Αριθμός 1396/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της Επιστήμης-Μαρίας Μουστακάτου, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1.Μ. Λ. του Χ., … και 13. Σ. Τ. του Δ., κατοίκων απάντων, ως εκ της υπηρεσίας τους, ..., εκ των οποίων οι με α/α 2η, 8η, 11η και 12η δεν παραστάθηκαν, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας Χαραλάμπους, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 745/2003 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6865/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-1-2006 αίτησή του και τους από 1-9-2022 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα, ανέγνωσε την από 10-10-2022 έκθεση του κωλυόμενου αρεοπαγίτη Ιωάννη Δουρουκλάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση) με την πράξη ορισμού δικασίμου το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικο του. Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντίθετα, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης κλπ. προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 1121/2020, ΑΠ 24/2016). Εξ άλλου, από το άρθρο 143 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 με έναρξη ισχύος την 1.1.2016 (σύμφωνα με την παρ.4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ιδίου νόμου), με το οποίο ορίζεται ότι "Ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του", συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του. Η ισχύς της εν λόγω διάταξης, ως δικονομική, καταλαμβάνει από 1.1.2016 όλες τις επιδόσεις που γίνονται στον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η απόφαση, στην υπόθεση για την οποία αυτός είχε παραστεί, εκδόθηκε πριν την 1.1.2016 (ΑΠ 1578/2021, 667/2020). Ειδικά οι επιδόσεις από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιουδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος ή ενδίκου μέσου , οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση της υπόθεσης σε οποιοδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης , κατά το άρθρο 6Α του δ/γματος της 26.6./10.7.1944 περί Κώδικος Δικών Δημοσίου, όπως προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ.3 ν. 4305/2014, δύναται να γίνει α] στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητο τους, β] στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση αυτή θεωρείται αντίκλητος για κάθε μεταγενέστερη επίδοση εκτός αν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ. τον διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Επιδόσεις που γίνονται κατά τους προαναφερόμενους τρόπους θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις [ΑΠ 330/2018, 620/2017]. Στην προκειμένη περίπτωση η συζήτηση της από 18.1.2006 αίτησης αναιρέσεως του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. και των από 1.9.2022 πρόσθετων λόγων του για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας έλαβε χώρα με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από τις υπ'αριθ. 677 Θ/20.7.2022 και 922 Θ/5.9.2022 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ά. Κ., κατά τις οποίες ακριβές αντίγραφο των ως άνω εγγράφων με κλήση προς συζήτηση για την εν λόγω δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Αντώνιο Βασδέκη, ο οποίος εκπροσώπησε τους αναιρεσίβλητους, ως εφεσίβλητες και ως εκκαλούσες, στο εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Ο εν λόγω δικηγόρος δεν προκύπτει ότι αντικαταστάθηκε με οποιοδήποτε τρόπο από τις μη παριστάμενες στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου δεύτερη [Κ.. Κ.], όγδοη [Β.. Ρ.], ενδέκατη [Φ.. Ρ.], και δωδέκατη [Μ.. Α.] των αναιρεσιβλήτων, και συνεπώς είναι αντίκλητος τους για τις επιδόσεις στην παρούσα δίκη. Επομένως, εφόσον αυτές δεν εμφανίσθηκαν ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Με την υπό κρίση από 18.1.2006 αίτηση διώκεται η αναίρεση της αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσας υπ'αριθ. 6865/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατόπιν ασκήσεως εφέσεων εκ μέρους όλων των διαδίκων κατά της υπ'αριθ. 745/2003 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και υποχρέωσε το εναγόμενο νομικό πρόσωπο να καταβάλει στον καθένα εξ αυτών τα εις αυτήν αναφερόμενα ποσά. Η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις και απέρριψε αυτές κατ'ουσίαν. Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ], συνεκδικαζόμενη με τον, από 1.9.2022, πρόσθετο λόγο, ο οποίος ασκήθηκε εμπρόθεσμα, την 1.9.2022, τριάντα ημέρες πριν από την, στην αρχή της παρούσας, αναφερόμενη δικάσιμο [άρθρ. 569 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ], Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την Π.Υ.Σ. 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεώς του προς αυτές. Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσεως (ΑΠ 127/2015). Σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Εξάλλου ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ'αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρο 559 αριθ. 1 ή 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 1695/2018, 244/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 παραγρ. 3 του ν. 2190/1994 ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα [δημόσιες υπηρεσίες, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης] γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και τις διαδικασίες των άρθρων 15 επομ. του ιδίου νόμου. Στο άρθρο 4 του ν. 2527/1997 ορίζεται ότι α] για τη σύναψη συμβάσεων μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ. ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται προηγούμενη έκδοση ΚΥΑ στην οποία καθορίζεται, πλην άλλων, το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου και το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, β] σύμβαση μίσθωσης έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι αυτοδικαίως και καθ'ολοκληρίαν άκυρη, για τη σύναψη δε αυτής απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας του νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία, γ] ανανέωση ή παράταση της σύμβασης μίσθωσης έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη, όπως αυτοδικαίως άκυρη είναι και η ρήτρα καταβολής της εργολαβικής αμοιβής τμηματικά κατά μήνα ή άλλο χρονικό όριο χωρίς συνάρτηση με την πρόοδο του έργου. Εξ άλλου κατά το άρθρο 17 του Ν. 2839/2000 προσωπικό το οποίο υπηρετεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, ή υπηρέτησε, μέσα στο χρονικό διάστημα από 1.8.1999 μέχρι 31.3.2000, στο Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμίδας και στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης ή με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατατάσσεται σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του φορέα τελευταίας απασχόλησης, εφόσον κατά την 31.3.2000 συμπλήρωνε τις προϋποθέσεις που ορίζονται σε αυτό μεταξύ των οποίων αναφέρεται η κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του φορέα στον οποίο κατατάσσεται. Τέλος κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων , επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι "προσελήφθησαν προ του έτους 1999 από το εκκαλούν [εναγόμενο] νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου...με έγγραφες συμβάσεις, οι οποίες επιγράφησαν ρητώς "ως συμβάσεις μισθώσεως έργου" και μετά τη λήξη των οποίων συνήπτοντο διαδοχικώς νέες συμβάσεις φέρουσες επίσης τίτλο "συμβάσεις μισθώσεως έργου" και αναθέτουσες το ίδιο "έργο" έως και την 31.12.2001 οπότε δυνάμει της …Πρυτανικής Πράξεως έγινε η κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως διοικητικοί τεχνικοί υπάλληλοι και συγκεκριμένως οι εξ αυτών Μ.. Λ., Κ. Κ., Δ. Β., Ε. Μ. και Σ. Τ. ως γραμματείς - δακτυλογράφοι, ο Ν. Π. ως χειριστής Η/Υ, ο Α. Χ. ως υπάλληλος τυπογραφείου και οι Ά. Α., Μ. Ε. Σ. , Β. Γ., Β. Φ., Φ. Ρ. και Μ. Α. ως χειρίστριες Η/Υ. Από της αρχικής προσλήψεώς τους, οι εφεσίβλητοι ...προσήρχοντο καθημερινώς στις εγκαταστάσεις του εκκαλούντος ...τηρούσαν συγκεκριμένο ωράριο διαρκείας 7,5 ωρών δηλαδή από ώραν 7.30 έως ώρα 15.30, τελούσαν υπό την εποπτεία των προϊσταμένων των οικείων τμημάτων του, ακολουθούσαν πιστώς τις οδηγίες ως προς τον τόπο, τον τρόπο και τον χρόνο εκτελέσεως των καθηκόντων τους, οι οποίες ήταν γι' αυτούς δεσμευτικές και εδέχοντο τακτικώς έλεγχο για την εξακρίβωση της συμμορφώσεώς τους προς αυτές ...χωρίς να έχουν τη δυνατότητα παροχής της εργασίας τους σε άλλο τόπο ή χρόνο, ή, κατ'άλλο τρόπο. Υπό τα αποδειχθέντα περιστατικά, οι εφεσίβλητοι ...