Αριθμός 945/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύoντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη),Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη,-Eισηγήτρια, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου), Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 2677/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Βόλου. Με κατηγορούμενους 1. Α. Κ. του Π. και 2 Ν. Τ. του Β., αμφοτέρους ... οι οποίοι δήλωσαν παρόντες και ότι δεν έχουν πληρεξούσιο δικηγόρο. Με πολιτικώς ενάγοντες: 1. Κ. Μ. του Ν. και 2 Χ. Ν. του Φ., ... οι οποίοι δεν παρέστησαν. Το Τριμελές Πλημ/κείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 58 και ημερομηνία 21 Δεκεμβρίου 2012 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1376/12. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους κατηγορουμένους που παρουσιάστηκαν αυτοπροσώπως, και που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ. γ' του ΚΠΔ, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως στον Άρειο Πάγο, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155 έως 161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου για να παραστούν κατά τη συζήτηση. Ως "υπόλοιποι διάδικοι", οι οποίοι πρέπει να καλούνται στη συζήτηση, θεωρούνται όλοι εκείνοι οι οποίοι νομίμως απέκτησαν την ιδιότητα του διαδίκου. Επομένως ο πολιτικώς ενάγων πρέπει να καλείται για να παραστεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης που άσκησε ο κατηγορούμενος ή ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, εφόσον αυτός νομίμως απέκτησε την ιδιότητα του διαδίκου και δεν αποβλήθηκε, ούτε παραιτήθηκε από την ιδιότητα αυτή. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 515 παρ. 2 εδ. α` του ΚΠΔ, κατά την οποία "αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε", σαφώς προκύπτει ότι το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου προχωρεί στη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως παρά την ερημοδικία κάποιου διαδίκου, εκτός του αναιρεσείοντος, υπό τον όρο ότι ο μη εμφανισθείς ή οι μη εμφανισθέντες διάδικοι έχουν νόμιμα κλητευθεί προς τούτο, αλλιώς το ανωτέρω Δικαστήριο κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα αποδεικτικά επιδόσεως, από 5-2-2013, του Υπ/κα (Α.Υ.) Η. Π. και του Αστυφύλακα Κ. Δ., οι πολιτικώς ενάγοντες, οι οποίοι είχαν παρασταθεί στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, και δεν αποβλήθηκαν, ούτε παραιτήθηκαν από την ιδιότητα αυτή, Κ. Μ. του Ν. και Χ. Ν. του Φ., αντίστοιχα, κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου - αναιρεσείοντα, νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθούν στη σημερινή δικάσιμο, για τη συζήτηση της κρινόμενης αναίρεσης, του παραπάνω Εισαγγελέα. Κατ` αυτήν, και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της, από το πινάκιο, οι μεν κατηγορούμενοι-αναιρεσίβλητοι, Α. Κ. και Ν. Τ., οι οποίοι κηρύχθηκαν αθώοι, από το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, παραστάθηκαν αυτοπροσώπως, δίχως, όπως ήταν υποχρεωμένοι (άρθρ. 513 παρ.3 ΚΠΔ), να διορίσουν πληρεξούσιο δικηγόρο, και συνεπώς θεωρούνται απόντες δικονομικά, οι δε πολιτικώς ενάγοντες, δεν παραστάθηκαν, καίτοι κλητεύθηκαν νόμιμα, κατά τα άνω. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Δικαστήριο αυτό να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε Ποινικού Δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ν.