Αριθμός 810/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Β. του Κ., συζ. Δ.. κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. E. Α." (πρώην "Τ. E. E. E. Α.") και ήδη «Τ. E. Α.Ε». και δ.τ. «E.", που εδρεύει στην ….και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε. Α.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 3-2-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ η 1η και η 3η δεν παραστάθηκαν. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-2013 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7700/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10775/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-4-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση, από 15-4-2021 (αριθμ. κατάθ. .../2021), αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμ. 10775/2020 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"). Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, από τη δημοσίευσή της (6-11-2020) εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τις προσκομιζόμενες, από το αναιρεσείον: 1. με αριθμ. …/12-10-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ό. Ε. και 2. με αριθμ…/15-10-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δ. Π., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ`αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., νομότυπα και εμπρόθεσμα, στην πρώτη (Χ. Β.) και τρίτη (ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ") των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα. Επομένως, αφού αυτές δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, κατά τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Η αιτούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη (Χ. Β.), άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, την, από 11-10-2013 (αριθμ. κατάθ. .../2013), αίτηση κατά του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" και χάριν συντόμευσης ΤΠΔ, καθώς και κατά της δεύτερης και τρίτης των αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιριών, με την οποία επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών της, εκ των οποίων αυτή προς το αναιρεσείον ΤΠΔ ανέρχεται στο ποσό των 21.134,75 ευρώ και προέρχεται από σύμβαση δανείου μικροεπισκευών, ζήτησε τη ρύθμιση και του χρέους της αυτού, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης το οποίο αυτή πρότεινε, άλλως τη δικαστική ρύθμιση αυτού, σύμφωνα με τις ευεργετικές διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 και 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010, αφού ληφθεί υπόψη η περιουσιακή και η οικογενειακή της κατάσταση, καθώς επίσης την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της μοναδικής κύριας κατοικίας της, προκειμένου να απαλλαγεί από τις οφειλές της προς τις πιστώτριες. Επί της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η με αριθμ. 7700/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την αίτηση ως προς το αναιρεσείον ΤΠΔ, δέχτηκε εν μέρει την αίτηση ως προς τις λοιπές των καθών-δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων και ρύθμισε δικαστικά, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 3869/2010, το χρέος της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, ενώ εξαίρεσε από τη ρευστοποίηση την κύρια κατοικία της (αιτούσας). Ακολούθως, η αιτούσα-πρώτη αναιρεσίβλητη, άσκησε κατά της ως άνω απόφασης την, από 23-1-2018 (αριθμ. κατάθ. .../ 2018), έφεση, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της απόφασης, προκειμένου να γίνει δεκτή η αίτησή της και ως προς το αναιρεσείον ΤΠΔ. Επί της έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία αφού δέχτηκε την έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση ως κατ' ουσία βάσιμη και ως προς το αναιρεσείον ΤΠΔ, ρύθμισε τα χρέη της πρώτης αναιρεσίβλητης και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία της. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α` και β` και 2 περ. α` του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "1. φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 1446/2018). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 681/2020). Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α` του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Η τελευταία περίπτωση συντρέχει και όταν ο οφειλέτης, εν γνώσει του, χειροτερεύει την οικονομική του θέση με τρόπο που δεν συνάδει με την περιουσία του, το εισόδημά του και τη γενικότερη θέση του και συγκεκριμένα όταν δεν φροντίζει για τη διατήρηση του ενεργητικού της περιουσίας του και τη σωστή διαχείρισή του ή όταν προβαίνει σε κατασπατάληση του εισοδήματος του ή των περιουσιακών του στοιχείων, με αποτέλεσμα να μειώνει τη δυνητική ροή ρευστότητας που διαθέτει. Εξάλλου, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο δόλος του οφειλέτη πρέπει να συνδέεται με την πρόκληση της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας να εξοφλήσει τα χρέη του, δηλαδή η πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πρέπει να οφείλεται σε δόλο του. Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β` της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι` αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 755/2018). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 1508/2022). Περαιτέρω, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών και για να απαλλαγεί από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται, όπως προαναφέρθηκε, σε δόλο του. Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατ` άρθρ. 323 και 340 του ΑΚ), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά τη στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του ν. 3869/2010, με την εξαίρεση που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, εφόσον, βέβαια, συντρέχει και η άλλη πιο πάνω προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς, ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 1173/2022, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 641/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1208/2017). Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 1162/2022, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 640/2020, ΑΠ 1379/2019). Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2020 οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 164/2021). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019). Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1120/2020, ΑΠ 90/2020). Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον ΤΠΔ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν, Δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη - αιτούσα την υπαγωγή της στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3869/2010, δεν έχει περιέλθει από δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, διότι δήθεν αυτό οφείλεται στη μείωση των εισοδημάτων της, στη δυσμενή οικονομική συγκυρία λόγω της οικονομικής κρίσης και στην αυξημένη φορολογία, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 σε συνδυασμό με το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 4172/2013 [Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (για τα φορολογικά έτη από 1-1-2014 και εφεξής)], , 1389 επ. και 1486 επ. του ΑΚ, με ανεπαρκή αιτιολογία για τον υπέρμετρο δανεισμό της πρώτης αναιρεσίβλητης από αυτό (ΤΠΔ), ύψους 20.000 ευρώ, για να διατηρήσει ένα υψηλό επίπεδο διαβίωσης, αν και γνώριζε ότι οι οικονομικές της δυνατότητες δεν το επιτρέπουν. Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδάφ. β'του ν. 3869/2010, 739 επ. του ΚΠολΔ), με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των συναφών αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά: "...Η αιτούσα (εκκαλούσα) ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, γεννηθείσα το έτος 1961, είναι δημόσιος υπάλληλος του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.), έγγαμη με τον - γεννηθέντα το έτος 1956 - Δ. Θ., Δικηγόρο και μητέρα δύο ενήλικων (γεννηθέντων κατά τα έτη 1988 και 1991 αντιστοίχως) και μη προστατευόμενων τέκνων (βλ. την από 25/01/2016 βεβαίωση οικογενειακής καταστάσεως). Τα εισοδήματά της από την εργασία της στον Ο.Α.Ε.