Αριθμός 1427/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Α. Α., το γένος Ι. Θ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Κότσιφα, που δεν κατέθεσε προτάσεις Των αναιρεσιβλήτων: Γ. χας Σ. - Π. Λ., το γένος Α. Α. και 2Α. Λ. του Σ. - Π., κατοίκων ... οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστάθιο Παπασωτηρίου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2 Σεπτεμβρίου 1999 και 28 Σεπτεμβρίου 1999 αγωγές της αρχικής ενάγουσας Μ. συζ. Σ. Θ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2001 και 2/2002 μη οριστικές, και 85/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 374/2011 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Νοεμβρίου 2011 αίτησή της ως και τους από 18 Δεκεμβρίου 2012 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 16 Ιανουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης τόσο ως προς τους κύριους όσο και ως προς τους πρόσθετους λόγους της. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αναιρεσιβλήτων του στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 374/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών, που απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την από 17.7.2009 έφεση και τους από 11.5.2010 πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 85/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...ς, η οποία μετά την έκδοση των υπ' αριθ. 19/2001 και 2/2002 προδικαστικών αποφάσεων του ίδιου Δικαστηρίου συνεκδίκασε και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις ένδικες από 2.9.1999 και 28.9.1999 αγωγές της Μ. συζ. Σ. Θ., που πέθανε κατά τη διάρκεια της επιδικίας στον πρώτο βαθμό και στη δικονομική θέση της υπεισήλθε ως κληρονόμος της από διαθήκη η αναιρεσείουσα. Με τις αγωγές αυτές η αρχική ενάγουσα, ισχυριζόμενη ότι είναι εικονικές οι αναφερόμενες στις αγωγές της πωλήσεις των δυο ακινήτων της προς τους εναγομένους, από τους οποίους ο Σ.-Π. Λ. πέθανε επίσης κατά τη διάρκεια της επιδικίας στον πρώτο βαθμό και στη δικονομική θέση του υπεισήλθαν ως κληρονόμοι του η συνεναγόμενη σύζυγός του Γ. Λ. και η θυγατέρα του Α. Λ., δηλαδή οι αναιρεσίβλητες, ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των αντίστοιχων συμβάσεων και να υποχρεωθούν οι αντίδικοί της να της αποδώσουν τα ακίνητά της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 2. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 569§2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και ως προς εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και συντάσσεται κάτω απ' αυτό έκθεση, αντίγραφο δε του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους. Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης ως χρόνος συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, πριν από τον οποίο πρέπει να ασκηθούν οι πρόσθετοι λόγοι της, θεωρείται η δικάσιμος που αρχικά ορίσθηκε κατά το άρθρ. 568§2 ΚΠολΔ και όχι τυχόν η μεταγενέστερη δικάσιμος, που ορίσθηκε ύστερα από ματαίωση ή αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης κατά το άρθρ. 575 ΚΠολΔ, με συνέπεια έτσι, αν δεν τηρηθεί η ως άνω θεσπισμένη προθεσμία ως προς την κατάθεση, αλλά και ως προς την επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, αυτοί να απορρίπτονται κατά το άρθρ. 577 ΚΠολΔ ως απαράδεκτοι για έλλειψη προδικασίας (ΟλΑΠ 143/1984? 654/1984? ΑΠ 500/2010? 398/2012). Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρ. 1§12εδ. α' του ν. 1157/1981, η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών αρχίζει από την επόμενη της ημέρας της επίδοσης ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 19.00 ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, λήγει την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας. Από την αδιάστικτη διατύπωση της εν λόγω διάταξης, όπως και των όμοιων διατάξεων του άρθρ. 144§1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται ως προς τη λήξη της προθεσμίας που καθιερώνουν, τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων που τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, έτσι ώστε αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει προς εξαιρετέα ή Σάββατο, αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την 19.00 ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας (ΟλΑΠ 266/1985). Τέτοια προπαρασκευαστική προθεσμία είναι και η ως άνω προθεσμία των τριάντα τουλάχιστον πλήρων ημερών, που πρέπει να έχουν περάσει από την κατάθεση και την επίδοση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης μέχρι την αρχική ημέρα συζήτησης της αίτησης αναίρεσης. Επομένως, αν η τελευταία πριν από τη δικάσιμο ημέρα, με αφετηρία την επομένη της επίδοσης, συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο, δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών και συνεπώς αυτοί απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι (ΟλΑΠ 33/1996? ΑΠ 890/2010). Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ότι με πράξη του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ορίστηκε για τη δικάσιμο της 21.1.2013, στην οποία προσδιορίστηκαν να συζητηθούν και οι από 18.12.2012 πρόσθετοι λόγοι που άσκησε στη συνέχεια η αναιρεσείουσα. Όμως το δικόγραφο των πρόσθετων αυτών λόγων κατατέθηκε στις 20.12.2012 στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη συνημμένη σ' αυτό πράξη κατάθεσης, που συντάχθηκε από την αρμόδια γραμματέα. Επομένως ακόμη και αν αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδόθηκε στις αναιρεσίβλητες την ίδια ημέρα, η τριακοστή ημέρα από την επομένη της κατάθεσης και της επίδοσής του συμπίπτει με την 19.1.2013, που ήταν ημέρα Σάββατο, οπότε η προθεσμία των 30 ημερών, που πρέπει να μεσολαβεί μεταξύ της κατάθεσης των πρόσθετων λόγων και της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, παρατεινόμενη, κατά τα προεκτεθέντα, μέχρι την μεθεπόμενη εργάσιμη ημέρα, έληγε την 19.00 ώρα της 21.1.2013, που ήταν όμως η ημέρα της ορισθείσας για την υπόθεση δικασίμου. Κατά τη δικάσιμο αυτή ναι μεν η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο της 13.5.2013, όμως κρίσιμη δικάσιμος πριν από την οποία έπρεπε να έχουν ασκηθεί εμπρόθεσμα οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, είναι η αρχική δικάσιμος της 21.1.2013. Συνεπώς εφόσον μέχρι την 09.30 ώρα της δικασίμου αυτής, που άρχισε η συζήτηση των προσδιορισμένων κατά τη δικάσιμο αυτή υποθέσεων, δεν είχε συμπληρωθεί η ως άνω προθεσμία των 30 ημερών, είναι εκπρόθεσμοι οι από 18.12.2012 πρόσθετοι λόγοι της αναιρεσείουσας και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. 3. Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005? 7/2006). Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1/2008), δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 1205/1990). Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά για το δικαστήριο καθορίζει ο νόμος. Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρ. 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά. Επομένως ο παραπάνω λόγος αναίρεσης δημιουργείται μόνο αν πρόκειται για αποδεικτικά μέσα, στα οποία, σύμφωνα με το νόμο, το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να προσδώσει δύναμη πλήρους απόδειξης, δηλαδή ο λόγος αυτός προϋποθέτει αποδεικτικά μέσα αυξημένης αποδεικτικής δύναμης (ΑΠ 1152/2008? 278/2010). Τέλος κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999). Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011). Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005). Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Με τα υπ' αριθ. .../14.7.1999 συμβόλαια της συμβολαιογράφου ... Ιωάννας Λιώση - Πασσά, που υποβλήθηκαν νόμιμα σε μεταγραφή, η αρχική ενάγουσα Μ. Θ., το γένος Π. Φ., φέρεται ότι πώλησε και μεταβίβασε στους εναγομένους Σ.-Π. Λ. και στη σύζυγό του Γ. Λ. (πρώτη αναιρεσίβλητη), κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα α) με το πρώτο από τα συμβόλαια αυτά ένα οικόπεδο 175,40 τ.