δ. 53/1974), και δεδομένου ότι στην ποινική δίκη αντικείμενο αποδείξεως αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα, με την έννοια της βεβαιότητας-επίγνωσης, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ` αριθ. 2677/2012, απόφασή του, το Τριμελές Πλημ/κείο Βόλου, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, κήρυξε αθώους, τους κατηγορουμένους, ήδη αναιρεσίβλητους, συζύγους, των αποδιδόμενων σ` αυτούς αξιόποινων πράξεων, της απάτης στο δικαστήριο, της ψευδορκίας μάρτυρα, ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία μάρτυρα και απλής συνέργειας στην απάτη στο δικαστήριο. Ως πολιτικώς ενάγοντες στην ως άνω δίκη, παρέστησαν οι Κ. Μ., πρώην σύζυγος της πρώτης κατηγορουμένης και Χ. Ν., πρώην σύζυγος του δεύτερου κατηγορουμένου, αιτούμενοι την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, όπως από την επισκόπηση των οικείων πρακτικών προκύπτει. Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι το παραπάνω Δικαστήριο δέχθηκε, αφού εκτίμησε τα αναφερόμενα σ` αυτή, κατ` είδος, αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, των μαρτύρων της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο δικαστήριο, των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά και την απολογία του παρόντος κατηγορουμένου, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: Το Δικαστήριο δεν πείστηκε για την ενοχή των κατηγορουμένων για τις αξιόποινες πράξεις που τους αποδίδονται με το κατηγορητήριο, ήτοι Α) Οι κατηγορούμενοι με περισσότερες από μία πράξεις, τέλεσαν περισσότερα Η πρώτη κατηγορούμενη, στις 8/5/2007, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Ειδικότερα, κατά τη συνεδρίαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου της 8ης.5.2007, φέροντας τη δικονομική θέση της ενάγουσας σε αγωγή διατροφής, αιτήθηκε την εκ μέρους του εναγομένου πρώην συζύγου της και ήδη εγκαλούντα καταβολή διατροφής -για λογαριασμό του ανήλικου υιού τους- χρηματικού ποσού τετρακοσίων ευρώ μηνιαίως. Στο πλαίσιο αυτό με το δικόγραφο της αγωγής της ισχυρίσθηκε ότι ο εναγόμενος εμφάνιζε μηναία εισοδήματα 4.500 ευρώ. Αντίστοιχα, ισχυρίσθηκε πως η ίδια λάβαινε μόνο μικρό μερίδιο (που αντιστοιχούσε σε 350 ευρώ μηνιαίως) από την οικογενειακή της επιχείρηση, ότι ο πατέρας της και καθώς και ο αρραβωνιαστικός της -και δεύτερος κατηγορούμενος- με τον οποίο συμβιώνει, καλύπτουν τις ανάγκες της, τις οποίες ούτε κατ' ελάχιστον δύναται να ικανοποιήσει η ίδια. Εξάλλου, για να υποστηρίξει τους ως άνω ισχυρισμούς της και να επιτύχει την ευόδωση της αγωγής της, χρησιμοποίησε τη μαρτυρία του Ν. Τ., στον οποίο προκάλεσε την απόφαση να καταθέσει ψευδή. Ενεργώντας ως άνω, πέτυχε να γίνει σχεδόν ολοκληρωτικά δεκτή η αγωγή της και να επιδικασθεί σε βάρος του εναγομένου χρηματικό ποσό 333,86 μηνιαίως. 1.β) Ο δεύτερος κατηγορούμενος, στις 5/6/2007, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Ειδικότερα, κατά τη συνεδρίαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου της 5ης.6.2007, φέροντας τη δικονομική θέση του εναγομένου σε αγωγή διατροφής, για να αποδείξει ότι οικονομικές του δυνατότητες δεν επαρκούσαν για να καταβάλει για λογαριασμό της ανήλικης κόρης του το χρηματικό ποσό των 615 ευρώ μηνιαίως για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής, ισχυρίσθηκε στις έγγραφες προτάσεις του μεταξύ άλλων ότι η καταβολή του αιτηθέντος χρηματικού ποσού θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις διακινδύνευσης της ίδιας αυτού διατροφής. Επιπλέον, ισχυρίσθηκε πως ο μισθός που λάμβανε ως έκτακτος υπάλληλος του ΟΤΕ δεν ήταν σταθερός και κυμαινόταν σε κάθε περίπτωση στα επτακόσια ευρώ. Εξάλλου, για να υποστηρίξει τους ως άνω ισχυρισμούς του και να επιτύχει την απόρριψη της αγωγής της ενάγουσας και ήδη εγκαλούσας, Χ. Ν., χρησιμοποίησε τη μαρτυρία της Α. Κ., στην οποία είχε προκαλέσει την απόφαση να καταθέσει ψευδή. Ενεργώντας ως άνω, πέτυχε να γίνει μερικά μόνο δεκτή η αγωγή της Χ. Ν. και να επιδικασθεί χρηματικό ποσό διακοσίων πενήντα ευρώ μηνιαίως αντί του αιτηθέντος των εξακοσίων δέκα πέντε ευρώ. 2.