Αριθμός 1196/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Α. του Α., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη. Της αναιρεσίβλητης: Σ. Ε. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Χατζηδανιήλ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 103/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 121/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-6-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 παρ. 1, 104 και 105 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια με πληρεξούσιο δικηγόρο, διοριζόμενο με τον τύπο που ορίζει ο νόμος, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του Κώδικα αυτού, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση (ΑΠ 46/2022). Επομένως, αν κατά τη συζήτηση μιας πολιτικής υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος διαδίκου εμφανίζεται στον Άρειο Πάγο, αλλά δεν αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του, την οποία αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός δεν μετέχει νομίμως στη δίκη και θεωρείται δικονομικώς απών (ΑΠ 1556/2018, ΑΠ 1601/2017, ΑΠ 1695/2017, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 652/2014, ΑΠ 1574/2008). Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως (Ολ.ΑΠ 13/2008), αφού η έλλειψη της πληρεξουσιότητας συνεπάγεται, σε κάθε περίπτωση και άνευ ετέρου, την ακυρότητα όλων των διαδικαστικών πράξεων που επιχειρήθηκαν χωρίς τη συνδρομή της (ΑΠ 211/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση από 15-6-2021 (αριθμ. κατάθ. 132/3-8-2021) αίτηση, ζητείται η αναίρεση της με αριθ. 121/2021 απόφασης του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ), αντιμωλία των διαδίκων. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ως άνω δικάσιμο (17-3-2023), και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά, οι αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από το δικηγόρο Ιωάννη Καραγκούνη. Ο τελευταίος όμως, δεν προσκομίζει, ούτε επικαλείται συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο προς απόδειξη της πληρεξουσιότητάς του από τον πρώτο των αναιρεσειόντων Σ. Α.. Όσον αφορά τη δεύτερη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "Ιντερσαλόνικα Α.Ε.Γ.Α." ο παραστάς για λογαριασμό της ίδιος ως δικηγόρος, (Ιωάννης Καραγκούνης), προσκόμισε στο δικαστήριο το με αριθ. 2330/24-9-2021 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Λ., με το οποίο, αφενός μεν του χορηγείται πληρεξουσιότητα να εκπροσωπήσει τη δεύτερη αναιρεσείουσα κατά τη συζήτηση της ένδικης αναίρεσης και, αφετέρου εγκρίνονται και αναγνωρίζονται όλες οι πράξεις του ως πληρεξουσίου που ενήργησε, ως νόμιμες, έγκυρες, ισχυρές και απρόσβλητες, σαν να έγιναν από την ίδια. Επομένως, αφού δεν αποδεικνύεται χορήγηση, από τον πρώτο αναιρεσείοντα νόμιμης πληρεξουσιότητας στον εν λόγω δικηγόρο, με κάποιον από τους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αυτός θεωρείται ότι δεν παρίσταται κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και είναι δικονομικά απών. Περαιτέρω, η υπό κρίση, από 15-6-2021, αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί, από τη δεύτερη αναιρεσείουσα, νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, τραυματίστηκε στις 9-10-2012, σε αυτοκινητικό ατύχημα που συνέβη στα Ιωάννινα, κινούμενη πεζή, από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου Σ. Α. (ως πρώτος αναιρεσείων κρίθηκε δικονομικά απών), οδηγού του με αριθμ. κυκλοφορίας ... δημόσιας χρήσης αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του και ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στη δεύτερη εναγόμενη και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία. Αυτή (ενάγουσα) με την από 1-10-2017 (αριθ. κατάθ. 