μ., με την υπάρχουσα σ' αυτό παλαιά ισόγεια οικία, που βρίσκεται στην ... επί της οδού … αριθ. .., αντί αναγραφόμενου τιμήματος 8.036.915 δραχμών, το οποίο φέρεται ότι είχε λάβει η πωλήτρια από τους αγοραστές πριν από την υπογραφή του συμβολαίου, χωρίς την παρουσία της συμβολαιογράφου και μαρτύρων και β) με το δεύτερο συμβόλαιο τα 7/10 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου, μετά της επ' αυτού αγροικίας, συνολικής εκτάσεως 9.331 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ...ς, αντί αναγραφόμενου τιμήματος 3.699.650 δραχμών, το οποίο επίσης φέρεται ότι έλαβε η πωλήτρια από τους αγοραστές πριν από την υπογραφή του συμβολαίου, χωρίς την παρουσία της συμβολαιογράφου και μαρτύρων. Τα ακίνητα αυτά αποτελούσαν τα μοναδικά περιουσιακά στοιχεία της ενάγουσας και η κατάρτιση των συμβολαίων αυτών έλαβε χώρα στην οικία της ενάγουσας, επί της οδού … αριθ…, στην ..., κατά τις απογευματινές ώρες της 14.7.1999, με την παρουσία των μαρτύρων Γ. Κ. και Μ. Β., χωρίς να προκύπτει ότι αυτό ήταν αναγκαίο και επιβαλλόταν από το νόμο. Η ενάγουσα δεν είχε αποκτήσει τέκνα, κατοικούσε με τον σύζυγό της Σ. Θ. στην παραπάνω οικία, διάνυε κατά το χρόνο κατάρτισης των ως άνω δικαιοπραξιών το 89ο έτος της ηλικίας της και κατά τα τελευταία πέντε έτη πριν από το χρόνο αυτό έπασχε από οστεοπόρωση και σπονδυλαρθρίτιδα. Εξ αιτίας της έξαρσης των ασθενειών αυτών κατά το τελευταίο εξάμηνο αδυνατούσε πλέον να κινηθεί αυτοδυνάμως και να αυτοεξυπηρετηθεί, μπορούσε να καθίσει μόνο σε πολυθρόνα και για το λόγο αυτό είχε αναγκασθεί να χρησιμοποιεί σε καθημερινή βάση για την περιποίησή της και την εκτέλεση των αναγκαίων οικιακών εργασιών την εναγομένη Γ. Λ., η οποία ήταν γειτόνισσά της και κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα την επισκεπτόταν και τη βοηθούσε περιστασιακά στην εκτέλεση διαφόρων εργασιών, εν όψει και του ότι δεν είχε τη βοήθεια στενών συγγενικών της προσώπων, πλην της ανεψιάς της Α. Α. (αναιρεσείουσας), η οποία την επισκεπτόταν σποραδικά για να της πάει φαγητό. Έτσι η Γ. Λ., κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα, επισκεπτόταν σε καθημερινή βάση και με συχνότητα δυο και τρεις φορές ημερησίως την ενάγουσα, εκδήλωνε ενδιαφέρον γι' αυτήν, την περιποιόταν, την βοηθούσε στην εκτέλεση των σωματικών της αναγκών, έκανε τις δουλειές του σπιτιού, αγόραζε και της χορηγούσε τα αναγκαία φάρμακα και τις παρείχε διαβεβαιώσεις ότι θα την φροντίζει και στο μέλλον, εν όψει και του ότι ο σύζυγος της ενάγουσας ήταν και αυτός υπέργηρος και αδυνατούσε να της προσφέρει οποιαδήποτε ουσιαστική βοήθεια. Για το λόγο αυτό η ενάγουσα, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τις παραπάνω υπηρεσίες που η Γ. Λ. της προσέφερε και επειδή πίστεψε ότι θα τη φρόντιζε και στο μέλλον, αποφάσισε να μεταβιβάσει την κυριότητα των παραπάνω ακινήτων σ' αυτή και στο σύζυγό της Σ. Λ. Οι παραπάνω αγοραπωλησίες... ήταν εικονικές και επομένως άκυρες (άρθρ. 138§1, 180 ΑΚ), διότι δεν συνομολογήθηκαν στα σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά, γεγονός το οποίο γνώριζαν αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη, αφού δεν υπήρχε αντίστοιχη αληθινή βούληση ούτε της ενάγουσας να πωλήσει ούτε των εναγομένων να αγοράσουν τα παραπάνω ακίνητα. Στην πραγματικότητα αυτό το οποίο θέλησαν τα συμβαλλόμενα μέρη με τις παραπάνω δικαιοπραξίες και καλύφθηκε κάτω από τις εικονικές αυτές συμβάσεις πωλήσεως, ήταν η υλοποίηση της έγκυρης και ισχυρής βούλησης της ενάγουσας να μεταβιβάσει στους εναγομένους τα παραπάνω ακίνητα χωρίς αντάλλαγμα, στα πλαίσια κοινής μεταξύ τους συμφωνίας. Έτσι οι συμβάσεις αυτές συνιστούν δωρεά κατά την έννοια του άρθρ. 496 ΑΚ, οι οποίες είναι έγκυρες, αφού τις καλυπτόμενες αυτές συμβάσεις δωρεάς ήθελαν στην πρaγματικότητα τα συμβαλλόμενα μέρη, τηρήθηκε δε ο απαιτούμενος για τη σύστασή τους τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και η κυριότητα των ακινήτων μεταβιβάστηκε με την μεταγραφή των συμβολαίων στους δωρεοδόχους εναγομένους και κατά το φαινόμενο μόνον αγοραστές, χωρίς να έχει έκτοτε επακολουθήσει ανάκληση των δωρεών αυτών. Οι λόγοι για τους οποίους τα συμβαλλόμενα μέρη επέλεξαν να επενδυθούν οι επίμαχες δικαιοπραξίες το χαρακτήρα συμβάσεων πώλησης, ήταν αφενός μεν η ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση των εναγομένων, αφετέρου δε η μεγαλύτερη εξασφάλιση των τελευταίων από τον κίνδυνο ανάκλησης των δωρεών μετά το θάνατο της ενάγουσας από τους κληρονόμους της. Η εναγομένη Γ. Λ., ενώ μέχρι τα μέσα Αυγούστου 1999 επισκεπτόταν την ενάγουσα και παρείχε τις υπηρεσίες της, έκτοτε σταμάτησε να την επισκέπτεται και να τη βοηθά, διότι ο σύζυγος της ενάγουσας, ο οποίος μέχρι τότε αγνοούσε και την κατάρτιση των ως άνω δικαιοπραξιών, την κατηγόρησε ότι αφαίρεσε κάποιο χρηματικό ποσό από το σπίτι και δημιουργήθηκε μεταξύ τους φραστικό επεισόδιο. Ύστερα από την εξέλιξη αυτή φαίνεται ότι η ενάγουσα μεταμελήθηκε, οπότε με παρότρυνση του συζύγου της, αλλά και της ανεψιάς της (αναιρεσείουσας) υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ...ς την από 25.4.2000 μήνυσή της κατά των εναγομένων, ισχυριζόμενη ότι εξαπατήθηκε από αυτούς και προέβη στην κατάρτιση των παραπάνω συμβάσεων, ζήτησε δε να ασκηθεί εναντίον τους ποινική δίωξη για το αδίκημα αυτό. Σχετικά διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση, μετά το πέρας της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. ΕΓ 2-00/566-26/10.7.2001 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ..., με την οποία η μήνυση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω η αρχική ενάγουσα, η οποία τελικά αποβίωσε στις 18.2.2003, εγκατέστησε με την .../14.4.2000 δημόσια διαθήκη της ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Πέτρου Τσάγκα, που δημοσιεύτηκε από το Πρωτοδικείο ...ς, ως κληρονόμους της αφενός μεν το σύζυγό της σε όλη την κινητή περιουσία της και στην επικαρπία της ακίνητης περιουσίας της, αφετέρου δε την ως άνω ανεψιά της Α. Α., στην οποία κατέλειπε την ψιλή κυριότητα της ακίνητης περιουσίας της. Ειδικότερα η κρίση του Δικαστηρίου για το ότι οι ως άνω συμβάσεις πωλήσεως καταρτίστηκαν μόνο κατά το φαινόμενο και ήταν συνεπώς εικονικές και ότι κάτω από αυτές καλύπτονταν αντίστοιχες έγκυρες συμβάσεις δωρεάς, στηρίζεται κυρίως στις καταθέσεις των μαρτύρων που ήταν παρόντες κατά την υπογραφή των συμβολαίων, σύμφωνα με τις οποίες η ενάγουσα ενώπιόν τους και μετά από σχετικές ερωτήσεις της συμβολαιογράφου εκδήλωσε τη σαφή, ρητή και αληθινή βούλησή της να μεταβιβάσει την περιουσία της στους εναγομένους και ότι αυτό το έκανε επειδή ένοιωθε ευγνωμοσύνη και υποχρέωση στη δεύτερη από αυτούς, η οποία τη φρόντιζε. Οι καταθέσεις αυτές ενισχύονται μάλιστα από το ότι: α) δεν καταβλήθηκε στην πραγματικότητα από τους εναγομένους προς την ενάγουσα το αναγραφόμενο στα επίμαχα συμβόλαια τίμημα, για την καταβολή του οποίου όχι μόνον ουδεμία μαρτυρία ή έγγραφη απόδειξη παρέχεται, αλλά και η εναγομένη Γ. Λ. στην από 16.11.2000 ένορκη κατάθεσή της κατά τη διενέργεια της παραπάνω προκαταρκτικής εξέτασης παραδέχεται ότι δεν κατέβαλε τίμημα για τη μεταβίβαση των ακινήτων αυτών, β) η αρχική ενάγουσα κατά το χρόνο κατάρτισης των ως άνω δικαιοπραξιών, εκτός της οστεοπόρωσης και της σπονδυλαρθρίτιδας, δεν αποδείχθηκε ότι έπασχε από συγκεκριμένη άλλη ασθένεια που να επηρέαζε, μείωνε ή και να απέκλειε τη δυνατότητά της να αντιληφθεί τις συνέπειες των πράξεών της ούτε ότι βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της, γ) δεν προβλήθηκε ούτε αποδείχθηκε άλλη πειστική εξήγηση από την πλευρά της αρχικής ενάγουσας για το λόγο κατάρτισης των παραπάνω δικαιοπραξιών κατά το φαινόμενο μόνον ως συμβάσεων πωλήσεως. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι και οι μάρτυρες από την πλευρά της αρχικής ενάγουσας Γ. Σ. και Α. Α. με τις καταθέσεις τους, ενώ δεν απέκλεισαν την κατά τον κρίσιμο χρόνο ικανότητα της τελευταίας για την κατάρτιση των επίμαχων δικαιοπραξιών, εστιάζουν ωστόσο τις καταθέσεις τους στο ότι τελικά η αρχική ενάγουσα οδηγήθηκε στην κατάρτιση αυτών, αφού παραπλανήθηκε και εξαπατήθηκε από τους εναγομένους, πειθόμενη στις διαβεβαιώσεις των τελευταίων ότι η σχετική διαδικασία γινόταν για τη χορήγηση σ' αυτή αναπηρικής σύνταξης, ισχυρισμό που διέλαβε τόσο η ενάγουσα μεταγενέστερα στην παραπάνω μήνυσή της όσο και η εκκαλούσα (αναιρεσείουσα) στις κατ' έφεση προτάσεις της, ο οποίος