α) Η πρώτη κατηγορούμενη με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη, που διέπραξε. Συγκεκριμένα, στις 8/5/2007 προκάλεσε στον Ν. Τ. την απόφαση, εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, να καταθέσει εν γνώσει του ψευδή, και ειδικότερα να ισχυρισθεί όσα ψευδή αναφέρονται κατωτέρω υπό στοιχείο Β1.α. 2.β) Ο δεύτερος κατηγορούμενος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη, που διέπραξε. Συγκεκριμένα, στις 5/6/2007 προκάλεσε στην Α. Κ. την απόφαση, εξεταζόμενη ενόρκως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, να καταθέσει εν γνώσει της ψευδή, και ειδικότερα να ισχυρισθεί όσα ψευδή αναφέρονται κατωτέρω υπό στοιχείο Β1.β. Β.1) Ο δεύτερος κατηγορούμενος (Ν. Τ.) στο .., στις 8/5/2007 με μία πράξη, τέλεσε περισσότερα αδικήματα. Ειδικότερα, α) εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Συγκεκριμένα, εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, κατέθεσε μεταξύ άλλων τα εξής: "Η μητέρα δεν δουλεύει, έχουν οικογενειακή επιχείρηση και παίρνει μέρισμα 330 ευρώ το μήνα. Ο Μ. έχει ιδιόκτητη νταλίκα ανατρεπόμενη, κάνει δρομολόγια μέσα στην Ελλάδα, παίρνει πάνω από 5.000 το μήνα (...) η Κ. μένει μαζί μου στα ... είναι ισόγειο με ενοίκιο 300 ευρώ το μήνα, μένουμε μαζί με το παιδί από το 2004. Δε φθάνουν τα εισοδήματα της, συνεισφέρω και εγώ και ο πατέρας της (...) είμαστε μαζί από το Δεκέμβριο του 2004 (...) τις προσωπικές της ανάγκες τις εκπληρώνω εγώ". Τα ως άνω είναι ψευδή, τούτο δε προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης μαρτυρικής κατάθεσης της πρώτης κατηγορουμένης κατά τη δικάσιμο της 5ης 6.2007, όπου είχε ισχυρισθεί τα εξής: "Με τον Τ. είμαστε αρραβωνιασμένοι δύο χρόνια και μένουμε και μαζί, το σπίτι το νοίκιασα εγώ πριν πέντε χρόνια όταν χώρισα, εγώ πληρώνω το ενοίκιο. Δεν έχει μόνιμη δουλειά, τις περισσότερες φορές τον πληρώνω εγώ, εργάζομαι σε οικογενειακή επιχείρηση, έχω ένα εννιάχρονο αγόρι. Επτακόσια ευρώ παίρνει το μήνα, έτυχε και μήνας να πάρει εκατό ευρώ, είναι θέμα λογιστηρίου, του χρωστάνε τα υπόλοιπα, παίρνει δηλαδή έναντι. Δεν έχει άλλα έσοδα, δεν έχει κάτι στο όνομα του. Περιστασιακά μπορεί να καλύψει βλάβες στο Πήλιο, δεν ξέρει πόσο χρόνο θα απασχοληθεί. Δουλεύει στον Hard FM με χορηγίες, είναι εθελοντής στο Πηλεών για πολιτιστικές εκδηλώσεις χωρίς αμοιβή. Είχε κάνει προσπάθεια με δουλειά στον Ταχυδρόμο το 2005, έγινε για δύο μήνες, εισέπραξε επτακόσια ευρώ συνολικά και μετά έκλεισε ο Ταχυδρόμος. Έχει τρία δάνεια καταναλωτικά, στο ένα χρωστάει το αυτοκίνητο, δίνει 250 ευρώ, το αγόρασε το 2003, με τα άλλα άνοιξε σχολή πληροφορικής με άλλον, πτώχευσε όμως, αποχώρησε ο συνεταίρος και γι'αυτό πήρε τα δύο δάνεια. Το 2004 είχε σύμβαση με το πολιτιστικό στη Ν. Ιωνία, έληξε όμως η σύμβαση τώρα. Έχει μία δουλειά αυτή τη στιγμή (...). Εδώ και ένα χρόνο ο Τ. δε βγάζει λεφτά και τον συντηρώ εγώ. Η εταιρία που εργάζομαι είναι οικογενειακή βγαίνει μέρισμα και εγώ παίρνω 700 ευρώ, με βοηθάει η οικογένεια μου. Αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να βοηθήσει", β) Παρείχε σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση άλλης αξιόποινης πράξης. Ειδικότερα, κατέθεσε τα ως άνω υπό στοιχείο Β1.