26/25-1-2018) αγωγή της στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων, ισχυριζόμενη τα παραπάνω, ζήτησε να της καταβάλουν οι εναγόμενοι, ως αποζημίωση θετική ζημία και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την με αριθ. 103/2018 οριστική απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, λόγω παραγραφής της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας, λόγω παρόδου πενταετίας από το ατύχημα και τον εξ αυτού τραυματισμό της, με τον οποίο, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, ταυτίζεται και η γνώση εκ μέρους της ενάγουσας της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση. Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, την από 13-9-2018 (αριθμ. κατάθ. 88/2018) έφεση, με το μοναδικό λόγο της οποίας, επικαλούμενη εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των περί παραγραφής και επιμήκυνσης αυτής διατάξεων, ζήτησε την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και την παραδοχή της αγωγής της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1 εδ. α'του ΑΚ, η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, ενώ, κατά τη διάταξη της παρ.1 εδ. β' του ίδιου άρθρου, σε κάθε περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων, συνάγεται ότι, με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται το θέμα της έναρξης του χρόνου της πενταετούς παραγραφής της αξίωσης για αποζημίωση από αδικοπραξία, κατά παρέκκλιση από το γενικό κανόνα του άρθρου 251 του ΑΚ, από τότε που ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση και όχι αφότου γεννήθηκε η αξίωση και έγινε δικαστικώς επιδιώξιμη. Ως γνώση της ζημίας, για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής, νοείται η γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών της πράξης, όχι δε η γνώση της ακριβούς έκτασης της ζημίας ή του ποσού της αποζημίωσης (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1443/2022, ΑΠ 546/2021). Στην παραπάνω πενταετή παραγραφή υπόκειται και η, κατ' άρθρο 932 του ΑΚ, αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 937 του ΑΚ, αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη, που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης. Για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής πρέπει να συντρέχουν οι παρακάτω προϋποθέσεις: 1) η αδικοπραξία να αποτελεί συνάμα κολάσιμη από τον ποινικό νόμο πράξη. Δεν αποτελεί όμως προϋπόθεση η προηγούμενη άσκηση ποινικής δίωξης και η τιμωρία του δράστη και 2) η ποινική δίωξη της πολιτείας για την τιμώρηση της αξιόποινης πράξης πρέπει να υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή. Για τη διαπίστωση, αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξης είναι ή όχι μακρότερη από την αστική παραγραφή της απαίτησης από την αδικοπραξία, θα ληφθεί υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξης ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος και η προβλεπόμενη στον ποινικό νόμο, ανάλογα, ποινική παραγραφή, όπως αυτή, ως προς τη διάρκειά της καθορίζεται στο άρθρο 111 του ΠΚ ή σε διάταξη άλλου, ειδικού ποινικού νόμου. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 3, 112 και 113 παρ. 2 και 3 του ΠΚ τα πλημμελήματα παραγράφονται μετά πέντε έτη από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, η δε προθεσμία αυτή αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση και δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από τρία έτη. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται, ότι η απαίτηση από αδικοπραξία, που αποτελεί συνάμα και πλημμέλημα, παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση, στο χρόνο δε αυτό της παραγραφής δεν συνυπολογίζεται ο χρόνος της τριετούς αναστολής της παραγραφής του πλημμελήματος (Ολ.ΑΠ 15/2011, Ολ.ΑΠ 21/2003, ΑΠ 415/2015). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 261 του ΑΚ και 221 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση άσκησης της αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία (ΑΠ 1508/2021, ΑΠ 1025/2017, ΑΠ 59/2016, ΑΠ 1010/2015). Τέτοια άσκηση αγωγής, που διακόπτει την παραγραφή, συνιστά και η, κατά την ποινική διαδικασία, νομότυπη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής για το ποσό που αιτείται ο πολιτικώς ενάγων (ΑΠ 1508/2021, ΑΠ 1023/2019, ΑΠ 1010/2017). Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α` του ΑΚ "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμα η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή". Βασική προϋπόθεση για την, προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή, επιμήκυνση της αρχικά βραχυχρόνιας παραγραφής (όπως της πενταετούς παραγραφής της ΑΚ 937 παρ. 1, που ενδιαφέρει εν προκειμένω) σε εικοσαετή είναι, κατά το εν προκειμένω ενδιαφέρον μέρος, η προηγούμενη βεβαίωση της αξίωσης με τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Σύμφωνα δε με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 268 εδ. α` του ΑΚ, εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική, αποθετική ζημία και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ` αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 του ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση (και το οποίο δεν είχε καταστεί αντικείμενο της προηγούμενης δίκης). Και αυτό, διότι και το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 του ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικά, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία. Ωστόσο, η νέα αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 του ΑΚ την ύπαρξη αξίωσης, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 1443/2022, ΑΠ 485/2021, ΑΠ 546/2021, ΑΠ 401/2020). Δηλαδή, κατά τα ανωτέρω, η αξίωση αποζημίωσης που ασκείται με τη δεύτερη αγωγή αποζημίωσης θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με την προηγούμενη απόφαση, που εκδόθηκε επί της πρώτης αγωγής αποζημίωσης, δηλαδή ουσιαστικώς πρόκειται για την ίδια κατά βάση αξίωση, η οποία όμως αφορά διαφορετικό (μεταγενέστερο) χρόνο. Περαιτέρω, υπό τον ΚΠολΔ, οι (καταδικαστικές ή αθωωτικές) αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν παράγουν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη (ΑΠ 259/2021, ΑΠ 368/2021, ΑΠ 1517/2018). Όμως, αναφορικά με την ποινική απόφαση για την πολιτική αγωγή, από τις διατάξεις των άρθρων 63 και 67 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, για την αξίωση που κρίθηκε από το ποινικό δικαστήριο, μετά από άσκηση πολιτικής αγωγής, δημιουργείται δεδικασμένο, το οποίο δεσμεύει και το πολιτικό δικαστήριο. Το δεδικασμένο, όμως, της ποινικής απόφασης που δέχεται ή απορρίπτει την πολιτική αγωγή καλύπτει μόνο το κύριο ζήτημα της επιδίκασης ή μη της αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης που ζητήθηκε. Η έννομη σχέση της αδικοπραξίας, μολονότι αποτελεί προδικαστικό ζήτημα του παραπάνω κύριου ζητήματος και η εξέτασή της είναι αναγκαία για την απόφαση επί του κυρίου ζητήματος, εντούτοις δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο και τούτο, διότι το ποινικό δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να αποφασίσει για την αδικοπραξία ως έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου. Συνεπώς, δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 331 του ΚΠολΔ. Αν, λοιπόν, μετά την έκδοση απόφασης του ποινικού δικαστηρίου που δέχεται την πολιτική αγωγή, ασκηθεί αγωγή για περαιτέρω αποζημίωση ή για επί πλέον χρηματική ικανοποίηση στο πολιτικό δικαστήριο, αυτό δεν δεσμεύεται από την ποινική απόφαση ως προς την τέλεση της αδικοπραξίας. Το πολιτικό δικαστήριο θα δικάσει εκ νέου την υπόθεση χωρίς να δεσμεύεται από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου για το ότι ο εναγόμενος (κατηγορούμενος στην ποινική δίκη) τέλεσε υπαίτια την αδικοπραξία (ΑΠ 535/2016). Επομένως, με βάση τα παραπάνω εκτιθέμενα, από τη στιγμή που το ποινικό δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να αποφασίσει για την αδικοπραξία κατά την έννοια της ΑΚ 914, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι με την τελεσίδικη ποινική απόφαση, με την οποία επιδικάσθηκε ολόκληρο το αιτηθέν, με επιφύλαξη, ποσό της χρηματικής ικανοποίησης, συντρέχει η βασική προϋπόθεση της διάταξης του άρθρου 268 του ΑΚ, δηλαδή απόφαση τελεσίδικη περί βεβαίωσης της αξίωσης (και για επί πλέον, πέραν της ασκηθείσας, χρηματική ικανοποίηση). Η διάταξη αυτή πρέπει να νοηθεί ότι αναφέρεται σε βεβαίωση προκύπτουσα από απόφαση τελεσίδικη παράγουσα δεδικασμένο, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω για τους προαναφερθέντες λόγους. Δεν παράγει δεδικασμένο απόφαση σε θέμα που αναφέρεται σε έννομη σχέση για την οποία στερείται δικαιοδοσίας να αποφασίσει. Εξάλλου, οι διατάξεις των άρθρων 93-96 του Συντάγματος αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ' αντιστοιχία των προβλεπόμενων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων. Βασική συνέπεια που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διάκρισης των δικαιοδοσιών είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα 321 επ. ΚΠολΔ, 57 ΚΠοινΔ, 197 ΚΔΔ). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι, κατ' αρχήν, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Περαιτέρω, αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας (όπως στο άρθρο 5 παρ. 2 του ΚΔΔ). Επομένως, το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική (ΑΠ 1422/2017, ΑΠ 874/2015). Εξάλλου, από το άρθ. 321 του ΚΠολΔ που ορίζει ότι όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο, σε συνδυασμό και με το άρθ. 250 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι υπό το κράτος του ΚΠολΔ, που δεν περιέχει διάταξη όμοια με εκείνη του άρθ. 12 της προϊσχύσασας πολιτικής δικονομίας, δεν παράγεται δεδικασμένο, δεσμευτικό για τα πολιτικά δικαστήρια ως προς τα αστικής φύσεως θέματα από τις (αμετάκλητες) αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, εκτός εάν αυτά κρίθηκαν στο πλαίσιο πολιτικής αγωγής για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω (ηθικής βλάβης ή) ψυχικής οδύνης, που άσκησαν οι νομιμοποιούμενοι προς τούτο κατ` άρθ. 63 του ΚΠΔ. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 65 και 67 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι το ποινικό δικαστήριο, εάν καταδικάσει τον κατηγορούμενο, είναι υποχρεωμένο να αποφασίσει και για την πολιτική αγωγή (με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθ. 65), δεχόμενο ή απορρίπτοντας αυτήν και ότι η πολιτική αγωγή που κρίθηκε ήδη από το ποινικό δικαστήριο δεν μπορεί να ασκηθεί πλέον στα πολιτικά δικαστήρια (παρά μόνο για την εκκαθάριση των ζημιών που γεννήθηκαν μετά την απόφαση), αυτό δε σημαίνει ότι από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου δημιουργείται δεδικασμένο που δεσμεύει και τα πολιτικά δικαστήρια, μόνον, όμως, κατά το μέρος, κατά το οποίο κρίθηκε η αξίωση του παθόντος από το ποινικό δικαστήριο (ΑΠ 535/2016, ΑΠ 1098/2011, ΑΠ 1044/2000, ΑΠ 1474/2000), δηλ. ως προς το κύριο ζήτημα της επιδίκασης ή μη της αποζημίωσης ή της χρηματικής ικανοποίησης, όχι όμως και ως προς την έννομη σχέση της αδικοπραξίας (Ολ.ΑΠ 4/2020, ΑΠ 1525/2021, ΑΠ 535/2016, ΑΠ 1735/2013), ούτε ως προς την υπαιτιότητα του υπόχρεου (ΑΠ 874/2015). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, ΑΠ 655/2022). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 3/2020 Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 164/2021). Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η δεύτερη αναιρεσείουσα αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 περ. α' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, με το να δεχθεί ότι με την έκδοση τελεσίδικης ποινικής απόφασης η οποία επιδίκασε μέρος χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (αιτηθέν συμβολικό ποσό 40,00 ευρώ) για το οποίο και είχε παραστεί η ενάγουσα ως πολιτικώς ενάγουσα, επιφυλαχθείσα να αξιώσει μεγαλύτερο χρηματικό ποσό για την ως άνω αιτία με αγωγή ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, όπως και πράγματι άσκησε την ένδικη αγωγή, αλλά μετά την πάροδο πενταετίας από τη γνώση της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση, επιμηκύνθηκε η παραγραφή για αξιώσεις που είχαν ήδη γεννηθεί κατά την τελεσιδικία αυτής της απόφασης, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 268 εδ. α' και 937 παρ. 1 του ΑΚ. Στην ερευνώμενη υπόθεση, το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλόμενη 121/2021 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σχετικά με το κρίσιμο για την έκβαση του λόγου αναίρεσης ζήτημα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:'' ... στις 9-10-2012, περί ώρα 9:15 π.μ., ο πρώτος εφεσίβλητος (πρώτος αναιρεσείων) οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Δ.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, που ήταν νομίμως ασφαλισμένο για την κάλυψη της αστικής ευθύνης του οδηγού για ζημίες και σωματικές βλάβες έναντι τρίτων στην δεύτερη εφεσίβλητη (δεύτερη αναιρεσείουσα), ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α.", επί της οδού Πανεπιστημίου στην Ανατολή Ιωαννίνων, με κατεύθυνση προς το Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, κινούμενος πίσω από αστικό λεωφορείο, στο οποίο επέβαινε η εκκαλούσα. Όταν το αστικό λεωφορείο έφτασε στη στάση απέναντι από τα ΤΕΙ Ιωαννίνων, η εκκαλούσα (αναιρεσίβλητη) αποβιβάσθηκε από αυτό μαζί με άλλους επιβάτες, με σκοπό να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα και να μεταβεί στην απέναντι πλευρά της οδού, όπου κάνει στάση το λεωφορείο του ΚΤΕΛ Πρεβέζης, για να επιβιβασθεί σ' αυτό. Αφού πέρασαν πίσω από το αστικό λεωφορείο, και μπροστά από το φορτηγό του πρώτου εφεσίβλητου, αρκετοί επιβάτες για να διασχίσουν κάθετα το οδόστρωμα, ξεκίνησε τελευταία την ίδια κίνηση και η εκκαλούσα, πλην όμως ο πρώτος εφεσίβλητος δεν την αντιλήφθηκε εγκαίρως και εκκίνησε το βαρύ όχημά του, με αποτέλεσμα να περάσει με τον μπροστινό αριστερό τροχό του πάνω από το αριστερό της πόδι και να την τραυματίσει σοβαρά, όπως κατωτέρω θα εκτεθεί. Από τα παραπάνω προκύπτει πως αποκλειστικά υπαίτιος για το ατύχημα υπήρξε ο πρώτος εφεσίβλητος, ο οποίος, αν και επαγγελματίας στην οδήγηση, οδηγούσε το όχημά του χωρίς την απαιτούμενη προσοχή και επιμέλεια που όφειλε, και μπορούσε κατά τις περιστάσεις, να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός. Ειδικότερα, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε να επιδείξει κατά το συγκεκριμένο χρόνο, καθώς από το προπορευόμενο αστικό λεωφορείο είχε αποβιβασθεί αρκετός κόσμος που επιχειρούσε να περάσει απέναντι, δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του φορτηγού του ώστε να είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους αναγκαίους χειρισμούς προς αποφυγή ατυχήματος, με αποτέλεσμα να εκκινήσει ξανά την πορεία του χωρίς να βεβαιωθεί πως δεν υπήρχε άλλος πεζός μπροστά του, και εν προκειμένω η εκκαλούσα που ήδη διέσχιζε κάθετα το ρεύμα κυκλοφορίας του, και να προκαλέσει το ατύχημα. Μετά το ατύχημα η εκκαλούσα μεταφέρθηκε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη κάταγμα κνήμης - περόνης του αριστερού ποδιού της, και την ίδια ημέρα υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση ενδομυελικής ήλωσης της αριστερής κνήμης, και έλαβε εξιτήριο στις 15-10-2012, με οδηγίες για βάδιση με βακτηρίες και προοδευτική φόρτιση, επανεξέταση στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία της ορθοπεδικής κλινικής στις 12-12-2010, αλλαγές του τραύματος κάθε 3 ημέρες, και αφαίρεση των ραμμάτων 20 ημέρες μετά από το χειρουργείο. Περαιτέρω, με την υπ" αριθμ. 