Αριθμός 330/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Π., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Κουκουράκη και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Δ. Λ. του Π., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Λαζαρίδου και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/4/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 205/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5621/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/7/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 14-7-2021 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 5643/2021, ΕΑΚ 736/2021, Αριθ. Δικ. 1644/2021) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 5621/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 21-2-2018 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της 205/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 19-4-2010 αγωγή του περί απόδοσης δανείου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη και σαφή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το εάν παραβιάστηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 1/1999). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως, σ' αυτό, προσκομισθέντων, με επίκληση από τους διαδίκους, αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι είναι εκ πλαγίου συγγενείς εξ αίματος τρίτου βαθμού (θείος και ανιψιά από αδελφή). Στις 20-6-2003 ο ενάγων έδωσε στην εναγομένη το συνολικό ποσό των 152.840,54 ευρώ, μεταβιβάζοντάς της αντιστοίχου ποσού επιταγές εκδόσεως πελατών του... Η εναγομένη, το συνολικό ποσό που της έδωσε ο ενάγων, το κατέθεσε στις 23-6-2003 στον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό που διέθετε στην Εμπορική Τράπεζα μαζί με τον πατέρα της Π. Λ.. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι το ποσό των 152.840,54 ευρώ, που έδωσε στην εναγομένη, αποτελούσε δάνειο, που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων την ημέρα εκείνη και ότι η εναγομένη του ζήτησε αυτό το ποσό ως δάνειο, αποδοτέο μετά από 5 έτη, ήτοι στις 20-6-2008, προκειμένου, ενόψει της επικείμενης λήψης του διπλώματός της από το Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο, να βοηθηθεί στην αρχή της καριέρας της ως αρχιτέκτονας μηχανικός και εργολάβος οικοδομών, αφού είχε σκοπό να αγοράσει οικόπεδο για να το χρησιμοποιήσει για την έναρξη της επαγγελματικής της δραστηριότητας. Η εναγομένη συνομολογεί ότι έλαβε το άνω χρηματικό ποσό, αρνείται, όμως, ότι το έλαβε για την παραπάνω αιτία και ισχυρίζεται ότι αυτό το ποσό αποτελεί δωρεά που έγινε σ' αυτή από τον ενάγοντα θείο της, αδελφό της μητέρας της, Ε. Λ., ενόψει της ολοκλήρωσης των σπουδών της και της έναρξης της πρακτικής άσκησης στον ενάγοντα, στην οικογενειακή επιχείρηση που είχε συσταθεί. Το Δικαστήριο για να εκτιμήσει τους ισχυρισμούς αυτούς των διαδίκων και να κρίνει εάν η σύμβαση που συνήφθη μεταξύ τους είναι άτοκο δάνειο ή δωρεά, θα λάβει υπόψη του όλες τις οικονομικές και συγγενικές σχέσεις των διαδίκων μέχρι τη συγκεκριμένη ως άνω χρονική στιγμή. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μαζί με τα υπόλοιπα τρία αδέλφια του, Χ. Μ., Α. Μ. και Ε. συζ. Π. Λ. (μητέρα της εναγομένης) δυνάμει του από 23-8-1979 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο καταχωρίστηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό 15558/27-8-1979, όπως αυτό ίσχυσε κατόπιν μεταγενέστερων τροποποιήσεών του, που έγιναν κατά τα έτη 1980, 1999 και 2003, συνέστησαν την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "...", με σκοπό την κατασκευή πολυώροφων οικοδομών (πολυκατοικιών) σε ιδιόκτητα ή οικόπεδα άλλων, κατά το σύστημα της αντιπαροχής, καθώς και την εν γένει ανάληψη και εκτέλεση πάσης φύσεως τεχνικών και οικοδομικών έργων... Το ποσοστό συμμετοχής καθενός από τους άνω εταίρους στην ομόρρυθμη εταιρία ορίστηκε σε 25%, ενώ διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής από την έναρξη της λειτουργίας της ήταν ο ενάγων Κ. Μ., ο οποίος είναι πολιτικός