α ψευδή γεγονότα, προκειμένου να συνδράμει στην πρώτη κατηγορουμένη και στην εκ μέρους αυτής διάπραξη του αδικήματος της απάτης επί δικαστηρίω, όπως αυτή οριοθετήθηκε ανωτέρω υπό στοιχείο Αία. Β2) Η πρώτη κατηγορούμενη (Α. Κ.) στο …, στις 5/6/2007 με μία πράξη, τέλεσε περισσότερα αδικήματα. Ειδικότερα, α) εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα. Συγκεκριμένα, εξεταζόμενη ενόρκως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, κατέθεσε μεταξύ άλλων τα εξής: "Με τον Τ. είμαστε αρραβωνιασμένοι δύο χρόνια και μένουμε και μαζί, το σπίτι το νοίκιασα εγώ πριν πέντε χρόνια όταν χώρισα, εγώ πληρώνω το ενοίκιο. Δεν έχει μόνιμη δουλειά, τις περισσότερες φορές τον πληρώνω εγώ, εργάζομαι σε οικογενειακή επιχείρηση, έχω ένα εννιάχρονο αγόρι. Επτακόσια ευρώ παίρνει το μήνα, έτυχε και μήνας να πάρει εκατό ευρώ, είναι θέμα λογιστηρίου, του χρωστάνε τα υπόλοιπα, παίρνει δηλαδή έναντι. Δεν έχει άλλα έσοδα, δεν έχει κάτι στο όνομα του. Περιστασιακά μπορεί να καλύψει βλάβες στο Πήλιο, δεν ξέρει πόσο χρόνο θα απασχοληθεί. Δουλεύει στον Hard FM με χορηγίες, είναι εθελοντής στο Πηλεών για πολιτιστικές εκδηλώσεις χωρίς αμοιβή. Είχε κάνει προσπάθεια με δουλειά στον Ταχυδρόμο το 2005, έγινε για δύο μήνες, εισέπραξε επτακόσια ευρώ συνολικά και μετά έκλεισες Ταχυδρόμος. Έχει τρία δάνεια καταναλωτικά, στο ένα χρωστάει το αυτοκίνητο, δίνει 250 ευρώ, το αγόρασε το 2003, με τα άλλα άνοιξε σχολή πληροφορικής με άλλον, πτώχευσε όμως, αποχώρησε ο συνεταίρος και γι'αυτό πήρε τα δύο δάνεια. Το 2004 είχε σύμβαση με το πολιτιστικό στη Ν. Ιωνία, έληξε όμως η σύμβαση τώρα. Έχει μία δουλειά αυτή τη στιγμή (...). Εδώ και ένα χρόνο ο Τ. δε βγάζει λεφτά και τον συντηρώ εγώ. Η εταιρία που εργάζομαι είναι οικογενειακή βγαίνει μέρισμα και εγώ παίρνω 700 ευρώ, με βοηθάει η οικογένεια μου. Αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να βοηθήσει". Το ψευδές των ως άνω προκύπτει από την ένορκη μαρτυρική κατάθεση του δεύτερου κατηγορουμένου, ο οποίος καταθέτοντας στις 8 Μαΐου 2007 ενόρκως ως μάρτυρας σε πολιτική δίκη (επρόκειτο για την αγωγή διατροφής που είχε ασκήσει η Α. Κ. κατά του πρώην συζύγου της Κ. Μ.) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου ισχυρίσθηκε μεταξύ άλλων τα εξής : "Γνωρίζω την Κ. (...) το παιδί χρειάζεται περίπου πεντακόσια ευρώ το μήνα. Η μητέρα δε δουλεύει, έχουν οικογενειακή επιχείρηση και παίρνει μέρισμα 330 ευρώ το μήνα (...) Η Κ. μένει μαζί μου στα ... είναι ισόγειο με ενοίκιο 300 ευρώ το μήνα, μένουμε μαζί με το παιδί από το 2004. Δεν φθάνουν τα εισοδήματα της, συνεισφέρω κι εγώ και ο πατέρας της (...). Τις προσωπικές ανάγκες της, της εκπληρώνω εγώ", β) Παρείχε σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση άλλης αξιόποινης πράξης. Ειδικότερα, κατέθεσε τα ως άνω υπό στοιχείο Β2.α ψευδή γεγονότα, προκειμένου να συνδράμει στον πρώτο κατηγορούμενο και στην εκ μέρους αυτού διάπραξη του αδικήματος της απάτης επί δικαστηρίω, όπως αυτή οριοθετήθηκε ανωτέρω υπό στοιχείο Α1 .