Δ. ανέρχονταν (κατά το χρονικό σημείο συζητήσεως της αιτήσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και σύμφωνα με την εκκαλουμένη απόφαση) στο ποσό των 1.245,82 ευρώ κατά μήνα (και δη ως προς το φορολογικό έτος 2016, δηλώνονται εισοδήματα 16.580,35 ευρώ, αναγόμενα μηνιαίως στο ως άνω ποσό περίπου, μετά την αφαίρεση του αναλογούντος φόρου και του ποσού για ειδική εισφορά αλληλεγγύης). Από το μισθό της αφαιρείται ποσό 232,25 ευρώ μηνιαίως για την εξόφληση οφειλής της προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ήδη αναιρεσείον καθώς και ποσό για εξόφληση μηνιαίας δόσεως δανείου από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (για την αναφερόμενη στην αίτηση οφειλή ποσού 14.100,32 ευρώ από σύμβαση δανείου). Ωστόσο, κατά τα προεκτεθέντα, γενομένου δεκτού του πρώτου λόγου εφέσεως (περί μη εξαιρέσεως του δανείου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων από τις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010), από το μισθό της αιτούσας πλέον δεν θα παρακρατείται επιπλέον ποσό (για εξόφληση του εκ μέρους της αιτούσας ληφθέντος δανείου) αλλά τούτο θα συμπεριλαμβάνεται στο διαθέσιμο εισόδημά της (...) (βλ. άλλωστε και την από 18/12/2013 Προσωρινή Διαταγή της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης περί - μεταξύ άλλων - άρσεως από τη μισθοδοσία της αιτούσας της μηνιαίας παρακρατήσεως ποσού 232,25 ευρώ υπέρ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και ποσού 135,58 ευρώ υπέρ του Ο.Α.Ε.Δ.). Συγκεκριμένα, όπως ήδη ανωτέρω επισημάνθηκε, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου εφέσεως, η επίμαχη οφειλή προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων εξυπηρετείται, μεν, κανονικά με απευθείας παρακράτηση της μηνιαίας τοκοχρεωλυτικής δόσεως από το μισθό της αιτούσας και ήδη εκκαλούσας, όπως προκύπτει άλλωστε και από τις προσκομιζόμενες από την ίδια βεβαιώσεις αποδοχών της, ωστόσο,.....τούτο δύναται να ενταχθεί στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010. Ειδικότερα,.....στόχος της, εκ μέρους της αιτούσας δανειολήπτριας και ήδη εκκαλούσας, εκχωρήσεως δεν είναι η παγιοποίηση του ποσού της οφειλής της προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αλλά η σε κάθε περίπτωση εξασφάλιση της αποπληρωμής της οφειλής, σε όποιο ποσό και αν ανέρχεται αυτή, με συνέπεια, αφενός μεν τα παρακρατούμενα χρηματικά ποσά να αποτελούν μέρος του εισοδήματος της εκκαλούσας δανειολήπτριας και αφετέρου το Δικαστήριο να δύναται να προβεί σε αναπροσαρμογή της οφειλής της δανειολήπτριας προς το άνω Ν.Π.Δ.Δ. και, αντιστοίχως, στον περιορισμό της μηνιαίας δόσεως με βάση τις οικονομικές δυνατότητες της οφειλέτριας, οπότε η εκχώρηση θα ισχύει, πλέον, για το ποσό, που θα διατάξει το Δικαστήριο. Το δε γεγονός ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων παρακρατεί, με βάση τη μεταξύ αυτού και της δανειολήπτριας - αιτούσας σύμβαση εκχωρήσεως ποσοστού του μισθού της τελευταίας, ποσό από το μισθό της, δεν σημαίνει ότι για το λόγο αυτό και μόνον ελλείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και της υπαγωγής της στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, εφόσον, μετά από έρευνα των βιοτικών αναγκών της οφειλέτριας και της οικογένειάς της, διαπιστωθεί ότι τα εισοδήματά της δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες της, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Εξάλλου, ούτε η διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010, που προβλέπει τη δυνατότητα δανειολήπτη να ζητήσει από το ΔΣ του ΤΠΔ και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του, δεν αναιρεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία δικαστική, όπως η προκείμενη του Ν. 3869/2010, καθώς με τις διατάξεις του Νόμου αυτού προβλέπονται ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες από εκείνες του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010 και, επομένως, η αιτούσα δεν μπορεί να στερηθεί τις ευνοϊκές αυτές ρυθμίσεις, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.(....). Περαιτέρω, εξάλλου, τα εισοδήματα του συζύγου της αιτούσας, που ασκεί δικηγορία, έχουν υποστεί συρρίκνωση εξαιτίας της οικονομικής κρίσης που διάγει η Χώρα (βλ. φορολογικές δηλώσεις), με αποτέλεσμα να έχει μεταφέρει την έδρα της επαγγελματικής του δραστηριότητας στην οικία από το έτος 2014 (βλ. την από 27/09/2017 επανεκτύπωση βεβαιώσεως μεταβολής εργασιών φυσικού προσώπου επιτηδευματία της Α' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης). Εν προκειμένω, προς ρύθμιση εισάγονται οι μη εξαιρούμενες κατ' άρθρο 1 §2 Ν. 3869/2010 απαιτήσεις των μετεχόντων στη δίκη Πιστωτικών Ιδρυμάτων και του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, όπως παρατίθενται - κατά αιτία και επιμέρους κονδύλια - στη συνημμένη στην αίτηση κατάσταση, με τη μορφή και το ύψος που τις εισφέρει η αιτούσα (προς Eurobank οφειλή 17.911,24 ευρώ από την υπ' αριθμ. …. σύμβαση στεγαστικού δανείου, για το οποίο υπάρχει προσημείωση υποθήκης /βλ. και το από 30/08/2017 έγγραφο σε απάντηση του με Α/Α … αιτήματος, επίσης προς Ε.