Αριθμός 334/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. συζύγου Χ. Κ., το γένος Π. Σ., 2) Π. Κ. του Χ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ξενοφώντα Νικολάου και κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Α. του Π., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ισαάκ Γεροντίδη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/2/2015 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Γαστούνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 113/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/12/2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών υπ'αριθμό 113/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος που απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ'αριθμό 25/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Γαστούνης, η οποία είχε απορρίψει την ανακοπή τους. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ). Το άρθρο 560 ΚΠολΔ ορίζει τα εξής : "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. ... Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο δέχθηκε ή δεν δέχθηκε τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 60/2019, ΑΠ 894/2018). Από το ανωτέρω άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή ή όταν απέδωσε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, την έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν τον εφάρμοσε στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, ανέλεγκτα, υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφάρμοσε τον κανόνα, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 36/1988). Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επιδίκου δικαιώματος ή να κρίνει, τελικά, ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΟλΑΠ 18/1998). Η έλλειψη, όμως, εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν, κατ' αρχήν, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία, όμως, δεν ελέγχεται αναιρετικά επί αποφάσεων Ειρηνοδικείου, αφού δεν ιδρύεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγος αντίστοιχος του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 1454/2021, ΑΠ 1163/2021, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 894/2018, ΑΠ 853/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδος παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτους, λόγω αντιφατικότητας μεταξύ τους που δημιουργούν αοριστία στο δικόγραφο της ανακοπής, τους δεύτερο και τρίτο λόγους αυτής, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι η αιτία εκδόσεως, αποδοχής και τριτεγγυήσεως των επίδικων συναλλαγματικών είναι άκυρη ως ανύπαρκτη και εικονική, διότι δεν υπήρξε δανεισμός, καθώς και ως καταπλεονεκτική και συνεπώς αντιτιθέμενη στα χρηστά ήθη, καθώς υπάρχει προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και ο καθ'ου η ανακοπή εκμεταλλεύθηκε την κουφότητα και απειρία τους στις συναλλαγές, προκειμένου να καταστεί πλουσιότερος σε βάρος τους. Η ανωτέρω αιτίαση αφορά δικονομικό απαράδεκτο λόγω αντιφατικότητας και συνεπώς, αοριστίας των λόγων της ανακοπής, το οποίο δεν συναρτάται με την ίδρυση της επικαλούμενης πλημμέλειας από τον αριθμό 5 άρθρου 560 ΚΠολΔ, αλλά αυτής του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, πλην, όμως, όπως προεκτέθηκε, δεν ιδρύεται τέτοιος λόγος από το άρθρο 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων. Επομένως, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται επί αποφάσεων ειρηνοδικείων και αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 3/1997), και όχι και οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις και αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' απαντήσει, ούτε η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν στοιχειοθετείται, όμως, σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό, απορρίπτει δηλ. αυτόν "εκ των πραγμάτων" κατ'ουσίαν (ΑΠ 394/2021, ΑΠ 1721/2012). Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα ότι ο καθ'ου η ανακοπή κατέβαλε στον ανακόπτοντα το ποσό των 160.000 ευρώ, προκειμένου ο τελευταίος να αντιμετωπίσει τις ατομικές του υποχρεώσεις για την ανακαίνιση και επαναλειτουργία του καταστήματος και όπως συνομολογεί ο ανακόπτων, ναι μεν το κόστος ανακαινίσεως ανέλαβε εξ ολοκλήρου ο Π. Α., αλλά προς εξόφληση της αναλογίας του ανακόπτοντος, εξέδωσε ο ως άνω και αποδέχθηκε ο ανακόπτων διάφορες συναλλαγματικές αναφερόμενες στην από 1-10-2010 σύμβαση, μεταξύ των οποίων και οι δύο επίδικες συναλλαγματικές, λήξεως 31-8-2013 και 30-9-2013. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι ο ως άνω ισχυρισμός είχε προταθεί απ'αυτόν παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφέρθηκε νόμιμα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 12/2016, ΑΠ 509/2013). Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντιφάσεως των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 357/2018, ΑΠ 1445/2017, ΑΠ 2267/2013). Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ δέχθηκε ότι ο καθ'ου η ανακοπή κατέβαλε στον ανακόπτοντα λόγω δανείου το ποσό των 160.000 ευρώ, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις ατομικές του υποχρεώσεις για την ανακαίνιση και επαναλειτουργία του καταστήματος, στη συνέχεια με ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία δέχθηκε ότι το κόστος της ανακαινίσεως ανέλαβε εξ ολοκλήρου ο μη διάδικος Π. Α., αλλά προς εξόφληση της αναλογίας του ανακόπτοντος εξέδωσε ο ως άνω και αποδέχθηκε ο ανακόπτων διάφορες συναλλαγματικές, μεταξύ των οποίων και οι επίδικες. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, που εντοπίζεται η αντίφαση, ποιος ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ποια η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, ούτε εκτίθενται οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση. Σε κάθε περίπτωση, ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, και διότι υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του ως εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου, η οποία είναι, κατ'άρθρο 561 αριθ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη, ενώ ο λόγος αυτός στηρίζεται και επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, με σαφείς αιτιολογίες πως ο καθ' ου η ανακοπή κατήρτισε τη σύμβαση δανείου με τον πρώτο ανακόπτοντα, ενόψει της οποίας εκδόθηκαν οι συναλλαγματικές. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο αντίστοιχος του άρθρου 560 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπληρώσεως ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρο 173 και 200 του ΑΚ. Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρο 173 και 200 ΑΚ. Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπιστώσεως στην απόφαση το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους. Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της συμβάσεως, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της συμβάσεως ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της. Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρο 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παραβάσεως των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1363/2021, ΑΠ 1123/2019, ΑΠ 1563/2018, ΑΠ 432/2016). Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 ΑΚ, καθόσον, ενώ δέχεται ότι η περιεχόμενη στην από 1-10-2010 σύμβαση δανείου δήλωση βουλήσεως των διαδίκων, ότι το δάνειο καταβάλλεται προκειμένου ο ανακόπτων να αντιμετωπίσει τις ατομικές του υποχρεώσεις για την ανακαίνιση και επαναλειτουργία του καταστήματος, είναι απόλυτα σαφής και ορισμένη, στη συνέχεια προβαίνει σε ερμηνεία αυτής της δηλώσεως βουλήσεως, τροποποιώντας και συμπληρώνοντας το περιεχόμενό της, δεχόμενο ότι το δάνειο δόθηκε προκειμένου ο ανακόπτων να αντιμετωπίσει τη δική του συμμετοχή στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες, ανεξαρτήτως αν το κόστος ανακαίνισης το κατέβαλε ο συνεργάτης του Π. Κ.. Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 αριθ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ανακόπτων λειτουργούσε στην … κέντρο διασκεδάσεως με την επωνυμία "...". Τον Φεβρουάριο του 2010 ο πατέρας του καθ'ου η ανακοπή, Π. Α., ήλθε σε συμφωνία συνεργασίας με τον ανακόπτοντα, προκειμένου να επαναλειτουργήσουν το ως άνω κέντρο διασκεδάσεως, καθώς και να προχωρήσουν σε επιχείρηση εισαγωγής και εμπορίας χαρτικών, πλαστικών και επίπλων, με τη σύσταση μεταξύ τους αφανούς εταιρείας, με ποσοστό συμμετοχής 50% έκαστος. Ο ανακόπτων όμως δεν διέθετε το ανάλογο κεφάλαιο και για το λόγο αυτό ο καθ'ου η ανακοπή προέβη σε δανεισμό του, καθώς διέθετε επαρκές κεφάλαιο στο όνομά του. Όπως προκύπτει και από το από 1-10-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβασης δανείου, αντισυμβαλλόμενος του ανακόπτοντος ήταν ο καθ'ου η ανακοπή, ο οποίος κατέβαλε στον ανακόπτοντα το ποσό των 160.000 ευρώ, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις ατομικές του υποχρεώσεις για την ανακαίνιση και επαναλειτουργία του ως άνω κέντρου. Όπως εξάλλου συνομολογεί ο ανακόπτων, ναι μεν το κόστος ανακαίνισης ανέλαβε εξ ολοκλήρου ο Π. Α., αλλά προς εξόφληση της αναλογίας του ανακόπτοντος εξέδωσε ο ως άνω και αποδέχθηκε ο ανακόπτων διάφορες συναλλαγματικές, αναφερόμενες στην από 1-10-2010 σύμβαση, μεταξύ των οποίων και οι δύο επίδικες. Το δάνειο δόθηκε προκειμένου ο ανακόπτων να αντιμετωπίσει τη δική του συμμετοχή στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες, ανεξαρτήτως αν το κόστος ανακαίνισης το κατέβαλε ο συνεργάτης του Π. Α.. Εξάλλου το ποσό του δανείου των 160.000 ευρώ δεν δόθηκε μόνο για την πραγματοποίηση εργασιών στην ως άνω επιχείρηση, αλλά και για την ανακαίνιση γκαρσονιέρας των ανακοπτόντων, ενώ συμφωνήθηκε και η επέκταση του σκοπού της εταιρείας για την εμπορία επίπλων και χαρτικών. Μάλιστα με το από 31-1-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπέγραψαν μεταξύ τους οι ως άνω εταίροι βεβαιώνουν ότι δαπάνησαν χρήματα για έρευνα αγοράς σε Κίνα και Ουκρανία, για προσωπικά έξοδα, για ανακαίνιση κεντρικού γραφείου, πέραν του ως άνω κέντρου διασκεδάσεως που κόστισε 75.000 ευρώ, για κατασκευή γραφείου, για τη διαμόρφωση του εξωτερικού χώρου και για την αγορά σακούλας και επίπλων. Επιπλέον στο από 8-10-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό περί επέκτασης του σκοπού της εταιρείας, αναφέρονται και καταβολές του ανακόπτοντος για οφειλές του σε τρίτους, ύψους 12.500 ευρώ. Στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας συνήφθη μεταξύ των μερών η σύμβαση δανείου ύψους 160.000 ευρώ με δανειστή τον Γ. Α. και δανειζόμενο τον Π. Κ. και ακολούθως εξεδόθησαν στα πλαίσια της ως άνω σύμβασης 17 συναλλαγματικές ύψους 160.000 ευρώ, ενώ την αποπληρωμή του δανείου εγγυήθηκαν η ανακόπτουσα και η αδελφή του Β. Κ., οι οποίες χορήγησαν επιπλέον στον Γ. Α. το δικαίωμα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης για το ποσό της απαιτήσεώς του σε δύο καταστήματα κυριότητάς τους. Ο ανακόπτων στις 30-9-2012 δήλωσε εγγράφως ότι έχει δανειστεί για προσωπικές του ανάγκες 227.000 ευρώ, συγκεκριμένα 160.000 ευρώ από τον καθ'ου η ανακοπή με υπογραφή σχετικών συναλλαγματικών, όπως αναφέρεται στην από 1-10-2010 σύμβαση δανείου και 67.000 ευρώ από τον Π. Α.....