιρεσείουσα προς θεμελίωση των εν λόγω απορριφθέντων αιτημάτων της αγωγής, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς το αν η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για την αοριστία τούτων συνιστά ή όχι παραβίαση των επικαλούμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρων 361, 648, 653, 659 Α.Κ., 95/49 δ.σ.ε., 1 ν. 3248/55), μη αρκούντων των όλως περιορισμένων και μεμονωμένων πραγματικών περιστατικών, που αναφέρονται αποσπασματικά στο αναιρετήριο, των διαλαμβανόμενων σ' αυτό περικοπών από λόγους της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, διατάξεων νόμων και νομικών σκέψεων της αναιρεσείουσας υπέρ των απόψεών της για την υπόθεση. Επομένως, και οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως αόριστοι. Σύμφωνα με το άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών κλπ, 2) αν το Δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε Ειρηνοδίκης, του οποίου έγινε δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το Δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους, που απαριθμούνται περιοριστικά στο νόμο, αφού ρητά και με σαφήνεια ορίζεται, ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους στο ανωτέρω άρθρο λόγους. Οι διατάξεις του άρθρου τούτου (560 Κ.Πολ.Δ.) είναι ειδικές ως προς τους επιτρεπόμενους λόγους αναιρέσεως κατά των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των υπόλοιπων Δικαστηρίων.- Επί του προκειμένου, η αναιρεσείουσα, με τους δωδέκατο, δέκατο τρίτο και δέκατο έκτο (τελευταίο) λόγους της υπό κρίση αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες, κατά την άποψή της, από το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., επικαλούμενη ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με τους ισχυρισμούς, ότι άφησε αδίκαστα τα αναφερόμενα αγωγικά της αιτήματα. Οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως, όμως, οι οποίοι δεν υπάγονται στο άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., που εσφαλμένα αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως αλλά, κατ' ορθή υπαγωγή, στο άρθρο 559 αριθ. 9 του ίδιου Κώδικα (με το οποίο προβλέπεται η επικαλούμενη με το αναιρετήριο αναιρετική πλημμέλεια, ότι το Δικαστήριο της ουσίας άφησε αιτήσεις αδίκαστες), ενόψει του ότι με αυτούς πλήττεται απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που, κατά τα άνω, δίκασε ως Εφετείο επί εφέσεως κατ' αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, διότι, όπως προαναφέρθηκε, κατά της ανωτέρω αποφάσεως δεν επιτρέπεται να προβληθούν τέτοιοι λόγοι αναιρέσεως, αφού δεν προβλέπονται από το άρθρο 560 του παραπάνω Κώδικα, το οποίο έχει εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση. Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18-4-2012 αίτηση της Μ. Τ., για αναίρεση της 62/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