Αριθμός 1354/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. του Ε., χήρας Θ. Μ., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσα την αποκλειστική γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Μ. Μ. του Θ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πανούση. Της αναιρεσιβλήτου: Π. Π. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Σιαπέρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-1-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 134/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2589/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της υπ' αριθ. 134/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και της υπ' αριθ. 2589/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-5-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, μεταξύ άλλων, και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Επομένως, "πράγματα" κατά την έννοια αυτή, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 1781/2017), όπως και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003). Γι' αυτό, η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης ή η μη λήψη υπόψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για λόγο εφέσεως που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 782/2019, ΑΠ 344/2015, 1255/2009). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 713 ΑΚ, κατά τους ορισμούς της οποίας "με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας", προκύπτει ότι η εντολή είναι ενοχική σύμβαση, με την οποία ο εντολοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας χωρίς αμοιβή, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 719 ΑΚ "ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απόκτησε από την εκτέλεση της", επομένως και το πράγμα που αγόρασε σε εκτέλεση της εντολής. Η σύμβαση αυτή, ακόμη και αν αφορά ακίνητο, δεν υπόκειται σε τύπο και μπορεί να συναφθεί είτε εγγράφως, με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, είτε προφορικώς, ρητώς ή σιωπηρώς (ολΑΠ 104/1975, ΑΠ 185/2015, ΑΠ 1819/2014). Η υποχρέωση του εντολοδόχου προς απόδοση του κτηθέντος πράγματος ή δικαιώματος εξαρτάται από το περιεχόμενο της εντολής. Έτσι αν το πράγμα ή το δικαίωμα αποκτήθηκε κατά τους κανόνες της άμεσης αντιπροσώπευσης, ο εντολέας γίνεται άμεσα κύριος ή δικαιούχος και ο εντολοδόχος υποχρεούται σε απόδοση μόνο της κατοχής του πράγματος, αν όμως το πράγμα (κινητό ή ακίνητο), αποκτήθηκε σε εκτέλεση της εντολής, κατά τους κανόνες της έμμεσης αντιπροσωπεύσεως, δηλαδή στο όνομα του εντολοδόχου αλλά για λογαριασμό του εντολέα, ο εντολοδόχος υποχρεούται στην μεταβίβαση του πράγματος, σε περίπτωση δε αρνήσεώς του εξαναγκάζεται σε τούτο, κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ, με την καταδίκη του σε δήλωση της σχετικής βουλήσεως, κατόπιν αγωγής του εντολέα (ΑΠ 1332/2017, ΑΠ 1569/2012, ΑΠ 1025/2009). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3, του άρθρου 2 παρ. 1 έως 3 και του άρθρου 6 παρ. 1α του Ν. 722/1977 "περί απλουστεύσεως της διαδικασίας χορηγήσεως των αδειών κυκλοφορίας και μεταβιβάσεως της κυριότητος των αυτοκινήτων οχημάτων και άλλων τινών διατάξεων", σε συνδυασμό με εκείνες, της, σε εκτέλεση του άρθρου 5 παρ. 2 του ιδίου Νόμου, εκδοθείσας με αριθ. ΣΤ 26322 της 1-4 Νοεμβρίου 1977 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Συγκοινωνιών, δημοσιευθείσας στο ΦΕΚ (Τεύχος Β' σελ. 1099), από της ενάρξεως της ισχύος αυτών (8-11-1977, βλ. άρθ. 14 Ν. 722/1977) η μεταβίβαση της κυριότητας επιβατηγών αυτοκινήτων, με πράξη εν ζωή, ενεργείται, προκειμένου μεν για τα άνευ αριθμού (αδείας) κυκλοφορίας αυτοκίνητα, με απλή πράξη των μερών, που