μηχανικός, με επαρκείς επιστημονικές γνώσεις για τη διαχείριση. Τα υπόλοιπα ομόρρυθμα μέλη δεν είχαν ιδιαίτερες τεχνικές γνώσεις, αφού ο Χ. ήταν ξυλουργός, ο Α. είχε εταιρία τουριστικών μεταφορών, ενώ η Ε. Λ. ήταν σχεδιάστρια. Όλοι όμως εργάζονταν στην εταιρία αναλαμβάνοντας διάφορες εξωτερικές και άλλες εργασίες (επίβλεψη συνεργείων κλπ). Με την οικογενειακή αυτή επιχείρηση ασχολείτο και ο Π. Λ. (πατέρας της εναγομένης) μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 80 παράλληλα με την κύρια απασχόλησή του ως υπαλλήλου στην ΕΥΔΑΠ και μετά την παραίτησή του από αυτή η οικοδομική εταιρία ήταν η αποκλειστική του απασχόληση. Κατά τη διάρκεια λειτουργίας της εταιρίας τα αδέλφια του ενάγοντος με σειρά συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων είχαν χορηγήσει στον τελευταίο την πληρεξουσιότητα να ενεργεί κάθε πράξη διαχείρισης επ' ονόματι και για λογαριασμό τους, να τους εκπροσωπεί σε όλες τις σχέσεις και συναλλαγές με οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο και με οποιαδήποτε δημόσια, δικαστική, αστυνομική, οικονομική αρχή ή υπηρεσία, να καταβάλει ή να καταθέτει χρηματικά ποσά σε τρίτους ή σε τράπεζες ή σε δημόσια ταμεία, καθώς και να λαμβάνει από αυτούς οποιαδήποτε ποσά από την αγορά και πώληση των ακινήτων που κατασκεύαζαν. Στο πλαίσιο άσκησης της εν λόγω επιχειρηματικής τους δραστηριότητας ανέπτυξαν, μέσω της εταιρίας τους, μεγάλη οικοδομική δραστηριότητα σε διάφορα σημεία της Αττικής, με οικοδόμηση πολυκατοικιών επί ακινήτων, που ανήκαν στην εταιρία ή σε τρίτα πρόσωπα. Ανήγειραν πληθώρα πολυώροφων οικοδομών, άλλες με το σύστημα της αντιπαροχής και άλλες με αγορά του οικοπέδου και ανοικοδόμησή του, είτε στο όνομα της εταιρίας είτε επ' ονόματι των εταίρων ατομικά, οι δε οριζόντιες ιδιοκτησίες που οικοδομήθηκαν άλλες πωλήθηκαν ή δόθηκαν στους οικοπεδούχους ως αντιπαροχή, ενώ άλλες εκμισθώθηκαν. Με αυτό τον τρόπο και οι τέσσερις ομόρρυθμοι εταίροι κατάφεραν να αποκτήσουν μεγάλη ακίνητη περιουσία, αποκομίζοντας μεγάλα κέρδη τόσο από τις πωλήσεις ακινήτων, όσο και από τις εισπράξεις μισθωμάτων από τα ακίνητα της εταιρίας. Περί το έτος 2008 αποφάσισαν να διακόψουν την προαναφερόμενη κοινή επιχειρηματική τους δραστηριότητα και έκτοτε άρχισαν σταδιακά οι διενέξεις μεταξύ τους. Αιτία αυτών των διενέξεων υπήρξε το αίτημα των υπολοίπων αδελφών του ενάγοντος να γίνει διανομή της ακίνητης και κινητής περιουσίας, των τραπεζικών λογαριασμών και των μετοχών της κοινής επιχείρησης με αφορμή την αποχώρησή τους από την εταιρία λόγω συνταξιοδότησής τους. Όμως η διευθέτηση αυτών των ζητημάτων δεν ήταν ομαλή, αλλά αντίθετα οι ανωτέρω ενεπλάκησαν σε δικαστικούς αγώνες. Ο ενάγων αρνήθηκε να παραχωρήσει σ' αυτούς την μερίδα που τους αναλογούσε, ισχυριζόμενος ότι δεν δικαιούνται τίποτα, διότι όλη η περιουσία της εταιρίας οφειλόταν αποκλειστικά στη δική του δραστηριότητα και ότι τα αδέλφια του ουσιαστικά εργάζονταν στην εταιρία με μηνιαίο μισθό που τους κατέβαλε ο ίδιος, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει σειρά δικαστικών διενέξεων μεταξύ τους. Στο πλαίσιο αυτών των διενέξεων ο ενάγων επικαλέστηκε ότι το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο ανταλλαγής της συμβ/φου Αθηνών Ευσταθίας Μπολτσή, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και του Α. Μ., Χ. Μ. και Π. Λ., με το οποίο οι τελευταίοι φέρονται ότι απέκτησαν κατά πλήρη κυριότητα τις περιγραφόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες, είναι άκυρο, διότι δεν φέρει την υπογραφή του ως συμβαλλομένου σε αυτό και ως εκ τούτου οι ανωτέρω δεν κατέστησαν κύριοι των ποσοστών των οριζοντίων ιδιοκτησιών που στη συνέχεια μεταβίβασαν σε τρίτους. Επικαλούμενος τα ανωτέρω ο ενάγων άσκησε σε βάρος των αδελφών του και των αποκτώντων από αυτούς, την από 2-5-2011 αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι το παραπάνω συμβόλαιο είναι άκυρο, όπως και η περιεχόμενη σε αυτό σύμβαση ανταλλαγής και να αναγνωριστεί ότι λόγω της ακυρότητας, οι ανωτέρω δεν απέκτησαν κυριότητα και ακολούθως, ούτε και οι αποκτώντες από αυτούς. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 5895/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που απέρριψε την αγωγή και κατόπιν εφέσεως κατ' αυτής η 1473/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση, ενώ με την 87/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα η αίτηση για αναίρεση της πιο πάνω εφετειακής αποφάσεως, λόγω παραιτήσεως του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, τα αδέλφια του ενάγοντος (Χ. Μ., Α. Μ. και Ε. Λ.) αμφισβήτησαν το κύρος του από 31-10-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποιήσεως της εταιρίας, με το οποίο εμφανίζονται να παραχωρούν στον ενάγοντα τα εταιρικά τους μερίδια αντί ποσού 36,68 ευρώ έκαστος, ισχυριζόμενοι ότι ο ενάγων έθεσε τις υπογραφές σε αυτό χωρίς τη συναίνεση ή έγκρισή τους. Έτσι υπέβαλαν σε βάρος του ενάγοντος μήνυση για πλαστογραφία μετά χρήσεως με συνολικό σκοπούμενο όφελος άνω των 73.000 ευρώ, η οποία τέθηκε στο αρχείο με την 12/2012 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Πλέον των ανωτέρω, τα αδέλφια του ενάγοντος κατέθεσαν εναντίον του την από 2-9-2010 (αριθμ. καταθ. 150932/2010) αγωγή αναγνώρισης ακυρότητας του πιο πάνω ιδιωτικού συμφωνητικού, την από 25-10-2010 (αρ. κατάθ. 188085/2010) αγωγή λογοδοσίας, τις από 15-10-2010 (τρεις) καταψηφιστικές αγωγές τους και την από 2-9-2013 αγωγή αποζημίωσης σε βάρος του, από τα δικόγραφα των οποίων παραιτήθηκαν. Σ' αυτό το πλαίσιο των διαταραγμένων σχέσεων των αδελφών εντάσσεται και η επίδικη απαίτηση, η διεκδίκηση της οποίας άρχισε από τον ενάγοντα με την επίδοση στην εναγόμενη στις 19-3-2010 της από 18-3-2010 εξώδικης δήλωσης, με την οποία της ζητούσε την επιστροφή του ποσού των 152.840,54 ευρώ, το οποίο χαρακτήριζε ως δάνειο προς αυτή, επιστρεπτέο μέχρι τις 20-6-2008. Την ίδια ημέρα έλαβαν όμοια εξώδικα τόσο οι εξαδέλφες της εναγομένης, Α. Μ. και Ν. Μ. (κόρες του αδελφού του εκκαλούντος Α. Μ.), από τις οποίες ζητούσε την επιστροφή των ποσών των 100.000 ευρώ και 80.000 ευρώ, που είχε δώσει σ' αυτές, όσο και η Ε. Λ. (αδελφή του εκκαλούντος και μητέρα της εφεσίβλητης) και ο Χ. Μ. (αδελφός του εκκαλούντος), από τους οποίους ζητούσε να του επιστρέψουν ποσά που είχαν λάβει από αυτόν, χαρακτηρίζοντας αυτά ως άτοκα δάνεια. Στην άνω εξώδικη δήλωση απάντησε η εναγόμενη με την από 7-4-2010 εξώδικη απάντηση, σε κοινό έγγραφο με τους Χ. Μ., Ν. Μ., Α. Μ. και Ε. Λ., κατά των οποίων, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων προέβαλε αντίστοιχες αξιώσεις, στην οποία εξώδικη απάντηση είναι εμφανής η δυσαρέσκεια των ανωτέρω για τις διεκδικήσεις του ενάγοντος, αρνούμενοι τις καταβολές που επικαλείται ο ενάγων στο εξώδικό του και διαμαρτυρόμενοι ότι διαχειριζόταν το σύνολο των εισοδημάτων της επιχείρησης ανεξέλεγκτα, χωρίς να τους έχει αποδώσει λογαριασμό. Μετά τα ως άνω εξώδικα ακολούθησαν και αγωγές του εκκαλούντος για την επιστροφή των ποσών που κατά τους ισχυρισμούς του χορήγησε ως δάνειο στους προαναφερθέντες συγγενείς του. Ειδικότερα, επί της από 19-4-2010 (αρ. κατάθ. 75309/4273/2020) αγωγής κατά της Α. Μ., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε την επιστροφή του ποσού των 100.000 ευρώ που της είχε δώσει, χαρακτηρίζοντάς το ως άτοκο δάνειο, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5795/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε αυτή, επειδή κρίθηκε ότι το ανωτέρω ποσό δόθηκε στην Α. Μ. ως δωρεά. Η απόφαση επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 2322/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και κατέστη αμετάκλητη με την υπ' αριθμ. 217/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου. Επίσης, επί της από 19-4-2010 (αρ. καταθ. 4873/2010) αγωγής κατά της Ε. Λ., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε την επιστροφή του ποσού των 30.000 ευρώ που της είχε δώσει, χαρακτηρίζοντάς το ως άτοκο δάνειο, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2112/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε αυτή, επειδή κρίθηκε ότι το ανωτέρω ποσό δόθηκε στην Ε. Λ. ως δωρεά. Η απόφαση επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 4891/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 2-2-2018 (αρ. καταθ. 