όμως ισχυρισμός δεν ασκεί έννομη επιρροή στην υπόθεση, αφού στις ένδικες αγωγές δεν περιέχεται βάση για ακύρωση των επίμαχων δικαιοπραξιών για πλάνη, απάτη ή ως αντίθετων στα χρηστά ήθη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκρινε, όπως και το Πρωτοδικείο, ότι υπό τις εικονικές συμβάσεις πώλησης της αρχικής ενάγουσας προς τους αρχικούς εναγομένους καλύπτονταν αντίστοιχες έγκυρες συμβάσεις δωρεάς προς αυτούς, απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης οριστικής απόφασης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε το νόμο ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρ. 138 και 180 ΑΚ και ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, με ρητή, μάλιστα, αναφορά, μεταξύ άλλων α) στη μήνυση της αρχικής ενάγουσας κατά των αρχικών εναγομένων ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών ...ς και στις καταθέσεις που δόθηκαν στο πλαίσιο της σχετικής μ' αυτή προκαταρκτικής εξέτασης, β) στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων είτε ενώπιον του Εισηγητή για τις αποδείξεις Δικαστή είτε ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Δημήτριου Μαρίνου και γ) στην υπ' αριθ. .../2000 δημόσια διαθήκη της αρχικής ενάγουσας ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Πέτρου Τσάγκα. Επομένως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι ο αντίθετοι πρώτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος, όγδοος, ένατος και δέκατος των λόγων της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 10, 11γ και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ενώ ως απαράδεκτος πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος λόγος της ίδιας αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα και αντίθετα ανεπίτρεπτα έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, αφού δεν προσδιορίζονται τα πράγματα αυτά, όπως θα έπρεπε για να ήταν ορισμένος ο λόγος αυτός, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατά το μέρος με το οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11α του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι εσφαλμένα το Εφετείο έλαβε υπόψη την περιεχόμενη στην υπ'αριθμ…/2001 εισηγητική έκθεση ημιτελή ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Μ. Β., αφού όπως ορθά δέχθηκε το Εφετείο, η ένορκη αυτή κατάθεση εκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο και έτσι πράγματι εκτιμήθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου ως απαράδεκτος πρέπει επίσης να απορριφθεί και ο δεύτερος των λόγων της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη της και προπάντων κακώς αξιολόγησε ως πειστικότερες τις καταθέσεις των μαρτύρων των αντιδίκων της από τις καταθέσεις των δικών της μαρτύρων, αφού οι μαρτυρικές καταθέσεις εκτιμώνται ελεύθερα και έτσι πράγματι εκτιμήθηκαν από το Εφετείο μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ανεπίτρεπτα δε με το σύνολο των παραπάνω λόγων της αίτησης αναίρεσης επιχειρείται, με πρόσχημα αντίστοιχες πλημμέλειες, να πληγεί η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί και ο έβδομος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει κατ' ορθή εκτίμηση στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8β και όχι από τον αριθμό 9γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένα επικαλείται αυτή, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι το Εφετείο παρέλειψε να απαντήσει στον έκτο λόγο της έφεσής της, που αφορά τη δημόσια διαθήκη της αρχικής ενάγουσας, αφού το Εφετείο απάντησε με την προσβαλλόμενη απόφασή του σε όλους τους κύριους και πρόσθετους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, τους οποίους ορθά εκτίμησε ως ενιαίο λόγο για κακή εκτίμηση των αποδείξεων από την πρωτόδικη οριστική απόφαση. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4.11.2011 αίτηση και τους από 18.12.2012 πρόσθετους λόγους της Α. Α. - Θ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 374/2011 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2013, όπου και δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