β. "Ειδικότερα προέκυψαν αμφιβολίες στο δικαστήριο αναφορικά με το δόλο των κατηγορουμένων για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος και της απάτης επί δικαστηρίω καθόσον τα όσα κατέθεσαν εξεταζόμενοι ως μάρτυρες και υποστήριξαν αντίστοιχα στα δικόγραφα τους ως ενάγοντες ή εναγόμενοι δεν είχαν ως σκοπό την παραπλάνηση του δικαστηρίου δια της προβολής ψευδών ισχυρισμών αλλά την υποστήριξη και διασφάλιση των συμφερόντων τους, με την κατάθεση και προβολή γεγονότων που απέβλεπαν στη θεμελίωση των ισχυρισμών τους. Ειδικότερα, τα όσα κατέθεσαν αναφορικά με τα εισοδήματα τους και τη διαχείριση αυτών κατά τον κοινό τους βίο, δεν ήταν ψευδή, αφού και οι δύο είχαν εισοδήματα τα οποία δεν ήταν σταθερά κάθε μήνα (ο άντρας ήταν έκτακτος υπάλληλος στον ΟΤΕ με μισθό που διαφοροποιούνταν ενόψει και των εκτός έδρας απολαβών του, η δε γυναίκα λάμβανε μέρισμα-μερίδιο από την οικογενειακή επιχείρηση, το οποίο ήταν ανάλογο των κερδών αυτής). Τα έσοδα τους άλλωστε αυτά προέκυπταν, τουλάχιστον εν μέρει, και από τα αντίστοιχα έγγραφα που προσκόμισαν στο δικαστήριο για την επίρρωση των θέσεων τους. Η δε συνεισφορά του καθενός στην κοινή τους συμβίωση, ενόψει και του γεγονότος ότι και οι δύο είχαν εισοδήματα, ήταν απόρροια της υποκειμενικής τους αντίληψης. Άλλωστε, η μερική διαφοροποίηση της κατάθεσης του καθενός στην αντίστοιχη αγωγή του άλλου, οφείλεται στο διαφορετικό ζήτημα που συνιστούσε θέμα απόδειξης κάθε φορά, αφού η δικονομική θέση του καθενός ήταν διαφορετική, οι ερωτήσεις στις οποίες υποβάλλονταν διαφορετικές, διάφοροι δε ήταν και οι ισχυρισμοί τους. Ενόψει των ανωτέρω θα πρέπει να κηρυχθούν αθώοι των πράξεων αυτών, ως και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία και της απλής συνέργειας σε απάτη που βαραίνει αντίστοιχα τον καθένα στην κύρια πράξη του άλλου, ενόψει της αθώωσης αυτής για την κύρια πράξη.". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού παραθέτει τα αποδεικτικά μέσα και εκθέτει, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, σχετικά με την έλλειψη του υποκειμενικού στοιχείου των κατηγορουμένων, αλλά και των αντικειμενικών, εκτίθενται δε στο σκεπτικό οι σκέψεις με βάση τις οποίες το Δικαστήριο οδηγήθηκε στο διατυπούμενο στο διατακτικό του απαλλακτικό πόρισμα. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος Εισαγγελέως είναι αβάσιμες, αφού: 1) Ως προς την έλλειψη δόλου, αρκεί η αναφορά ότι " προέκυψαν αμφιβολίες στο δικαστήριο αναφορικά με το δόλο των κατηγορουμένων για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος και της απάτης επί δικαστηρίω καθόσον τα όσα κατέθεσαν εξεταζόμενοι ως μάρτυρες και υποστήριξαν αντίστοιχα στα δικόγραφά τους ως ενάγοντες ή εναγόμενοι δεν είχαν ως σκοπό την παραπλάνηση του δικαστηρίου δια της προβολής ψευδών ισχυρισμών αλλά την υποστήριξη και διασφάλιση των συμφερόντων τους, με την κατάθεση και προβολή γεγονότων που απέβλεπαν στη θεμελίωση των ισχυρισμών τους". 2) ως προς την ψευδορκία γίνεται αναφορά ότι τα όσα κατέθεσαν σχετικά με τα εισοδήματά τους δεν ήταν ψευδή αφού και οι δύο είχαν εισοδήματα τα οποία δεν ήταν σταθερά κάθε μήνα (ό άντρας ήταν έκτακτος υπάλληλος του ΟΤΕ με μισθό διαφοροποιούμενο ενόψει και των εκτός έδρας απολαβών του, η δε γυναίκα ελάμβανε μέρισμα από την οικογενειακή επιχείρηση, το οποίο ήταν ανάλογο των κερδών της επιχείρησης αυτής), η δε συνεισφορά του καθενός στην κοινή τους συμβίωση, ενόψει του γεγονότος ότι και οι δύο είχαν εισοδήματα, ήταν απόρροια της υποκειμενικής τους αντίληψης. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 58/ 21 Δεκεμβρίου 2012, αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθ.2677/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουνίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