ΑΡΙΘΜΟΣ 1717/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ........................, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Δικαίο, περί αναιρέσεως της 9379/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Νοεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 173/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 302 παρ. 1 ΠΚ "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατου άλλο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Κατά δε το άρθρο 314 παρ. 1 εδ. 'α του ίδιου Κώδικα "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 28 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των παραπάνω εγκλημάτων απαιτείται η διαπίστωση αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε κατ' αντικειμενική κρίση την προσοχή που κάθε μέτρια συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες, που επικρατούν στις συναλλαγές και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την πείρα και τη λογική και αφετέρου ότι αυτός μπορούσε από τις προσωπικές περιστάσεις και τις ικανότητές του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα των παραπάνω εγκλημάτων που διαπράχθηκαν. Ακόμη απαιτείται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμέλειάς του. Η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η αμέλεια διακρίνεται σε ασυνείδητη, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προβλέπει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προβλέπει ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει αξιόποινο αποτέλεσμα, πιστεύει όμως ότι θα το αποφύγει. Ενόψει της ανωτέρω διακρίσεως, το Δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα που τελέσθηκε από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ποιο από τα άνω δύο είδη αμέλειας συνέτρεξε και διακριβώθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, γιατί με την παραδοχή και των δύο ειδών ή με τη διαζευκτική παραδοχή τους δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 28 του ΠΚ και ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη δε τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα απ' αυτά, ούτε να γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 9379/2005 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος στις 2-1-2001 και περί ώρα 11.30 είχε σταθμεύσει το υπ' αριθμό κυκλοφορίας .......... ΙΧ φορτηγό βυτιοφόρο αυτοκίνητο του, στην κοινοτική οδό .............. - ............. και στο προς ........... ρεύμα κυκλοφορίας. Η εν λόγω οδός έχει πλάτος οδοστρώματος 6,50 μ., με δύο ρεύματα κυκλοφορίας, στον δε άξονα της υπάρχει μονή συνεχής διαχωριστική γραμμή με παράλληλη διακοπτόμενη διαχωριστική γραμμή, που βρίσκεται στο προς ............. ρεύμα. Ο κατηγορούμενος ήθελε να εκτελέσει εργασίες σε παρακείμενο της οδού κτήμα του, η δε στάθμευση του οχήματός του έγινε πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος μπροστά στο εν λόγω κτήμα, πλην όμως έγινε κατά τέτοιο τρόπο που εμπόδιζε την ελεύθερη και ακίνδυνη διέλευση των ακολουθούντων οχημάτων, ο δε κατηγορούμενος δεν φρόντισε, όπως είχε υποχρέωση, να τοποθετήσει σε απόσταση τουλάχιστον 50 μέτρων, από το σημείο στάθμευσης του οχήματός του, την απαιτούμενη από το άρθρο 34 παρ. 9 του ΚΟΚ τριγωνική πινακίδα ή άλλη κατάλληλη συσκευή, ώστε να ειδοποιούνται από απόσταση οι προσεγγίζοντες το σημείο στάθμευσης του ανωτέρω οχήματος του οδηγοί. Ακόμη ο κατηγορούμενος έβαλε φωτιά σε ξερά χόρτα που ήταν μέσα στο κτήμα του, ήτοι προέβη σε εργασίες καθαρισμού (αποξήλωσης) αυτών και με την καύση αυτή δημιούργησε, με την παραγωγή αιθάλης (καπνού), μειωμένη ορατότητα επί του οδοστρώματος, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 12 παρ. 2 του ΚΟΚ, που δεν επιτρέπει την απόρριψη οποιασδήποτε ύλης στις οδούς, εφόσον παρακωλύει, έστω και στο ελάχιστο την κυκλοφορία των οχημάτων. Η αμελής αυτή συμπεριφορά του κατηγορούμενου, ήτοι η στάθμευση του αυτοκινήτου του χωρίς την τοποθέτηση τριγωνικής πινακίδας ή άλλης συσκευής και η πρόκληση μειωμένης ορατότητας από καπνό (αιθάλη), είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση τροχαίου ατυχήματος, για το οποίο αυτός (κατηγορούμενος) βαρύνεται με ενσυνείδητη αμέλεια, αφού μπορούσε να προβλέψει ότι από τις προαναφερθείσες πράξεις και παραλείψεις του ήταν δυνατόν να προκληθεί ατύχημα, πλην όμως πίστευε ότι τούτο δεν θα επήρχετο. Ειδικότερα την ίδια χρονική στιγμή ο ................., οδηγώντας το υπ' αριθμόν ............. ΙΧΕ αυτοκίνητο του εκινείτο στην προαναφερθείσα κοινοτική οδό και στο ρεύμα που είχε γίνει η προαναφερθείσα στάθμευση του οχήματος του κατηγορούμενου, ήτοι προς ..............., με συνοδηγό τη σύζυγο του ................ Όταν ο εν λόγω οδηγός έφτασε σε απόσταση 100 περίπου μέτρων πριν από το ακινητοποιημένο όχημα του κατηγορούμενου, όπου η οδός παρουσιάζει κατηφόρα με μικρή κλίση, λόγω της μειωμένης ορατότητας που δημιουργούσε ο καπνός, της μη τοποθετήσεως τριγωνικής πινακίδας, που θα προειδοποιούσε για το σταθμευμένο όχημα και της αυξημένης ταχύτητας με την οποία αυτός εκινείτο, προσέκρουσε αρχικά στην υπ' αριθμό ......... δίκυκλη μοτοσικλέτα, που ανήκε στον απασχολούμενο ως εργάτη στην καύση των χόρτων Ινδό υπήκοο .......... και ήταν σταματημένη 11 μέτρα πίσω από το όχημα του κατηγορουμένου, η οποία μετακινήθηκε και ακινητοποιήθηκε τελικά εντός του ερείσματος και σε απόσταση 2,40 μ από την αρχική της θέση και στη συνέχεια προσέκρουσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του στο πίσω μέρος του φορτηγού αυτοκινήτου του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του ίδιου και τον τραυματισμό της συνοδηγού. Ειδικότερα ο οδηγός .............. υπέστη βαριές κακώσεις θώρακος και κοιλίας, οξύ πνευμονικό οίδημα αιμοθώρακα δεξιά, διατομή 4ου θωρακικού σπονδύλου και νωτιαίου μυελού, από δε τις σωματικές αυτές βλάβες ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος του, η δε συνοδηγός σύζυγος του ............., υπέστη κατάγματα πλευρών αριστερά, πιθανό κάταγμα στέρνου και κάταγμα - εξάρθρωμα Α6-Α7. Ενόψει τούτων ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ανεξάρτητα από την συντρέχουσα αμέλεια του παθόντος οδηγού, ο οποίος ενόψει των συνθηκών της οδού κινιόταν με αυξημένη ταχύτητα και δεν ήταν επαρκώς προσηλωμένος στην οδήγηση ώστε ανά πάσα στιγμή και σε κάθε εμπόδιο να μπορεί να ακινητοποιεί το αυτοκίνητό του, ενώ η ανιχνευθείσα στο αίμα του ποσότητα οινοπνεύματος 0,29 ανά gr/l δεν είναι ποινικώς καταλογιστέα, αφού κατά το άρθρο 42 του ΚΟΚ ο οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό του υπερβαίνει τα 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/l )". Αντίθετα με το πιο πάνω αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με το οποίο ρητώς αποδίδεται στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ενσυνείδητη αμέλεια, αυτός καταδικάσθηκε με το διατακτικό αυτής, γιατί: "Στη ........... στις 2-1-2001 και ώρα 11.30 τέλεσε με περισσότερες πράξεις περισσότερα του ενός εγκλήματα, και συγκεκριμένα τόσο όντας υπόχρεος από το επάγγελμά του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή ως κάτοχος οχήματος κατά τη στάθμευση του αυτοκινήτου του, όσο και ως ιδιοκτήτης κτήματος εφαπτομένου του σημείου της οδού, όπου έλαβε χώρα θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα, από αμέλειά του, δηλαδή από την έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, επέφερε, κατά τη στάθμευση του οχήματός του και κατά την εκτέλεση εργασιών στο προαναφερθέν κτήμα του, σε άλλον το θάνατο και σε άλλον τη σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα, που παράχθηκε από τις παρακάτω πράξεις του, και συγκεκριμένα... ". Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση στο μεν αιτιολογικό της δέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, την ύπαρξη στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου συνειδητής αμέλειας, ενώ στο διατακτικό της δέχθηκε την ύπαρξη πραγματικών περιστατικών που προσιδιάζουν σε μη συνειδητή αμέλεια. Ετσι, όμως, με την εν λόγω αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς το είδος της αμέλειας του κατηγορουμένου που συνέτρεξε εν προκειμένω, δημιουργείται ασάφεια περί του ποια από τις δύο μορφές αμέλειας δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 28 του Ποινικού Κώδικα. Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως της υπό κρίση αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η απόφαση αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 9379/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Αυγούστου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