πράγματι κατά τον από την 1.1.1999 έως και την 31.12.2001 κρίσιμο χρόνο απασχολήθηκαν υπό καθεστώς νομικής εξαρτήσεώς τους από το εκκαλούν... και προς το^σκοπό καλύψεως παγίων και διαρκών αναγκών όπως και το τακτικό προσωπικό του και, κατά συνέπεια, οι συναφθείσες μεταξύ αυτών συμβάσεις έφεραν τον χαρακτήρα όχι μισθώσεως έργου αλλά εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Αξιον μνείας υπέρ της κρίσεως αυτής είναι και το ότι στο άρθρο 17 του ν. 2839/2000 κατ'εφαρμογήν του οποίου εκδόθηκε η ανωτέρω Πρυτανική Πράξη, και συγκεκριμένως στην παράγρ, 8 του εδαφ. Β'αυτού ορίσθηκε ρητώς ότι ο χρόνος των συμβάσεων μισθώσεως έργου λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου....οι επίμαχες συμβάσεις ήταν άκυρες αφού καταρτίσθηκαν χωρίς προηγουμένως να τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία πρόσληψης των εφεσιβλήτων.,.και ως εκ τούτου δια της εκ μέρους τους προσφοράς των ως άνω υπηρεσιών τους λειτούργησαν μεταξύ αυτών απλές σχέσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ....και δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου επιδόματος αδείας και επιδόματος εορτών...". Το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεώς του, όπως διορθώθηκε και συμπληρώθηκε με τον πρόσθετο λόγο υποστηρίζει ότι έσφαλε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, γιατί εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1 και 7 του Ν. 2839/2000, κατ'άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κρίνοντας ότι με τους αναιρεσιβλήτους το συνέδεε απλή σχέση εργασίας κατά τον επίδικο χρόνο, αφού η σχέση που τους συνέδεε ήταν της μίσθωσης έργου και επί πλέον κατά το άρθρο 17 παρ.8 εδ. α' λαμβάνουν τις αποδοχές της νέας τους θέσης από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους και όχι αναδρομικά, όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού όπως εκτίθεται στη μείζονα πρόταση που προηγήθηκε, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας ανήκει στο δικαστήριο και στην προκειμένη περίπτωση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι οι αναιρεσιβλητοι από της προσλήψεώς τους, από 1.1.1999 έως 31.12.2001, συνδέονταν με το αναιρεσείον με άκυρες συμβάσεις, ήτοι απλές σχέσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, οι οποίες ψευδώς επιγράφονταν ως "συμβάσεις έργου", γιατί κατά την παροχή της εργασίας τους τελούσαν υπό την εποπτεία, τον έλεγχο και τις οδηγίες των προϊσταμένων τους, σε συγκεκριμένο τόπο, χρόνο και ωράριο , καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες, όπως το τακτικό προσωπικό του αναιρεσείοντος. Η επίκληση της διάταξης του εδ.α'της παραγρ 8 του άρθρου 17 εκ μέρους του είναι αλυσιτελής, αφού αναφέρεται στις αποδοχές της νέας θέσης μετά την διαπιστωτική πράξη κατάταξής τους, την 31.12.2001, ενώ προ αυτής με βάση τον χαρακτήρα της σχέσης που τους συνέδεε. Επί πλέον οι εν λόγω σχέσεις εργασίας είχαν λάβει τον ως άνω χαρακτήρα της εξηρτημένης εργασίας πριν από την 18.4.2001, που άρχισε η ισχύς του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος, το οποίο στις παραγράφους 7 και 8 προβλέπει ότι νόμος ορίζει τις διαδικασίες επιλογής, τους όρους, τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων είτε επειγουσών αναγκών, απαγορεύει δε τη μονιμοποίηση και τη μετατροπή των συμβάσεων σε αορίστου χρόνου και ως προς τους απασχολούμενους με σύμβαση έργου. Γι' αυτό ο ως άνω λόγος και ο συναφής πρόσθετος λόγος πρέπει ν'απορριφθούν. Μετά από αυτά πρέπει ν'απορριφθεί η αίτηση και ο πρόσθετος λόγος της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον ν.π.δ.δ., η νομική υπεράσπιση του οποίου διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, λόγω της ήττας του [άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ] στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, μειωμένα (άρθρα 22 παρ.3 του ν. 3693/1957, 52 αριθ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 ΦΕΚ ΒΊ1/20.1.1993), ως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18.1.2006 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ. 6865/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων [300] ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Σεπτεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