Αριθμός 756/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ" που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενου, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ-GENERAL UNION Α.Ε.Γ.Α." της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αργυρώς Γρατσία-Πλατή, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. Γ. του Δ., 2. Α. συζ. Ε. Γ., το γένος Π. Α., 3. Μ. Γ. του Ε., 4. Δ. Γ. του Α., 5. Μ. Γ. του Δ., 6. Α. Α. του Χ. συζ. Π. Α., κατοίκων Χανίων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αντώνιου Χρυσώτη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 355/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 288/2010 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-12-2010 αίτησή του. Εκδόθηκε η 1016/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης. Οι αναιρεσίβλητοι επανέφεραν με την από 17-9-2012 κλήση τους, την υπόθεση για εκ νέου συζήτηση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιλτιάδης Σπυρόπουλος, ανέγνωσε την από 6-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επαναλαμβάνεται η συζήτηση της υπόθεσης, κατά το άρθρο 307 ΚΠολΔ, μετά την έκδοση της 1016/2012 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, ύστερα από τη δήλωση αυτοεξαίρεσης του προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Δημητρίου Ζιάκα. Α) Από τις διατάξεις των άρθρων 10 Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β', 914 και 932 Α.Κ. προκύπτει ότι, σε περίπτωση πρόκλησης ζημίας από τη σύγκρουση μεταξύ δύο αυτοκινήτων, η ευθύνη προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, ορθή δηλαδή εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών. Έτσι, επί αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτόν λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και της επελθούσας ζημίας. Και τούτο, διότι πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες που συνιστούν προϋποθέσεις γενέσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζόμενων στην περίπτωση αυτή κανόνων δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Κρήτης, με την προσβαλλόμενη 288/2010 απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 15/9/2003 και την 14:00 μ.μ. ώρα, ο εναγόμενος Ε. Κ. οδηγούσε το με αρ. κυκλ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο (ρυμουλκό μετά ρυμουλκούμενου), που ανήκε στην ιδιοκτησία της εναγόμενης εταιρείας με την επωνυμία "ΦΙΝΟΜΠΕΤΟΝ ΑΕ" - στην οποία αυτός εργαζόταν ως οδηγός - και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες στην επίσης εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "GENERAL UNION - ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΕΓΑ" στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει ως εκ του νόμου διάδοχος λόγω οριστικής ανάκλησης της αδείας λειτουργίας της το εκκαλούν Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", και έβαινε επί της Ν.Ε.Ο. Χανίων - Ρεθύμνης, με κατεύθυνση από Μουρνιές προς Σούδα. Η ανωτέρω οδός είναι διπλής κατευθύνσεως με δυο λωρίδες ανά κατεύθυνση, οι οποίες χωρίζονται μεταξύ τους με μονή διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή, είναι δρόμος ταχείας κυκλοφορίας (αρ. 2 παρ. 1 ν. 2696/1999), και στο 2ο χιλιόμετρο αυτής όπου και το συμβάν είναι ευθεία σε πολύ μεγάλο μήκος. Το πλάτος του οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας της ανωτέρω οδού από Μουρνιές προς Σούδα είναι 8,10 μ., πέραν του οποίου (οδοστρώματος) και δεξιά του ιδίου ρεύματος κυκλοφορίας υπάρχει έρεισμα, πλάτους 4,10 μ., μετά το πέρας του οποίου (ερείσματος) και δεξιά σε σχέση με την πορεία του οχήματος του πρώτου εναγόμενου οδηγού υπάρχει προστατευτική μπάρα. Κατά τον παραπάνω χρόνο η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική, η άσφαλτος ήταν ξηρά, επικρατούσε καλοκαιρία και η ορατότητα ήταν απεριόριστη. Στον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο ο Δ. Γ. του Ε., οδηγούσε την αρ. κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας της εταιρείας ταχυμεταφορών - στην οποία εργαζόταν ως ταχυμεταφορέας - με την επωνυμία "SPEEDEX", και εκινείτο ο ομορρόπως με τον πρώτο εναγόμενο οδηγό, ήτοι επί της Ν.Ε.Ο Χανίων - Ρεθύμνης με κατεύθυνση από Μουρνιές προς Σούδα, έχοντας δε μόλις εξέλθει από το παρακείμενο πρατήριο υγρών καυσίμων, που βρίσκεται στο ίδιο με την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας, εκινείτο επί του παραπάνω ερείσματος της οδού με σκοπό να καταλάβει προοδευτικά τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με την ίδια προς Σούδα κατεύθυνση. Ο εναγόμενος οδηγός προτιθέμενος, όταν έφθασε στο 2οχλμ της Ν.Ε.Ο Χανίων-Ρεθύμνης, να σταθμεύσει το ως άνω Φ.Ι.