2971/2015 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων, ο πρώτος εφεσίβλητος καταδικάσθηκε ερήμην σε ποινή φυλάκισης ενός έτους με τριετή αναστολή, και επιδικάσθηκε στην εκκαλούσα, η οποία παραστάθηκε νομίμως ως πολιτικώς ενάγουσα, το ποσό των 40 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με την ρητή επιφύλαξή της να ασκήσει πλήρως τα δικαιώματά της στα πολιτικά δικαστήρια. Η παραπάνω απόφαση επιδόθηκε στον ίδιο τον κατηγορούμενο - πρώτο εφεσίβλητο στις 8-12-2015 (βλ. σχετικά το από 8-12-2015 αποδεικτικό επίδοσης απόφασης του Αρχιφύλακα Δ. Μ.), και κατέστη ήδη τελεσίδικη διότι κατ' αυτής δεν ασκήθηκε κανένα ένδικο μέσο από τον τελευταίο, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από 25-4-2018 υπηρεσιακή βεβαίωση της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων Α. Ζ.. Επομένως, ... με την τελεσιδικία της προαναφερόμενης ποινικής απόφασης επήλθε επιμήκυνση της παραγραφής της αξίωσης της εκκαλούσας για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από τα πέντε έτη στα είκοσι έτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α του ΑΚ, δεδομένου ότι η αξίωση της, από το χρόνο τέλεσης της άδικης πράξης του πρώτου εφεσίβλητου στις 9-10-2012 μέχρι την τελεσιδικία της ποινικής απόφασης με την οποία αυτή (η αξίωση) αναγνωρίσθηκε, δεν είχε υποκύψει στη έως την τελεσιδικία βραχυχρόνια παραγραφή των πέντε ετών. ... Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την απόφασή του έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση των εφεσίβλητων περί παραγραφής της αξίωσης της εκκαλούσας για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και απέρριψε την αντένσταση της εκκαλούσας περί επιμήκυνσης της παραγραφής της αξίωσής της στα είκοσι χρόνια, απορρίπτοντας την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο, δεκτού γενομένου του μοναδικού λόγου της έφεσης ως βάσιμου στην ουσία του... .''. Με βάση τις παραδοχές αυτές ως προς τη νομιμότητα της ανωτέρω αντένστασης της ενάγουσας περί επιμήκυνσης της πενταετούς παραγραφής της ένδικης αξίωσής της σε εικοσαετή, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, αφού διακράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία. Με τις παραδοχές του όμως αυτές, στις οποίες στήριξε την αποδοχή της αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' του ΑΚ δεχόμενο ότι με την έκδοση τελεσίδικης ποινικής απόφασης η οποία επιδίκασε μέρος χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (αιτηθέν συμβολικό ποσό 40,00 ευρώ) για το οποίο και είχε παραστεί η ενάγουσα ως πολιτικώς ενάγουσα, επιφυλαχθείσα να αξιώσει μεγαλύτερο χρηματικό ποσό για την ως άνω αιτία με αγωγή ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, όπως και πράγματι άσκησε την ένδικη αγωγή, αλλά μετά την πάροδο πενταετίας από τη γνώση της ζημία της και του υπόχρεου προς αποζημίωση, αλλά και το χρόνο του ατυχήματος, επιμηκύνθηκε η παραγραφή για αξιώσεις που είχαν ήδη γεννηθεί κατά την τελεσιδικία αυτής της απόφασης και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1 του ΑΚ, δεχόμενο ότι η ασκηθείσα στις 25-1-2018 αγωγή της ενάγουσας με την κατάθεσή της, κατά την ημερομηνία αυτή, στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και την επίδοση αντιγράφου αυτής στους εναγόμενους στις 19-3-2018, με τις με αριθμ. 7052β'/19-3-2018 και 5709Α/19-3-2018 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών, στο Πρωτοδικείο Πρέβεζας, Θ. Π. και, στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Χ. Σ., αντίστοιχα, δηλαδή μετά την πάροδο πενταετίας από το ατύχημα και τον τραυματισμό της (9-10-2012), με τον οποίο, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, ταυτίζεται και η γνώση εκ μέρους της (ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης) της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση, επήλθε επιμήκυνση παραγραφής της ένδικης αξίωσής της. Ειδικότερα, με την με αριθμ. 