1300/100/2018) αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου, επί της οποίας δεν προκύπτει η έκδοση απόφασης. Περαιτέρω, από τα προσκομιζόμενα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι ο ενάγων έδινε κατά διαστήματα στα αδέλφια του και στα μέλη των οικογενειών τους (ανίψια του) διάφορα χρηματικά ποσά χωρίς να ζητά να του τα επιστρέψουν. Μεταξύ των ποσών αυτών περιλαμβάνεται και το επίδικο χρηματικό ποσό των 152.840,54 ευρώ, που έδωσε ως δωρεά στην εναγόμενη ανιψιά του και βαπτιστήρα του, με την οπισθογράφηση των επιταγών που προαναφέρθηκαν. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι το εν λόγω ποσό δόθηκε στην εναγόμενη ως δάνειο δεν αποδείχθηκε βάσιμος κατ' ουσίαν, καθόσον ούτε από έγγραφο ή άλλο αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο προκύπτει η επικαλούμενη σύμβαση δανείου, ούτε από τα σώματα των επίμαχων επιταγών προκύπτει ότι αυτές εκδόθηκαν για δάνειο, ενώ αν αυτό ήταν αληθές ο ενάγων θα φρόντιζε προς διασφάλισή του, να επισημειώσει επί τους σώματος της επιταγής τη λέξη δάνειο και την ημερομηνία επιστροφής του και να ζητήσει να θέσει η εναγόμενη τη δική της υπογραφή ή θα συντασσόταν ένα άλλο αποδεικτικό έγγραφο. Η αναγραφόμενη επισημείωση "Σήμερα την 20-6-2003, ημέρα Παρασκευή, ο κ. Κ. έδωσε δάνειο 152.840,54 ευρώ στην ανιψιά του Δ. Λ.. ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ δανείου στις 20-6-2008", που υπάρχει στο ενιαίο αντίγραφο των τριών επιταγών, την οποία έθεσε κατ' εντολή του η γραμματέας του Α. Κ., πριν προβεί στην αρχειοθέτησή της, δεν είναι επαρκές αποδεικτικό στοιχείο, αφού τα ως άνω αναγραφόμενα αποτελούν επισημειώσεις του ενάγοντος, που τέθηκαν εκ των υστέρων, χωρίς την παρουσία και τη συναίνεση της εναγόμενης. Έτσι το στοιχείο αυτό δεν συνιστά απόδειξη υπέρ των αγωγικών ισχυρισμών του ενάγοντος, ούτε ως προς την αιτία έκδοσης των επιταγών, ήτοι ως προς το ότι οι επιταγές δόθηκαν αιτία δανεισμού, ούτε ως προς τα λοιπά στοιχεία (ημερομηνία επιστροφής των χρημάτων κλπ), που αναφέρονται στη σχετική σημείωση. Καθοριστικό, για την κρίση του Δικαστηρίου, στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι η εναγόμενη δεν χρησιμοποίησε το ποσό που έλαβε από τον ενάγοντα για την κάλυψη οποιασδήποτε οικονομικής της ανάγκης, για χρονικό διάστημα σχεδόν 5 ετών, αλλά τοποθέτησε αυτό στις 23-6-2003, δηλαδή αμέσως μόλις το έλαβε, στον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό που είχε με τον πατέρα της, Π. Λ.. Το γεγονός αυτό αντιβαίνει στη φύση του δανείου, του οποίου προορισμός, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, είναι η κάλυψη άμεσων οικονομικών αναγκών του λήπτη. Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγόμενη χρησιμοποίησε τα χρήματα που έλαβε από τον ενάγοντα 5 χρόνια αργότερα για να αγοράσει ένα οικόπεδο, μαζί με τη Ζ. Β., δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου αγοραπωλησίας οικοπέδου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευσταθίας Ηλία Μπολτσή, στο οποίο συμβλήθηκαν αμφότερες ως νόμιμοι εκπρόσωποι της κοινοπραξίας με την επωνυμία "...". Εξάλλου, η εναγόμενη, κατά το χρόνο το 2003, που έλαβε τα χρήματα από το θείο της ήταν μόλις 23 ετών και δεν είχε ακόμα τελειώσει τις σπουδές της ως αρχιτέκτων μηχανικός, γεγονός που δεν δικαιολογεί την λήψη δανείου για την υλοποίηση των επαγγελματικών της σχεδίων, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων. Εκτός αυτού αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν είχε ανάγκη λήψης δανείου από τον ενάγοντα, δεδομένου ότι η οικονομική κατάσταση τόσο η δική της, όσο και της οικογενείας της ήταν τέτοια που μπορούσε να καλύψει εξ ιδίων πόρων τις ανάγκες, που θα προέκυπταν μελλοντικά για την επαγγελματική της αποκατάσταση. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι το οικονομικό έτος 2003, που η εναγόμενη ήταν 23 ετών, είχε εισόδημα 11.961,83 ευρώ, το έτος 2004, 12.473,50 ευρώ, το έτος 2015, 12.910,50 ευρώ, το έτος 2016, 13.262 ευρώ, ενώ το έτος 2007 το εισόδημά της, προερχόμενο από ακίνητα και από την άσκηση ελεύθερου επαγγέλματος, ανήλθε στο ποσό των 23.919,89 ευρώ. Επίσης, είχε στην ιδιοκτησία της το έτος 2007 ακίνητη περιουσία ύψους περίπου 230.000 ευρώ και το έτος 2008 ύψους περίπου 300.000 ευρώ. Επίσης, και οι γονείς της εναγόμενης, Ε. Μ. του Π. και Π. Λ., αποδεικνύεται ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, αλλά και μετέπειτα, διέθεταν μεγάλη ακίνητη περιουσία και υψηλά εισοδήματα. Ειδικότερα, το οικονομικό έτος 2003 το εισόδημά τους ανερχόταν στο ποσό τα ων 76.253,89 ευρώ, το έτος 2004, στο ποσό των 75.915,71 ευρώ, το 2005, στο ποσό των 98.197,23 ευρώ και το έτος 2006, στο ποσό των 121.858,27 ευρώ. Ακόμη, από τη δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε9) του έτους 2005 (1-1-2005), που υπέβαλαν οι γονείς της εναγόμενης, προκύπτει ότι ο Π. Λ. είχε ποσοστό ιδιοκτησίας σε 95 ακίνητα και ήταν ιδιοκτήτης πέντε αγροτεμαχίων, η δε Ε. Μ. κατείχε το 50% τριών ακινήτων. Επιπροσθέτως, οι γονείς της εναγόμενης, όπως προκύπτει από τη δήλωση φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας, που υπέβαλαν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Α' Καλλιθέας, διέθεταν την 1η Ιανουαρίου του έτους 2002 ακίνητη περιουσία συνολικής αξίας 1.345.399,71 ευρώ και ειδικότερα, ο Π. Λ. είχε ποσοστό ιδιοκτησίας σε 94 ακίνητα και ποσοστό ιδιοκτησίας 100% και 10% σε 6 αγροτεμάχια, η δε Ε. Μ. κατείχε το 50% 2 ακινήτων και το 10% ενός αγροτεμαχίου. Επίσης, ο Π. Λ., το έτος 2007, είχε εισόδημα ύψους 155.393,67 ευρώ, τα μισθώματα από ακίνητα που εκμίσθωνε ανέρχονταν το οικονομικό έτος 2004 στο ποσό των 60.933,15 ευρώ, και το οικονομικό έτος 2005 στο ποσό των 67.993,96 ευρώ, είχε χαρτοφυλάκιο στην εταιρία "..." το έτος 2003 ύψους 51.547,86 ευρώ, ενώ στον επενδυτικό λογαριασμό του στην εταιρία "...", το έτος 2002 προκύπτει ότι η τρέχουσα αξίας της επένδυσής του από αμοιβαία κεφάλαια ανερχόταν στο ποσό των 315.993,15 ευρώ. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι το ποσό των 152.840,54 ευρώ δεν δικαιολογείται να δόθηκε την χρονική εκείνη περίοδο στην εναγόμενη με βάση τα εισοδήματά του και ότι έχει τρία τέκνα γεννηθέντα τα έτη 1988, 1991 και 1997, από τα οποία τα δύο έχουν τελειώσει τις σπουδές τους και ένα εξ αυτών σπουδάζει, με συνέπεια να αδυνατεί να προσφέρει τέτοιου είδους δώρα, δεν κρίνεται πειστικός, αφού αποδεικνύεται ότι ο ίδιος είχε μεγάλη ακίνητη περιουσία, από την οποία εισέπραττε μισθώματα. Ειδικότερα, αυτός ασκούσε το επάγγελμα του κατασκευαστή πολυκατοικιών από τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Η επιχειρηματική του αυτή δραστηριότητα του επέτρεψε να δημιουργήσει μεγάλη ακίνητη περιουσία, η οποία, όχι μόνο του απέφερε πολλά κέρδη σε ετήσια βάση, αλλά και του είχε δημιουργήσει μεγάλο οικονομικό υπόβαθρο, λόγω της αξιοποιήσεως (με πώληση ή άλλου είδους εκμετάλλευση) των οικοδομών που κατασκεύαζε. Ένα δείγμα του μεγέθους της επιχειρηματικής δραστηριότητας του ενάγοντος περιλαμβάνεται στο δικόγραφο των από 4-11-2010 πρόσθετων λόγων προσφυγής ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, που άσκησε ο Π. Λ. (πατέρας της εναγόμενης). Στο δικόγραφο αυτό γίνεται αναφορά από τον τελευταίο για αγορά από τον ενάγοντα το έτος 1990 ενός οικοπέδου στην περιοχή του ..., εκτάσεως περίπου 25 στρεμμάτων και την έκδοση οικοδομικής άδειας ανεγέρσεως στο οικόπεδο αυτό 20 επταώροφων πολυκατοικιών επτακοσίων περίπου διαμερισμάτων συνολικά, από τις οποίες το 1995 είχε περαιώσει τις 7 από τις 20 πολυκατοικίες. Είναι προφανές, λοιπόν, ότι η περιουσία του ανερχόταν σε οικονομικά μεγέθη τέτοια, που του επέτρεπαν να κάνει γενναιόδωρες παροχές στα μέλη της οικογένειας, μέχρι τουλάχιστο να διαταραχθούν οι μεταξύ τους σχέσεις. Ένας βασικός ισχυρισμός του ενάγοντος, ο οποίος προβάλλεται μετ' επιτάσεως με την έφεσή του, είναι ότι η συμμετοχή των αδελφών του στην ομόρρυθμη εταιρία ήταν εικονική, έγινε για φορολογικούς λόγους και η πραγματική αμοιβή τους για αυτή ήταν ο μισθός που τους έδινε. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός του ενάγοντος δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της προβαλλόμενης στην ένδικη υπόθεση θέσης του ότι η αιτία της προαναφερθείσας παροχής του προς την εναγόμενη ήταν ο δανεισμός. Αντιθέτως, υπό την εκδοχή αυτή, ο ενάγων είχε οικονομικό όφελος, επειδή θα απαλλασσόταν από μεγάλο μέρος των φορολογικών βαρών, λόγω του επιμερισμού τους και στους λοιπούς εταίρους, το γεγονός δε αυτό δικαιολογεί την οικονομική ενίσχυση των μελών της οικογενείας του με διάφορες χρηματικές παροχές προς αυτούς, είτε με την μορφή άτοκων δανείων, τα οποία, όμως, δεν ζητούσε να του επιστραφούν, είτε με την μορφή δωρεών. Όλα τα ανωτέρω στοιχεία οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το ποσό των 152.840,54 ευρώ δόθηκε στην εναγόμενη ως δωρεά και όχι ως δάνειο. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από τις επικαλούμενες από τον ενάγοντα μαρτυρικές καταθέσεις, οι οποίες δεν αντικρούουν πειστικά όσα εκτενώς αναφέρθηκαν ανωτέρω για τις μεταξύ των διαδίκων σχέσεις και τις συναλλαγές μεταξύ των μελών της οικογένειας, οι οποίες οδήγησαν, εκτός των άλλων, και στην επίδικη διαφορά. Το γεγονός ότι το επίδικο ποσό δεν δηλώθηκε από την εναγόμενη στην εφορία ως δωρεά δεν συνεπάγεται και τη μη σύναψη συμβάσεως δωρεάς, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο εκκαλών, αφού κατά τη συναλλακτική πρακτική τέτοιου είδους δηλώσεις παραλείπονται, ιδίως όταν πρόκειται για παροχές δυνάμει άτυπων συμβάσεων, όπως εν προκειμένω...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης με αριθμό 205/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει, επίσης, την ένδικη αγωγή του ως ουσία αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη κατάρτισης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης δανείου, βάσει της οποίας ο αναιρεσείων αξίωσε την απόδοση του δανεισθέντος χρηματικού ποσού, αφού αναφέρεται σ' αυτή ότι ο αναιρεσείων, ο οποίος είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια, το επίδικο χρηματικό ποσό το έδωσε στην αναιρεσίβλητη, που ήταν ανιψιά και βαφτιστήρα του, όχι ως δάνειο αλλά ως δωρεά, το οποίο η αναιρεσίβλητη δεν χρησιμοποίησε για την κάλυψη οποιασδήποτε οικονομικής της ανάγκης, αλλά το κατέθεσε αμέσως σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε με τον πατέρα της και το χρησιμοποίησε μετά την πάροδο πέντε ετών για την αγορά οικοπέδου, από κοινού με τη συνεργάτη της, Ζ. Β. και ότι κατά το χρόνο που ο αναιρεσείων της έδωσε το επίδικο χρηματικό ποσό, η αναιρεσίβλητη δεν είχε ανάγκη λήψης δανείου, δεδομένου ότι η οικονομική κατάσταση τόσο της ίδιας όσο και της οικογένειάς της, η οποία αναφέρεται αναλυτικά, ήταν τέτοια που της επέτρεπε να καλύψει δαπάνες που θα απαιτούνταν για τη μελλοντική επαγγελματική της αποκατάσταση. Οι αιτιολογίες αυτές στηρίζουν κατά τρόπο πλήρη και σαφή το αποδεικτικό πόρισμα ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 806 ΑΚ, την οποία, συνεπώς, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου με εσφαλμένη εφαρμογή. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι στερείται νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της νομικής φύσης της σύμβασης που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων είναι αβάσιμος, ενώ δεν συνιστούν ανεπάρκεια της αιτιολογίας, (α) ούτε η αναφερόμενη διηγηματικά στην προσβαλλομένη παραδοχή ότι ο αναιρεσείων, πριν διαταραχθούν οι σχέσεις του με τα αδέλφια του, προέβαινε σε παροχές προς αυτούς και τα μέλη των οικογενειών τους, που είχαν το χαρακτήρα είτε άτοκων δανείων είτε δωρεών, καθόσον δεν προκύπτει από αυτήν ότι το Εφετείο είχε αμφιβολίες ως προς τη νομική φύση της επίδικης σύμβασης, αφού δέχεται ρητά και με σαφήνεια ότι το επίδικο χρηματικό