Τ.Ε. οφειλή 5.279,51 ευρώ από πιστωτική κάρτα και δη από την υπ' αριθμ. …σύμβαση / βλ. και την από 05/11/2013 κατάσταση, καθώς και προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων οφειλή 21.134,75 ευρώ από την υπ' αριθμ. ….σύμβαση δανείου μικροεπισκευών /βλ. και την από 06/12/2019 κατάσταση οφειλών, βλ. επίσης και τις προτάσεις της αιτούσας), καθ' όσον δεν προκύπτει αμφισβήτησή τους, ενώ δεν συνιστά αμφισβήτηση, την οποία οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο, η τυχούσα εισφορά εκ μέρους των πιστωτών και η συμπλήρωση των εισαγομένων προς ρύθμιση ποσών με τους δεδουλευμένους τόκους μέχρι και την παύση της τοκογονίας (ως την έκδοση οριστικής αποφάσεως οι απαιτήσεις των πιστωτών που είναι εξασφαλισμένοι με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δικαίωμα και ως την κοινοποίηση της ένδικης αιτήσεως οι λοιπές κατ' άρθρο 6§3 του ιδίου Νόμου), που δεν είναι δυνατό να ερευνηθεί στην εν λόγω φάση ρυθμίσεως. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι, ήδη προ της καταθέσεως της αιτήσεως, η αιτούσα αντιμετώπισε έλλειψη ρευστότητας εξυπηρετήσεως του κύριου όγκου των ληξιπρόθεσμων δόσεων που είχε αναλάβει και περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τις πιστώτριες Τράπεζες, συνολικού ποσού 23.190,75 ευρώ, η δε αδυναμία της να εξοφλήσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της, κατέστη μόνιμη. Επομένως, καταρχήν ερευνητέα καθίσταται η δυνατότητα διαθέσεως στους μετέχοντες πιστωτές ποσού από ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων της αιτούσας, κατ' άρθρο 9 του Ν. 3869/2010. Ωστόσο, πέραν του ότι δεν αποδείχθηκε ότι η αιτούσα διαθέτει άλλη πηγή εισοδήματος εκτός από το μηνιαίο μισθό της, αυτή ουδέν περιουσιακό στοιχείο διαθέτει, πλην της αποκλειστικής κυριότητας επί ενός διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου της - επί της οδού ... στην Πόλη Θεσσαλονίκης - πολυκατοικίας, με καθαρό εμβαδόν τούτου 70,13 τετραγωνικών μέτρων και με μικτό εμβαδόν του 82,76 τετραγωνικών μέτρων, με ποσοστό επί του οικοπέδου 7,97 εξ αδιαιρέτου, αντικειμενικής αξίας 50.000,00 ευρώ. Όμως, το εν λόγω διαμέρισμα αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας και της οικογένειάς της και η αξία της δεν υπερβαίνει το κατ' άρθρο 21 §2 του Ν. 3842/2010 όριο αφορολόγητης αποκτήσεως πρώτης κατοικίας για έγγαμο φορολογούμενο χωρίς προστατευόμενα τέκνα, όπως η αιτούσα, δηλαδή πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εξαίρεσή της από την εκποίηση υπό τους όρους του άρθρου 9§2 Ν. 3869/2010. Δεδομένου δε ότι η αιτούσα κρίνεται πως υπέβαλε πρόταση εκκαθαρίσεως, ζητώντας να εξαιρεθεί το δικαίωμα κυριότητας επί της ως άνω κύριας κατοικίας της από την εκποίηση, πρέπει να ορισθεί εκκαθαριστής για την παρακολούθηση και υποβοήθηση της εκτελέσεως των όρων ρυθμίσεως των οφειλών ώστε να ρυθμιστεί η ικανοποίηση των απαιτήσεων των μετεχόντων στη δίκη πιστωτών και για την εξασφάλιση των εννόμων συμφερόντων τους κατ' άρθρο 9§1 Ν. 3869/2010 (απορριπτομένου τοιουτοτρόπως ως αβάσιμου του δεύτερου λόγου εφέσεως), μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του δικαιώματος κυριότητας, των δε απαιτήσεων της πρώτης μετέχουσας στη δίκη πιστώτριας - που έχει εμπράγματη ασφάλεια στο ακίνητο - ικανοποιουμένων προνομιακώς, απορριπτομένου του τρίτου λόγου εφέσεως (σύμφωνα δε με το άρθρο 12 του Ν. 3869/2010, τα δικαιώματα των εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών επί του υπέγγυου αντικειμένου δεν θίγονται), καθ' όσον κρίνεται ως απολύτως σαφή η αντίστοιχη διάταξη του διατακτικού της εκκαλουμένης αποφάσεως που άλλωστε επαναλαμβάνεται (παρ)ομοίως και στο διατακτικό της παρούσας απόφασης (....). Ορίζεται περίοδος τοκοχρεωλυτικής εξοφλήσεως του συνόλου των οφειλών, ενόψει και της ηλικίας της αιτούσας, δεκαπέντε (15) ετών και η εξυπηρέτηση των οφειλών θα γίνει με επιτόκιο