2971/2015 τελεσίδικη(ποινική) απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων επιδικάσθηκε στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από τον τραυματισμό της ολόκληρο το (αιτηθέν, συμβολικό) ποσό των 40,00 ευρώ, για το οποίο και είχε παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα, επιφυλαχθείσα να αξιώσει μεγαλύτερο χρηματικό ποσό για την ως άνω αιτία με αγωγή ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, όπως και πράγματι άσκησε την ένδικη, αλλά μετά την πάροδο πενταετίας από το ατύχημα και τη γνώση της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση. Όμως, σύμφωνα με τα προπαρατιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η ως άνω τελεσίδικη απόφαση του ποινικού δικαστηρίου δεν συνιστά απόφαση τελεσίδικη περί βεβαίωσης της αξίωσης, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 268 εδ. α` του ΑΚ για την επιμήκυνση της παραγραφής, αφού αυτή δεν παράγει δεδικασμένο ως προς την έννομη σχέση της αδικοπραξίας, από την οποία απορρέει η αιτηθείσα χρηματική ικανοποίηση. Η παράσταση πολιτικής αγωγής από την ενάγουσα ενώπιον του ως άνω ποινικού δικαστηρίου επέφερε μεν διακοπή της παραγραφής, κατά το άρθρο 261 του ΑΚ, όμως η διακοπή αυτή αφορά μόνο το μέρος της ασκηθείσας αξίωσης δηλαδή μόνο για το ποσό των 40,00 ευρώ, και δεν επεκτείνεται στο υπόλοιπο που ζητείται με την ένδικη αγωγή. Όπως γίνεται δεκτό, άσκηση αγωγής, που σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 261 του ΑΚ διακόπτει την παραγραφή της απαίτησης, αποτελεί και η κατά την ποινική διαδικασία νόμιμη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αν όμως η αγωγή ή η παράσταση της πολιτικής αγωγής αφορά μέρος μόνον της αξίωσης, μόνο ως προς το μέρος αυτό διακόπτεται η παραγραφή, ως προς το οποίο δημιουργείται εκκρεμοδικία κατά την έννοια των άρθρων 221 και 222 του ΚΠολΔ, όχι δε και για άλλες αξιώσεις προς αποζημίωση από την ίδια αιτία, που ανάγονται σε μεταγενέστερο χρόνο, έστω και αν, ως προς τις τελευταίες, είχε διατυπωθεί επιφύλαξη για τη δικαστική επιδίωξή τους. Επομένως, ελλειπούσης της βεβαίωσης της αξίωσης με τελεσίδικη απόφαση, που να παράγει δεδικασμένο, δεν μπορεί να γίνει λόγος για επιμήκυνση της παραγραφής κατά την ανωτέρω διάταξη και αυτό ανεξαρτήτως του ότι η τελεσιδικία της παραπάνω απόφασης του ποινικού δικαστηρίου επήλθε προ της παρόδου της βραχυχρόνιας πενταετούς παραγραφής του άρθρου 937 παρ. 1 του ΑΚ. Τούτο διότι, οι διατάξεις (άρθρα: 321 επ. του ΚΠολΔ, 57 ΚΠοινΔ) που επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι δεσμευτικό, το ορίζουν μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Συνεπώς, η αντένσταση περί επιμήκυνσης, με την παραπάνω τελεσίδικη απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, της βραχυχρόνιας πενταετούς παραγραφής σε εικοσαετή για το επίδικο επί πλέον, του αιτηθέντος με επιφύλαξη στο ποινικό δικαστήριο και εξ ολοκλήρου επιδικασθέντος με την ποινική αυτή απόφαση, ποσό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που πρόβαλε η ενάγουσα έναντι της προταθείσας από την εναγόμενη ένστασης πενταετούς παραγραφής της ασκούμενης με την ένδικη αγωγή αξίωσης(άρθρο 937 παρ. 1 του ΑΚ ), δεν είναι νόμιμη και έπρεπε να απορριφθεί. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου ο οποίος καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του κριθέντος ως βάσιμου ως άνω λόγου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή στην αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου της αίτησης αναίρεσης, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η συγκρότηση του οποίου είναι δυνατή από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στη δεύτερη αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε`του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παριστάμενης δεύτερης αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την με αριθμ. 121/2021 απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως. Διατάσσει την επιστροφή στη δεύτερη αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παριστάμενης δεύτερης αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