ποσό, που έδωσε ο αναιρεσείων στην αναιρεσίβλητη, δεν ήταν δάνειο, αλλά δωρεά και (β) ούτε η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων δεν φρόντισε για τη διασφάλισή του να επισημειώσει στο σώμα των επιταγών τη λέξη δάνειο, ούτε ζήτησε να θέσει η αναιρεσίβλητη την υπογραφή της, ούτε συνέταξε κάποιο άλλο αποδεικτικό έγγραφο, καθόσον αυτή αποτελεί επιχείρημα του Δικαστηρίου που συνέχεται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 688/2019). Δεν απαιτείται να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα ή η παράθεση ποίων αποδεικτικών μέσων χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ο καθορισμός της βαρύτητας που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής του καθενός από αυτά στα προς απόδειξη θέματα, ενώ, από την αναφορά μερικών, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν εκτιμήθηκαν (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 500/2019). Αρκεί, λοιπόν, κατ' αρχήν, να αναφέρεται στην απόφαση γενικώς το είδος του αποδεικτικού μέσου, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008) (ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως, ΟλΑΠ 14/2005) η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 697/2022, ΑΠ 1319/2022, 75/2022 ΑΠ, ΑΠ 754/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι, το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, παρά την αντίθετη αναφορά στο αιτιολογικό του, δεν έλαβε υπόψη του την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα Α. Κ. και τις ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών ένορκες βεβαιώσεις με αριθμούς 126/5-1-2017 της Σ. Γ., 127/5-1-2017 του Π. Κ. και 256/10-1-2017 του Δ. Μ., καθόσον δεν τις αντέκρουσε. Ωστόσο, από την περιλαμβανόμενη στην αρχή της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης ρητή βεβαίωση περί επανεκτίμησης "των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, από τις υπ' αριθμ. 126, 127/5-1-2017 ένορκες βεβαιώσεις των Σ. Γ. του Κ. και Π. Κ. του Κ., αντίστοιχα και την υπ' αριθμ. 256/10-1-2017 ένορκη βεβαίωση του Δ. Μ., που προσκομίζει ο ενάγων και ελήφθησαν ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγομένης...", σε συνδυασμό με το όλο χωρίς αντιφάσεις και ανεπάρκειες σαφές περιεχόμενό της (προσβαλλομένης), καθίσταται, χωρίς αμφιβολία βέβαιο ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τις φερόμενες ως αγνοηθείσες ως άνω ένορκη κατάθεση και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων και δεν τις αγνόησε, κάνοντας, μάλιστα, και ειδική αναφορά σ' αυτές στη δεύτερη σελίδα του όγδοου φύλλου αυτής ότι "Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από τις επικαλούμενες από τον ενάγοντα μαρτυρικές καταθέσεις, οι οποίες δεν αντικρούουν πειστικά όσα εκτενώς αναφέρθηκαν ανωτέρω για τις μεταξύ των διαδίκων σχέσεις και τις συναλλαγές μεταξύ των μελών της οικογενείας, οι οποίες οδήγησαν, εκτός των άλλων, και στην επίδικη διαφορά", αν και δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγησή τους. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει και, κατά προφανή παρανόηση, δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, όπως πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1252/2021, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 1251/2020, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 224/2020, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 1305/2019). Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1252/2021, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 1181/2019, ΑΠ 59/2019). Επίσης, η εξώδικη ομολογία, δηλαδή εκείνη που έγινε στο πλαίσιο άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), καθώς και η περιεχόμενη σε άλλα έγγραφα, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ), ενώ η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Η μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος, όμως, δεν θεμελιώνεται αν, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται, κατά το λόγο αναίρεσης, εξώδικη ομολογία (ΑΠ 1215/2020, ΑΠ 617/2019, ΑΠ 447/2015, ΑΠ 1462/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες, κατ' ορθή εκτίμηση, από τους αριθμούς 11 γ και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο από την προσκομισθείσα με επίκληση ενώπιόν του, από 7-4-2010 εξώδικη απάντηση - δήλωση - διαμαρτυρία της αναιρεσίβλητης, την οποία του απέστειλε σε απάντηση της δικής του, από 18-3-2010 εξώδικης διαμαρτυρίας - πρόσκλησης - δήλωσης, με την οποία την προσκάλεσε να του καταβάλει το επίδικο χρηματικό ποσό, παρέλειψε να αναγνώσει την περικοπή αυτής "Αρνούμεθα βέβαια κάθε μία από αυτές τις καταβολές σας... και σας δηλώνουμε τα εξής: 1) όλα όσα αναφέρετε στα από 17-3-2010 και 18-3-2010 εξώδικα έγγραφα που μας αποστείλατε είναι αποκυήματα της φαντασίας σας και ουδέποτε κάνατε χαριστικές καταβολές ή διευκολύνσεις προς όλους εμάς...", από την οποία συνάγεται εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης περί ανυπαρξίας οποιασδήποτε δωρεάς του προς αυτήν. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στην ως άνω εξώδικη απάντηση - δήλωση - διαμαρτυρία, αλλά την συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει αυτή αναφορικά με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε. Επίσης, κατά το σκέλος του από τον αριθμό 11 γ του 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (και ιδίως από τη δεύτερη σελίδα του 5ου φύλλου και την πρώτη σελίδα του 6ου φύλλου αυτής) προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την ως άνω εξώδικη απάντηση της αναιρεσίβλητης, η δε κρίση του για το αν από αυτήν συναγόταν η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, διότι αναφέρεται σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Τέλος, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδαφ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, με την παραδοχή ότι "... Καθοριστικό για την κρίση του Δικαστηρίου, στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι η εναγόμενη δεν χρησιμοποίησε το ποσό που έλαβε από τον ενάγοντα για την κάλυψη οποιασδήποτε οικονομικής της ανάγκης, για χρονικό διάστημα σχεδόν 5 ετών, αλλά τοποθέτησε αυτό στις 23-6-2003, δηλαδή αμέσως μόλις το έλαβε, στον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό που είχε με τον πατέρα της, Π. Λ.. Το γεγονός αυτό αντιβαίνει στη φύση του δανείου, του οποίου προορισμός, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, είναι η κάλυψη άμεσων οικονομικών αναγκών του λήπτη", διότι έδωσε εσφαλμένη ερμηνεία σ' αυτά (διδάγματα της κοινής πείρας), τα οποία πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με την εκάστοτε κρινόμενη περίπτωση. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τα ανωτέρω δεν συνιστούν διδάγματα της κοινής πείρας με την παραπάνω έννοια, αλλά και διότι με τον ερευνώμενο λόγο τα παραπάνω που φέρονται ως διδάγματα της κοινής πείρας, δεν προτείνονται για την ερμηνεία κάποιου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ο οποίος, πάντως δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, ή για την υπαγωγή σ' αυτόν των παραπάνω πραγματικών περιστατικών, αλλά για την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 10/2005, ΑΠ 49/2020, ΑΠ 563/2020). Σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω λόγος είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, διότι, στην πραγματικότητα, με αυτόν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση του ανωτέρω γεγονότος από το Εφετείο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ήτοι η παραδοχή του ότι προορισμός του δανείου είναι η κάλυψη άμεσων οικονομικών αναγκών του λήπτη. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημά της, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 192 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-7-2021 αίτηση (ΓΑΚ 5643/2021, ΕΑΚ 736/2021, Αριθ. Δικ. 1644/2021) για αναίρεση της με αριθμό 5621/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Φεβρουαρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