Η ανακόπτουσα Μ. Κ. με το από 8-10-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνούσε ότι, σε περίπτωση αδυναμίας αποπληρωμής των 160.000 ευρώ από τον οφειλέτη Π. Κ., θα μεταβιβάσει τρία ακίνητα για την εξόφληση του εν λόγω ποσού, επιβεβαιώνοντας εγγράφως στον Γ. Α. ότι σε καμία περίπτωση δεν θα χαθούν τα δανειζόμενα χρήματα....Οι διάδικοι, συμπεριλαμβανομένης και της ανακόπτουσας προέβησαν στη σύνταξη πλείστων ιδιωτικών συμφωνητικών με τα οποία διευθετούσαν τις μεταξύ τους οικονομικές συναλλαγές και από τα οποία γίνεται φανερό ότι στην εν λόγω συνεργασία είχαν ενεργό συμμετοχή όλα τα μέλη της οικογένειας Κ., καθώς και η ανακόπτουσα είχε υπογράψει ως τριτεγγυήτρια στις επίδικες συναλλαγματικές και σε ακίνητο ιδιοκτησίας της ιδίας και της θυγατέρας της έχει εγγραφεί συναινετική από εκείνες προσημείωση υποθήκης υπέρ του καθ'ου για το ποσό των 160.000 ευρώ που προέρχεται από το από 1-10-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβασης δανείου. Εν τέλει η συνεργασία των ανωτέρω εταίρων δεν ευοδώθηκε, με αποτέλεσμα τον Σεπτέμβριο του 2012 να λύσουν την εταιρεία με ιδιωτικό συμφωνητικό και να εκδοθούν από τον καθ'ου, μεταξύ άλλων, και 4 συναλλαγματικές, ποσού 11.000 ευρώ εκάστης, τις οποίες αποδέχθηκε ο ανακόπτων, υπέρ του οποίου τριτεγγυήθηκε πάλι η ανακόπτουσα, προκειμένου να αγοράσει ο ανακόπτων το μερίδιο του Π. Α. στην αφανή εταιρεία. Στις επίδικες συναλλαγματικές ο Π. Α. έθεσε τη ρήτρα "ανέξοδος επιστροφή", όμως πέραν του γεγονότος ότι η ρήτρα αυτή τίθεται προς το συμφέρον του τριτεγγυητή (με τη ρήτρα αυτή εκπίπτει των δικαιωμάτων του ο κομιστής ως προς την τριτεγγυήτρια ανακόπτουσα) και συνεπώς η ανακόπτουσα-τριτεγγυήτρια δεν έχει έννομο συμφέρον να επικαλεσθεί την ως άνω ακυρότητα (ουδεμία δε βλάβη επικαλείται ότι υπέστη εκ της θέσης της σχετικής ρήτρας), σε κάθε περίπτωση η ως άνω ρήτρα τέθηκε στα σώματα των επίδικων συναλλαγματικών ενώπιον όλων των εμπλεκομένων. Συνεπώς ο πρώτος λόγος ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος...". Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο δεν προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων με το να δεχθεί ότι με το από 1-10-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβάσεως δανείου ο καθ'ου η ανακοπή κατέβαλε στον ανακόπτοντα το ποσό των 160.000 ευρώ, προκειμένου ο τελευταίος να αντιμετωπίσει τις ατομικές του υποχρεώσεις για την ανακαίνιση και επαναλειτουργία του καταστήματος "...", καθώς και τη δική του συμμετοχή στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες. Και τούτο διότι, κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο, ο ανακόπτων και ο Π. Α., πατέρας του καθ'ου η ανακοπή, κατά τον μήνα Φεβρουάριο του 2010 συμφώνησαν να συνεργασθούν, προκειμένου να επαναλειτουργήσουν το ως άνω κέντρο διασκεδάσεως, καθώς και να προχωρήσουν σε επιχείρηση εισαγωγής και εμπορίας χαρτικών, πλαστικών και επίπλων, με τη σύσταση μεταξύ τους αφανούς εταιρείας με ποσοστό συμμετοχής 50% έκαστος, ότι ο ανακόπτων δεν διέθετε το ανάλογο κεφάλαιο και γι'αυτό το