αναγράφεται μερίμνη και ευθύνη αυτών επί των πιστοποιητικών του τελωνείου ή του κατασκευαστού ή του ΟΔΔΥ (κατά τις διακρίσεις της παρ. 1 του άρθρου 1 του ανωτέρω Ν. 722/1977), εφόσον έχει βεβαιωθεί προηγουμένως, από τον Οικονομικό Έφορο, επί του πιστοποιητικού, ότι καταβλήθηκαν οι πάσης φύσεως οικονομικές επιβαρύνσεις, προκειμένου δε για τα επιβατηγά, επίσης ιδ. χρήσεως, αυτοκίνητα, που είναι εφοδιασμένα με άδεια κυκλοφορίας, του με την άνω κοινή απόφαση καθορισθέντος τύπου, η οποία (άδεια κυκλοφορίας) αποτελεί και τον τίτλο κυριότητας και χορηγείται όταν πρόκειται να μεταβιβασθεί η κυριότητα, σύμφωνα με τα εν άρθρο 13 του ανωτέρω νόμου οριζόμενα, εις αντικατάσταση της παλαιού τύπου άδειας, επίσης με απλή πράξη των μερών, που αναγράφεται μερίμνη και ευθύνη αυτών στη σχετική θέση της αδείας, εφόσον προηγουμένως έχει βεβαιωθεί πάνω σ' αυτήν, από τον αρμόδιο Οικονομικό Έφορο, ότι καταβλήθηκαν οι πάσης φύσεως οικονομικές επιβαρύνσεις. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η ενοχική σύμβαση με την οποία σκοπείται η μεταβίβαση επιβατηγού αυτοκινήτου δεν υπόκειται σε κάποιο τύπο, εγκύρως δε συνάπτεται και προφορικά ακόμη. Όμως η εμπράγματη, περί της μεταβιβάσεως της κυριότητας επιβατηγών επίσης αυτοκινήτων, που έχουν εφοδιασθεί με άδεια κυκλοφορίας σύμβαση, υποβάλλεται στον τύπο της καταχωρήσεως αυτής επί της άδειας κυκλοφορίας, μερίμνη των συμβαλλομένων, εφόσον προηγουμένως έχει βεβαιωθεί από τον Οικονομικό Έφορο ότι καταβλήθηκαν τα βαρύνοντα το αυτοκίνητο τέλη κυκλοφορίας και οι λοιπές επ' αυτού οικονομικές επιβαρύνσεις. Επομένως και η ατύπως καταρτισθείσα ενοχική σύμβαση, η οποία αποσκοπεί στη μεταβίβαση επιβατηγού αυτοκινήτου, γεννά υποχρέωση εκατέρου των συμβληθέντων έναντι του αντισυμβαλλομένου του προς δήλωση βουλήσεως, για την κατάρτιση της εμπράγματης περί της μεταβιβάσεως, κατά τον ανωτέρω τύπο συμβάσεως, για το λόγο δε αυτό, σε περίπτωση αρνήσεως του ενός εξ αυτών όπως δηλώσει τη βούλησή του περί μεταβιβάσεως της κυριότητας, χωρεί καταδίκη του σε δήλωση βουλήσεως, κατ' άρθρον 949 του ΚΠολΔ, κατόπιν αγωγής του άλλου (ΑΠ 801/2021, ΑΠ 1332/2017, ΑΠ 1919/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 261 παρ. 2 ΚΠολΔ), η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ενεργώντας για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της Μ. Μ., με την από 4.1.2017 αγωγή της, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, ισχυρίσθηκε ότι στις αρχές Μάϊου 2014 ο Θ. Μ., σύζυγος της ενάγουσας και πατέρας του άνω ανήλικου τέκνου, εκδήλωσε την επιθυμία να αγοράσει ένα αυτοκίνητο μεγάλου κυβισμού, μάρκας BMW και ύστερα από έρευνα βρήκε ως κατάλληλο αυτοκίνητο, το οποίο αγόρασε από τον Ι. Β., τότε κύριο, νομέα και κάτοχό του, το υπ' αριθ. κυκλοφορίας …. ΙΧΕ αυτοκίνητο, 2996 κ.ε., εργοστασίου κατασκευής BMW. Ότι, ειδικότερα, την 15.5.2014 ο Ι. Β. μεταβίβασε την κυριότητα του ως άνω αυτοκινήτου στον Θ. Μ. κατά ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου και στους στενούς του φίλους, οι οποίοι ενεργούσαν κατ' εντολή του, ήτοι στην εναγομένη Π. Π. κατά ποσοστό 30% εξ αδιαιρέτου και στον Χ. Σ. κατά ποσοστό 60% εξ αδιαιρέτου, τούτο δε διότι λόγω του μεγάλου κυβισμού του αυτοκινήτου και της εξ αυτού του λόγου υψηλής φορολογίας του, ο Θ. Μ. αποφάσισε για φορολογικούς λόγους η μεταβίβαση να γίνει και οι υπόλοιποι συμφώνησαν, σε διάφορα ποσοστά και στους Π…. και Σ…., αναλόγως της φοροδοτικής ικανότητας του καθενός. Ότι ταυτόχρονα συμφωνήθηκε από όλους αυτούς ότι τόσο το συνολικό τίμημα αγοράς του αυτοκινήτου και των εξόδων μεταβίβασής του, ακόμη και αν βεβαιώνονταν στο όνομα των υπολοίπων, όσο και το σύνολο