Χ. για να μεταβεί στη συνέχεια σε παρακείμενη του ανωτέρω ερείσματος "καντίνα" χάριν αναψυχής, κινήθηκε, αιφνιδιαστικά και χωρίς προηγουμένως να καταστήσει γνωστή την κίνηση του αυτή στους οδηγούς των λοιπών κινουμένων επί του αυτού ρεύματος κυκλοφορίας της οδού οχημάτων, προς τα δεξιά και στο εκεί υπάρχον έρεισμα, όπου και τελικά ακινητοποίησε το όχημα του. Η ανωτέρω αμελής συμπεριφορά του εναγόμενου οδηγού αιφνιδίασε τον Δ. Γ., ο οποίος μη δυνάμενος λόγω του αιφνιδιασμού του να προβεί είτε σε έγκαιρη τροχοπέδηση είτε σε επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά του, ενόψει ότι εκεί έβαιναν άλλα σχήματα, επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσυκλέτας του στο οπίσθιο αριστερό τμήμα του ανωτέρω φορτηγού, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του στο κεφάλι, από τον οποίο υπέστη βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις - μολονότι φορούσε προστατευτικό κράνος που βρέθηκε στο τόπο του ατυχήματος - συνεπεία των οποίων και επήλθε αμέσως ο θάνατος του. Σύμφωνα με τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η σύγκρουση των ανωτέρω οχημάτων και ο εντεύθεν θανάσιμος τραυματισμός του αποβιώσαντος Δ. Γ. οφείλεται σε συνυπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών τους, ήτοι του πρώτου εναγόμενου και του πιο πάνω θύματος. Ειδικότερα, η αμελής συμπεριφορά του εναγόμενου Ε. Κ. συνίσταται στο ότι αυτός κατά τον ανωτέρω χρόνο και τόπο του ατυχήματος οδηγούσε χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη τη προσοχή του στην οδήγηση του οχήματος του προκειμένου να αποφύγει οιαδήποτε συμπεριφορά που θα εξέθετε ενδεχομένως σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή και επιπλέον στο ότι αυτός κινήθηκε αιφνιδιαστικά προς το παραπάνω έρεισμα της οδού επί της οποίας έβαινε για να σταθμεύσει χάριν αναψυχής το όχημα του, χωρίς να λάβει υπόψη του ότι τούτο απαγορευόταν αφενός μεν διότι υπήρχε σχετική απαγορευτική πινακίδα στάθμευσης Ρ-40 στο ρεύμα κυκλοφορίας του αφετέρου δε (διότι) επρόκειτο περί οδού, όπως προαναφέρθηκε, ταχείας κυκλοφορίας, χωρίς αυτός να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι μπορούσε να πράξει τούτο ακίνδυνα για τα λοιπά οχήματα που χρησιμοποιούσαν το ίδιο μ' αυτόν οδόστρωμα και ρεύμα κυκλοφορίας, λαμβάνοντας υπόψη του τον κατά τα ανωτέρω μεγάλο όγκο του φορτηγού του, που σημειωτέον καταλάμβανε σχεδόν ολόκληρο το έρεισμα της ανωτέρω οδού, και βεβαίως χωρίς να καταστήσει την ανωτέρω κίνηση του γνωστή στους οδηγούς των λοιπών οχημάτων, θέτοντας προς τούτο σε λειτουργία τα φώτα έκτακτης ανάγκης (σύστημα φωτεινού συναγερμού - αλάρμ), ενεργώντας δηλαδή κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 3, 12 παρ. 1, 21, 29, 34 και 37 του ν. 2696/99. Ο ισχυρισμός, που πρόβαλαν οι εναγόμενοι πρωτόδικα, και επαναφέρουν και στο δεύτερο βαθμό περί του ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της ένδικης σύγκρουσης ο εναγόμενος οδηγός είχε ήδη σταθμεύσει το φορτηγό του για λόγους υγείας επί του ανωτέρω ερείσματος της οδού επί της οποίας έβαινε και ότι ο θανατωθείς Δ. Γ. οδηγώντας απρόσεκτα τη μοτοσυκλέτα του προσέκρουσε επί του σταθμευμένου οχήματος και τραυματίστηκε θανάσιμα, είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Τούτο δε, διότι δεδομένων των κρατουσών συνθηκών κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο, ήτοι την σε μεγάλο μήκος ευθεία της Ν.Ε.Ο Χανίων-Ρεθύμνης, της πλήρους ορατότητας λόγω καλοκαιρίας και φωτισμού ημέρας, της κανονικής κυκλοφορίας των οχημάτων και του μεγάλου όγκου που καταλάμβανε το φορτηγό του εναγόμενου, δεν δικαιολογεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής την επ' αυτού πρόσκρουση της μοτοσυκλέτας του ως άνω θανόντος. Η αμελής συμπεριφορά του τελευταίου συνίσταται στο ότι αυτός οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του χωρίς να τηρεί ικανή απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο αυτής φορτηγό του εναγόμενου έτσι ώστε να είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή να ανακόπτει την πορεία της και να την ακινητοποιεί, ενώ επίσης δεν είχε φροντίσει να εξέλθει το συντομότερο δυνατόν από το παραπάνω έρεισμα επί του οποίου κινήθηκε, ήτοι ενεργώντας κατά παράβαση του άρθρου 19 του ν. 2696/99. Το ποσοστό της ευθύνης του καθενός των ως άνω εμπλεκομένων στο συμβάν οδηγών, μετά από ορθή αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, που αφορά τις παραπάνω περιστάσεις κάτω από τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα, πρέπει να καθορισθεί σε 20% όσο αφορά τον θανόντα Δ. Γ. του Ευαγγέλου και σε ποσοστό 80% όσο αφορά τον εναγόμενο οδηγό Ε. Κ., οδηγό του ... Φ.Ι.