σταθερό, το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογη της ρυθμίσεως περίοδο, όπως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος και χωρίς ανατοκισμό, ενώ κρίνεται ότι πρέπει να προβλεφθεί και περίοδος χάριτος τριών (3) ετών (....). Εξάλλου, γενικώς, από τις διατάξεις άρθρ. 8 και 9 του Ν. 3869/2010, προκύπτει, ότι με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 παρέχεται η δυνατότητα στον οφειλέτη να υποβάλει πρόταση στο Δικαστήριο για να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία του από την εκποίηση. Όταν υπάρχει αίτημα εξαίρεσης από την εκποίηση της κύριας κατοικίας, η εξόφληση των χρεών του οφειλέτη γίνεται με συνδυασμένες καταβολές στα πλαίσια των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010. Προηγούνται οι καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 και ακολουθούν οι καταβολές του άρθρου 9 παρ. 2 και το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εφαρμόσει τον ανωτέρω συνδυασμό μηνιαίων καταβολών, με παράλληλη εφαρμογή τους, την οποία δεν μπορεί να παρακάμψει. Επίσης, η επιβαλλόμενη στον οφειλέτη με τη δικαστική απόφαση πρόσθετη υποχρέωση μπορεί να προβλέπει και "περίοδο χάριτος", δηλαδή χρονική συνήθως αρχική περίοδο, κατά την οποία ο οφειλέτης δεν καταβάλει κανένα ποσό οφειλής στο πλαίσιο του άρθρου 9 παρ. 2 του Νόμου. Πάντως, για τη χορήγηση περιόδου χάριτος δεν απαιτείται οπωσδήποτε αίτημα του οφειλέτη. Η διάρκεια της χάριτος δεν προβλέπεται στο Νόμο, αλλά αφήνεται στην εύλογη κρίση του Δικαστηρίου και θεωρείται ορθό να χορηγείται στον οφειλέτη περίοδος χάριτος τόσης διάρκειας, ώστε ο οφειλέτης να μπορεί να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις, τόσο του άρθρου 8 παρ. 2 του Νόμου, όσο και τις υποχρεώσεις με βάση το άρθρο 9 παρ. 2 του Νόμου και να μην επιβαρύνεται συγχρόνως με καταβολές και από τις δύο πηγές. Επιπλέον, από το όλο πνεύμα του άρθρου 9 παρ. 2 προκύπτει ότι, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου, η εξαίρεση της κύριας κατοικίας από την εκποίηση είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο και όχι δυνητική, ενώ, αντιθέτως, η περίοδος χάριτος εναπόκειται στην εύλογη κρίση του Δικαστηρίου (...). Περαιτέρω, κατ' άρθρο 9§1 Ν. 3869/2010, εν προκειμένω, ως προς τον ορισμό εκκαθαριστή, κατάλληλο πρόσωπο κρίνεται η ήδη ορισθείσα από την εκκαλουμένη απόφαση και δη εκ του τηρούμενου στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου σχετικού καταλόγου Δικηγόρων και κατονομαζόμενη και στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως Δικηγόρος και ως ιδιαίτερο έργο της προσδιορίζεται η λογιστική εκκαθάριση των απαιτήσεων των μετεχόντων στη δίκη πιστωτών, μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας επί του δικαιώματος κυριότητας της αιτούσας επί της κύριας κατοικίας της, κατά το χρόνο ενάρξεως των καταβολών (...), εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων του Πτωχευτικού Κώδικος (άρθρ. 9§1, 15 Ν. 3869/2010), συνυπολογιζομένων των καταβολών που έλαβαν χώρα με την Προσωρινή Διαταγή. Σημειωτέον ότι, κατά τα χρονικά σημεία χορηγήσεως των επίδικων δανείων, το μηνιαίο εισόδημα της αιτούσας επαρκούσε για την κάλυψη των βασικών βιοτικών της αναγκών και για την αποπληρωμή της συνολικής ενήμερης μηνιαίας δόσεως αυτών. Ωστόσο, εξαιτίας της μειώσεως του μισθού της αιτούσας, το μηνιαίο οικογενειακό της εισόδημα δεν επαρκεί πλέον για την αποπληρωμή των δανειακών της υποχρεώσεων, η δε αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών της κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί τουλάχιστον στο εγγύς μέλλον λόγω της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας, που είχε ως συνέπεια τη μείωση των μισθών, και των συνεχώς αυξανόμενων δανειακών υποχρεώσεων εξαιτίας της επιβαρύνσεως των δανείων με τόκους υπερημερίας (...). Επιπροσθέτως, στο πρόσωπο της αιτούσας, συντρέχουν εξαιρετικές περιπτώσεις, καθώς δεν δύναται να διαθέσει οποιοδήποτε ποσό για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών της και πρέπει να χωρήσει δικαστική ρύθμιση των χρεών της με μηδενικές μηνιαίες καταβολές επί πενταετία. Ενόψει δε της γενικότερης οικονομικής κρίσεως σε συνάρτηση και με τα δεδομένα της παρούσας υποθέσεως, κρίνεται ότι δεν απαιτείται ο επαναπροσδιορισμός εκ νέου