των λειτουργικών δαπανών και εξόδων αυτού, θα βάρυνε αποκλειστικά τον Θ. Μ., ότι αυτός θα ήταν ο αποκλειστικός νομέας και κάτοχος αυτού, ότι οποτεδήποτε οι λοιποί θα μπορούσαν να του ζητήσουν την άνευ τιμήματος, αλλά με δαπάνη του μόνον των σχετικών εξόδων, μεταβίβαση των ποσοστών τους, εντός συντόμου πλην εύλογου χρόνου είτε στον ίδιο είτε σε άλλον και τέλος, με τους ίδιους όρους συμφώνησαν την άμεση σύμπραξή τους για τη μεταβίβαση των ποσοστών τους στον ίδιο ή σε άλλον, όταν και όποτε τους το ζητούσε ο φίλος τους Θ. Μ.. Ότι έτσι κατέστη ο Θ. Μ. από τα μέσα Μαϊου 2014 νομέας, κάτοχος και χρήστης του ως άνω αυτοκινήτου, καθώς και του σχετικού ενοχικού δικαιώματος να ζητήσει οποτεδήποτε από τους συνιδιοκτήτες του την άνευ τιμήματος μεταβίβαση σε αυτόν ή σε τρίτον των ποσοστών συγκυριότητας ενός εκάστου επί του άνω αυτοκινήτου. Ότι στις 24.7.2004 ο Θ. Μ. απεβίωσε αιφνιδιαστικά, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από αυτήν και το ανήλικο τέκνο της, κατά ποσοστό 1/4 και 3/4 αντιστοίχως, μεταξύ δε των στοιχείων της κληρονομίας περιήλθε σ' αυτούς και το ενοχικό του δικαίωμα να αξιώσει από τους εντολοδόχους του την μεταβίβαση των ποσοστών συγκυριότητας ενός εκάστου σε οποιοδήποτε πρόσωπο τους υποδεικνυόταν. Ότι στις αρχές του 2015 ζήτησε τόσο από τον Χ. Σ. όσο και από την Π. Π. να μεταβιβάσουν σ' αυτήν το ποσοστό του αυτοκινήτου του οποίου ήταν συγκύριοι εξ αδιαιρέτου, πλην όμως η εναγομένη αρνήθηκε να συμπράξει στη μεταβίβαση του ποσοστού της, προβάλλοντας ίδιο δικαίωμα κυριότητας. Ότι την 3.11.2015 επέδωσε στην εναγομένη την από 2.11.2015 εξώδικη κλήση, με την οποία την καλούσε να εκτελέσει την υποχρέωσή της από τη σύμβαση εντολής που είχε συνάψει με τον Θ. Μ., δηλαδή να προβεί σε δήλωση βουλήσεως και να μεταβιβάσει σ' αυτούς το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της επί του αυτοκινήτου, πλην όμως αυτή αρνείται, σε αντίθεση με τον Χ. Σ., ο οποίος εκτελώντας τη σύμβαση εντολής που είχε καταρτιστεί προφορικά μεταξύ αυτού και του Θ. Μ. μεταβίβασε στην πρώτη από αυτούς το ποσοστό συγκυριότητάς του επί του άνω αυτοκινήτου. Με βάση το παραπάνω ιστορικό, ζήτησε να καταδικαστεί η εναγομένη σε δήλωση βουλήσεως για τη μεταβίβαση του εκ 30% ποσοστού συγκυριότητάς της επί του με αριθμό κυκλοφορίας ….. ΙΧΕ αυτοκινήτου σ' αυτήν, άλλως σ' αυτήν και το ανήλικο τέκνο της, όπως εκπροσωπείται από την ίδια, κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας, ήτοι στην ίδια κατά ποσοστό 7,5% εξ αδιαιρέτου και στον ανήλικο γιο της Μ…. κατά ποσοστό 22,5% εξ αδιαιρέτου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 134/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσία αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η αγορά του επίδικου ΙΧΕ αυτοκινήτου κατά τα ως άνω ποσοστά, όσον αφορά τουλάχιστον την εναγομένη, ήταν εικονική. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα την από 25.5.2018 έφεση, με τον πρώτο λόγο της οποίας παραπονέθηκε για την άνω κρίση, ισχυριζόμενη ότι η ίδια δεν προέβαλε με την αγωγή της ισχυρισμό περί εικονικότητας της αγοράς του αυτοκινήτου, αλλά, αντίθετα, ισχυρίστηκε την κατάρτιση προφορικής σύμβασης εντολής ανάμεσα στον Θ. Μ. ως εντολέα και τους Χ. Σ. και Π. Π. ως εντολοδόχους αυτού, βάσει της οποίας ήταν υποχρεωμένη η εναγομένη στη μεταβίβαση του εξ αδιαιρέτου ποσοστού της. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη με αριθ. 2589/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε αυτή κατ' ουσίαν, με τις εξής παραδοχές και σκέψεις: "Περί τα μέσα Μαΐου 2014 ο Ι. Β., ιδιοκτήτης του με αριθμό κυκλοφορίας …. ΙΧΕ αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής BMW 630. 