Χ. Γι' αυτό, η σχετική ένσταση περί συνυπαιτιότητας του Δ. Γ. στον εκ του ατυχήματος τραυματισμό του που επέφερε το θάνατο του, την οποία πρόβαλαν πρωτοδίκως οι εναγόμενοι και επαναφέρουν, και στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 300 ΑΚ (ΟλΑΠ 1115/1986 ΕλΔνη 28.107, ΟλΑΠ 423/1985 ΝοΒ 33. 1188), ορθώς έγινε εν μέρει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως βάσιμη κατ' ουσίαν κατά το προαναφερθέν ποσοστό 20%. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια ως προς την συνυπαιτιότητα του εναγόμενου οδηγού και του θύματος δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων γι' αυτό και οι περί του αντιθέτου σχετικοί λόγοι των εφέσεων και της αντέφεσης καθενός των διαδίκων πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε στις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικές διατάξεις του νόμου που εφήρμοσε, ώστε να καθίστανται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την υπαιτιότητα του εναγομένου οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου (κατά ποσοστό 80%) και τη συνυπαιτιότητα του θανόντος οδηγού της μοτοσυκλέτας (κατά ποσοστό 20%). Δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθεται σε ποια χρονική στιγμή και σε ποια απόσταση από το φορτηγό, σε σχέση με την αμέσως προηγούμενη πορεία του, κατέλαβε ο οδηγός της μοτοσυκλέτας το προς τα δεξιά της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας έρεισμα, εξερχόμενος από το παρακείμενο κατάστημα υγρών καυσίμων, προκειμένου αν εισέλθει στο δεξιό ρεύμα κυκλοφορίας, αφού ήταν επαρκή, για τη θεμελίωση της αμελούς συμπεριφοράς του Ε. Κ., η αναφορά ότι αυτός, όντας οδηγός του ογκώδους φορτηγού αυτοκινήτου, κινήθηκε ξαφνικά προς τα δεξιά και στο εκεί υπάρχον έρεισμα, καταλαμβάνοντας αυτό, χωρίς να καταστήσει γνωστή την πρόθεσή του αυτή στους οδηγούς των λοιπών οχημάτων. Και τούτο διότι με τις παραδοχές αυτές αιτιολογείται πλήρως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του Ε. Κ. και του επελθόντος θανάτου του οδηγού της μοτοσυκλέτας, αφού η παραπάνω αιφνίδια κίνηση του Ε. Κ. ήταν δυνατό κατ' αντικειμενική κρίση λόγω του αιφνιδιασμού των οδηγών των όπισθεν αυτού κινουμένων οχημάτων και της εντεύθεν αδυναμίας τους να πραγματοποιήσουν κατάλληλο αποφευκτικό ελιγμό να προκαλέσει την επίπτωση των οχημάτων της επί του φορτηγού, από την οποία να προξενηθεί θανατηφόρος τραυματισμός τους, όπως συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση με τον θανατωθέντα οδηγό της μοτοσυκλέτας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Β) Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ο δικαστής για να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, παράβαση δε αυτής της υποχρεώσεως θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Αρκεί για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Σημειώνεται, ότι δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιερχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 740/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, από τη βεβαίωση στην προσβαλλόμενη απόφαση, του ότι: "Από την επανεκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που νομότυπα εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης της προεκδοθείσας 275/2007 μη οριστικής αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου, καθώς και όλων των εγγράφων, που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα της προηγηθείσας ποινικής δικογραφίας καθώς και φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος και των συγκρουσθέντων οχημάτων, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (αρ. 443 παρ. 3 ΚΠολΔ), και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (αρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται σε αυτή", γίνεται αδίστακτα βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και αυτά που αναφέρει το αναιρεσείον, ήτοι: Την από 1-3-2004 (αριθ. κατ. 161/2004) προγενέστερη αγωγή των αναιρεσιβλήτων την από 5-3-2004 έκθεση προσφυγής των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, κατά της 14/2004 διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χανίων, την από 25-9-2003 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, με το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, την από 15-9-2003 έκθεση κατάσχεσης του ταχογράφου του ΦΙΧ αυτοκινήτου και την 112/19-2-2004 βεβαίωση του ΕΚΑΒ, τα οποία συνεκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και ειδική αξιολόγηση καθενός από αυτά, ο δε περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.- Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και καταδικαστεί το αναιρεσείον, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ).- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21-12-2010 αίτηση για αναίρεση της 288/2010 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