δικασίμου, προκειμένου να επανελεγχθεί η εισοδηματική κατάσταση της αιτούσας (...). Πάντως, η επιδίωξη για ρύθμιση δεν συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, καθώς η άσκηση του δικαιώματος αυτού δεν έρχεται σε αντίθεση με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος (...). Αντιθέτως, κρίνεται ότι είναι απολύτως σύμφωνη με το γράμμα και το πνεύμα του Νόμου και δεν ασκείται άσκοπα, αλλά σύμφωνα με το σκοπό των διατάξεων του Ν. 3869/2010, κατά την Αιτιολογική Έκθεση αυτού και σύμφωνα με τους παγιωμένους ηθικούς κανόνες που χαρακτηρίζουν τη συμπεριφορά του μέσου συνετού ανθρώπου (...). Επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται ο ισχυρισμός του τρίτου εφεσίβλητου ΤΠΔ περί τουλάχιστον ενδεχόμενου δόλου και περί υπέρμετρου δανεισμού της αιτούσας. Συνεπώς, η εν λόγω κρίση ανταποκρίνεται στην απαίτηση διατηρήσεως του ελάχιστου ορίου αξιοπρεπούς διαβιώσεως (άρθρο 2 παρ. 1 Συντ.), λαμβανομένου, όμως, υπόψη και του ότι η οφειλέτρια, η οποία αιτείται την υπαγωγή της στις ευεργετικές ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010, πρέπει, από την πλευρά της, να μειώσει τις δαπάνες της στις απολύτως απαραίτητες για το προβλεπόμενο από το Νόμο χρονικό διάστημα (...). ...Επομένως, μη υπάρχοντος άλλου λόγου εφέσεως προς έρευνα περαιτέρω, κατόπιν παραδοχής του πρώτου λόγου εφέσεως, πρέπει να εξαφανιστεί η 7700/13-12-2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης / διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας Ν. 3869/2010 και ακολούθως, αφού διακρατηθεί η υπόθεση, να γίνει εν μέρει δεκτή η υπ' αριθμ. καταθέσεως ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης .../11-10-2013 ένδικη αίτηση (Ν. 3869/2010) και να ρυθμιστούν οι οφειλές της αιτούσας. Επίσης, πρέπει να εξαιρεθεί της εκποιήσεως το ακίνητο κυριότητας της αιτούσας που δύναται να χρησιμεύσει ως κύρια κατοικία της, υπό τον όρο ικανοποιήσεως των απαιτήσεων των μετεχόντων πιστωτών μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο 80% της αντικειμενικής αξίας του κατά το χρόνο παρόδου της περιόδου χάριτος, με την εκκαθάριση που διατάχθηκε να επιχειρηθεί υπό όρους. Ήτοι επιβάλλει στην αιτούσα την υποχρέωση να καταβάλλει για τη διάσωση της άνω κύριας κατοικίας της συνολικά το ποσό που αντιστοιχεί στο 80% της αντικειμενικής αξίας της προς τους πιστωτές μετά τη δημοσίευση της παρούσας αποφάσεως και δη κατά τα ειδικώς οριζόμενα στο διατακτικό. Η καταβολή των μηνιαίων αυτών δόσεων θα γίνεται εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο σταθερό επιτόκιο στεγαστικού δανείου που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, όπως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος. Επιπλέον, πρέπει να ορισθεί ως εκκαθαρίστρια η Μ. Β. (Α.Μ. Δ.Σ.Θ….), στην οποία αναθέτει το εν λόγω έργο και τα σχετικά καθήκοντα και η οποία θα ενημερωθεί για την ανάληψη των καθηκόντων της από τη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με σχετική σημείωση (...) και πρέπει να ρυθμιστούν τα χρέη της αιτούσας με μηδενικές μηνιαίες καταβολές προς τους μετέχοντες στη δίκη πιστωτές επί μία πενταετία, κατ' άρθρο 8§5 Ν. 3869/2010...''. Κρίνοντας έτσι το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης-αιτούσας στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, διότι αυτή, κατά την ανάληψη της δανειακής της υποχρέωσης προς το ΤΠΔ, δεν επιδίωξε την περιέλευσή της σε αδυναμία πληρωμών, αλλά ούτε προέβλεψε και αποδέχθηκε το ενδεχόμενο αυτού του αποτελέσματος και ότι παρά ταύτα συνέχισε την ίδια μη συνετή συμπεριφορά δανειολήπτη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, στην οποία ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό του ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου, τον οποίο δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή. Εξ άλλου, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνδρομή της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης της χρηματικής της οφειλής, αλλά και η ανυπαρξία του δόλου της. Πιο συγκεκριμένα, το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο με επαρκή και σαφή αιτιολογία προσδιορίζει αναλυτικά: 1) το ύψος της δανειακής σύμβασης της αιτούσας με το αναιρεσείον ΤΠΔ που ανέρχεται στο ποσό των 21.134,75 ευρώ, καθώς και των λοιπών