2996 κ.ε.. μεταβίβασε με τη μεσολάβηση της εταιρίας O….., την κυριότητα αυτού στους Χ. Σ. κατά ποσοστό 60%, Θ. Μ. κατά ποσοστό 10% και στην εναγόμενη κατά ποσοστό 30% εξ αδιαιρέτου, έναντι συνολικού τιμήματος 10.000,00 ευρώ. Η εναγόμενη κατέβαλε για την αγορά του ως άνω ποσοστού της το αναλογούν τίμημα, ήτοι το ποσό των 3.000,00 ευρώ. Την καταβολή του ως άνω τιμήματος από την εναγόμενη την κατέθεσε ανωμοτί η ενάγουσα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης κατά τη δικάσιμο της 10-11-2015 (τακτική διαδικασία) κατά τη συζήτηση της με αριθμό κατάθεσης …../16-3-2015 αγωγής. Από τα με αριθμό 2804/2016 πρακτικά συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η εκεί εναγόμενη (νυν ενάγουσα) κατέθεσε αναφερόμενη στην Π. Π.: "Να προτείνω κάτι να της δώσω τα 3.000,00 ευρώ που έβαλε... έβαλε 3.000,00 ευρώ η κυρία... ".... Συνεπώς, o ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η αγορά του ΙΧΕ αυτοκινήτου κατά τα ως άνω ποσοστά, όσον αφορά τουλάχιστον την εναγόμενη, ήταν εικονική δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τον Ιούλιο του 2014 ο Θ. Μ. απεβίωσε αιφνιδίως και στη συνέχεια περιήλθε στην ενάγουσα - σύζυγό του κατόπιν μεταβιβάσεως, το ποσοστό του συγκυρίου Χ. Σ.. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ως αποκλειστική κυρία του επίδικου αυτοκινήτου κατέβαλε τα τέλη κυκλοφορίας έτους 2016 που αφορούν αυτό καθώς και τα ασφάλιστρα περιόδου 30-11-2016 έως 30-11-2017, ουδόλως αποδεικνύει την αποκλειστική κυριότητα της ενάγουσας, δεδομένου ότι πρόκειται για δαπάνες συντήρησης - διοίκησης του κοινού, για τις οποίες ενέχεται κάθε κοινωνός απέναντι στους λοιπούς κατά την αναλογία της μερίδας του και ως τέτοιες δύναται να τις διεκδικήσει. Επομένως, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατόπιν τούτων ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα, κρίνονται νομικά και ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της... ...". Την απόφαση αυτή προσβάλλει η αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, με τον πρώτο λόγο της οποίας, από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι, ενώ η ένδικη αγωγή της στηρίζονταν στον ισχυρισμό της περί καταρτίσεως σύμβασης εντολής μεταξύ του θανόντος συζύγου της και της εναγομένης, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν εξέτασε τη νομική αυτή βάση της αγωγής της, αλλά, αντίθετα, έλαβε υπόψη πράγμα που δεν προτάθηκε από αυτή και δη τον μη προταθέντα ισχυρισμό περί εικονικότητας της αγοράς του επίδικου αυτοκινήτου. Ακόμη, με τον συναφή δεύτερο αναιρετικό λόγο από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι, ενώ με τον πρώτο λόγο της έφεσής της προέβαλε ότι η αγωγή της στηρίζονταν στη σύμβαση εντολής και όχι στην εικονικότητα της αγοράς του αυτοκινήτου, και παραπονέθηκε για την αντίθετη κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δεν έλαβε καθόλου υπόψη το λόγο αυτό της έφεσής της, αλλά, αντιγράφοντας την πρωτόδικη απόφαση, ερεύνησε μόνο την εικονικότητα της αγοράς του αυτοκινήτου, δηλαδή ερεύνησε μη προταθέντα αγωγικό ισχυρισμό. Οι συναφείς αυτοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται σφάλμα στο ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο της ουσίας να μη λάβει υπόψη του την ερειδόμενη στις διατάξεις περί εντολής του ΑΚ βάση της αγωγής της αναιρεσείουσας και τον συναφή πρώτο λόγο της έφεσής της, που περιείχε παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης, αλλά αντιθέτως να λάβει υπόψη μη προταθέντα από αυτήν ισχυρισμό περί εικονικότητας της αγοράς του αυτοκινήτου από την αναιρεσίβλητη, είναι βάσιμοι, καθόσον, από το πιο πάνω περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, σαφώς προκύπτει ότι η τελευταία στηρίζονταν μόνο στις διατάξεις περί εντολής και δη στην επικαλεσθείσα από την αναιρεσείουσα κατάρτιση προφορικής σύμβασης εντολής μεταξύ του θανόντος συζύγου της και της εναγομένης, καθώς και του μη διαδίκου Χ. Σ., βάσει της οποίας οι τελευταίοι απέκτησαν τα άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστά του επίδικου αυτοκινήτου κατά τους κανόνες της έμμεσης αντιπροσώπευσης και ανέλαβαν την υποχρέωση για τη μεταβίβαση των ποσοστών τους στον ίδιο ή σε άλλον, όταν και όποτε τους το ζητούσε ο φίλος τους Θ. Μ.. Κανένα ισχυρισμό δεν προέβαλε η αναιρεσείουσα περί εικονικής μεταβίβασης των άνω ποσοστών του επίδικου αυτοκινήτου στην εναγομένη και τον Χ. Σ., αλλά αντίθετα ρητά ανέφερε ότι ο Ι. Β. μεταβίβασε πράγματι την κυριότητα του ως άνω αυτοκινήτου στους προαναφερθέντες. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθ. 134/2018 οριστική του απόφαση απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, χωρίς ωστόσο να έχει προβεί (όπως προκύπτει από την επισκόπηση της απόφασης) στον έλεγχο της βασιμότητας μίας τέτοιας από τα άρθρα 713 επ. ΑΚ νομικής και ιστορικής βάσης, που κατά τα προαναφερόμενα θεμελίωνε το αίτημα της αγωγής για καταδίκη της εναγομένης σε δήλωση βουλήσεως. Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως (πρώτος λόγος), διατύπωσε ειδικό και αναλυτικό λόγο εφέσεως, παραπονούμενη για την παράλειψη έρευνας της βάσεως αυτής (από τη σύμβαση εντολής). Το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δεν ασχολήθηκε με την έρευνα του ως άνω πρώτου λόγου έφεσης. Ούτε πάλι προχώρησε στην ουσιαστική έρευνα και απόρριψη της βάσεως αυτής, την οποία αγνόησε, καίτοι ήταν σαφώς διατυπωμένη στο δικόγραφο της αγωγής και επί πλέον είχε διατυπωθεί για τη μη έρευνά της ειδικός λόγος εφέσεως, αλλά, αντιγράφοντας πλήρως το σκεπτικό της εκκαλούμενης απόφασης, έκρινε ότι η αγωγή ήταν απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη, λόγω της μη αποδείξεως της εικονικότητας της αγοράς του επίδικου αυτοκινήτου, ενώ τέτοιο ισχυρισμό δεν περιείχε η αγωγή. Επομένως, ιδρύεται εν προκειμένω ο από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, που αποσκοπεί στη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ) αλλά και της αρχής της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού κατά τα προαναφερόμενα το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα, αφενός μεν έλαβε υπόψη μη προταθέντα πράγματα και δη ότι η αγωγή περιείχε ισχυρισμό περί εικονικότητας της αγοράς του αυτοκινήτου από την εναγομένη και αφετέρου δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα την βάση της αγωγής, καθώς και τον πρώτο λόγο εφέσεως και τους εμπεριεχόμενους σ' αυτόν ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς της ενάγουσας, που τείνουν στη θεμελίωση του ασκηθέντος με την αγωγή ουσιαστικού δικαιώματος, δηλαδή ισχυρισμούς που κατά το νόμο (άρθρα 713, 719 ΑΚ και 949 ΚΠολΔ) ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, οι δύο πρώτο λόγοι αναιρέσεως, με τον οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις αυτές, είναι βάσιμοι, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας των λόγων αυτών παρέλκει η εξέταση του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη παραβίασε ευθέως άλλως εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την με αριθ. 2589/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση δικαστή. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτήν. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Σεπτεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