λόγο ο καθ'ου η ανακοπή προέβη σε δανεισμό του, καθόσον διέθετε επαρκές κεφάλαιο-ομόλογα, στο όνομά του, ότι όπως προκύπτει και από το από 1-10-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβάσεως δανείου ο καθ'ου η ανακοπή κατέβαλε στον ανακόπτοντα το ποσό των 160.000 ευρώ, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις ατομικές του υποχρεώσεις για την ανακαίνιση και επαναλειτουργία του ως άνω καταστήματος, καθώς και τη δική του συμμετοχή στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες, στα πλαίσια δε αυτής της συμβάσεως δανείου εκδόθηκαν μεταξύ άλλων και οι επίδικες συναλλαγματικές από τον καθ'ου η ανακοπή, τις οποίες αποδέχθηκε ο ανακόπτων και τριτεγγυήθηκε η ανακόπτουσα. Τα ως άνω γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο προέκυψαν κατά τρόπο σαφή και από το κείμενο του από 1-10-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού συμβάσεως δανείου και από τους περιεχόμενους σ'αυτό όρους, χωρίς να δημιουργείται καμία αμφιβολία, ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στους οποίους και δεν προσέφυγε το δικαστήριο, το οποίο διηγηματικώς μόνο αναφέρθηκε στις συγγενικές και επιχειρηματικές σχέσεις μεταξύ των οικογενειών των διαδίκων. Επομένως, ο ως άνω τέταρτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες ισχυρισμούς τους: α) ότι οι επίδικες συναλλαγματικές έγιναν αποδεκτές από τον δεύτερο εξ αυτών υπέρ του οποίου τριτεγγυήθηκε η πρώτη εξ αυτών σε εκτέλεση των όρων της από 1-10-2010 συμβάσεως δανείου, στην οποία ουδεμία μνεία γίνεται περί θέσεως οποιασδήποτε ρήτρας επί των σωμάτων αυτών, β) ότι ο αναιρεσίβλητος και ο Π. Α. στις από 12-6-2015 προτάσεις τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Γαστούνης ισχυρίστηκαν ότι η ρήτρα τέθηκε αυτόβουλα και αυθαίρετα από τον Π. Α., χωρίς καμία συναίνεση των αναιρεσειόντων, γ) ότι ο Π. Α. στο σημείωμά του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και στις προτάσεις του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδος συνομολογεί ότι μοναδικός λόγος θέσεως της ρήτρας ήταν ο διττός σκοπός το μεν της αποστερήσεως προβολής των προσωπικών τους ενστάσεων κατά του εξ αναγωγής κομιστή των σωμάτων των συναλλαγματικών, το δε της αποφυγής της συντάξεως διαμαρτυρικού επί μη πληρωμής, δ) σε κανένα από τα συμφωνητικά δεν αναφέρεται η θέση της ρήτρας, ε) η συμφωνία φέρεται να έγινε μεταξύ των φερομένων στην από 1-10-2010 σύμβαση δανείου συμβαλλομένων, δηλ. μεταξύ συγγενικών προσώπων και η απαίτηση εξασφαλίστηκε με προσημείωση υποθήκης, περίσταση που δεν δύναται να αποτελέσει λογικό έρεισμα θέσεως της ρήτρας και στ) η ρήτρα τέθηκε από τον πατέρα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δεν είχε καμία ιδιότητα στην από 1-10-2010 σύμβαση δανείου και στις συναλλαγματικές που εκδόθηκαν κατά τους όρους αυτής. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι οι ως άνω ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων δεν αποτελούν "πράγματα", τελούντα σε σχέση με το αντικείμενο της διαφοράς, κατά την εκτεθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια του άρθρου 560 αριθ.5 ΚΠολΔ, αλλά συνιστούν επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, τα οποία δεν ιδρύουν τον παρόντα λόγο αναιρέσεως. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106, 176, 183, 189 αριθ.1, 191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-12-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμό 113/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Μαρτίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