δανειακών συμβάσεών της (αιτούσας) με την δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων-πιστωτριών που ανέρχονται στα ποσά των 17.911,24 και 5.279,51 ευρώ, αντίστοιχα, 2) το, κατά μήνα, εισόδημα αυτής κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο ανέρχονταν στο ποσό των 1.245,82 ευρώ, 3) ότι το εισόδημα του συζύγου της, ο οποίος είναι δικηγόρος, το έτος 2014 είχε μειωθεί τόσο, ώστε αυτός αναγκάστηκε να μεταφέρει την έδρα της επαγγελματικής του δραστηριότητας στην οικία του, 4) ότι πριν από την κατάθεση της αίτησης η αιτούσα αντιμετώπιζε έλλειψη ρευστότητας εξυπηρέτησης των ληξιπρόθεσμων χρεών της προς τις πιστώτριες Τράπεζες συνολικού ποσού 23.190,75 ευρώ και ότι η αδυναμία της αυτή ήταν μόνιμη, 5) την ηλικία της και ότι ο μισθός της ως υπαλλήλου του Ο.Α.Ε.Δ. ήταν το μόνο εισόδημα αυτής, 6) ότι η αιτούσα οφειλέτης δεν προσδοκά πλέον την άμεση βελτίωση των εισοδημάτων της, λόγω της οικονομικής κρίσης, 7) ότι κατά το χρόνο ανάληψης της δανειακής της υποχρέωσης (προς το ΤΠΔ τον Απρίλιο του έτους 2011 όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο και στις από 7-1-2020 προτάσεις αυτού στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης), τις οποίες τότε της επέτρεπαν οι οικονομικές της δυνατότητες, υπολόγιζε καλόπιστα, με βάση τα υψηλότερα τότε εισοδήματά της, ότι θα δύναται να εξυπηρετήσει τις οφειλές της και τέλος 8) ότι αντικειμενικά δεν μπορούσε να προβλέψει, ούτε να αποτρέψει τη μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, στην οποία περιήλθε μετά τη σημαντική συρρίκνωση του εισοδήματός της σε σχέση με το διαρκώς αυξανόμενο κόστος διαβίωσης. Τα περιστατικά αυτά, που το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 του ν. 3869/2020 την οποία εφάρμοσε, ώστε να μην καταγνωστεί σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης δανειολήπτριας - αιτούσας δολιότητα κατά τη σύναψη της δανειακής της υποχρέωσης. Οι επικαλούμενες από το αναιρεσείον, με τις από 27-1-2023 προτάσεις της παρούσας συζήτησης, αιτιάσεις, ότι δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) τα εισοδήματα της πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά το χρόνο ανάληψης της δανειακής της υποχρέωσης από το αναιρεσείον, καθώς και του συζύγου της, β) το ποσοστό συρρίκνωσης των εισοδημάτων της και γ) ο χρόνος συνομολόγησης της δανειακής της υποχρέωσης, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφενός γιατί υποβάλλονται το πρώτον με τις προτάσεις του (αναιρεσείοντος) ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και δεν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα νόμιμα και προεχόντως διότι δεν προβλήθηκαν ως λόγος αναίρεσης με το αναιρετήριο (ΑΠ 208/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 65/2017), αφετέρου ανάγονται σε επιχειρήματα αυτού προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτό εκδοχής, περί της δόλιας περιέλευσης της πρώτης αναιρεσίβλητης σε αδυναμία πληρωμής της χρηματικής οφειλής της, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που το αναιρεσείον θεωρεί ορθό (ΑΠ 1504/2022, ΑΠ 1172/2022, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 64/2017). Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες και διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα. Εξάλλου το πόρισμα, δηλ. το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές, καθόσον αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως. Οι ως άνω παραδοχές στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που έχει νόμιμη βάση και συνεπώς ο πρώτος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και απαράδεκτος κατά τις ως άνω διακρίσεις. Με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010 "Διαδικασία ρευστοποίησης περιουσίας - Προστασία κύριας κατοικίας" όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι " Εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών ή όταν το δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να παρακολουθήσει και να υποβοηθήσει την εκτέλεση των όρων ρύθμισης των οφειλών για την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη ή την εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών, ορίζεται εκκαθαριστής...Έργο του εκκαθαριστή είναι αυτό που προσδιορίζεται ειδικά με την απόφαση του διορισμού του και, σε κάθε περίπτωση, η διαχείριση της περιουσίας του οφειλέτη...Οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα περί συνδίκου εφαρμόζονται αναλόγως και στον εκκαθαριστή...". Κατά την ως άνω διάταξη, ο εκκαθαριστής ορίζεται αν: α) υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία και η εκποίησή της κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών ή και αν β) κριθεί αναγκαία η παρακολούθηση και η υποβοήθηση από τον εκκαθαριστή την εκτέλεσης των όρων ρύθμισης των οφειλών για την απαλλαγή του οφειλέτη ή και αν γ)κριθεί αναγκαία η εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών από τον εκκαθαριστή. Επομένως, ο εκκαθαριστής έχει και καθήκοντα που σχετίζονται με την υποβοήθηση της διαδικασίας και της αποπληρωμής των πιστωτών. Ασκεί τα καθήκοντά του ως συνετός εκκαθαριστής κατά το άρθρο 80 του Πτωχ. Κ. Το δικαστήριο μπορεί να αντικαταστήσει τον εκκαθαριστή οποτεδήποτε για σπουδαίο λόγο, μετά από πρόταση αρμοδίου δικαστή (Ειρηνοδίκη) που ενεργεί αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση πιστωτή ή του οφειλέτη. Ο οφειλέτης ή ο πιστωτής μπορούν να υποβάλλουν απευθείας αίτηση προς το Ειρηνοδικείο, προκειμένου να αποφασίσει την αντικατάσταση. Στην ερευνώμενη υπόθεση, η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον ορισμό εκκαθαριστή δέχθηκε ότι "... πρέπει να ορισθεί εκκαθαριστής για την παρακολούθηση και υποβοήθηση της εκτέλεσης των όρων ρύθμισης των οφειλών ώστε να ρυθμιστεί η ικανοποίηση των απαιτήσεων των μετεχόντων στη δίκη πιστωτών και για την εξασφάλιση των εννόμων συμφερόντων τους κατ' άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010... ως προς τον ορισμό δε εκκαθαριστή, κατάλληλο πρόσωπο κρίνεται η ήδη ορισθείσα από την εκκαλούμενη απόφαση και δη εκ του τηρούμενου στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου σχετικού καταλόγου Δικηγόρων και κατονομαζόμενη και στο διατακτικό της παρούσας απόφασης Δικηγόρος και ως ιδιαίτερο έργο της προσδιορίζεται η λογιστική εκκαθάριση των απαιτήσεων των μετεχόντων στη δίκη πιστωτών, μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας επί του δικαιώματος κυριότητας της αιτούσας επί της κύριας κατοικίας της, κατά το χρόνο έναρξης των καταβολών (...), εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων του Πτωχευτικού Κώδικος (άρθρ. 9 παρ. 1, 15 του ν. 3869/2010)". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τον διορισμό εκκαθαριστή για τη λογιστική εκκαθάριση των απαιτήσεων των μετεχόντων στη δίκη πιστωτών, μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας επί του δικαιώματος κυριότητας της αιτούσας επί της κύριας κατοικίας της, κατά το χρόνο έναρξης των καταβολών, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010 την οποία δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή καθόσον προέβη στον ως άνω διορισμό για παρακολούθηση και υποβοήθηση από αυτόν (εκκαθαριστή) της εκτέλεσης των όρων ρύθμισης των οφειλών για την απαλλαγή του οφειλέτη. Ο ίδιος δε λόγος αναίρεσης καθό μέρος αναφέρεται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τον διορισμό εκκαθαριστή είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, διότι, με το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010 πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας ως προς τον διορισμό εκκαθαριστή. Ενόψει των παραπάνω, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκη, που δίκασε ως Εφετείο, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις ως άνω διακρίσεις. Το γεγονός ότι η διορισθείσα ως εκκαθαρίστρια, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος έχει διαγραφεί από το Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης καθόσον διατελεί καθήκοντα συμβολαιογράφου, δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού με αίτηση πιστωτή ή του οφειλέτη προς το Ειρηνοδικείο, αυτό μπορεί να αποφασίσει την αντικατάστασή της λόγω συνδρομής σπουδαίου λόγου. Μετά από αυτά, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ. β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 15-4-2021 (αριθμ. κατάθ. ../2021), αίτηση, για αναίρεση της με αριθμ. 10775/2020 απόφασης του, δικάσαντος ως Εφετείου, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης . ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